Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Στασιωτικό Πεντηκοστό Δεύτερο

Πώς έγινε και σύρθηκα ως τα πενήντα τρία
με τα οράματα πρησμένα
στα γόνατα και την ψυχή φθαρμένη στον γιακά,
ασύστατοι, εγώ που ονειρευόμουν
πάντα το ίδιο ποτάμι;
Το ίδιο ποτάμι!
Είχε ασημένια τα νερά
και τα καλάμια πορφυρά
κι εκεί στην όχθη-όχθη
καθόταν στην καρέκλα της
μια εργατική γερόντισσα
κι έπλεκε κι έλεγε σ’ έναν βαρκάρη: «Αυτές
είναι ψυχές! Ατσάλινες! Σου κάνουν κάτι μοίρες
αθάνατες! Όχι αυτές
που κουβαλάς. Κρίμα στ’ ασήμι!»
Πού πήγε το ποτάμι μου, αχρείοι; Έτσι, λοιπόν,
θα τριγυρίζω δίχως λόγο
- που είναι, όπως γνωρίζουμε, η ψίχα της ψυχής -
ανάμεσα σε πράγματα φτηνά και βιαστικά,
σαν ολοφάνερη αλήθεια; Κι ο αέρας,
η θάλασσα, τα δέντρα, οι ακτές
που ησυχάζουν, σαν λευκά
νεροπούλια στην σκιά
των βράχων; Ο γιγάντιος εκείνος λιθοξόος
που καυγαδίζει με τη νύχτα
πίσω απ’ τις ράχες των βουνών;
Ήτανε ψέματα όλα αυτά;
Ψέματα, το ποτάμι των πορφυρών ψυχών;
Φαντασιώσεις ενός δύσκολου αγοριού
που δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί
τα βιαστικά και τα φτηνά
του κόσμου; Ό,τι κι αν ήταν,
τα θέλω πίσω. Τώρα!
Δεν γίνεται αυτό που μου ζητά σύνεσή σας.
Εγώ ερωτεύτηκα την τσούλα τη ζωή
και θα γλεντάω την πρόστυχη αγκαλιά της,
μέχρι θανάτου. Πώς, αλλιώς;
Γίνεται να πηγαίνω,
ασύστατοι, συνέχεια εκεί απ’ όπου επιστρέφω
όλο μεταβολές και ματαιώσεις κι αποφάσεις
κι ελπίδες και ακυρώσεις
κι έναν υπάλληλο φόβο
ν’ αρχίσω απ’ όπου τέλειωσα τόσες φορές;
Καλύτερα να συντριβούν τ’ αστέρια όλα
στη ράχη μου· καλύτερα ν’ αρπάξουν
φωτιά οι θάμνοι και τα δέντρα, να χωθούν
βαθιά στη δίψα οι πηγές, να λάμψει
στα μάτια μου η αρετή του έμφυτου τέλους:
μια χούφτα θάρρος σκοτεινό
ανάμεσα στα πόδια της σιωπής,
παρά αυτή η ευτελής
συνήθεια να βάζετε τα πράγματα στη θέση τους.
Ποια θέση;
Σκεφτήκατε πως όλα αυτά
που αγνοεί η σκέψη σας τα ξέρει η άγνοιά μου;
Πώς είναι βέβαιοι πού βρίσκεται η θέση μου,
πάντα έκθετοι στα πάντα,
κι όμως τίποτα πάντα·
ούτε ερπετά ούτε πουλιά, ούτε ζώα;
Φόβος και μίσος δίποδο, που θα τελειώσει δυστυχώς
έρποντας για να βρει, ασύστατοι, τη θέση του.
Ποια θέση;
Μοσχοβολάει η τρώγλη των κερδώων ηδονών σας
λυτά μαλλιά, χείλη απαλά
και κοριτσίστικο λαιμό το δειλινό;
Σας ξαγρυπνά ένας δαίμονας σκληρός,
σαν άνθρωπος που κόβει κομμάτια έναν άνθρωπο
μέσα του με στοργή: ‘μια μάσκα πέτρινη -γελάει
ή κλαίει, ποιος ξέρει- αρπάζει
μαλλιά και χείλη και λαιμό,
κόβει, σκορπίζει, αφήνει
μια λαχτάρα κοφτερή
που ανοίγει κάθε τόσο σαν πληγή;

Πληγή, πληγή αφόρητα γλυκιά
η θέση μου η θέση μου στον κόσμο σας,
κι ο κόσμος σας ψοφίμι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.