Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Ζωή Απ' Τα Χαλάσματα

Μια στραβοτιμονιά, ένας αδέξιος χειρισμός, ένα ποτηράκι παραπάνω αρκούν για να μετατρέψουν το όνειρο σε εφιάλτη, να σε γκρεμίσουν στο βάραθρο της απελπισίας, να σε οδηγήσουν στην κόγχη της απόγνωσης. Έτσι ξαφνικά μπορείς να βρεθείς στην αντίπερα όχθη, ζωντανός νεκρός, δαχτυλοδειχτούμενος από το «φιλοθεάμον κοινό» κι αδικημένος από τη μοίρα. Έρχεται ώρα που οι ελπίδες στερεύουν σαν την πηγή που παραμένει ορφανή προσμένοντας λυτρωτικά το νερό από το βουνό κι εκείνο αρνείται πεισματικά να  την διατρέξει. Έτσι απλώνεται βαρύ και καταθλιπτικό το σκοτάδι βαθιά μέσα σου στα έγκατα του είναι σου και μοναδικός συνοδοιπόρος στη ζωή σου, το πιστό σου σκυλί που από δω και πέρα θα σε συντροφεύει στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς και της απελπισίας.
     Αυτές οι ζοφερές σκέψεις έδερναν αλύπητα το μυαλό μου ένα χρόνο πριν, όταν βρισκόμουν εγκλωβισμένος στο μικρό μου βασίλειο δεσμώτης σε μια ακούσια εξορία μην έχοντας να περιμένω τίποτα από τη ζωή, μετά από εκείνο το φοβερό ατύχημα  που κατά τη διάρκεια της φοιτητικής μου ζωής με κατάντησε ένα ρημάδι ξαφνικά κι ανεπάντεχα, έτσι όπως το σκοτάδι διαδέχεται καθημερινά το φως σε ένα ατελεύτητο κυνηγητό υπερίσχυσης στο σύμπαν χωρίς πολλές φορές να το συνειδητοποιούμε.
 -«Κουράγιο. Αυτά έχει η ζωή. Δύναμη χρειάζεται κι αγώνας».
 -«Να ευχαριστείς το Θεό που ζεις κι αναπνέεις, αγόρι μου. Εμείς είμαστε εδώ για σένα».
 -«Για μας δεν άλλαξε τίποτα. Σ' αγαπάμε όπως και πριν».
 -«Αγάπη μου θα τα καταφέρουμε, θα δεις. Μη μου πικραίνεσαι»
     Λόγια... λόγια... λόγια... λόγια που έρχονται και φεύγουν σαν τα διαβατάρικα πουλιά και σε αφήνουν στο χειμώνα της καρδιάς σου πιο μόνο κι από μόνο, να παλεύεις με φαντάσματα κι οπτασίες σαν τον Δον Κιχώτη, ένας Φιλοκτήτης στο νησί της μοναξιάς σου. Όλα όμως ήταν διαφορετικά. Στην πραγματικότητα σήμερα τίποτα δεν έμοιαζε με το χθες. Από δυνατός, όμορφος, υγιής κι ακμαίος, επέπλεα κηλίδα μες στη θάλασσα του πόνου μου, ανήμπορος, καχεκτικός, απελπισμένος ...μισός. Κορμί ρημάδι. Το φως αρνούνταν πια εκδικητικά να μου δώσει εκείνη τη χαρά της θέασης που μας κάνει όλους να νιώθουμε δυνατοί και σίγουροι για το μέλλον. Τώρα αλαζονικά περνούσε ίσως από δίπλα μου και χαιρέκακα με προσπερνούσε κάνοντάς με να αισθάνομαι ζωντανός νεκρός.
     Οι φίλοι κι οι συγγενείς σταδιακά αλλά σταθερά, άρχισαν να αραιώνουν τις επισκέψεις τους, αφού χόρτασαν τα μάτια τους με την εικόνα του σακάτη, του άτυχου νέου που καταστράφηκε εν μία νυκτί, το παλικάρι. Θεέ μου τα πάντα εν σοφία εποίησας. Τι «τυχερός» που ήμουν που δε μπορούσα πια να δω εκείνο το σπλαχνικό γεμάτο περιέργεια και σαρκασμό βλέμμα που και μόνο που το φανταζόμουν έφτανε για να ανατριχιάσω σύγκορμα και να μακαρίζω τον εαυτό μου επειδή έτσι είχα γλιτώσει από το δυσβάστακτο φορτίο του οίκτου.
     Είναι βαριά η αναπηρία και μόνο όσοι τη βίωσαν μπορούν απερίφραστα να το ομολογήσουν αυτό με αμέτρητο πόνο ψυχής. Κάποτε επιζητάς το θάνατο ως λύτρωση, μέχρι να βρεις το θάρρος να προβείς σ’  αυτό το τόλμημα εσύ ένας άνθρωπος μισός κι αδύναμος. Συνήθως ούτε γι αυτό δε νιώθεις άξιος. Έτσι κουβαλάς το σταυρό μόνος σου για όσο χρονικό διάστημα διαρκέσει αυτή η υποτιθέμενη ζωή που είναι πια για σένα αβίωτη.
 -«Υπάρχει κάποια ελπίδα, γιατρέ; Την αλήθεια θέλω όχι άλλα ψέματα και μισόλογα» ρωτούσα με φόβο ψυχής κι η αγωνία μου βουνό νόμιζα πως θα με καταπλακώσει από στιγμή σε στιγμή.
 -«Πάντα υπάρχει ελπίδα, 'Αγγελε. Η ελπίδα δραπετεύει από την ανθρώπινη ψυχή όταν ο θάνατος σφαλίζει τα βλέφαρά μας. 'Αλλωστε ο Θεός είναι μεγάλος. Εμείς θα κάνουμε ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό. Εσύ πρέπει να πιστεύεις βαθιά ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες και θα δεις ότι όλα τα σύννεφα θα διαβούν με ένα φύσημα ανέμου και θα 'ρθει η ξαστεριά».
     Θεός! Πίστη! Γιατρός ήταν αυτός ή ιεροκήρυκας; Κατάλαβα. Όταν οι γιατροί επικαλούνται το Θεό ...βράσε όρυζα. Είχα αρχίσει πια να χάνω την επαφή μου μ’  αυτές τις έννοιες καθώς αισθανόμουν πως δεν μπορεί καμιά θεϊκή δύναμη να επιτρέπει κάτι τόσο σκληρό. Ένας νέος άνθρωπος που μέχρι πριν από λίγο έσφυζε από ζωή, ένας μέχρι πρότινος σημαντικός αθλητής της κολύμβησης πολλά υποσχόμενος με όνειρα και φιλοδοξίες, έγκλειστος στο κελί να «ατενίζει» πια τη ζωή μες από όλες τις άλλες αισθήσεις εκτός από την όραση και να αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία σαν τους απόμαχους καπεταναίους που με κάθε ρουφηξιά της πίπας τους εκδικούνται τα γηρατειά που τους στέρησε τη χαρά των ταξιδιών και την ικανοποίηση των πρωτοϊδομένων λιμανιών. Εγώ άραγε σε ποια λιμάνια θα μπορούσα ν' αράξω πια; Τι να θαυμάσω και πώς να τα κατακτήσω με δυο μάτια σβησμένες θράκες με μια ματιά χαμένη στο πουθενά που δεν άφηνε κανένα περιθώριο -έτσι τουλάχιστον πίστευα τότε- αισιοδοξίας κι εγκαρτέρησης;
     Μες στα δύσκολα αυτά χρόνια έμελλε να χάσω σιγά σιγά και τα στηρίγματά μου, καθώς ο φυσικός νόμος είναι σκληρός κι ανελέητος. Πρώτα ο πατέρας. Εγκεφαλικό. Έτσι εκεί που κάθονταν, έλεγε η μάνα με δάκρυα στα μάτια, έγειρε το λευκό του κεφάλι, γούρλωσε τα μάτια του, άπλωσε ικετευτικά το ένα χέρι σαν να ζητούσε βοήθεια να παραμείνει στη ζωή ή να προσπαθούσε να εμποδίσει το Χάροντα να τον επιβιβάσει στη λέμβο που θα τον μετέφερε στο βασίλειο των νεκρών κι έτσι απλά, ήσυχα και με αξιοπρέπεια είπε το στερνό αντίο σε τούτο τον μάταιο κόσμο που τόσο φαρμάκι τον πότισε στα στερνά του.
 -«Σώπα, μάνα, μην κλαις. Έχεις Εμένα. Έχω εσένα. Μαζί. Μαζί. Πάντα μαζί», της ψιθύριζα στο αυτί καθώς έγερνε πάνω μου με αναφιλητά τα κρύα απογεύματα του Δεκέμβρη αναζητώντας την παρηγοριά από έναν τυφλό. Τέτοια απελπισία λοιπόν; Κι εγώ; Τι θα γινόμουν; ΄Εμενα μόνος. Μόνο εκείνη απέμεινε δίπλα μου. Οι ξένοι σκορπούν άμα σε χτυπήσει ο κεραυνός, από φόβο κι από αδιαφορία. Αλλά αν κι εκείνη αποφάσιζε να αναζητήσει το σύντροφό της, τι θα γινόμουν στη ζωή; Η δική μου αγάπη μ' είχε εγκαταλείψει
 -«Φίλε, πρέπει να στο πω», μου είχε ομολογήσει μια μέρα ο κολλητός μου κι αμέσως αντιλήφθηκα τον κόμπο που επιχειρούσε να ανέβει στο λαιμό του και να τον πνίξει κι ανασηκώθηκα με αγωνία στην πολυθρόνα μου.
 -«Τι είναι Παύλο; Έλα, συνέχισε. Φαίνεται πως αντέχω πολύ περισσότερο από ό,τι υπολόγιζα. Πες την αλήθεια. Δε θέλω δικαιολογίες και παρηγοριές. Αλήθεια. Μόνον αυτή θα με γιατρέψει».
 -«Να... η 'Αρτεμη... δε παρατήρησες τίποτα τώρα τελευταία στη συμπεριφορά της
     Φυσικά κι είχα αντιληφθεί κάτι. Ίσως, όμως φοβόμουν να το ομολογήσω στον εαυτό μου. Με βόλευε να υπάρχω μέσα σ' ένα παραμύθι. Αμέσως, όμως επανήλθα στο τώρα και ρώτησα με απορία και ανησυχία...
 -«Ποιος είναι; Τον ξέρω
 -«Ο Αργύρης. Πάντα την ήθελε και τώρα βρήκε την ευκαιρία της ζωής του ο μ..
 -«Όχι! Μη το κάνεις, Παύλο. Έτσι είναι».
 -«Είναι δειλός, ρε 'Αγγελε. Δειλός και συμφεροντολόγος. Αλλά κι εκείνη...»
 -«Εκείνη... Τι να με κάνει εμένα, ρε; Να με υπηρετεί; Κορίτσι είναι, όμορφη, νέα, σαν τα κρύα τα νερά. Τι δουλειά έχει δίπλα μου; Δε θέλω κανείς να υποφέρει μαζί μου. Καλύτερα. Καλύτερα. Λυτρώθηκα. Τώρα δεν έχω κανένα άλλον να κρέμεται στο λαιμό μου παρά τη γυναίκα που με έφερε στον κόσμο. Ένα βάρος λιγότερο για μένα. Είναι τόσο όμορφη και καλή που χαίρομαι που βρήκε το δρόμο της. Νοσοκόμα δε θέλω. Αν χρειαστώ, θα την έχω δίπλα μου με το ...αζημείωτο».
 -«Και... γυναίκα;»Τόλμησε να ξεστομίσει κι είμαι σίγουρος ότι αμέσως θα δάγκωσε τα χείλη του να τα ματώσει για το λόγο που του ξέφυγε αστόχαστα.
 -«Γυναίκα; 'Απιαστο όνειρο πια. Έχει σβήσει κι αυτό όπως τόσα άλλα» και γέλασα σαρκαστικά σα να συνέβαινε σε κάποιον άλλο συμφορά κι όχι σε μένα. «Τώρα πια...», συμπλήρωσα αποκόπτοντας κάθε γέφυρα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, με τη ζωή, μα η αντίδρασή του ήρθε αυθόρμητη και προκλητική:
 -«Φίλε, δε ξόφλησες. Είσαι ανάμεσα μας. Υπάρχεις δίπλα μας. Αυτό είναι το σημαντικότερο»
 -«Το σημαντικότερο για ποιον; Για σας; Για σένα; Για μένα πάντως δεν είναι το πιο σπουδαίο. Κατάλαβες
     Είχε βαλθεί να με τρελάνει. Τι διάολος του είχε μπει και τον τριβέλιζε; Το ύφος μου μάλιστα δεν τον απογοήτευσε και συνέχισε μπήγοντας πιο βαθιά στην καρδιά μου το μαχαίρι του:
 -«Και με την κολύμβηση τι θα γίνει; Η ομάδα κι ο κύριος Αναστασίου σε περιμένουμε πάλι κοντά μας. Έλα, 'Αγγελε, μη μας απαρνιέσαι».
     Εκείνη την ώρα ένιωσα την ανάγκη να τον αρπάξω και να τον στραγγαλίσω με τα ίδια μου τα χέρια. Ποιος του είχε δώσει το δικαίωμα να με χτυπάει εκεί που πονάω; Στο όνομα ποιων αισθημάτων έπαιρνε το θάρρος να ξύνει την πληγή μου, να στριφογυρίζει το λεπίδι βαθιά στα σωθικά μου προξενώντας μου ανήκεστη βλάβη;
 -«Τέλος», του έκανα  με νόημα. «Ούτε κουβέντα για το θέμα. Είμαι κουρασμένος και νομίζω ότι είναι καλύτερα να την πέσω για ύπνο».
 -«Όπως θέλεις, 'Αγγελε, θα τα πούμε αύριο», έκανε κείνος αποφεύγοντας να δώσει συνέχεια στην προηγούμενη κουβέντα. Η πόρτα έκλεισε δυνατά πίσω του κι εγώ κούρνιασα πιο βαθιά στην πολυθρόνα μου.
     "'Ακου να δεις το τομάρι", σκέφτηκα. Λες και το κάνει επίτηδες. Τι ήθελε και μου θύμισε το κολυμβητήριο; Κι η ρημάδα η σκέψη μου άλλο που δεν ήθελε. Βρήκε την ευκαιρία να τρέξει σαν την ξένοιαστη παιδούλα που περιδιαβαίνει το πυκνό δάσος στις προηγούμενες καλές μέρες, όταν κάναμε όλη η παλιοπαρέα εντατικές προπονήσεις στοχεύοντας στον πρωταθλητισμό.
 -«'Αγγελε, πας πολύ καλά. Δύναμη χρειάζεται και σκληρή προσπάθεια. Τα αγαθά κόποις κτώνται».
 -«Θέλω. Θέλω πολύ να συνεχίσω, μα δεν είμαι σίγουρος...»
 -«Σίγουρος; Κανείς δεν είναι σίγουρος για τίποτα, μα ο αγώνας ο ανθρώπινος δε σταματάει πουθενά. Έχεις τα νιάτα σου, κάλπασε με άτι τη νεότητα και τη δύναμη της ψυχής σου και θα περιδιαβείς στα μονοπάτια της επιτυχίας και της δόξας».
     Τα είχα όλα αυτά, μα τώρα νομίζω ότι όλα με εγκατέλειψαν σαν τους Έλληνες στρατιώτες που μπρος στο φόβο του εχθρού μήδιζαν κατά χιλιάδες. Σαν να με άδειασαν ξαφνικά. Ένα σακούλι γεμάτο από όλα τα καλούδια έμεινε άδειο. Ένας σαπρός σάκος εκτεθειμένος στο βοριά και στη δίνη του καιρού απροστάτευτος, έτοιμος να μεταφερθεί οπουδήποτε αποδεσμευμένος από βούληση χωρίς την αλλοτινή του ικμάδα.
     Τώρα δεν έχω τίποτα. Ή μάλλον ό,τι έχω δεν μπορώ να το αξιοποιήσω, αφού δεν είμαι πια από τους δυνατούς, αλλά από τους «άλλους». Ζω και δε ζω. Αναπνέω και δεν είμαι σίγουρος ούτε και γι' αυτό. Όλα περνούν από δίπλα μου, μ' αφού δεν τα βλέπω, τα αφουγκράζομαι, τα οσφραίνομαι, τα γεύομαι. Ως εκεί. Σε λίγο αισθάνομαι ότι κι οι υπόλοιπες αισθήσεις μου θα ακολουθήσουν το δρόμο της φθοράς και της σήψης που πρώτη χάραξε η όραση και θα απομακρυνθούν μετά βδελυγμίας από το σώμα μου. Έπεσα να κοιμηθώ βουτηγμένος στα δάκρυα. Βλέπεις μπορεί να έχασα το φως μου, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε διόλου τα μάτια μου να πλημμυρίζουν από καφτά ζουμιά που χαρακώνουν το νεανικό δέρμα του προσώπου μου, κατευθυνόμενα με αποφασιστικότητα στο στήθος μου σαν να ψάχνουν με αγωνία το μέρος της καρδιάς για να διαπιστώσουν αν πάλλεται ακόμα. Δε θυμάμαι πότε ο ύπνος σφάλισε τα βλέφαρά μου, μ' αναμφίβολα ήταν για μένα λύτρωση, αφού με απομάκρυνε από τις μελανές σκέψεις κι είχε τη δύναμη να με μεταφέρει σ' ένα κόσμο όπου αισθανόμουν ανάλαφρος και παντοδύναμος.
     Την επόμενη μέρα ξύπνησα από τις φωνές της μάνας μου που καλωσόριζε κάποιο οικείο πρόσωπο. Η φωνή μου φάνηκε ιδιαίτερα γνωστή κι αγαπητή γι' αυτό βιάστηκα να μπω στο σαλόνι χωρίς καλά καλά να πλυθώ καλά. Μα βέβαια. Στεκόταν μπροστά μου ο δεύτερος πατέρας μου, ο φίλος, ο αδερφός, ο άνθρωπος που κοντά του κάποτε νόμιζα ότι θα δώσω σάρκα κι οστά σ' όλα τα όνειρά μου. Μα τώρα...
 -«'Αγγελε, αγόρι μου, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω».
 -«Καλημέρα κύριε Αναστασίου», ψέλλισα κρύβοντας τη χαρά αλλά και τη ντροπή μου συνάμα που μ' έβλεπε σ'  αυτή τη κατάσταση. Η μάνα μου μάσησε μια πρόχειρη δικαιολογία κι αποχώρησε από το δωμάτιο, αφού έψησε ένα ελληνικό βαρύ γλυκό καφεδάκι, -τέχνη που κουβαλούσε από τη Σμύρνη, τη χαμένη της πατρίδα-, στον προπονητή μου.
 -«Λοιπόν; Πως τα πάμε
 -«Δε βλέπετε; Εσείς βλέπετε, εγώ αδυνατώ!».
 -«'Αγγελε, άφησα σκόπιμα να περάσει μεγάλο διάστημα πριν συναντηθούμε και κάνουμε αυτή τη κουβέντα, μα νομίζω πως έχει έρθει η ώρα να συνεχίσουμε κάτι που αφήσαμε στη μέση εμείς οι δύο. Δε συμφωνείς
     Δεν πίστευα στ' αφτιά μου. Αυτός ο άνθρωπος ήρθε να με τρελάνει. Τι ζητούσε από μένα; Δεύτερο άτομο το τελευταίο εικοσιτετράωρο που μ' έκανε να βγω από τα ρούχα μου. Κι εντάξει  ο Παύλος ήταν φίλος μπορούσα να τον στείλω στο διάολο και δεν έτρεχε τίποτα. Μα τώρα ο κύριος Αναστασίου ήταν για μένα πολύ αγαπητό και σεβαστό πρόσωπο. Γιατί, όμως μ' έκανε να υποφέρω; Δε με άφηνε καλύτερα στη μοναξιά μου; ΄Ολοι βάλθηκαν να παίζουν με τον πόνο μου; Τι μπορούσα να κάνω στην κατάσταση που βρισκόμουν; Αν είναι δυνατόν! Μα κείνος σα να διάβαζε τη σκέψη μου απάντησε αφήνοντάς με εμβρόντητο:
 -«Πολλά μπορείς να κάνεις κι είμαι εδώ για να σε βοηθήσω. Εγώ μπορώ, αλλά μόνο αν το επιθυμείς κι εσύ. Μην αφήσεις μια φυσική αδυναμία να σου στερήσει όσα σου αξίζουν. Έχεις δουλέψει πολύ μέχρι τώρα και δεν είναι σωστό να τους δώσεις μια κλωτσιά. Έχε μου εμπιστοσύνη κι όλα θα πάνε καλά».
 -«Τι μου λέτε, τώρα;» τόλμησα να ξεστομίσω. «Εγώ δυσκολεύομαι να μετακινηθώ από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ο κόσμος με βλέπει και με λυπάται. Κατάντησα ένα τσουβάλι λερό παραπεταμένο στη γωνιά του δρόμου και θέλετε να βγω μπροστά σε όλους για να με ποδοπατήσουν; Αδύνατον. Μη μου το κάνετε αυτό. Αφήστε με στην ησυχία μου. Τι μέλλον μπορώ να έχω
 -«Η Ολυμπιάδα είναι μπροστά μας. Ο χρόνος περνάει και πρέπει να τον εκμεταλλευτούμε με τον καλύτερο τρόπο. Κάποτε μου είχες εξομολογηθεί ότι φλέγεσαι από το πάθος της κολύμβησης και της ενασχόλησής σου με τον αθλητισμό. Που πήγε αυτή η φλόγα; Πως έσβησε
 -«Έσβησε κείνη τη μέρα μαζί με τη λάμψη των ματιών μου, κύριε Αναστασίου. Οι νεκροί δεν ανασταίνονται όσο κι αν το επιθυμούμε
 -«Δεν είσαι πεθαμένος που να πάρει», έκανε κείνος και χτύπησε με δύναμη τη γροθιά του πάνω στο κλασικό τραπεζάκι της μαμάς παρασύροντας στη δίνη του το καφεδάκι με το νεράκι του. Και συνέχισε απτόητος: «Δεν τελειώνει η ζωή με μιαν ατυχία. Είσαι αθλητής και πρέπει να το γνωρίζεις καλά αυτό. Έχεις μάθει να παλεύεις με νύχια και με δόντια. Είσαι νέος, δυνατός και σε πολύ καλή φυσική κατάσταση. Ξέρω, δε βλέπεις κι αυτό σου δημιουργεί ανασφάλεια. Όμως αναλογίσου τη δυστυχία που δέρνει τον κόσμο. Δεν το βάζουν όμως κάτω. Δεν παραιτούνται. Σφίγγουν τα δόντια. Ατσαλώνουν την ψυχή τους και προχωρούν. Υπάρχει και η Παραολυμπιάδα μετά τους Ολυμπιακούς. Εδώ είναι η πρόσκληση. Τώρα έχεις την ευκαιρία. Ή μου δίνεις το χέρι σου και προχωράμε στη ζωή ή μένεις μόνος σου μέσα στους τέσσερις αυτούς τοίχους και κλαις τη μοίρα σου σαν καμιά κακορίζικη γυναικούλα άξια της τύχης της. Δε θα σε παρακαλέσω, 'Αγγελε, αλλά ως ειδικός πρώτα απ' όλα κι ως φίλος σου έπειτα θα σου πω ότι αν θέλεις μπορείς να κάνεις θαύματα. Μια σου λέξη κι από αύριο θα γεμίζεις με τη παρουσία σου το κολυμβητήριο. 'Αλλωστε δε θα είσαι μόνος. Εδώ μέσα είσαι πιο έρημος απ'  ό,τι κοντά μας. Έλα, αγόρι μου, άσε με να σε πάρω από το χέρι και δε θα το μετανιώσεις».
     Μιλούσε, μιλούσε κι εγώ έκλαιγα σα μωρό παιδί. Λέξη δεν ήμουν σε θέση να αρθρώσω κι εκείνος το σεβάστηκε αυτό και με άφησε να σκεφτώ τα λόγια του προσφέροντάς μου μια σωτήρια παράταση να επανατοποθετηθώ και να συναρμολογήσω το παζλ των σκέψεών μου. Έπεσα στο κρεβάτι ανάσκελα και βάλθηκα να ξαραχνιάζω ό,τι είχε απομείνει από τη πληγωμένη μου νεότητα μήπως και μπορέσω να πάρω μια απάντηση για το τι ήθελα από δω και πέρα και τι θα έκανα στο μέλλον. Είναι ένα βασανιστικό μαρτύριο αυτό, αλλά ήταν ανάγκη να το υποστώ. Μάλλον μου έκανε και καλό, γιατί μετά από πολύ καιρό συνειδητοποιούσα ότι υπάρχει αρκετή ενέργεια μέσα μου σε υπολανθάνουσα μορφή που απλά έπρεπε να περιμαζέψω προκειμένου να ανδρωθώ για δεύτερη φορά στη ζωή μου και να την κοιτάξω «κατάματα».
     Πάλεψα, πόνεσα, ίδρωσα, κουράστηκα μέχρι που ο πανδαμάτορας γιος του Μορφέα εγκαταστάθηκε στα μάτια μου βυθίζοντάς με σε έναν κόσμο μαγικό και παραμυθένιο. Ένας άντρας τότε χειροδύναμος με πήρε στους ώμους του και μου πρόσφερε ένα ονειρικό ταξίδι μέσα σ' ένα ειδυλλιακό περιβάλλον όπου αισθανόμουν φτερωμένος και δυνατός ατενίζοντας κάθε λεπτομέρεια της φύσης. Αισθανόμουν κάθε μυρωδιά της φύσης, ρουφούσα αχόρταγα, άπλωνα τα χέρια και χάιδευα τη πλάση αφουγκραζόμουν κάθε ψίθυρο παίρνοντας δύναμη από το μεγαλείο της φύσης μιας και βρέθηκα σ' ένα αγνό κατά πάσα πιθανότητα περιβάλλον απρόσβλητο από την ανθρώπινη αδιαφορία και καταστροφικότητα. Η πορεία μας, όμως έλαβε τέλος όταν φτάσαμε σ' ένα σπήλαιο λουσμένο στο φως, όμοιο με κείνο που διαχέεται μέσα στο ιερό της εκκλησίας τη μυστηριακή στιγμή της μετατροπής του κρασιού και του άρτου σε σώμα και αίμα Χριστού. Εκεί σταθήκαμε και οι δύο έντρομοι, όταν ένα φίδι πετάχτηκε από μια καστανιά, σούρθηκε προς το μέρος μου, αναρριχήθηκε στο κορμί μου μέχρι που έγλειψε με τη γλώσσα του τα πονεμένα μου μάτια, ενώ ακουγόταν μια φωνή που πρόφερε τη λέξη «ευετηρία», που σημαίνει σωτηρία και καλή υγεία. Το φίδι σε λίγο με εγκατέλειψε και χώθηκε στα φυλλώματα του δέντρου επιτρέποντας πια την επιστροφή μας στην πραγματικότητα. Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα βάζοντας μια δυνατή φωνή που έκανε τη μάνα μου να τρέξει έντρομη στην κάμαρά μου.
 -«Τί συμβαίνει, πουλάκι μου; Όνειρο ήταν και πάει».
 -«Όνειρο; Πάει»;
     Χρειάστηκε πολύ ώρα για να συνέλθω από το σοκ εκείνης του μεσημεριάτικης ονειροφαντασιάς, μα όταν πέρασε αυτό το διάστημα η ομίχλη έφευγε σταδιακά από τη σκέψη μου κι ο λαμπρός ήλιος της γνώσης με τύλιγε προστατευτικά αποδεικνύοντας συγκινητική πρόνοια. ΄Ένα όνομα τότε ήρθε στη σκέψη μου: ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ. Θυμήθηκα ένα μάθημα στο Λύκειο για τον Ασκληπιό. Ο φιλόλογός μας με συγκίνηση και στόμφο μας εξηγούσε ένα όμορφο Απριλιάτικο απόγευμα σε μια προσπάθεια να δεσμεύσει τη σκέψη μας για να μην αποδράσει από τη μουντή σχολική αίθουσα πως ο Ασκληπιός μεταμορφωνόταν σε φίδι ή σκύλο κι αγκάλιαζε τους πάσχοντες προσφέροντάς τους την ευτυχία και την υγεία επιδεικνύοντας την αγάπη του για τον άνθρωπο και τη φροντίδα του για τον ανθρώπινο πόνο.
 -«Θέλεις κάτι;», ρώτησε με φανερή αγωνία η μάνα μου κάνοντας δειλά την εμφάνισή της στην είσοδο του δωματίου μου.
 -«Ναι. Να μου ετοιμάσεις τα ρούχα μου γι' αύριο και να τηλεφωνήσεις στον Παύλο. Τον θέλω».
     Κόκαλο η μάνα μου μα τι να κάνει; Έτρεξε με φιλούσε, με αγκάλιαζε, φώναζε, τσίριζε, χαλούσε τον κόσμο κι εγώ στεκούμενος σα στήλη άλατος έρμαιο στα χάδια της και στις εκδηλώσεις της. Είχα μείνει άφωνος να προσμένω πότε θα λάβει τέλος η μεγάλη χαρά της, ώστε να αποδεσμευτώ από τα χέρια της που με τύλιξαν σαν πλοκάμια χταποδιού. Αδυνατούσα, όμως να κάνω και την παραμικρή κίνηση να απαγκιστρωθώ. Βρισκόμουν μετέωρος σαν να αγνάντευα τον κόσμο στο χείλος του γκρεμού την ώρα ακριβώς που είχα αποφασίσει να μην προσφέρω το σώμα μου «θυσία καθαρά» στον 'Αδη και προσπαθούσα να ισορροπήσω μεταξύ ζωής και θανάτου ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία, μια ιερή στιγμή στο έσχατο όριο της καταστροφής ή στην αφετηρία της αναγέννησης. «Ζωή από τα χαλάσματα» αυτό ήταν που πρέσβευε ο σωτήρας και λυτρωτής μου Ασκληπιός. Εκείνος δίδασκε ότι ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αναμορφωθεί και να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες του, ώστε να κερδίσει με την αξία του και τη θυσία του τη ζωή του καταξιώνοντας την ύπαρξή του. Ζωή μέσα από τα χαλάσματα σαν τη μυστική παπαρούνα που πρόβαλλε αποφασιστικά μέσα από τους σάπιους γαιόσακους στο πεδίο του πολέμου και έδωσε την ευκαιρία στην αποκοιμισμένη ψυχή του στρατιώτη του Στρατή Μυριβήλη να ξαναγεννηθεί και να ξαναγίνει ένα παιδί μ' ευαισθησίες γεμάτο πίστη κι αισιοδοξία για το μέλλον.
     Αυτό ήταν. Ο κύβος ερρίφθη. Έκανα το σάλτο και σύντομα είχα γυρίσει σελίδα. Αποδέχτηκα μια σχετική αναπηρία μου, αλλά τώρα πια ήμουν σε θέση ν' αναγνωρίσω στον εαυτό μου πολλά ελαφρυντικά. Μάζεψα τα κομμάτια μου και διαπίστωσα με έκπληξη ότι δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητες οι ψυχικές κι οι σωματικές δυνάμεις που μου είχαν απομείνει.
     Σε λίγους μήνες βρισκόμουν σε πολύ καλή κατάσταση και φανερά γιατρεμένος από φαντάσματα του παρελθόντος. Η ενασχόλησή μου με τον αθλητισμό, τη μεγάλη μου αγάπη με αναζωογόνησε και μ' έκανε να αναθεωρήσω όλες τις προηγούμενες ανησυχίες και φοβίες μου που κάποτε σε ένα μακρινό παρελθόν, -νομίζω κιόλας δεν είμαι απόλυτα βέβαιος για το τι είναι αλήθεια πια και τι όνειρο- με είχαν οδηγήσει να πραγματοποιήσω μια απονενοημένη πράξη. Πράγματι τον πρώτο καιρό που διαπίστωσα τη τραγική μου κατάσταση και μετά από μια αδυσώπητη πάλη ψυχής επιχείρησα να θέσω τέρμα στη ζωή μου αναζητώντας τη σωτηρία μέσα από τη γαλήνη του θανάτου. Τώρα ντρέπομαι τόσο πολύ γι' αυτή μου τη δειλία και τη παραίτηση που με βολεύει η εκδοχή ότι αυτό το εγχείρημα δεν το έχω κάνει ο ίδιος αλλά κάποιος γνωστός μου ή κάποιος λογοτεχνικός ήρωας μες στις σελίδες των βιβλίων που ρουφούσα τις ατέλειωτες ώρες που έμενα σπίτι το τελευταίο χρονικό διάστημα. Πάντως αδύνατον να το έκανα εγώ. 'Αλλος, άλλος, άλλος ήταν...
     Έτσι η ζωή άρχισε να μου χαμογελά ξαφνικά και το περίεργο ήταν πως πράγματα που μέχρι πρόσφατα μου φαίνονταν βουνό, τώρα ήταν ένα απλό παιχνιδάκι. Μπορούσα να αυτοεξυπηρετηθώ, να μετακινούμαι, να προπονούμαι, να βγαίνω με τους φίλους μου, να γελάω, ν' αστειεύομαι, να ...ερωτεύομαι. Ναι, όσο και να φαίνεται τρελό έπειτα από τρεις μήνες βρισκόμουν ενταγμένος μέσα στον κόσμο, συμβιβασμένος με τη κατάστασή μου, δυνατός και τροπαιοφόρος έχοντας αγκαλιά το κορίτσι μου που με κοιτούσε στα «μάτια» ανταλλάσσοντας όρκους πίστης κι αγάπης. Σχεδιάζαμε για γάμο, οικογένεια ...πολλά!
     Μα κι οι φίλοι και συναθλητές μου έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην αναγέννησή μου μέσα από την τέφρα.
 -«'Αγγελε, πως τα βλέπεις τα πράγματα
 -«Μια χαρά. Θέλω δουλειά ακόμα, μα θα τα καταφέρω».
 -«Κι εγώ το ίδιο νομίζω. Είμαι πολύ κοντά σ' ένα καλό ρεκόρ», απαντούσε ο Στάθης κι εγώ τον θαύμαζα ακόμα πιο πολύ, αφού ήταν για μένα ένα παράδειγμα προς μίμηση και πρότυπο αγωνιστικότητας και δύναμης. Ο Στάθης είχε χάσει το ένα του πόδι σ' ένα φοβερό ατύχημα κι ήταν μόνο 22 χρόνων. Δεν το έβαλε κάτω όμως. Πάλεψε και να τος τώρα ν' αγωνίζεται μ' ένα πόδι κι ένα κατά τ' άλλα υπέροχο σώμα ν' αποδείξει πρώτα στον εαυτό του και στους άλλους ότι ζει, υπάρχει, αναπνέει, νικά, υπερισχύει. Θα συμμετέχει κι εκείνος στην Παραολυμπιάδα και θα προσπαθούσε για το καλύτερο μετά το δυνατό χτύπημα της μοίρας. Δεν τον κατέβαλλε. Έσφιγγε τα δόντια και λιοντάρι μοναχό μοχθούσε να ξεπεράσει τις προσδοκίες όλων. Ήταν ανάμεσά μας μαζί με άλλα παιδιά όπως η Ελένη, η Μαρία, ο Αργύρης. Όλοι πέρασαν, άλλος πρόσφατα κι άλλος πιο παλιά, από τη δύσκολη κατάσταση που αντιμετώπισα κι εγώ και πρόβαλλαν το εγώ τους κερδίζοντας επάξια τον έπαινο το θαυμασμό και τα συγχαρητήρια όλων. Το αν θα νικούσαμε στους αγώνες είχε ελάχιστη σημασία. Νικητές νιώθαμε ήδη και μόνο με την παρουσία μας εκεί, αφού αισθανόμαστε σωστά θεριά κι ατενίζαμε τη ζωή με «άλλα μάτια».
     Μερικές φορές νόμιζα πως όλα αυτά είχαν συμβεί σε κάποιον άλλο σ' ένα άλλο σώμα ξένο σε μένα. Το δικό μου σώμα πάντως εκείνη τη στιγμή έσφυζε από ζωή και πέρα από τη δυσκολία μου να ατενίσω τον κόσμο και τα πράγματα με τα μάτια μου, αντιλαμβανόμουν καθετί μερικές φορές μάλιστα νομίζω με μεγαλύτερη ευαισθησία από ό,τι στο παρελθόν. Παραδόξως όλα πια ήταν ξεκάθαρα. Επέτρεπα στον εαυτό μου να κάνει όνειρα, έθετα στόχους. Είχα μια καλή κοινωνική ζωή και τίποτα δεν μπορούσε πια να με σταματήσει και πολύ περισσότερο να με αποδυναμώσει. Ακόμα κι ο θάνατος του πιο αγαπημένου μου προσώπου.
 -«Ζωή σε σας».
 -«Ευχαριστώ».
 -«Ζωή σε λόγου σας».
     Ναι, αυτή τη στιγμή που περνάει όλη η ζωή μπροστά μου σαν μια κινηματογραφική ταινία. Βρίσκομαι δίπλα στο προσκεφάλι της μάνας μου, που έκλεισε τα μάτια της απροσδόκητα αλλά ευχαριστημένη και σίγουρη για μένα ότι θα συνεχίσω να υπάρχω ακόμα και εν απουσία της. Το μεγάλο της άγχος εξατμίστηκε σαν το νεράκι που ανεβαίνει ανάλαφρο με τη  μορφή ατμού στον Ύψιστο, θυσία αναίμακτη στο Δημιουργό της πλάσης. Έτσι ανέβηκε χθες το απόγευμα κι η ψυχούλα της δίνοντας μου ένα μεγάλο πόνο τη στιγμή της υπεροχής και της ελπίδας μου. 'Αφησε όμως πίσω της ένα αγόρι δυνατό, ακμαίο και σίγουρο για τη πρόοδό του. Έτσι έτρεξε ν' ανταμώσει το σύντροφό της που τη καλούσε κοντά του μην υποφέροντας τη μοναξιά
 -«'Ασε με, έχω υποχρεώσεις πίσω. Το παιδί... τι θα απογίνει ο γιος μας; Πλάσμα αδύναμο. Μισό...»
 -«Δεν είμαι μισός μάνα» της ψιθύρισα στο αφτί πάνω από το νεκρό κουφάρι της. «Είμαι ένας άντρας που απλώς βλέπει με τα μάτια της ψυχής του και πίστεψέ με, μερικές φορές λέω ότι είναι πιο όμορφος ο κόσμος έτσι. Καλό ταξίδι και μη νοιάζεσαι για μένα. Ταξίδεψε στον κόσμο της γαλήνης και της ευτυχίας απαλλαγμένη από τα προβλήματα της ζωής. Αρκετά σας προξένησα εσένα και του πατέρα. Αναπαυθείτε ήσυχοι. Εγώ πορεύομαι λυτρωμένος κι ανεξάρτητος στη ζωή χωρίς δεκανίκια κι αυταπάτες. Και τη μεγαλύτερη τιμή που μπορώ να σας αποδώσω σας υπόσχομαι να καταστώ δυνατός να τη πραγματοποιήσω. Το χρυσό μετάλλιο θα στολίζει τον τάφο σας. Η πιο σπουδαία προσφορά μου στους γεννήτορες που πολύ τους πίκρανα άθελα μου, μα και που τους κατευόδωσα με τη βεβαιότητα πως μετά από τη δυστυχία ξημερώνει μια λαμπρότερη μέρα. 'Αλλωστε

"του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου,
  και του τροχού, π' ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου,
  με του καιρου τ' αλλάματα που αναπαμό δεν έχου,
  μα στο καλό κι εις το κακό περιπατού και τρέχου
..."

                                                                                      Βόλος 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.