πως άλλη πιο μεγάλη αγάπη δεν είναι
απ’ το να δώσεις την ψυχή σου να τη σπαράξουν
και πια να γυροφέρνεις ήρεμος, τιποτένιος, χωρίς οργή,
χωρίς αντίκρισμα¬-
κι εγώ σε συλλογιέμαι από τότε αδάκρυτος,
δίχως καλοσύνη η μίσος, με μνήμη
πού μοιάζει των σφουγγαράδων πού τρελάθηκαν
όταν αντίκρισαν στοιχειά τής θάλασσας,
γεμάτος ομίχλη, λόγια ανεξήγητα, πυροβολισμούς,
σχεδόν είμαι ευτυχισμένος χωρίς επέκεινα,
χωρίς ψυχή, να σέρνομαι στα λιμάνια,
στα σκοτεινά παγκάκια,
μαζί μ’ άλλους χαμένους στο σκοτάδι
χέρι με χέρι όλοι μας,
βυθισμένοι στην απέραντη ερημιά τής σάρκας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου