Αρόδο ξεγελούμε τον εαυτό μας πως ταξιδεύουμε
τάχα
Μια ανατριχίλα σκαρφαλώνει ως
το αγκυροβόλιο της νεότητάς μας της φαιδρής και χτυπάει φλέβα
κρύου ιδρώτα
Το βρίσκω φρόνιμο που κατάπιες το φόβο σου μπροστά στο
κορμί του κρεμασμένου Ιούδα
Έτσι θα ‘χεις τα κατάλληλα μάτια για να δεις τον οίκτο
ή το μίσος των άλλων
Την ίδια πρόβα κάνω κι εγώ κάθε πρωί στον καθρέφτη μου
Έχουμε πολλά να πούμε απόψε
που ο κεραυνός τίναξε τη σερνάμενη ράχη μου καίοντας
τα χορτάρια που μ’ εμπόδιζαν να κάνω έρωτα με το χώμα
Ανόητη εκδοχή που περισσεύεις απ’ την ευτυχία του κόσμου
και κάθεσαι στο λαιμό μου
ξέρω ποια γκιλοτίνα θα με βοηθήσει να καταπιώ μα εγώ δεν ξέρω τίποτε
από ποίηση
Πώς είπες; Με σφαλιχτά μάτια δεν ακούω παρά μόνο
αυτά που δεν έβλεπε ο Μπαχ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου