Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Η πόρνη – το τρίτο μέρος από το Φως που καίει του Δήμου Τανάλια










Κι αν όλοι σβήσουνε οι αχοί σε δάση και σε θάλασσες


και στων ανθρώπων τις καρδιές,


το γέλιο μου, που σφυριχτό ή βραχνό, βαθυά ξεσπάει


σαν τον αγέρα του χινόπωρου


μέσα στα κρύα και γυμνωμένα δάσα,


πάνω στα μαύρα κύματα και μες τα μαύρα ξάρτια,


όλη θα γέμει τη ζωή με το φαρμάκι του!


Δεν είναι γέλιο της χαράς


ή της καρδιάς, πό’χει το χρέος της κάνει·


είναι το γέλιο της ασύνειδης ταπείνωσης,


που δε μπορεί άλλο να ταπεινωθεί,


είναι το ηδονικό άστραμμα του Μίσους,


που δεν μπορεί να εκδικηθεί!






Δεν είν’ τ’ Ωραίο, που τυραγνά


τη μαύρη σκοτεινή ανθρωπότη


στον ξύπνο και τα ονείρατά της!


Δεν είναι η Ιδέα, που ξάφνου αστράβει


βαθυά στα ποιητικά μελίγγια,


κ’ ένα φτερό ασκημένο και καλό


σε μια στιγμή βλοημένη,


τη σταματάει σε χρώμα, σε πηλό ή σε λόγο


για να οδηγάει και να φωτάει


ανθίζοντας στων ουρανών και στων ψυχών τα σκότη.










(Χωρίς επίθετο όνομα, Ελένη, Ελένη!


που όλη αντηχάς πολέμου αντάρα


δοξαριού βρόντημα ζεστό,


κονταριών τσακίσματα, γκρεμίσματα αλόγων


μέσα σε κουρνιαχτό πνιχτό.


Ω! εσύ αφριστό, θολό ποτάμι


από πηγμένον, αχνιστόν ή σάπιον αίμα.


Ελένη! Ελένη! εσύ χαμέ αδερφών, αντρών και πατεράδων


και τάφε μακρυνέ κι' άκλαυτε τάφε


σε τόπο μακρυνό, εχθρικό και ξένο.


Ω! πρώτη εσύ Γυναίκα, Πόρνη πρώτη,


μες την αυγή του Νου και της Ζωής


γαλάζιο φως του Ονείρου και του Ιδανικού,


πλάσμα του Ενού και των Πολλών,


η δύναμή σου, ως πέρασες στη Φαντασιά,


την εδικιά μου Δε θα παραβγεί,


τη ζωντανή εδικιά μου δύναμη,


της Πόρνης της αληθινής!)






Αυτός ο κόρφος ο ζεστός,


οπού φουσκώνει ορθός, στητός, μικρούλης ή γεμάτος,


ολόφωτος ή σκοτεινός·


η γάμπα ετούτη μου, αλαφριά,


ψιλόλιγνη κι αφροχυμένη,


γλυκειά στο γγίξιμο σαν το κορμί του γλάρου,


ωσάν θαμπό συντέφι ή κόκκινη σκουριά σιδέρου·


τ’ αφάλι ετούτο βαθουλό σε μια κοιλιά κρουστή


ή σε κοιλιά θλιμμένη,


με την ελιά στην κλείδωσή της·


και τούτο, ω, τούτο τ’ αποκοίλι


ακρόνοιχτο τριαντάφυλλον ή γινωμένο σύκο·


και τούτος ο βυθός ο σκότεινος,


ο σκοτεινότερος βυθός μέσα στης Γης τα σκότη και τα βάθη,


ζεστός καθώς ο βίαιος θάνατος,


Πηγή ζωής, Πηγή θανάτου,


είναι της ανθρωπότης η τυράννια


της σκοτεινής και μαύρης ανθρωπότης!






(Αρχίζει να χορεύει)






Απάνω απ’ όλα η Μοίρα μου είναι!


Καθώς χτυπώ τα παλαμάκια


και γέρνω πίσω το κεφάλι,


κλειώντας τα μάτια κουρασμένα,


μάτια μολύβι απ’ τις αγρύπνιες,


και γυαλωμένα απ’ τις αρρώστιες,


ανοιώ τα μπράτσα ωσάν δοξάρι


και του υψωμένου μου ποδιού τη μύτη


χτυπάω μ’ ανάστροφα δαχτύλια


και με λαρύγγι ξεφωνώ ραϊσμένο:


«Δεν είμ’ εγώ μια ανθρώπινη ζωή,


ούτε μια θηλυκιά κατάρα!


Είμαι η Γυναίκα – Σύμβολο,


η Σφίγγα κ’ η Μαγδαληνή,


γεμάτη όλα τα ονόματα κι’ όλες τις μοίρες


όλες τις ψυχές και τις καρδιές


όλα τα ψέματα και τις αλήθειες·


είμαι όλη εγώ η Ζωή, όλη η Ανθρωπότη,


η σκοτεινή καματερή Ανθρωπότη!»






Εγώ μαι η Πολιτεία των Δυνατών


η Πολιτεία των Λίγων των Κηφήνων,


της Αδικιάς, της Βίας η Πολιτεία


και της Ψευτιάς!


Εγώ μαι η ιερή Πατρίδα,


πόχω τον πόλεμο θεμέλιο,


της ευτυχίας των δυνατών θεμέλιο,


για να μπορούν να χαίρονται, γινόμενοι πιο δυνατοί


και πιο σκληροί,


πιο αχρείοι,


τις αδερφές, τις μάννες των «ηρώων»


μαζί με το αίμα των «ηρώων»!


Εγώ μαι η ιερή Πατρίδα


οπού με την ειρήνη θανατώνω


την ψυχή και το πνέμα των ανθρώπων,


σκεπάζοντάς τους με σκοτάδια και κουρέλια


και δίνοντάς τους λίγες λέξεις,


να ζουν ονειρευάμενοι τις λέξεις


και να πεθαίνουνε για λέξεις!


Είμαι η ιερή Πατρίδα, που διδάχνω


το μίσος, την κλοπή, το φόνο,


σειώντας ένα πανί χρωματιστό,


μπροστά στα μάτια, που τυφλώνω τα με χίλιους τρόπους.






Είμαι η Θρησκεία, που φανερώνω


τη Θέληση των ουρανών


στα πλήθη που δεν έχουν θέληση,


γιατί δεν έχουν γνώση.


Είμαι η Θρησκεία, που ευλογάει


τους χρυσούς, τους επίσημους φονιάδες,


που λάμπουν από λίπος κι από ακαματιά


κ’ έχουν τα μάτια του πετρίτη


που από το πιο μεγάλο ψήλος


βρίσκουν το πιο βαθιά κρυμμένο κέρδος.


Είμαι η Θρησκεία, που καταριέται


τα θύματα, τα θύματά της,


και που, όσο αρνιόνται, τόσο τα βυθίζει


μες την τρομάρα αιώνιας ποινής


πάνω στη Γη και κάτου από το Χώμα!






Εγώ μαι η Τέχνη του Απολύτου,


του έξω καιρού και τόπου η Υέχνη,


χωρίς σκοπό και δίχως όφελο.


Εγώ μαι η Τέχνη της Μορφής,


των λέξεων, των ρυθμών, του αισθήματος,


του υποκειμενισμού, των αντιφάσεων


της Ηδονής!


Εγώ μαι ο αριστοκράτης Στίχος,


η Κεντρική όψη της Ζωής,


των υπερκόσμιων ψιθύρων Ακοή,


πούχασα την αφή της Ζωής


που αλλάζει κύκλους, νόημα και σκοπό


με τους καιρούς.


Εγώ μαι η Τέχνη, που χωρίζω,


αντίς να ενώνω τους ανθρώπους,


και που ανασταίνω μέσα από τους τάφους


παλιές ιδέες, πόχουν πεθάνει,


χτυπώντας τα φτερά του πνεύματος


οπίσω, οπίσω, οπίσω,


σκοτώνοντας τη ζωή και τη λαχτάρα της


για Φως, για Λευτεριά, γι’ Ανέβασμα!


Εγώ μαι η Τέχνη των μωρών, των τσαρλατάνων,


η Τέχνη των μοιχών και των ευνούχων,


η πουλημένη, η ατιμασμένη,


του Μπαρρές, του Κλωντέλ και του ντ' Αννούντσιο.


Είμαι «η Φλογέρα» εγώ «του Βασιλιά»


και «το Πάσχα των Ελλήνων!»






«Η Πόρνη» από την πρώτη έκδοση (Δήμου Τανάλια, Το φως που καίει, Αλεξάνδρεια 1922).






Πιερροτίνα

Στη φαντασία μου μέσα έχουνε μείνει
τ’ αγκώνα σου όλο μέλι τα λακκάκια
και κακό, που έκαμναν, δίχως κάκια
τα χείλια σου βαμμένα με καρμίνι.

Κι ακόμη τα χρυσά σου κουδουνάκια
σαν καναρίνι αχούν, και μ’ αξιωσύνη
στον κούκο σου ψηλά λυγάει και κλίνει
το φτερό του κοκόρου όλο κανάκια.


Κι ανθίζει το πηγούνι σου, χιονάτο
τριαντάφυλλο στη μάσκα σου από κάτω
και βαθειά μου κυλάει, καθώς εκύλα

τότε με το βοριά, ω Πιερροτίνα,
το φύσημα και με την πρώτη αχτίνα,
του ηλιού, της απιστιάς σου η φαρμακίλα.

Σερενάτα

Σ’ ευωδερά απλωμένοι χαμομήλια,
σε μαλακές μολόχες με την πλάτη,
στα γαλανά εκοιτάζαμε τα πλάτη
σε λαγαρό φεγγάρι. Εσύ με χείλια,

σφιγμέν’ από τον πόνο, τα δαχτύλια
τ’ αγγελικά στη βρύση τη γεμάτη
του βιολιού σου βυθίζοντας, το μάτι
με δάκρυα μας εράντιζες. Στη γρίλλια

οπίσω τη μαντεύαμε να μένει
αρώματα θερμά περιζωμένη
κ’ η ψυχή μας, σα μαύρο κυπαρίσσι
όντας βυθάει ο ήλιος δοξασμένα,

εγέμιζε πουλάκια φοβισμένα
και του βιολιού σου εμάτωνεν η βρύση.

Φαντασία

Της φαντασίας το πέλαο στα κλεισμένα

λάμπει τα μάτια μου: έρωτες καβάλα

σε δερφίνια, χαρούμενη φευγάλα

σημαδεύουν πανιά, ζωγραφισμένα



με φτερωτά θεριά, όνειρα μεγάλα

κυνηγούν· ο Αλφειός ερωτεμένα

κι άβροχα τα νερά του σε ανθισμένα

ακρογιάλια κυλάει μέλι και γάλα,



για την πηγή, που μύρεται ασημένια·

του ιδανικού οι σειρήνες το μοιραίο

τραγούδι τους σε βράχη διαμαντένια



σκορπάν και συ κρεμιέσαι με τ’ ωραίο

γέλιο και με τ’ αγγελινό σου σχήμα

λαμποκοπώντας, όνειρο στο κύμα.

Πώς εθρήνησαν για τη Σαπφώ τα κορίτσια της όταν αγάπησε τον Αλκαίο

ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΧΡ. ΛΑΜΠΡΑΚΗ

Ω! ας κάτσουμε στον ήλιο αγαπημένες

μετά από την αγρύπνια! κι ας χυθούνε

τα ψιλά μαλλιά μας στα γυμνά μέσα

τα γόνατά μας



Κι ας σπάσουμε τα ωραία τα θυμιατήρια,

που μας μεθούσαν· με καημόν ας δούμε

τα κόκκινα λουλούδια, όπου η χρυσή μας

πέφτοντας ζώνη



έλυνε τη χαρά απ’ τους γόφους κάτου!

Παν τα γλυκά μερόνυχτα, που αλλάζαν

τη χλωμάδα όλο και την πορφυράδα

στα μάγουλά μας



με πάθος, όταν τα γυμνά κορμάκια

με βιά στης όμοιας αγκαλιάς δινόνταν

το κοινό δάμασμα κ’ εθεοποιούσαν

η φαντασιά μας



το σείσμα των μελών μας! Κ’ ένα νέο

χαρίζαμε στον Έρωτα βασίλειο,

πιο πλούσιο κι αναπάντεχο, εχθρεμένο

απ’ την εστία,



όπου διαιωνίζ’ η χόβολη τη φύση!

Και πάντοτες τ’ απόσωμα του πόθου

μας ξαναγέμιζε τ’ αλαφρά σπλάχνα

που δε δεχόνταν



του χρόνου το γλυκό το χρέος, που έχει

πικρή την πλερωμή. Κι όλο γινόνταν

της νιότης μας τα προφαντά τα ρόδα,

τα ζεστά ρόδα,



πιο κόκκινα δίχως ν’ ανοιούν στο βάθος.

Και στο γιαλό δε βγαίναμε τον έρμο,

για να λευκάνουμε των αδερφών μας

τα ματωμένα



τα ρούχ’ απ’ την εμφύλια την αμάχη.

Γιατί όλο τον καιρό τον άλλο οι κόρδες

γινόνταν πα στο καύκαλο το κούφιο

της αχελώνας



πρωτάκουστων τραγουδιών ρίζες μέσα

στον Παχτωλό του στήθους βυθισμένες·

και μες του αχού παλλόνταν τον καθρέφτη

τα μυστικά μας!



Ω τώρα παρατώντας μιαν αγάπη,

που έκαμνε ό,τι δεν ήξερε, φυλάξου

από την που άλλο δεν προσμένει κι έχει

γρήγορον τρόπο!


Καταρράχτης

Βογγά η πέτρα η αστραφτερή
νερό, στο πήδημά σου
κι είναι ένα μάτσο από σπαθιά
νερό, το ανάστημά σου!

Και γύρω ούτε πουλιού φτερό,
ούτε κι ανθός προβαίνει
και μες στο βράσιμο του αφρού
κάθε φωνή σωπαίνει,

μα δώθε στο ανοιχτό το φως,
στο ημέρωμα των βράχων,
μέσ’ απ’ τα χόρτα τ’ αψηλά
το κόασμα των βατράχων!

Σε μια μέρα της ζωής μου

1

Σε φυγαδέψαν οι γονοί σου

-κλέφτες του ό,τι ο Θεός δίνει-

τόρα στ’ ανάβλεμμά σου τ’ άστρα

πιάνουν του χαλασμού τη δίνη



και πέφτουνε ώς τα γόνατά μου

αναλυμένο δακρυοβόλι,

και γω στον κόρφο μου τα κρύβω

και δε με πιάνει οργή και βόλι.



Και θεοκυνήγητος αν κλαίγω,

δε σβιεί η φλόγα των εντός μου,

είσαι του αίματός μου αίμα

και είσαι σάρκα της σαρκός μου.








Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Έχουν γράψει για τη Σαπφώ

- Ο Ηρόδοτος, αναφορές στην οικογένειά της

- Ο Αριστοτελικός φιλόσοφος Χαμαιλέων, Βιογραφική πραγματεία, ~300 π.Χ.

- Ο Αριστοτέλης αναφέρει στιχομυθία μεταξύ Σαπφούς και Αλκαίου όπου ο Αλκαίος … κάτι θέλει να της πει … αλλά ντρέπεται κι η Σαπφώ του απαντά “αν είχες να πεις κάτι όμορφο και καλό κι αν δεν σ’ έτρωγε η γλώσσα σου να πεις κακά πράγματα, δεν θα ντρεπόσουνα και θα φανέρωνες τη δίκαιη σκέψη σου”.

- O Αιλιανός Κλαύδιος, στην Ποικίλη ιστορία του, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο Πλάτωνας την αποκαλούσε σοφή.

- Ο Κολοφώνιος ποιητής Ερμεισιάναξ, σύγχρονος του Αλεξάνδρου ή του Πτολεμαίου, στην ελεγεία του με τίτλο Λεόντιον, σε αναφορές ερωτικών σχέσεων μεταξύ ποιητών, αναφέρει έρωτα του Αλκαίου προς τη Σαπφώ, κι εμφάνιζε ως αντεραστή του Αλκαίου τον Ανακρέοντα - αλλά ο τελευταίος ήταν αρκετά μικρότερός της και σε συνδυασμό με το λυρισμό και των δυο.. μάλλον πρόκειται για κάποια αλληγορία

- Ο Μάξιμος ο Τύριος, φιλόσοφος του β’ μισού του 2ου μ.Χ. αι., μας λέει πως ήτανε “μικρά και μέλαινα”, κι απορρίπτει τις διαδόσεις σχετικά με ομοφυλοφιλικές σχέσεις με τις φίλες της, κι αποφαίνεται ότι οι σχέση της με τις γυναίκες του κύκλου της ήταν μόνο παιδαγωγική και μορφωτική, ανάλογη με τη σχέση του Σωκράτη με τους μαθητές του.

- Ο Οράτιος επιμένει στις ωδές του ότι τα άσματα της Σαπφούς είναι άξια ιερού θαυμασμού.

- Ο Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής του 20 αι. μ.Χ. από το ίδιο της το νησί, αλλιώς ωραίος, κι ίσως ο πλέον αντικειμενικός απ’ όλους, αναφέρει πως τη νοιώθει σα μια μακρινή του ξαδέρφη, “Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, στη Μυτιλήνη”, ίσως λιγάκι μεγαλύτερη, αλλά που μεγαλώσανε παίζοντας “στους ίδιους κήπους, γύρω από τις ίδιες ροδιές, πάνω απ’ τις ίδιες στέρνες” και της αφιερώνει ένα από τα μικρά του έψιλον, όπου συμπυκνώνει μέσα σε τρεις μικρές σελιδούλες το παγκόσμια αποδεκτό εγκώμιο της ποίησής της, μας μεταδίνει το ύφος και το χρώμα του “σαλονιού” της – κι ίσως και της ψυχής της, κλείνοντας .. “Τέτοιο πλάσμα ευαίσθητο και θαρρετό συνάμα δε μας παρουσιάζει συχνά η ζωή. Ένα μικροκαμωμένο βαθυμελάχροινο κορίτσι, ένα “μαυροτσούκαλο”, όπως θα λέγαμε σήμερα, που ωστόσο έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνέψει ένα κύμα ή ένα αηδόνι, και να πει “σ’ αγαπώ”, για να συγκινηθεί η υφήλιος”.

Η Σαπφώ (αιολική διάλεκτος Ψάπφω) (~ 630 - 570 π.Χ.), ήταν Eλληνίδα λυρική ποιήτρια από τη Λέσβο.


Η ΖΩΗ ΤΗΣ

Για τη ζωή της ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Είναι πιθανό ότι γεννήθηκε στην Ερεσό της Λέσβου. Ήταν σύγχρονη του Αλκαίου και του Πιττακού. Πατέρας της αναφέρεται ο Σκαμανδρώνυμος και μητέρα της η Κλεΐς. Είχε επίσης τρεις αδελφούς, τον Λάριχο, τον Χάραξο και τον Ευρύγιο. Ο φιλόσοφος Μάξιμος ο Τύριος (β΄ μισό του 2ου μ.Χ. αι.), την περιγράφει ως μικρόσωμη και μελαχροινή («μικρά και μέλαινα»). Σύμφωνα με το βυζαντινό λεξικό Σούδα, πιθανότατα παντρεύτηκε έναν πλούσιο από την Άνδρο, τον Κερκύλα, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, που ονομάστηκε κι αυτή Κλεΐδα σύμφωνα με το έθιμο της εποχής. Λόγω πολιτικών αναταραχών στη Λέσβο που οδήγησαν την αριστοκρατία του νησιού σε εξορία από την πρωτεύουσα Μυτιλήνη, η Σαπφώ κατέφυγε προσωρινά στη Σικελία. Αργότερα, μετά την κατάλυση της τυραννίας, επί Πιττακού του Μυτιληναίου, γύρισε στη Μυτιλήνη, συγκέντρωσε γύρω της νεαρές όμορφες φίλες από την αριστοκρατία του νησιού και των μικρασιατικών πόλεων, για να τους διδάξει τις τέχνες της μουσικής και της ποίησης, στην υπηρεσία της Αφροδίτης και των Μουσών. Αυτή η σχέση, που ήταν εμπνευσμένη από θρησκευτικές ιδέες, δεν ήταν κάτι που έκανε πρώτη η Σαπφώ. Μαρτυρείται ότι και άλλες γυναίκες της εποχής διατηρούσαν τέτοιου είδους ωδεία. Όμως η σχέση της Σαπφούς με τις μαθήτριές της θεωρήθηκε αργότερα απρεπής, επειδή είχε και ερωτικές διαστάσεις και γι' αυτό έμεινε στην ιστορία ως «λεσβιακός έρως».

Ένας μεταγενέστερος θρύλος λέει ότι η Σαπφώ, λόγω του ανεκπλήρωτου έρωτά της για τον όμορφο νέο Φάωνα, που την απέρριψε και την εγκατέλειψε, έπεσε από τα βράχια της Λευκάδας στη θάλασσα. Δεν είναι όμως γνωστό, αν υπήρξε καν πρόσωπο με αυτό το όνομα ή αν πρόκειται για θρύλο. Πιθανότατα πρόκειται για παρερμηνεία κάποιου ποιήματός της, όπου η Σαπφώ εξυμνεί την ομορφιά του Φάωνα, ακόλουθου της Αφροδίτης.

Η ΓΝΩΜΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΑΠΦΩ

Η Σαπφώ θεωρείται με την ποίησή της, που ήταν γραμμένη στην αιολική διάλεκτο, ως η σημαντικότερη λυρική ποιήτρια της αρχαιότητας. Ο Πλάτων την ονομάζει «σοφή» και «δέκατη Μούσα», ο Ανακρέων «ηδυμελή», ο Λουκιανός «μελιxρόν αύχημα Λεσβίων» οι Ιουλιανός και Αντίπατρος «θηλυκό Όμηρο» και «τιμή Λεσβίων γυναικών», ενώ ο Στράβων «θαυμαστόν τέρας». Ο Οράτιος στη 2η ωδή του μας λέει ότι ακόμα και οι νεκροί στον κάτω κόσμο ακούν τα τραγούδια της με θαυμασμό σε ιερή σιγή.

Μετά τον θάνατό της στην πατρίδα της Λέσβο έκοψαν νόμισμα με τη μορφή της. Στις Συρακούσες και στην Πέργαμο στήθηκαν αγάλματά της, ενώ στις Συρακούσες κατασκευάστηκε και ένα κενοτάφιο σε ανάμνησή της.

Σε μεταγενέστερη όμως εποχή, οι Αττικοί κωμωδιογράφοι τη δυσφήμησαν για ομοφυλοφιλικές τάσεις (εξ ου και ο όρος λεσβία). Αφορμή για τις φήμες υπήρξε πιθανόν το ότι η Σαπφώ εκδήλωνε έντονο συναισθηματισμό προς τις μαθήτριές της. Μολονότι κανένας από τους συγγραφείς δεν αναφέρει κάτι σχετικό μέχρι την εποχή του Αριστοτέλη, οι κρίσεις αυτές για τη Σαπφώ επικράτησαν. Μάλιστα αναφέρεται ότι η Σαπφώ είχε ερωτευθεί την Ατθίδα, την Τελέσιππα και τη Μεγάρα. Σύγχρονοί μας μελετητές εκφράζουν αμφιβολίες για το αν η Σαπφώ ήταν όντως λεσβία.

ΑΠΗΧΗΣΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑ

Καθώς τον έβδομο αιώνα μ.Χ. τα ποιήματα της Σαπφούς εξακολουθούσαν ακόμη να διαβάζονται στην Αίγυπτο και αργότερα στην εποχή των Κομνηνών η Πατριαρχική Σχολή περιελάμβανε στην ύλη της ποιητές όπως η Σαπφώ και ο Πίνδαρος, μάλλον δεν υπήρξε κάποια επίσημη επιβολή λογοκρισίας από την Χριστιανική Εκκλησία. Είναι όμως πιθανό, πολλά από τα έργα της να χάθηκαν λόγω της μη αντιγραφής τους, εξαιτίας της χαμηλής ζήτησης που ίσως είχαν μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού και στα πλαίσια μιας πιο αυστηρής άποψης για την ηθική. Ο επίσης Μυτιληνιός σύγχρονος ποιητής Οδυσσέας Ελύτης την περιέγραψε σαν μια «μακρινή εξαδέρφη» του με την οποία μεγάλωσαν παίζοντας «στους ίδιους κήπους, γύρω από τις ίδιες ροδιές, πάνω απ' τις ίδιες στέρνες» και της αφιέρωσε ένα από τα μικρά του έψιλον. Το 1986 κυκλοφόρησε στην Ελλάδα ο δίσκος «Σαπφώ» σε μουσική του Σπύρου Βλασσόπουλου και παραγωγή του Διονύση Σαββόπουλου, με μελοποιήσεις 12 ποιημάτων της Σαπφούς σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση, και ερμηνεία της Αλέκας Κανελλίδου.[1]

Ο αστεροειδής 80 Σαπφώ (80 Sappho), που ανακαλύφθηκε το 1864, πήρε το όνομά του από τη λυρική αυτή ποιήτρια.
Η Σαπφώ έγραψε ερωτικά ποιήματα, ύμνους στους θεούς και επιθαλάμια (τραγούδια του γάμου). Η ποίησή της δονείται από αυθορμητισμό και έντονα αισθήματα. Αρκετοί από τους στίχoυς της μαρτυρούν έντονο ερωτισμό και λυρισμό. Από τα ποιήματά της, που συνέλεξαν οι Αλεξανδρινοί και δημοσίευσαν σε βιβλία, τα πιο διάσημα ήταν οι Ύμνοι και τα Επιθαλάμια. Ίσως κανένας άλλος λογοτέχνης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Σαπφώ στην ομορφιά της σκέψης, στον μελωδικό της στίχο και στην ένταση των αισθημάτων της. Εκτός από μικρά αποσπάσματα, έχουν διασωθεί ολόκληρα μόνο ένας Ύμνος στην Αφροδίτη («Ποικιλόθρον' αθάνατ' Αφροδίτα»), η Ωδή «Ότωι τις έραται» και ένα αναφέρόμενο στο μύθο της Ηούς (Αυγής) και του Τιθωνού, που ανακαλύφθηκε από αποκατάσταση παπύρου της Οξυρρύγχου και εκδόθηκε το 2005. Αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση,
όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
μπορείς να τα κρατήσεις
μες στη παλάμη σου.

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.