Τρίτη 1 Μαΐου 2012

“Πρωτομαγιά 1943″

Κώστας Βάρναλης,


Πέσε στα γόνατα , προσκύνα το πανάγιο χώμα
με τη ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη
όποιος και νά ‘σαι, όθε και νά ‘σαι, κι ό,τι άνθρωπος νά ‘σαι.
Πιότερο ,αν είσαι του λαού ξωμάχος, χειρομάχος ,
φτωχόπαιδο , που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις,
τον αδερφό σου αντίκρα σου, -με μάνα εσύ κι εκείνος – .
Ετούτη η μάντρα αντίκρυ σου , το σύνορο του κόσμου .
Σ’ αυτην επάνω βρόντηξαν ο Διγενής κι ο Χάρος .
Ήτανε πρώτη του Μαγιού , φως όλα μέσα κι έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδιασε πα στο σοβά πισθάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές , οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν , δυο , ή τρεις ….διακόσια παλληκάρια .
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα ,
μον ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι .
Και πρώτος άρχος του χορού , δυο μπόγια πάνω απ’όλους ,
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος . ( …)

Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα) Γιάννης Ρίτσος

(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν – τῶν ἀπερ-
γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):
I
Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;
Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,
τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;
Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;
Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.
Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.
Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.
II
Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,
Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;
Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.
Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.
Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.
Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;
Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.
III
Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,
Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,
Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,
Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,
Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,
Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,
Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;
ΙV
Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;
Πουρνὸ – πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.
Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ – πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.
Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.
Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα
Μιὰ – μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.
Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.
Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.
V
Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.
Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.
Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.
Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν
Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.
Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

ΙΧ
Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.
Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.
Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.
Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:
Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.
Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.
Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.
Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

Παράξενη Πρωτομαγιά (Νίκος Γκάτσος)


{Παράξενη πρωτομαγιά
μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ' ο καιρός του "έχε γεια"
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.} δις

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

{Παράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.} δις

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

{Παράξενη πρωτομαγιά
μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ' ο καιρός του "έχε γεια"
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.} δις

Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά.

Πρωτομαγιά

Αυγή! Ο Ήλιος χρύσωσε, νέφη, βουνά, λαγκάδια,
Η γη μας παραδόθηκε, στα φλογερά του χάδια
Σαν μια παρθένα, έρωτα νιώθει ανατριχίλα
Διαμάντια οι στάλες έγιναν της ψεσινής βροχής
Φιλιούνται τ' αγριολούλουδα και των δέντρων τα φύλλα.
Ξεμούδιασαν τα ζούζουνα, πετάνε στα λουλούδια
Και τα πουλάκια χαιρετούν τον Μάη με τραγούδια
Το σαλιγκάρι έγλειψε κόκκινη παπαρούνα,
Με το τριφύλλι έπαιξε η άσπρη πεταλούδα.
Ο κύκνος καθρεφτίστηκε στου Έβρου τα νερά
Τα νια ζευγάρια στα σπαρτά κρύφτηκαν με χαρά,
Και γω με βήματα βαρειά, χωρίς νιάτα και χάρη,
Ήρθα σαν πρώτα κι έπλεξα Πρωτομαγιάς στεφάνι,
Γύρω απ' τάσπρα μου μαλλιά κι' ένιωσα.. παλικάρι


 Κεραμάρης Παναγιώτης

Πρωτομαγιά (Δημοτικό)

Εμπήκ΄ ο Μάης , εμπήκ΄ ο Μάης ο μήνας,
Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα κι ο Απρίλης με τα ρόδα.
Μάη μου , Μάη δροσερέ , κι Απρίλη λουλουδάτε,
Απρίλη ροδοφόρετε , Μάη μου κανακάρη,
π΄ όλον τον κόσμο γιόμισες μ΄ άνθη και με λουλούδια
κι εμένα με περίπλεξες στης κόρης τις αγκάλες .
Για μήνυσέ μου , λυγερή, για μήνυσέ μου , κόρη,
να δώσω το χαιρετισμό ν΄όσο π΄ ανθούν οι κάμποι,
στέφανα να μας πλέξουνε με τ΄ ανθισμένο κλήμα,
να στρώσουμε την κλήνη μας με της μυρτιάς τα άνθη,
να πέφτουν τ΄ άνθη απάνω σου , τα ρόδα στην ποδιά σου
και τρία χρυσά γαρίφαλα τριγ΄τρω στο λαιμό σου.

Πρωτομαγιά (Διονύσιος Σολωμός)


Του Μαΐου ροδοφαίνεται η μέρα

που ωραιότερη φύση ξυπνάει

και την κάνουν λαμπρά και γελάει

πρασινάδες, αχτίδες, νερά.

Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι

παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι

ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι,

όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά.

Ναι, χαρείτε του χρόνου τη νιότη,

άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.

0,376 - στιγμή

Είχε περαστεί στο λαιμό της λαχτάρας
η ζεύγλα.
Γραμμές χαράζονταν στο μπράτσο τ’ ουρανού
Ξυραφιές περνούσαν οι εξατμισμένες στιγμές
Κρυστάλλινες δακτυλήθρες χρόνου
και επαναλαμβανόμενου ολέθρου
καβάλαγαν τα σύννεφα πισωκάπουλα

Χαμογέλασε βιαστικά
για να προλάβει,
την άλλη στιγμή την ανελέητη
που ερχόταν κουτσαίνοντας
να μπει στη γραμμή
της μακράς διαδοχής

Δεν ζούμε με τις μέρες, τις βδομάδες, τα χρόνια
με μικρές διάτρητες στιγμές ζούμε.

Ο άνεμος άρχισε

"Ο άνεμος άρχισε, πάλι/
 το ίδιο παιχνίδι, λίγα φύλλα/
ένα γύρισμα, προς τον ουρανό/
και πάλι χώμα/
φυλλορροούν όλα, για λίγο ουρανό/
μα στη γη πατάνε και στέκονται/
περιμένοντας πάλι, ένα σκούντημα/
για ανατροπή, μια επανάσταση/
τι κι αν γνωρίζουν ότι το χώμα θα τα φάει/
και όλα θα φύγουν ίδια.

Ήρθε η αγάπη σαν την άνοιξη’’



Μέσα στου ήλιου τη χαρά
Γνώρισα μια λεβεντιά
τα μάτια του τα αμυγδαλωτά
σκόρπισαν στην ψυχή μου γέλιο και χαρά.
Του κάμπου οι όμορφες μυρωδιές
μοιάζουν σαν λεβάντες απαλές
και τα άσπρα άνθη από τις αμυγδαλιές
γεμίζουν με αγνότητα τις όμορφες στιγμές.
Το κάθε άγγιγμα σου και φιλί,
δίνει χαρά στην άδεια μου ζωή.
σε συλλογίζομαι βράδυ-πρωί
και κάθε μου αναπνοή εσένα αναζητεί.
Στην αγάπη σου, την ζωή μου χρωστώ
και στα όνειρα μου εσένα αναζητώ.
στης άνοιξης τον άνεμο σε συναντώ,
και φοβάμαι μήπως  με το πέρασμα της
σε στερηθώ .Έλα σαν ήλιος, έλα σαν αστέρι
και έλα να ανταμώσουμε μαζί το καλοκαίρι…

(Είχα παγιδευτεί, σε μια ζωή και μια ευθύνη)

"Είχα παγιδευτεί, σε μια ζωή και μια ευθύνη/
επιπόλαια ορίζονταν, ο θάνατος/
αλλά πως να αντέξεις, τη στέρηση/
μιας αναπνοής και μιας δυσαρέσκειας/
κατέβαινα, σε μια εκδήλωση διαμαρτυρίας/
σε μια αντίσταση απρόσμενη, στις συνήθειες μας/
τι κρίμα, αύριο δεν θα με έχετε/
μια ιστορία νέα, μας παρέρχεται/
και το αύριο, στις σημειώσεις περιέρχεται/
δικαιοσύνη, στα λάθη και τις ευθύνες μας/
απλά δικαιοσύνη, σε χρόνο και σε μια συντέλεια/
περιορισμένη διάρκεια, αφανής λογική/
είναι και οι λεπτομέρειες, ένας δεκαδικός/
μια λύση που δεν επέρχεται."

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.