Εμπρός στον ανήμερο χείμαρρο
στεκόταν το χαμένο το κορμί μου
όρθιο και άκαμπτο
σαν χειμωνιάτικο κλαδί καμένο.
Ζώντας απλά για τις Στιγμές
μέσα σε άδεια υποσύνολα ημερών
πασχίζοντας να πάψω τις Φωνές.
Το ανήμερο, αβυσσαλέο δάκρυ
να στρέψω μακριά από την πλάση.
Κρατούσα την ανάσα μου
όλα θόλωσαν και ναρκώθηκαν.
το φυγόπονο βλέμμα κοιμήθηκε
το ανήμερο ρεύμα κυλούσε υπόγεια
αντίθετα στη ροή του ποταμού και στο ρου της Ιστορίας.
Έμοιαζαν οι Στιγμές που θέλησα για Εσένα
με ανοιξιάτικες, ανήμερες νεροποντές
φευγαλέες,απότομες,καθαρτικές
ρηχά και φτηνά απαξιωτικές
που ραπίζουν έστω σπασμωδικά και αποκαρδιωτικά
την παντοδυναμία του μεσημβρινού ήλιου.
Μα κάτω από τα χαλάσματα
σε μιας γούρνας τα πνιγηρά νερά
πιασμένος να σταθώ όρθιος ξανά
από μια τούφα δικά μου αραιά μαλλιά
μου γύμνωσες το βλέμμα σου το ανήμερο
συντρίβοντας με άκρατη βουλιμία τις ευχές μου.
Μες την ανήμερη πλημμύρα
χαμένος στις ραγάδες του εδάφους
δέρνω τις μολυσμένες μνήμες με ακούσιες προσευχές
ακούγοντας μες στις Φωνές τις ελπίδες κάποιων άλλων
φέροντας αγόγγυστα, με σθένος
το βάρος των δικών μου εξιδανικεύσεων και στρεβλωμένων υποσχέσεων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου