ἀστέρινε, ἦρθες πάλι,
σ᾿ ἔφερε ἡ νύχτα, φάντασμα τοῦ λατρευτοῦ μου
στὴν ὀρφανή μου ἀγκάλη.
Καὶ σὲ κρατοῦσα ὅπως ποτὲ δὲν κράτησε μητέρα
τὸ πρωτογέννητο παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της,
καὶ κάποιου πόνου μιὰ ψυχή, χυμένη ἀπ᾿ ἄλλο ἀέρα,
τὴν ὄψη σου τὴν ἅγιαζε μὲ τ᾿ ἀντιφέγγισμά της.
Κ᾿ εἴσουν ὡραῖος, ὅπως ποτὲ κανένας ἔρωτάς μου
δὲν εἴτανε στῆς νιότης μου τὰ χρόνια,
καὶ σώπαινες, ὅπως ποτὲ δὲ μίλησαν τ᾿ ἀηδόνια
τῶν ποιητῶν στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου