Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Στέλλα

Σκυφτή στο πάτωμα της κουζίνας μαζεύει τα γυαλιά από το σπασμένο ποτήρι.  Σκουπίζει  τα μάτια  της και ρουφάει τη μύτη της. Οι λυγμοί της είναι κοφτοί, σιγανοί, απαγορευμένοι. «Μη κλαίς.. Σου είπα,  μη κλαίς…» της φωνάζει και φεύγει αγριεμένος δίνοντάς της μια σπρωξιά.
Σηκώνεται, πετά όπως όπως τα κομμάτια στον σκουπιδοτενεκέ. Οι λυγμοί δεν υπακούουν στην εντολή της παύσης. Και τώρα τι κάνουμε; Σηκώνει το καπάκι της κατσαρόλας και ελέγχει το φαγητό. Μοσχάρι με κολοκυθάκια.  Το άφησε η μαμά το πρωϊ, πριν φύγει για τη δουλειά. Χρειάζεται άραγε να προσθέσει νερό; Τσιμπά με πηρούνι το κρέας. Θέλει ψήσιμο ακόμη. Τα κολοκυθάκια έλιωσαν πρώτα.  Μαζί με αυτά έλιωσε και το πρωϊνό της.

Με μια κίνηση τραβάει προ τα πάνω το βρακί της γιατί πέφτει. Πρέπει να το πει να της αλλάξει η γιαγιά το λάστιχο που χαλάρωσε.  Παραλίγο να της πέσει στο δρόμο χτες. Ευτυχώς κατάφερε να φτάσει στο ωδείο πριν αυτό γλιστρήσει  εντελώς κάτω από την φούστα της. Θα της έπεφτε στο δρόμο. Τι ντροπή. Ναι. στην γιαγιά θα πάει. Έχει εκείνη στο κουτί πολλά κουμπιά, λάστιχα και φερμουάρ. Κάτι θα βρεί.
Κοιτάζεται στον καθρέφτη του μπάνιου. Της αρέσει να κοιτάζεται στον καθρέφτη όταν κλαίει. Λυπάται τον εαυτό της και κλαίει περισσότερο. Κάποιος πρέπει να την λυπηθεί .
Φαντάζεται ότι παρακολουθούν την κηδεία της και κλαίνε κι οι άλλοι. Κλαίει κι αυτή μαζί όταν τη βλέπει ξαπλωμένη στο φέρετρο ντυμένη νυφούλα. Κλαίει η μαμά, οι άλλοι δεν είναι εκεί, ούτε ο μπαμπάς. Αν πέθαινε ίσως κατάφερνε να τον κάνει να  γυρίσει πίσω. Τι, δεν θα ερχότανε πια στην κηδεία της κόρης του;     
Χτενίζει τα μαλλιά της. Τώρα πια είναι κοντά γιατί η κοτσίδα της θυσιάστηκε για πρακτικούς λόγους. Μακριά, καστανά μαλλιά πριν. Κοντοκουρεμένα σαν αγόρι  τώρα .
Κάνει τον κύκλο του σπιτιού αμήχανα . Μια και δυό φορές το φέρνει βόλτα «Ψάξε, ψάξε δεν θα το βρεις». Τι ψάχνει;

Σηκώνει το καπάκι της κατσαρόλας. Οι οδηγίες είναι σαφείς: « Όταν πιεί τα υγρά του, θα το κλείσεις. Να μην είναι ούτε στεγνό ούτε με πολλά νερά. Πρόσεξε μην το ξεχάσεις. Η φωτιά είναι στο σιγανό.»
Κοιτά το κρέας, κοιτά τη σάλτσα. Eξασφαλίζει  ότι γύρισε στο μηδέν το κουμπί της κουζίνας. Ανάβει με υγραέριο, γι αυτό ελέγχει ξανά και ξανά κάτω από την κατσαρόλα να σιγουρευτεί ότι η φωτιά έσβησε και οτι δεν μυρίζει, σημάδι ότι μπορεί η φιάλη να έχει διαρροή. Άλλα πράγματα έχουν διαρροή σε αυτό το σπίτι. Στάζει και μυρίζει  από χρόνια η ζωή τους.     
Βγαίνει στο μπαλκόνι της κουζίνας. Στενό, ίσα που την χωράει. Σκοντάφτει στο κλουβί. Κίτρινα πούπουλα τριγύρω. Τίποτε δεν απέμεινε από το καναρίνι. Αναποδογυρισμένο το κλουβί. Κοιτά το καρφί στον τοίχο με πανικό. Χριστέ μου, μήπως δεν τα στερέωσε εχθές καλά; Κοιτά γύρω της μήπως την παρακολουθεί κανείς από το γειτονικό μπαλκόνι. Να τον έχει μάρτυρα στην απελπισία της. Να πει «να και ο Τάδε με είδα που το βρήκα κάτω, δεν το έκανα εγώ». Είναι μόνη. Και σε αυτό. Σφίγγει τα δόντια. Τρέμουν τα χέρια της. Αλλά  δεν το λυπάται. Δεν ήταν άλλωστε δικό της.
Καλά να πάθει.

Θυμάται και κείνο το βρωμοπερίστερο που την κυνηγούσε να την τσιμπήσει κάθε φορά που το τάιζε. Εκεί στο μπαλκόνι το είχαν κι αυτό. Του πατριού της και τα δυό.


Τα μάτια της έχουν στεγνώσει. Ανοίγει την ντουλάπα. Ωχ, ο άσπρος γιακάς της είναι λερωμένος. Τον βγάζει. Είναι απογευματινή σήμερα. Θα πάει σχολείο χωρίς γιακά.

Τα ουρλιαχτά της γάτας στριγγλίζουν στα αυτιά της. Δεν το είδε. Όχι, αποκλείεται. Αυτό  δεν το είδε .
Βάζει ραδιόφωνο. Δώδεκα με μία έχει παλιά τραγούδια, ρομαντικά. Ξαπλώνει στο κρεβάτι και ακούει. Κλείνει τα μάτια και ονειρεύεται ότι χορεύει σε πίστα πάγου με παγοπέδιλα. Στροβιλίζεται, περιστρέφεται. Απογειώνεται. Κοινό δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως ο μπαμπάς που χορεύει με την μαμά. Ύστερα χορεύει μαζί της. Την σηκώνει , την αγκαλιάζει και δεν την αφήνει από κοντά του όση ώρα ακούγεται η  μουσική.
Τα τεντωμένα  πόδια της γάτας, τα νύχια που έχουν πεταχτεί έξω , τα γουρλωμένα μάτια  αγωνιούν για τις εφτά ζωές που χάνονται μία μία οδυνηρά. Το τετράποδο σώμα σπαρταράει..
Κι όμως. Το είδε. Από το μπαλκόνι..
Σηκώνεται. Τακτοποιεί  το γραφείο της. Ξεσκονίζει. Μαζεύει χαρτιά, βιβλία., παρτιτούρες του πιάνου.
Οι γάτες δαγκώνουν άγρια. Και χωρίς να τους κάνεις και τίποτε. Έχουν κάτι δόντια!
Δεν της αρέσουν οι γάτες. Ποτέ όμως  δεν θα τους έκανε κακό. Ακόμη κι αν της έτρωγαν το καναρίνι. Θα είχε φροντίσει να το προστατέψει από πριν ώστε να μην το φτάσουν.
Ντρέπεται. Δεν θα το πει σε κανένα.
Ρίχνει μια ματιά στις ασκήσεις των Γερμανικών, ψάχνει  το βιβλίο των Γαλλικών και σκέφτεται  πως θα χάσει το αγαπημένο της σήριαλ απόψε «Η Τζίνη και το τζίνι». Αυτή που γίνεται αόρατη με ένα βλεφάρισμα! Και μετά χώνεται μέσα στο λυχνάρι αφού πρώτα έχει γίνει τόσο δα μικρή.     
Η γάτα σφαδάζει. Τα χέρια του σφίγγουν το λαιμό της με μανία. Τα μάτια της είναι γουρλωμένα. Τα μάτια του είναι γουρλωμένα. Τα δόντια της έχουν αποκαλυφθεί μυτερά στην προσπάθεια επιβίωσης. Ασφυκτιά. Αγωνιά. Κι αυτός συνθλίβει το χόνδρο του λαρυγγιού της με ένα μορφασμό παρόμοιο με το δικό της. Αιτία του φόνου το καναρίνι.
Το προηγούμενο βράδυ μόνη της του είχε καθαρίσει μήλο, είχε ανανεώσει το νερό και ο κρόκος του αυγού φρόντισε να μην είναι πολύ ζεστός. Κρέμασε ψηλά στον τοίχο το κλουβί και ενημέρωσε ότι όλα ήταν εντάξει.
Η γάτα έφταιγε.
Τα χέρια του σφίγγουν το λαιμό της γάτας με λύσσα. Κι η γάτα μοιάζει απελπισμένη  από την ασφυξία, αγριεμένη που δεν μπορεί να δαγκώσει! Τρέχουν τα σάλια της. Τα πόδια τεντωμένα σε στάση εσταυρωμένου με τα νύχια πεταγμένα έξω από τις κοίτες του. Την σφίγγει με μανία και ουρλιάζει κι αυτός μαζί πολεμική κραυγή. Την σκοτώνει. Του έφαγε το καναρίνι.
Την έπνιξε. Την βρήκε, την έπιασε και την έπνιξε.
Πώς να την φώναξε άραγε κοντά του; Τι κόλπα και ψεύτικα χάδια έκανε;  Κι αυτή πώς πήγε κοντά του;
Στρώνει τα κρεβάτια. Δεν πειράζει τίποτε στο γραφείο του. Άσε μην έχουμε τίποτε ιστορίες. Είναι ικανός να θυμώσει με το παραμικρό.
Όταν είδε το καναρίνι να λείπει από το κλουβί, έσπασε τα ποτήρια. Κι ύστερα πήγε να βρει την γάτα. Αδέσποτη γάτα.
Είναι δύο παρά τέταρτο. Πρέπει να ξεκινήσει.
Είναι βαριά η τσάντα. Τα κορδόνια είναι λυμένα. Σε πέντε λεπτά θα είναι στο σχολείο.
Πως είναι να πνίγεις μια γάτα; Θα πνίξει κι εκείνη κάποια μέρα; Μήπως την μαμά;
Έχει ήδη πνίξει το όνομά της. Δεν την φωνάζει πια Στέλλα. Ούτε και τη μάνα της Ελένη. Εκείνη την λέει «ηλίθια» και την μάνα της «χαζή».
Μαζεύει τα τετράδιά της.
Φοράει την μπλε ποδιά χωρίς τον γιακά.
Θα πάει σχολείο μόνη. Φαγητό υπάρχει. Όταν έρθει η μαμά θα στρώσει αυτή τραπέζι. Δεν θέλει να φάει μαζί τους. Ούτε το βράδυ.

Πώς είναι να σκοτώνεις μια γάτα;

Η Πέμπτη  δημοτικού είναι δύσκολη τάξη και οι ασκήσεις ζωής το ίδιο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.