Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

μονίμως χειμώνας / Παρασκευόπουλος Γιάννης


παλινδρομηση ονείρων
και συ εκκρεμές
οι ώρες χάνονται
κυνηγημένες απ την αδιαφορία σου
κλέφτης ο χρόνος
κι η ζωή λιγοστευει
όσο κι αν καλπάζει ο νους
Δεν προφταινει
τα λιβάδια κοκκινησαν
απ το αίμα των αναζητητων της ευτυχίας
και συ πετάς για να φτάσεις πιο μακριά
Άραγε που
Δεν το βλέπεις
Δεν ανθίζει η άνοιξη
μόνιμη εποχή ο χειμώνας

''στη λίμνη Αχερουσία'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη

''στη λίμνη Αχερουσία''
Θα 'ναι μια μέρα σαν τις άλλες
ο ήλιος θ' ανατέλλει αψηλά
μα εσύ δε θα σαι εδώ για να τον δεις
μια αναγγελία με γράμματα θαμπά
θα λέει πως έφυγες για τόπους χλοερούς
ένθα ουκ έστιν λύπη ή στεναγμός
οποία η αντίφασις θαρρώ..καθώς
χορτάτη από λύπες..πόνους..στεναγμούς
χορτάτη κι από τις χαρές
που σου ετράταρε η ζωή σου η μικρή
εις το επέκεινα εκδράμεις.
θαρρούσες τη γραμμή πολύ τρανή
σειρήνες για το τέλος τραγουδούσαν σκωπτικά
έτσι που εξεκίνησες γεμάτη ορμή
σε εκαλούσαν αίφνης εις το άσμα το στερνό
και ακολούθαες ανήμπορη..γαλήνια εσύ
το μάταιον να αποχωριστείς
στο νεκροκρέβατον να πάψει να ενεδρεύει.
στην παραζάλη σου αυτή..
θα ναι το κηδειόχαρτό σου ένα απλό χαρτί
σε λίγες μοναχά γραμμές
θ' ανιστορεί το βιογραφικό σου..
απ' 'οπου εξεκίνησες..τι έγινες
αν έκανες παιδιά..
θα κλαίνε οι δικοί σου οι ανθρώποι μοναχά
οι άλλοι βιαστικοί θα κοντοστέκονται
μειδιώντας για τη γνωριμία τους μ' εσέ
και άλλοι θυμωμένοι που δεν κάθησαν
μαζί σου στο στασίδι..
Ο θάνατος..
μυστήριο άλυτο για την πεπερασμένη λογική
ο λυτρωτής ψυχών..αγροίκος..ισοπεδωτής
την τρυφεράδα της ψυχής σου αγνοεί
την όμορφη θωριά δε λογαριάζει..
θα σε τραβήξει βίαια ένα πρωινό
στη λίμνη Αχερουσία θα σε βγάλει..
μα εγώ στα πράσινα νερά της θα σε καρτερώ
κοινή η μοίρα των ανθρώπων εις τη γης
η πίστις θα με θάλπει
σε νούφαρο μιας λίμνης σαν θα μεταμορφωθείς
κάτω απ' τις ρίζες στα νερά θα κολυμπάω...


Στιγμών συλλογή / Φεκάτης Α. Απόστολος


χτύπησες το χέρι στο τραπέζι
οι λέξεις αιωρήθηκαν
αστέρια μαύρα γέμισαν την διάσταση
πληγώθηκαν οι ευχές
κεριά κόκκινα οι ψυχές τους
μία πάχνη τις φλόγες έσβησε
τι να σου πουν τα δάκρυα
έρημος το " σ'αγαπώ"
επικυρηγμένος ο δρόμος
δεν χωράει την δραπέτευση
στου νερού τις φλεγμονές
αναστενάζει η αλητεία
κι ανάμεσα στην υπαίθρια ανυπαρξία μας
αποσταγμένη στέκει
η βία των λέξεων
καυχάται η ελπίδα
πως δύο μονάχα στιγμές
στιγμές ιερές
στη συλλογή της πρόσθεσε.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Δάφνη Κουμουλή: Αν ο Κόσμος δεν είχε καθρέφτες, ποιοι θα ήμασταν άραγε;




Δυο τρεις λέξεις στα πεταχτά ψελλίζουν όλοι,
κυνηγούν το
bonus αταραξίας,
προσκυνούν σε αυθεντίες,
μια ψυχή φεύγει κάθε λίγο,
χλεύη των κυρίων με τα ψηλά καπέλα,
με τα δίχως περιεχόμενο
κι η ζωή σενάριο σε μυθιστόρημα παραλίας
Να είναι υψηλός ο δείκτης προστασίας,
ο άνθρωπος καίγεται εύκολα στη βλακεία

**

Μεθυσμένες οι συλλαβές γίναν σημάδια
στο τέλος της γιορτής
και τα μάτια αδιάφορα τάχα έκλειναν,
μην προδώσουν τη λαχτάρα και ντραπούν
που τόσο εύκολα δακρύζουν……

**
Ποτέ δεν κοίταζα την ώρα,
πάντα αυτή με κυνηγούσε λαχανιασμένη.
Δεν κατάλαβα τι ήθελε ακριβώς
Αφού της είπα
δεν μετρώ το χρόνο με δείκτες,
μα με βήματα,
πληγές,
νίκες

και ανθρώπους…


Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

ΨΥΧΗ ΣΤΑ ΔΟΝΤΙΑ: Ποιητική Συλλογή του Δημήτρη Χουλιαράκη (απόσπασμα) Βραβείο Ποίησης 2020 του "Αναγνώστη"

ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ

Δούλευε ταξί πειρατικό στο δρομολόγιο
Κουκουβάουνες - Δουργούτι
μεροδούλι μεροφάι.

Ύστερα τα παράτησε
βρήκε μια Νίτσα με προίκα τρανταχτή
κι έγινε εργολάβος.

Είπε κι ο πεθερός του δυο λόγια
εκεί που έπρεπε και τόνε
κάναν κομματάρχη.

Όσο να πεις, δεν είναι πια
του κλότσου και
του μπάτσου.



**
Χρόνια ύστερα διάβασα στην Κακιά Σκάλα πως χάθηκε
απ’ τα βράχια γκρεμίστηκε με μια
Μάστανγκ Κονβέρτιμπλ
φωτιά και λάβρα
του κουτιού
τσίλικη.

**

Ιδού το Βρέφος που περιμένατε! να πω
κι έτσι, με τις πιτζάμες, να χαθώ
στα παλαμάκια και τις επευφημίες
μες στον τρελό αλαλαγμό
στη μέθη και τον ορυμαγδό
απ' τα κλάξον και τα ζήτω

**
Κι αν με στήσαν στον Τούρλο εκεί, αχ βρε μάνα,
απ’ το βλέμμα δεν σβήνεται του κόσμου ετούτου η λάβρα.
 
Δες, πλησίασε κι άγγιξε δω, πως κατάσαρκα στο στήθος
για πάντα φορώ φυλαχτό το μολύβι το καυτό
που μού ’ριξαν κείνοι.

Εωθινόν: Απόσπασμα από την Ποιητική Συλλογή του Θανάση Πολυμένη

[Εν αρχή ην ο έρωτας της μητρός μου και το σπέρμα του πατρός μου.
Γεννήθηκα κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους.
Τους δέχτηκα και τους φύλαξα με την γροθιά μου στο αίμα μου.
Μου δίδαξαν τα γράμματα του κόσμου]

[Γδύνομαι μπρος στον καθρέφτη που το σώμα μου παραμορφώνει.
Αγγίζω το χέρι μου στην παραπληγική μου εξέλιξη και τραυλίζω,
λέξεις ακατανόητες που ποτέ δεν θυμάμαι.
Λέξεις που ποτέ δεν έμαθα και ποτέ κανείς δεν θα μου εκμυστηρευθεί.
Αρχίζω να λιώνω κάτω απ' το δικό μου κίβδηλο φωτοστέφανο.]

[Η μόνη έγχρωμη εικόνα μου η τηλεόραση.
Χωρίς αιδώ, χωρίς χρησιμότητα, χωρίς αίσθημα κι αναλογίες.
Έγχρωμο βρόμικο, απολιθωμένο, ψυχρό, χωρίς διαστάσεις και βάρος.
Είναι η σβούρα με την ελικοειδή σπείρα ενός μάγου
με πολύχρωμο καπέλο, που γυρίζει μόνο για να με υπνωτίσει.]

[Απ' την αρχή που έβλεπα τ' αεροπλάνα
να τροχοδρομούν και ν' απογειώνονται,
να ξεκολλούν από τη γη,
όλο και πιότερο ρίζωνα·
γινόμουν δέντρο
που άπλωνε βαθιά τις ρίζες του στο χώμα
κι έβλεπε τα πουλιά να πετούν
να φεύγουν συνέχεια.]

Πολυμένης Θανάσης (αναφορά)

Γεννήθηκε στη Δράμα, όπου δραστηριοποιείται ως δημοσιογράφος σε τοπικές εφημερίδες. Σήμερα εργάζεται στην καθημερινή εφημερίδα "Πρωινός Τύπος" της Δράμας. Έχει εκδώσει 4 ποιητικές συλλογές και 1 θεατρικό έργο. 

Ποιητικές Συλλογές

- Εωθινόν/ 1990

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Ιούλιος (ποιήματα)

της Ρένας Καθραίου


Ιούλιος

Γέμισε χρυσάφι ο κάμπος ,
γέμισαν τα μάτια θάμπος .

Φως το αλώνι του Αλωνάρη ,
ήλιο ξέχειλο και στάρι .

Τρεμουλιάζει, αχνός , η μέρα
μες στον διάφανον αιθέρα .

Και του τζίτζικα το πριόνι ,
όσο πάει και δυναμώνει .

Το θερμόμετρο ανεβαίνει ,
σπίτι του κανείς δε μένει .

Μπλουμ! Στη θάλασσα πηδάει

όλη η Ελλάδα κολυμπάει 


***

του Γιάννη Ρίτσου 

Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών
και των γρύλων – έλεγε, –
το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς αγκυροβολημένο στο
παλιό τζάκι της καλύβας,
η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς –
δε σου ζητούν αποδείξεις,
οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,
υπάρχουμε,
μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της
θερινής νύχτας,
τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,
οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,
 τα κορίτσια ξύπνια,
η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,
το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.
Ο μικρός ακούρευτος βοσκός
ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,
τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,
το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,
τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πώς περίμενε,
έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο
και ξάπλωσε μόνος,
σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,
(μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),
κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα –
Άγνωστη γνώση
                    γνώση του σώματος,
                                               άγνωστο σώμα.

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

***
του Οδυσσέα Ελύτη

Γυμνός, Ιούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι
ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω
στο μπράτσο μου, που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά η κασέλα
όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια,
τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με
την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια,
τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δε μου λέει τίποτα να παραδοξολογώ.
Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο πού ‘ναι
πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά
θέλεις να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από
τη φύση- άλλα θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

(Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος, Ίκαρος)


**

Ιούλιος πορθητής / Ηλίας Κατσούλης

Φοράει νύχτα στα μαλλιά, του φεγγαριού την άλω
να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή
από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο
και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή

Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει
σε πάει όνειρο χρυσό στους δρόμους τ’ ουρανού
και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει
και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού

Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι
είναι του μήνα Καίσαρα το βιος το αληθινό
κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι
έγινε άσπρο ανέσπερο και φως εωθινό

**

Ιούλιος κι ο άνεμος / Λουδοβίκος των Ανωγείων

Ιούλιος κι ο άνεμος
δεν είναι `δω
Φτερούγισμα βεντάλιας
στο μπαλκόνι
Μα μια ανάμνηση παλιά
τα διπλωμένα μου πανιά
φουσκώνει 
Θα δανειστώ του ναύτη
τη ματιά
με δάκρυ αλμυρό θέλω
να κλάψω
και κει στου πάθους
τ’ ανοιχτά
ό, τι με κούρασε θα το πετάξω 
Θα βρω της νύχτας
το σκοπό
και με τη λύρα
του Ορφέα
μέσα στον ύπνο σου θα μπω
εσύ `σαι η αγάπη μου η ωραία

**
Κάποτε ο Ιούλης… / Εύα Νεοκλέους

Άκρως αποθαρρυντικά τα δεδομένα
πολλαπλών ματαιώσεων συνέχεια…
ο ήλιος του Ιούλη
κόντρα στο αξεδιάλυτο του ονείρου.

Κυμάτισμα ελπίδας
με την πρώτη άχνα της ανατολής.
Κατάθεση ψυχής
ανάμεσα στα φτερουγίσματα
των γλάρων
και των φιλιών το ατέλειωτο προσμένοντας.

Κάποτε ο Ιούλης τρελάθηκε
της ανείπωτης θλίψης
και της χαράς που λαχτάρησα
η συνύπαρξη
σ’ ένα πανηγύρι των ανατροπών…

Με τη λαχτάρα του Αυγούστου
ξεγελάστηκα.


**

Του Ιουλίου οι Κυριακές δεν είναι σαν τις άλλες / Ζωή Δικταίου 



Αδέσποτες, γυρίσανε οι ώρες του πελάγου
η όστρια, αλμύρα φύσηξε στις άκριες της ψυχής
σε μια ιδέα, εξόριστη του Έρωτα του μάγου
αρχαία σκουριά στα μάτια μου, μα δεν ανησυχείς.

Του Ιουλίου οι Κυριακές δεν είναι σαν τις άλλες
στη Μάνη, στη Μονεμβάσια, φιλιά γράφει το φως
αντίδωρο σου κράτησα στη σκέψη δυο ψιχάλες
όνειρα, μέσα σ’ όνειρα, πόθος παλιός, κρυφός.

Ότι φοβάμαι το αγαπώ κι ότι αγαπώ μ’ αρέσει,
στο πανηγύρι της καρδιάς, μαντήλι κροσσωτό
βαθύ μελάνι βιολετί στου ουρανού τη μέση
της μοναξιάς παράπονο κι άστρο ψηφιδωτό.

Του Ιουλίου οι Κυριακές δεν είναι σαν τις άλλες
όλους τους χάρτες έκαψα, δεν έχει γυρισμό
κι αν οι στιγμές που ζήσαμε δεν ήτανε μεγάλες
φταίει μια μοίρα μάγισσα σ’ αδιάβαστο χρησμό.

Ότι με πόνεσε αγαπώ κι ότι αγαπώ πονάει
στης μνήμης τα χαλάσματα το κάρο του καιρού
απ΄ το κατώφλι του θεού, πάντα μπροστά περνάει
με ξεγραμμένες θύμησες και λόγια του νερού.

Του Ιουλίου οι Κυριακές, της θάλασσας δαντέλες
δυο λέξεις μόνο γύρεψα απ’ όσες μου χρωστάς,
σε λάθος πόλη κρέμασα, στο σ’ αγαπώ κορδέλες
κι εσύ πιο πέρα από τ’ αλλού, τον ύπνο σου βαστάς.

Αύριο, τραγούδι ορφανό στη ζητιανιά μιας νότας
πάνω απ΄τα κάστρα του Μυστρά, του ανέμου το φαρί
παίρνει το φως απ’ την αυγή, για μια πληγή ο Ευρώτας
άγια σιωπή της ερημιάς, σαν πίκρα καθαρή.



**

 «Αλλόφρονας Ιούλιος» / Νίκος Καρούζος

“Ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά/ λιοπύρια του Καρκίνου
μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο που αναβλύζει/ δονούμενος από φευγαλέα
φωνήματα κληματαριάς- τι άρια/ ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…

Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα/ λουσμένο μουσείο
Οπού ‘χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.

Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος- εδώ ο ύπερος.
Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα
προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας
ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο
να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους.

Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας”.

Χριστόφορος Τριάντης: Οι σκέψεις πονάνε







ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΧΡΩΜΑ

Το χρώμα της καλοκαιρινής μέρας που τελειώνει, απλώνεται στις γραμμές. Ένας έρωτας περιμένει τις λέξεις για να φανεί γενναίος. Τα φιλιά είναι το βραβείο του. Οι απλωμένες ακτίνες αλλάζουν την προοπτική και δημιουργούν –στιγμιαία- χάσμα απροσπέλαστο στη διατίμηση (κάθε είδους) και στη στερεοποιημένη χυδαιότητα (κάθε αξίας). Μορφώνουν ένα άνοιγμα για τα μάτια, πριν τα «υψηλά» εμπόδια. Και αυτόματα οι ώρες απομένουν νεκρές, ασήμαντες, πλησίον τού μοιραίου και της μικροϊστορίας. Οι σκέψεις πονάνε. Μα κάτι τέτοιες στιγμές ο παρατηρητής «ανακαλύπτει» το προπατορικό που γίνεται (συνειρμικά) νέο, πρωτόφαντο. Η ζωογόνα σκέψη δροσίζει έναν σωρό μνήμες. Οι χιλιάδες νοερές ιστορίες συναντώνται σε τούτη τη χρωματική αντανάκλαση, στο δειλινό άπλωμα. Εξωραΐζονται πληθυντικά, «κερδίζουν» λίγη μελαγχολική ευτυχία. Ο ποιητής γράφει για το απλωμένο χρώμα. Και η αποτύπωση γίνεται λεκτική μαρμαρυγή τού αντικόσμου, αποκρυσταλλωμένη ομορφιά. Κυλάει βαθιά στο αίμα. Πραγματώνει τη στοχαστική σωτηρία, τη μοναχική αντίδραση στις επιταγές του πεπρωμένου. Ένα σύμβολο, δίχως λέξεις και με λέξεις. Μια ανάσα τού καλοκαιριού ικανή να θρέψει τον υπόλοιπο χρόνο, να γεννήσει ψευδαισθήσεις, σύμμαχες της ψυχής, ερωτικά και αντικοσμικά.


**
ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Φιλήθηκαν με τα μάτια.
Δεν έγραψαν όμως ιστορία,
όπως είπανε
και οι ειδήμονες
που απασχολούνται
με τις ορθές επιθυμίες.
 Άλλαξαν μόνο
τις ερωτήσεις (για λίγο ),
που τέθηκαν απ’ αιώνων
 και αφορούσαν την απελπισία
ή την πίστη,
λόγω έρωτα.

**

Τ΄ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Μια νύχτα του Ιουνίου, κάπως μαγική είναι η αλήθεια, στο μουσείο του Λούβρου, στην πτέρυγα που βρίσκονταν τα αιγυπτιακά αγάλματα, οι φύλακες άκουσαν περίεργες μουσικές. Μουσική πανδαισία, χωρίς διακοπή. Ανήσυχοι, όπως επιτάσσει η εργασία τους για κάτι τέτοια συμβάντα, έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει. Αλλά μόλις έφτασαν στην πτέρυγα και προσπάθησαν να εισέλθουν στον χώρο (από την κεντρική είσοδο), μια απόκοσμη φωταψία τους εμπόδισε να προχωρήσουν. Κυριολεκτικά τυφλώθηκαν και οπισθοχώρησαν. Έμειναν χωρίς μιλιά. Τ’ αγάλματα είχαν ζωντανέψει και είχαν αποκτήσει ομιλία και κίνηση, ήταν σαν να εκπλήρωναν κάποια αρχαία προφητεία, χαμένη στον χρόνο.
Ο Ακενατόν με τη Νεφερτίτη χόρευαν μαζί με τον Όσιρι, τον Ώρο και την Ίσιδα. Μα και τ’ αγάλματα των άλλων πολιτισμών, του περσικού, του ελληνικού, του ινδικού, που βρίσκονταν στις γειτονικές πτέρυγες, κατέβηκαν από τα βάθρα τους, ολοζώντανα. Τ’ αγάλματα των πρώτων πολιτισμών της ανθρωπότητας, χαίρονταν για τη νέα τους ζωή και πέρα από τους χορούς και τα τραγούδια, άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους, χωρίς να χρειάζονται μεταφραστές και ανθρώπινες παρεμβάσεις. Είχαν όμως και μια διαφωνία: ποιο άγαλμα έλαμπε περισσότερο. Οι φύλακες ήταν έντρομοι. Σχεδόν αμέσως το ‘βαλαν στα πόδια. Εξαφανίστηκαν από το μουσείο. Το Λούβρο λούστηκε από το φως της αιωνιότητας. Τ’ αγάλματα δεν έγιναν από γλύπτες, αλλά από το χέρι του Θεού. Ήρθε λοιπόν η ώρα ν’ αναστηθούν.


Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

Σπύρος Σ. Βουτσινάς: ...έτσι είναι η φυγή τόσο σβέλτη και ξαφνική

Καλησπέρισμα

Ακούω την καλησπέρα
γρατσουνισμένη απ' τη φωνή σου,
κι η φωνή σου τροχισμένη στο επιχείρημα,
στερεωμένη στην αυτοπεποίθηση
με κατάληξη λυρική
ξεναγεί την ευχή,
μελωδικά στον λαβύρινθο
των αυτιών μου.

**
έστρεψα να σε δω
κι είχες χαθεί,
ανάμεσα σε κορμούς από σημύδες,
έτσι είναι η φυγή
τόσο σβέλτη και ξαφνική,
κι έμεινα με τη λέξη άπραγη στο στόμα
"σαγαπώ" δεν πιάνει τόπο στο κενό
θα βρω έναν καθρέφτη σου
για να το πω είδωλο
ανεστραμμένο και φανταστικό.

**
Οι αστές κυρίες

Το καλύτερο έχουν, πιασμένο πόστο,
και πίνουν το καφέ τους,
στην αγορά καλοντυμένες οι κυρίες.
Κρατούν το πρωτόκολλο της καλής
συμπεριφοράς
με επιτηδευμένη ευγένεια και περίσσεια χάρη.
Κοσμούν την εργώδη περατζάδα ματιάζοντας,
που και που έναν ωραίο διαβάτη,
ή μια αφηρημένη, εντυπωσιακά όμορφη , κυρία.
Γεμάτες περηφάνεια κι επιδέξια θα καμωθούν
με αφορμή πως δήθεν έπρεπε να σηκωθούν
για να φανούν οι φίρμες του ιματισμού,
ο αναπτήρας στην ακριβή τους τσάντα
κάπου είναι τρυπωμένος.
Η συναίνεση στη κουβέντα τους μπορεί και νάναι


Επισήμανση: Ο πίνακας: Édouard Manet, δύο γυναίκες που πίνουν μπύρες. 1878. Συλλογή Burrell. Μουσεία Γλασκώβης.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.