Με τον απρόσμενο θάνατό του,
άλλαξε με μιας και τις καθημερινές συνήθειές του.
Δεν λαχταρά το φαγητό που του έδινες,
δεν ξεδιψά στο νερό που έχυνες στο πήλινο,
δεν κλωθογυρίζει από χαρά σαν έφτανες στη ξώπορτα,
δεν μυρίζει τις οσμές του κόσμου από την αγκαλιά σου,
δεν ψάχνει άλλο σκαμμένο πρόσωπο να δίνει το φίλημά του.
Μέρα και νύχτα κάθεται πάνω από το μνήμα σου.
Σέρνεται στο χώμα να σε γευτεί,
Ν’ ακούσει τη φωνή σου.
Ψάχνει τα δάκτυλά σου,
χώνεται κάτω από τα λουλούδια και τα στεφάνια
και σιωπά.
Η σιωπή τώρα
είναι ο πιστότερος φίλος του.
Μόνο κάπου – κάπου βαθιά μέσα στην άμπωτη της λύπης
ξεφεύγει ένα αλύχτισμα σαν στεναγμός θανάτου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου