Με το μολύβι σβήνει ένα φως.
Έρχεται θάνατος
και σε τυλίγει σαν ένα πελώριο δένδρο με κίτρινα φύλλα.
Δεν στοχάζεται, πλην των άλλων
που θα φωνάξουν με δύναμη
και θα πούνε: Αθάνατος,
καθώς ένας μικρός λεμονανθός θα σβήνει.
Είναι ο Χειμώνας που λιώνει στη ζωή,
κι ανθίζει η Άνοιξη.
Η προσμονή σέρνεται με το φίδι
ανάμεσα στους στίχους του ευαγγελίου.
Είναι το ίδιο φίδι που μας έδωσε τη ζωή να τη ζήσουμε
και εάν προλάβουμε να ρωτήσουμε, λέμε: τη ζήσαμε;
Κι εσύ ζήτησες για μαξιλάρι το μπράτσο μου
και μέσα στο στρατσόχαρτο το όνειρό σου
σύννεφο να στάζει.
Η κραυγή σου πορεύεται,
καθώς το ατσάλι σπάει τη σιωπή
και το μαύρο τη γεύεται.
Το μάτι μου κλείνει σαν πόρτα,
σαν παραθύρι με πόμολο μια πένα
κι απλώνεται στις λιάστρες να το ξεράνει ο άνεμος.
Μέσα στο μέτρο σκάλισες την καμαρούλα σου,
σε διάφανο βάζο η στάχτη κι ένα γαρύφαλλο
στην κεφαλή.
Τότε δεν μπορείς να αποφύγεις τον μέλλοντα.
Ναυαγός στη γραμμή του θανάτου,
μ’ ένα μολύβι κουπί ως πού να φτάσεις;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου