το φάγωμα τής καρδιάς μου απ’ τα ποντίκια
σώπαινα καθώς σαλεύαν τα χέρια τους
τα τέρατα πού είχε θρέψει η ερημιά μου,
όλα τα πρόσωπα τα χιλιάδες
πού είχ’ αγκαλιάσει, είχα σκοτώσει.
Μέχρι πριν λίγο τα χέρια πού άγγιζα
ήταν κρύα, σαν πόμολο μιας πόρτας
πού σού αρνήθηκε ψωμί και πενταροδεκάρες
(τί άλλο ζήτησα ο φτωχός; σαν τα σκυλιά
τού δρόμου πού ακολουθάνε όποιον λάχει
κυρίως θέλοντας να δώσουν παρά να πάρουν)
όπως ανάσαινες
ακούστηκε μες στο μυαλό μου πυροβολισμός,
ένα λουλούδι πού άνοιγε, πρώτη τού Μάρτη,
και πάλι -πώς μπορεί να ξαναγίνονται θάματα;
ή βρύση πού άνοιξε ατό πλαϊνό διαμέρισμα
μού θύμισε πως κάποιος πίνει νερό
ερωτεύεται
βάζει τα χέρια του στα βλέφαρα τού άλλου
και πια τίποτα
μόνο έρωτας
είναι ωραίος ό ύπνος
ή νύχτα μερώνει τα δαιμονικά της
κορίτσια αγόρια ανεβοκατεβαίνουν σκάλες¬-
μη με κοιτάς στα μάτια μόνο
αυτό ήταν το πρώτο μου φιλί
άλλο δεν έδωσα, δεν έχω μνήμη, δε θυμάμαι,
όταν ο Άδης επιτρέπει την έξοδο
δεν έχουμε όνομα, δε ρωτάμε,
φίλησέ με πάλι να μάθω τα χείλια μου
χάιδεψε τις φλέβες μου όπως πριν
για ν’ αποκτήσω χέρια
βάφτισέ με
πες μου ποιος είμαι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου