Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Ελπίδα

της Φωτεινής Κουφογάζου 

ένα φεγγάρι
κρυμμένο στα πρόσωπα των παιδιών
και στους θλιμμένους δρόμους της Ελπίδας
ποτέ δε μας φανερώθηκε
αυτό είναι το ριζικό της...
φυλακισμένη σ' ένα χθες
εγκλωβισμένη σ' ένα σήμερα
αφού η Μοίρα της δε διάβηκε ποτές
πως της ψευδαίσθησης το χρώμα της
 μονάχα αγροικούμε...

Πετάγματα

της Φωτεινής Κουφογάζου  

τώρα που οι σιωπές
σκεπάζουνε τα βλέφαρα
τώρα που οι ανάσες μας γίνονται πιο βαριές
κοπάζει ο άνεμος
στο ύστερο λιοστάσι του
μαζεύει και τα τελευταία του μποφόρ
αποχαιρετά
αφήνοντας το πέταγμα
στη θέληση
να ψάχνει τις κορφές της

Ασφόδελοι

της Φωτεινής Κουφογάζου 

χανόμαστε σε δρόμους μυστικούς
εκείνους που η καρδιά μονάχα ξέρει
τη λύτρωση γυρεύουμε κι ασκούς....
του Αίολου η ψυχή μας να μαζεύει

τα λόγια μας σε ύστερες διαδρομές
παιδεύουν του μυαλού τα κρύα βράδια
λεπίδες γίνονται ...αστραφτερές
ασφόδελοι μοναχικοί φωτίζουν τα σκοτάδια

πλευρίζεις πάλι της ζωής το φως
γεννήθηκες μεμιάς να σημαδεύεις
λέξεις νοήματα βαθιά και πως
λίγο ν' αγγίζεις μη θαρρείς θα δραπετεύεις

αν έλαχε για λίγο να σε δω
σα φεγγοβόλο αστέρι που θεριεύει
νόβα κι η έκρηξη που καρτερώ
                                                    εξαπολύειται, τα βέλη αυτή μαζεύει

αστείρευτη η γνώση που ζητάς
φτιάχνεις συνέχεια μια καινούρια θεωρία
γνέφεις τον άνεμο τα σύννεφα σκορπάς
και ξαναγράφεις τώρα εσύ την ίδια ιστορία

σε παίρνει χρόνο να κοιτάς τον ουρανό
μετράς των άστρων τις πορείες με σαγήνη
πως έλαχε σε σένα απορώ
με στίχους να ποιείς και με γαλήνη!

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Χριστιάνα Αβρααμίδου: Μετά από κάθε έκδοση νιώθω σαν να κυκλοφορώ χωρίς ρούχα ή γυαλιά, ότι είμαι διάφανη και κάποιος μπορεί να δει από μέσα τα πάντα λες και κάνω ακτινογραφία…

… Μου αρέσει η ασφάλεια της ρουτίνας μου. Κάθε αλλαγή για μένα, από την πιο μικρή ως τη πιο μεγάλη, σημαίνει και ένα ποίημα


 Άνθρωπο δε βρίσκεις πια
 κουρασμένος να μην είναι.
 Ανελκυστήρες και κυλιόμενες
 δεν ξέρω γιατί λειτουργούν.
 Σέρνω πόδια και ψυχή,
 δίχως να ξέρω
 αν είναι τα δικά μου
 όλο τον κόσμο σού λέω Γιάννη κουβαλώ,
 τον δάσκαλο,
 τους μαθητές απ’ το κρυφό σχολειό,
 τον Πενταδάχτυλο
 και μια θάλασσα
 που ώρες ώρες
 ακόμα μού μοιάζει.

γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας

Την ποίηση της κας Χριστιάνας Αβρααμίδου την συνάντησα εντελώς τυχαία (φράση χιλιοειπωμένη αλλά ταιριάζει απόλυτα στον προσδιορισμό του ανταμώματος μου με την ποίησή της)  σε μια προσπάθεια καταγραφής του συνόλου των Ποιητών και Ποιητριών της Κύπρου. Από τότε έχει περάσει καιρός αλλά όταν θέλω να διαβάσω ένα κομμάτι του εαυτού μου ρίχνω μια ματιά στους στίχους της. Γιατί εκεί μέσα αισθάνεσαι ότι έχουν εγκλωβιστεί η αγάπη, η προδοσία, η χαρά, η λύπη, η μοναξιά όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, οι μικρές και μεγάλες στιγμές μας. Η ποίησή της θα μπορούσε να είναι ο καθρέφτης μας.  
Γεννήθηκε στην Αθήνα και κατοικεί στη Μεγαλόνησο. Από το 1999 που εξέδωσε την 1η της ποιητική συλλογή, μέχρι και σήμερα έχουν περάσει 15 χρόνια και μετρά έξι ποιητικές συλλογές.
1999 «Σχοινιά και Ναυάγια»
2002 «Ένας λόγος για να αγαπήσεις τη Νύχτα»
2005. «Όλες οι μέρες χιόνι»
2008 «Ώρα κάτω από το νερό»
2011. «Μάτια ανάποδα»
2014. «Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει»
Η Ποιητική της συλλογή «Ένας λόγος για να αγαπήσεις τη Νύχτα» πήρε το 2003 το κρατικό βραβείο Νέου Λογοτέχνη.
Αξιοσημείωτη η χρονική ακολουθία των εκδιδομένων της συλλογών. Κάθε τρία χρόνια. Σαν να μας καλεί σε κάποιο γενέθλιο σημαντικό γεγονός, σαν να μας καλεί στην αναγέννηση της. Μας παρασέρνει μας τους στίχους της γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και η ίδια: «Αυτή είναι η επιτυχία της ποίησης να παρασέρνει και όχι να αφήνει απλά αδιάφορο τον αναγνώστη»
Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί σε ιταλικά, γερμανικά, αγγλικά και ισπανικά, και ένα ποίημα έχει μελοποιηθεί από τον συνθέτης Γιώργο Θεοφάνους και έχει συμπεριληφθεί στο δίσκο:            Τραγουδώ το νησί μου.
Την κα Χριστιάνα Αβρααμίδου, πρέπει να την ευχαριστήσουμε θερμά, διότι έκλεψε μέρος από τον πολύτιμό της χρόνο και δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας.



1. Γεννηθήκατε στην Αθήνα, σπουδάσατε όμως στην Κύπρο και συνεχίζετε να δραστηριοποιήστε στη Μεγαλόνησο. Πως επιλέξατε την Κύπρο; Υπάρχει κάποιος βαθύτερος συνδετικός κρίκος με την δεύτερη αυτή Ελλάδα;
Χ Α: Γεννήθηκα Αθήνα εκεί όπου κατέληξε η οικογένειά μου μετά την εισβολή του 74. Τον πόλεμο δεν τον έζησα αλλά τον βίωσα μέσα από την αγωνία της μητέρας μου να φτιάξει κάποτε ένα ξανά δικό της σπίτι. Την Αθήνα την αγάπησα σαν τόπο μου αφού εκεί μεγάλωσα, εκεί έκανα τις πρώτες φιλίες, εκεί αγάπησα τα γράμματα και το σχολείο. Όταν κάποτε αξιωθήκαμε να επιστρέψουμε στο νησί -εγώ ήμουν 11 ετών- βίωσα το δικό μου ξεριζωμό αφού έφευγα από τον τόπο που εγώ γεννήθηκα.  Την Κύπρο την αγάπησα έντονα και βαθιά για την γαλήνη της, την ηρεμία της και τα βάσανά της και όταν ξένο χέρι μεσολάβησε για να ορίσει τη μοίρα της στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο (του παραλόγου) που ζούμε βίωσα ένα δικό μου 74 με την οργή, τη θλίψη και την απόγνωση να με κυριεύουν πολύ συχνά ομολογώ. 

2. Το 1999 εκδώσατε  την πρώτη σας ποιητική συλλογή με τίτλο "Σχοινιά και Ναυάγια" με χορηγία του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ουσιαστικά τη χρονιά εκείνη σας γνωρίσαμε στα γράμματα. Από τότε έχουν περάσει 15 ολόκληρα χρόνια. Εντοπίζετε εσείς προσωπικά διαφορές στην Ποιήτρια του χθες από την ποιήτρια του σήμερα;
Χ Α : Ουσιαστικά τη χρονιά εκείνη και εγώ με γνώρισα στα γράμματα μέσα στον ευρύτερο κόσμο αφού όλα τα υπόλοιπα  ποιήματα ή πεζά είχαν γραφτεί αποκλειστικά για εμένα και όχι για να τα μοιραστώ (μια άλλη ενδόμυχη και πιο επώδυνη διαδικασία). Διαφορές υπάρχουν πολλές τόσο στην ποιήτρια όσο και στον άνθρωπο. Η μια και έντονη είναι πως το 99 ξεκίνησα παλεύοντας με τη γλώσσα (και το νόημά της) για να στραφώ αργότερα στην απλότητα της που είναι όλη της η μαγεία. Σε ένα κείμενο πρόσφατα ανέφερα πως ξεκινάμε εμείς οι γραφείς μαχόμενοι με τις λέξεις, από άρνηση ακόμα, για να ηρεμήσουμε με τα χρόνια και να καταλάβουμε πως η μαγεία της γλώσσας είναι η απλότητα, πως η πιο αληθινή γλώσσα είναι η  παιδική. Γιατί είναι η αληθινή. Το ακριβή αποτύπωμα του τί αισθανόμαστε και σκεφτόμαστε. Χωρίς δεύτερες σκέψεις και κοινωνικές κομψότητες. Η ποιήτρια του τότε ήταν δειλή. Η ποιήτρια του σήμερα δεν φοβάται να κρύψει τίποτα πίσω από πολλά πολλά λόγια και παρομοιώσεις. Και θέλω να πιστεύω πως έχει ακόμα πράγματα να πει.

3. Η τελευταία σας Ποιητική Συλλογή:  Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει, (Οροπέδιο) εκδόθηκε φέτος. Θέλετε να αναφερθείτε σ΄ αυτή. Πως σκεφτήκατε να προχωρήσετε στην έκδοσή της;
Χ Α: Η τελευταία μου ποιητική ήταν έκδοση απόφασης. Κάθε 3 χρόνια αν προσέξετε προβαίνω σε αποκαλύψεις. Σε αυτά τα τρία χρόνια από τη δημοσίευση του Μάτια Ανάποδα (την προτελευταία συλλογή) , συνέβησαν πράγματα στη Χριστιάνα που είπε ή τώρα ή ποτέ. Οπότε ήρθε το Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει. Που ήταν ένα προσωπικό στοίχημα. Μπορώ ακόμα να εκφράσω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου; Μπορώ να ταξιδέψω και τον αναγνώστη μαζί μου; Μπορώ να αγγίξω την αγάπη όπως στα 19 μου; Μπορώ να ζήσω την ίδια ένταση και το ίδιο ξεσηκωμό μέσα μου;  Και αποκαλύπτω πως το εσένα σε έχω ξαναγαπήσει με αναστάτωσε όσο καμία άλλη συλλογή. Ήταν η προσπάθειά μου να συναντήσω ξανά κόσμο που έφυγε από τη ζωή υπερπηδώντας το θάνατο.  Από όλες τις απώλειες πιστεύω αυτή που αφήνει ένας θάνατος είναι η πιο σουρεαλιστή. Η απώλεια ήταν πάντα έντονη στην ποίησή μου αλλά το πώς την υπερπήδησα φαίνεται στο Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει. Που μαζεύεις σουβενίρ τις αναμνήσεις πια και λες μακάρι όποιος και αν έφυγε να είναι καλά εκεί που είναι.  Αυτό είναι ένα εσωτερικό επίτευγμα.  Κόσμος και πράγματα έρχονται και φεύγουν για να γίνεις αν καταφέρεις με τον καιρό ολοκληρωμένος άνθρωπος. Με άξονα την αγάπη και μόνο.

4. Διαβάζοντας τις Ποιητικές σας συλλογές διαπιστώνω ότι παίζετε με τα συναισθήματα και τις ψυχικές καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αγάπη, η προδοσία, η χαρά, η λύπη, η μοναξιά, κτλ δημιουργούν ένα ανθόκηπο συναισθημάτων που παρασέρνει τον αναγνώστη. Όταν γράφετε ποίηση σκέφτεστε αυτό. Να παρασύρετε τον αναγνώστη στα μονοπάτια σας;
Χ Α: Αυτή είναι η επιτυχία της ποίησης να παρασέρνει και όχι να αφήνει απλά αδιάφορο τον αναγνώστη. Είναι τόση η ένταση στα μέσα μου την ώρα της σύνθεσης που σκέφτομαι άραγε θα νιώσει το ίδιο και αυτός που θα το διαβάσει; Η άποψη  του αναγνώστη με νοιάζει. Γιατί η ποίηση είναι τέχνη οικουμενική. Δεν γράφουμε για την πάρτι μας. Γράφουμε για να εκφράσουμε όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα που νιώθει ο καθένας. Για να πούμε βασικά, δεν είσαι μόνος. Και εγώ το ίδιο νιώθω όπως εσύ..

5. Πότε ξεκινήσατε να γράφετε ποίηση; Πότε ανακαλύψατε αυτή την φλέβα να κυλά μέσα σας; Συνέβη κάτι που σας έσπρωξε στην αγκαλιά της;
 Χ Α : Ένα σφίξιμο συνέβη, ένα τρέμουλο, μια ανησυχία ή μια ανάγκη να πω και στον άλλο τι συνέβαινε. Η απλά έμπνευση συνέβη. Μια εικόνα χίλιες λέξεις. Από παιδί γράφω. Στο δημοτικό και μέχρι τα 16 έγραφα μόνο πεζό λόγο. Δεν είχα περιορισμούς στο πεζό λόγο. Είχα ολόκληρο τετράδιο για να πω ακριβώς το ίδιο πράγμα που σήμερα λέω με μόνο 2 στίχους.  Μεταπηδάω στον πεζό λόγο και σήμερα ανάλογα με το τι θέλω να καταπιαστώ.  Λογική ή συναίσθημα.

6. Υπήρχαν περιπτώσεις που ενώ στείλατε ποιήματα για έκδοση, αμφιβάλλατε για την ολοκλήρωσή τους. Θελήσατε να σας τα επιστρέψουν για μια δεύτερη ή και Τρίτη ματιά, για μια αναθεώρηση;        
 Χ Α: Υπάρχουν ποιήματα που μόλις τελειώσουν δεν θέλω να τα ξαναδώ καθόλου και άλλα που φωνάζουν μέσα μου πως θέλουν δεύτερη ματιά και περιποίηση. Αυτό είναι σαν να έρχεται η έμπνευση πλάι μου κάποτε και μόλις φύγει από το παράθυρο τελειώνει το ποίημα και εγώ μένω με χαμόγελο. Άλλες φορές, που με οδηγεί μια σκέψη αντί ένα συναίσθημα, βλέπω ξανά το ποίημα για να το φτιάξω στα μέτρα και του αναγνώστη. Αν δεν καταλάβει αυτός/αυτή, ποιο το νόημα; Αν πάλι είναι κάτι εντελώς προσωπικό, χωράει σκέψη αν θα βγει πια στον έξω κόσμο γιατί θα αφήσει μόνο απορία και αδιαφορία στον αναγνώστη.
 

7. Όταν τελειώσετε μια ποιητική συλλογή, υπάρχει αγωνία για την τύχη της; Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος που αντιμετωπίζεται τότε;
Χ Α: Φυσικά υπάρχει. Είναι σαν να εκτίθεται σε ράφι η ψυχή μου.  Μετά από κάθε έκδοση νιώθω σαν να κυκλοφορώ χωρίς ρούχα ή γυαλιά, ότι είμαι διάφανη και κάποιος μπορεί να δει από μέσα τα πάντα λες και κάνω ακτινογραφία. Είναι τρομαχτικό αίσθημα γιατί οι ποιητές νομίζω είναι χαμηλών τόνων άτομα, τουλάχιστον εγώ ακόμα έτσι είμαι. Η κριτική με βοηθάει πολύ. Μπορεί να θυμώσω λίγο αλλά μετά μου δίνει πολύ τροφή για περαιτέρω δημιουργία.  Κανείς ποτέ δεν ξέρει όμως στα αλήθεια τι θέλει να πει η γιατί γράφτηκε το τάδε ποίημα. Ποίημα από μόνο του είναι η αντίδραση συναισθημάτων που προκαλεί που είναι μαγεία όποια και αν είναι. 


8. Σ΄ ένα ποίημά σας  γράφετε:

Τον οργασμό
μπορείς να μιμηθείς
δεν μπορείς όμως
την αγάπη.

Κι όμως έχω την αίσθηση ότι οι ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι που στο θέμα της αγάπης παίζουν θέατρο. Μιμούνται. Ίσως κάνουμε λάθος, μα θα θέλαμε εκτενέστερα την άποψή σας πάνω στο θέμα που προκύπτει από τους παραπάνω στίχους.
 Χ Α: Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα μπορείς να τα μιμηθείς. Φόβο, ζήλεια, θυμό, αυτό είναι η τέχνη της υποκριτικής. Την αγάπη μπορείς αρχικά να την μιμηθείς αλλά όχι για πολύ.  Και αγάπη είναι το συναίσθημα που ορίζει ο χρόνος. Όπως τον έρωτα. Σε συνεπαίρνει τα πρώτα χρόνια και η μαγεία του χάνεται αφού γίνεται κάτι πιο βαθύ. Το βάθος αυτό είναι η αγάπη. Που δεν χωράει δυο. Η ανάγκης του άλλου προηγείται των πάντων. Όχι η δική σου, του άλλου. Σε αυτή την πορεία παίρνουν σάρκα και οστά οι λέξεις αυτοθυσία, αυταπάρνηση και  αυτοπραγμάτωση.  Ζεις απλά για να πληροίς τις ανάγκες του ανθρώπου που αγαπάς και γίνεσαι μέσα από αυτό καλύτερος άνθρωπος. Το ίδιο με όταν γίνεσαι γονιός, που παύει το εγώ πια. Την αγάπη την ορίζει ο χρόνος, ούτε η έλξη, ούτε το σεξ, ούτε η συντροφικότητα. Δεν είστε ένα με τον άλλο όπως στην πορεία του έρωτα, γίνεστε δύο που συμπληρώνει το ένα το άλλο.  Είναι όπως σαν παιδιά του Θεού Τον αγαπάμε χωρίς ανταλλάγματα, αυτή είναι μια μαγική αγάπη και μοναδική. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να αγαπάς και τους άλλους. Και η μίμηση αρχικά καλή είναι, σε βάζει σε μια πορεία και μαθαίνεις μέσα από αυτήν τα καλά πράγματα που μπορεί να σου στείλει πίσω. Χωρίς να τα επιδιώκεις φυσικά. Η αγάπη είναι αίσθημα που δεν φεύγει άμα θυμώσεις και βριστείς, σε κάνει να νιώθεις ένα γλυκό βάρος και σε γεμίζει την ανάγκη της συγγνώμης.  Αφού όλα τα άλλα είναι κουροφέξαλα.

9. Πόσο σας βοήθησε η τεχνολογία στην προώθηση του έργου σας; Πιστεύετε στην αναγκαιότητά της ακόμα και στα γράμματα, στις τέχνες;
Χ Α: Πονεμένη ιστορία άστο. Μου σπάνε τα νεύρα οι υπολογιστές και τα κινητά. Τα χω ανάγκη για αυτό.

10.Αισθάνεστε ποιήτρια; Πως είναι να είστε γνωστή σε ένα τέτοιο χώρο; Η καθημερινότητά σας πως είναι;
Χ Α: Νομίζω κανένας ποιητής δεν θεωρεί γνωστό τον εαυτό του. Δεν γράφεις για να γίνεις γνωστός αλλιώς θα γύριζες ταινία.  Είναι αρκετό να σε διαβάζουν αυτοί που αγαπάς. Χαίρομαι πολύ όταν κάποιος μου πει πως με διάβασε, αυτόματα τον νιώθω σαν δικό μου άνθρωπο λες και τον ήξερα από πριν.  Αυτή είναι η μαγεία της ποίησης και είναι μοναδική. 
Η καθημερινότητά μου είναι δουλειά, βόλτα το σκυλί, τηλεόραση και πάλι απ’ την αρχή. Άμα αλλάξει αυτό η αλλαγή  με αναστατώνει, κάτι που συμβαίνει όποτε βγει ποιητική. Μου αρέσει η ασφάλεια της ρουτίνας μου. Κάθε αλλαγή για μένα, από την πιο μικρή ως τη πιο μεγάλη, σημαίνει και ένα ποίημα. Σκεφτείτε λοιπόν τι γίνεται τώρα που τρελάθηκε ο καιρός και από ζέστη το ένα λεπτό γίνεται συννεφιά το επόμενο. Απότομα αλλάζει και εμένα όλο μου το είναι και μπαίνω στον κόσμο της δημιουργίας χωρίς καμία προειδοποίηση. Είναι όμως όμορφο το μετά. Νιώθεις να χεις χάσει όλο το περιττό σου βάρος.  Και μπαίνεις στη ζωή φτου και απ την αρχή, πάντα σαν μικρό παιδί.

...


Δυστυχώς κάπου εδώ  τελείωσε και η επαφή που είχαμε με την ποιήτρια κα Χ. Αβρααμίδου. Μέσα στο ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο προσπαθήσαμε να διεισδύσουμε στη ζωή της ως ποιήτρια, να γνωρίσουμε μικρές αλήθειες και κυρίως να ακούσουμε τις σκέψεις της. Την ευχαριστούμε για μια ακόμα φορά. 

Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑΤΟΣ (Απόσπασμα)



Ἐσύ, μοῦ ’πε στὸ λίκνο μου σιβυλλικὴ ἀχτίδα,
τοῦ ἥλιου ποὺ ἐπῴαζε ὡς πορφυρένια κλῶσσα,
ἀπὸ τὸν πατρικὸ βωμὸ θὰ πάρεις τὴν πατρίδα,
ἀπὸ τὸν μητρικὸ ναό, τὴ μητρική σου γλώσσα.


ΠΡΟΟΙΜΙΟ


Τώρα, στὰ μολυβένια ὄρη,
ἀκράδαντα κι εὐλογημένα,
ἅγιοι ναοὶ καὶ σαρκοφάγοι,
στὶς τράμπες τῆς θεογονίας
κώδικες καὶ ἀνάγλυφά μας,
καὶ ἡ πελώρια λεοντή τους
στὰ καταράχια κρεμασμένη
στὸ βεστιάριο τῆς σελήνης,
νὰ στοιχειώνεται τὰ βράδια,
μὲς στὰ οὐράνια ὀρθωμένα
ἀκόρεστα βαθιὰ βυζαίνουν,
βαλαντωμένα φέρετρά μας,
λάρνακες ἄδειες συλημένες
ποὺ ἀθεόφοβες οὐρλιάζουν,
καλλωπισμένες μας αἰῶρες,
ἀπὸ τὰ φιλιγκρὰν τοῦ ἥλιου,
στὶς ἴριδες κι οὐράνια τόξα,
καὶ στὶς ἀψύχραντες ἁψίδες,
στὶς αἰωρούμενές μας δόξες
ἀπὸ ἀντικατοπτρισμούς μας
πλανεύονταν ἡ κιβωτός μας
στὰ κοκαλιάρικα βουνά μας,
βόρειες, κοραλλένιες ράχες
στὰ ἀκρωτήρια τῆς νεφέλης,
στὰ ὁμηρικὰ καὶ δοξασμένα,
ὅλες οἱ κορυφογραμμές τους
πασπαλισμένες, παχνισμένες
στὰ βελουδένια ὁράματά μας
κατάλευκα καὶ πουπουλένια,
τρίζουν μὴ καταποντιστοῦνε
τὰ βυθισμένα ἀρχοντικά μας,
σὰν ψαρομάλληδες δραγάτες
πορεύοντας, στὰ ριζοβούνια,
στὸν κλήδονα τὰ γονικά μας,
γονυκλινεῖς στὶς βρυσομάνες
σὰν φωσφορίζουσες κοκάλες
γητεύοντας χαλκοκουροῦνες,
στὴν σολομωνικὴ τῆς λεύκας
ξορκίζοντας τοὺς γέρο-γῦπες,
μὲς στῶν νερῶν τὶς φλυαρίες,
ψελλίζοντάς μας προφητεῖες,
στὸ θέλγητρο τῆς περιστέρας
στῆς φυλλωσιᾶς τὶς γοητεῖες,
στοῦ σεληνόφωτου τὴ σκάλα

σελ: 13


κόσμιες ὑπάρξεις ἁγιασμένες
ἄστρα λευκὰ στὰ περιστύλια,
περιστεράκια στοὺς πυλῶνες
πάνω ἀπὸ τοὺς περιστερῶνες
ἔξω ἀπὸ τοὺς περίβολούς μας
στὶς βορινές μας πολυθρόνες,
σαλεύουνε κι ἀνατριχιάζουν,
τρυγώντας ζαρωμένες ρῶγες,
ξεθωριασμένους ἀμπελῶνες,
ποὺ ἀλυχτοῦνε οἱ ἀλεποῦδες,
στὰ ἀδέσποτα λαγωνικά μας,



καὶ τριγυρίζουν σαλαμάντρες
μὲ σοφισμένα βλέμματά τους
στὰ φωτεινά τους μονοπάτια,
κι οἱ χινοπωρινοί τους δρόμοι
μὲς στὴν καλάθα τῆς σελήνης
πᾶν σαγηνεύοντας τὶς μνῆμες
μὲς στὰ ἡλιοβασιλέματά μας,
ὁ ἕνας δρόμος πάει στὸν ἥλιο
ὁ ἄλλος βγαίνει στὸ φεγγάρι,
καὶ ὁ στενόμακρος, φιδίσιος,
στὰ μονοπάτια τῆς ἀβύσσου.


 σελ:14

Ο καιόμενος


 του Τάκη Σινόπουλου 



Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.


Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές

του Νικηφόρου Βρεττάκου 


Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια του έρωτα,
άσπρισαν απ᾿ τὰ λόγια σου, γείρανε τὰ κλαδιά τους
γιόμισα το μικρό μου κόρφο, πήγα και στη μάνα μου.

Κάθονταν κάτω απ᾿ τὸ φεγγάρι και με νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω απ᾿ τὸ φεγγάρι και με μάλωνε:
Χτες σ᾿ έλουσα, χτες σ᾿ άλλαξα, που γύριζες -
ποιος γιόμισε τὰ ρούχα σου δάκρυα
καὶ νεραντζάνθια;

Αμοργός (απόσπασμα)

του Νίκου Γκάτσου



Kακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί
και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων.
HPAKΛEITOΣ

Mε την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Oι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Aλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμένα στη θάλασσα
Mήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμένα λατίνια
Kι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν
Mόνο ν' ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη
Nα κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια
Mε της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα
Kαι τότε θά 'ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι
Mες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες
Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων.


Γι' αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια
Nα τραγουδήστε τη Mπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους
Όπως περνάει η όχεντρα μες απ' τα περιβόλια των κριθαριών
Mε τα περήφανα μάτια της οργισμένα
Kι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.


Kαι μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι
Mη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια
Mη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Oύτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου
Oύτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.
Eίναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους
Eίναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου
Eίναι φωτιά σ' ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα
Eίναι των Tούρκων συμπεθεριό των Aυστραλών πανηγύρι
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ' αυγά τους
Kαι τόνε κλαίνε κι αυτές
Kαίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας
Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες
Mε τ' ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ' άλλο κελλάρι
Nα μπούνε σ' άλλες εκκλησιές να φαν τις Άγιες Tράπεζες
Kι οι κουκουβάγιες παιδιά μου
Oι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε
Kι οι πεθαμένες καλογριές σηκώνουνται να χορέψουν
Mε ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα
Mε φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια
Mε της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα
Tρώνε τα μανιτάρια των κουναβιών
Παίζουν κορώνα-γράμματα το δαχτυλίδι τ' Aη-Γιαννιού και τα φλουριά του Aράπη
Περιγελάνε τις μάγισσες
Kόβουν τα γένια ενός παπά με του Kολοκοτρώνη το γιαταγάνι
Λούζονται μες στην άχνη του λιβανιού
Kι ύστερα ψέλνοντας αργά μπαίνουν ξανά στη γη και σωπαίνουν
Όπως σωπαίνουν τα κύματα όπως ο κούκος τη χαραυγή όπως ο λύχνος το βράδυ.


Έτσι σ' ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο
Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει
Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφερή μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Mε το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον κλέφτη
Aπό το παραθύρι τής άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!




Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα
Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα
Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων
Ή όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.


Mόνο τα βόδια των Aχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας
Bόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει
Tρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ' αυλάκια
Mυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ' τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.


Πετάτε τους νεκρούς είπ' ο Hράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει
Kι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται
Kι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα
Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ' τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.
Tί να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομά του
Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.
Γιατί κι εσύ θα 'χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα 'χει γεράσει.
Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...




Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Mόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ' άστρα
Mόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Kαι νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.


Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Mόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Kαι τα κοράκια κολυμπάν σ' ένα πηγάδι μ' αίμα.


Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Kρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.


Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Mόνο ένα βράδυ του Mαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.


Kι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Kι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Mόνο καρτέρει μια στιγμή ν' ανοίξει ο πικραπήγανος
N' αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.


Mα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Eίταν του Mάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.




Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Tο ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μια σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν' ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μια μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ' ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι. Yπάρχει μια πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ' όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ' αηδόνια. Eίναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Nτέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ' αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δε θ' αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ' όλα τα σταυροδρόμια θ' ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Tότε θα 'ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Eυρώτα. Kαληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μια καλύτερη μέρα. Oι ταξιδιώτες των Iνδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ' τους Bυζαντινούς χρονογράφους.




O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του
Kατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του
Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων τού λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων
Eν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.




Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

...

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Τα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς των Ελλήνων

Τα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς  (Πανελλήνια)

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ' άγιο θρόνος.

Αρχή που βγήκε ο Χριστός
άγιος και Πνευματικός,
στη γη να περπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει.

Αγιος Βασίλης έρχεται,
και δεν μας καταδέχεται,
από την Καισαρεία,
συ' σαι αρχόντισσα κυρία.

Βαστά εικόνα και χαρτί
ζαχαροκάρνο, ζυμωτή
χαρτί και καλαμάρι
δες και με-δες και με το παλικάρι.

Το καλαμάρι έγραφε,
τη μοίρα του την έλεγε
και το χαρτί-και το χαρτί ομίλει
Άγιε μου-άγιε μου καλέ Βασίλη.

Και νέον έτος αριθμεί
την του Χριστού περιτομή
και η μνήμη του Αγίου
Ιεράρχου Βασιλείου.

Του χρόνου μας αρχή καλή
και ο Χριστός μας προσκαλεί
την κακία ν' αρνηθούμε
μ' αρετές να στολιστούμε.

Να ζούμε βίον τέλειον
κατά το ευαγγέλιον
με αγάπη με ειρήνη
και με τη δικαιοσύνη.

Χρόνια πολλά και ευτυχή
με καθαρά κι αγνή ψυχή
με χαρά και με υγεία
και με θεία ευλογία.



****

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς

Αρχιμηνιά, κερά, κι αρχιχρονιά, κι αρχή, κι αρχή καλός μας χρόνος
και κει που βγήκε, κερά μου, ο Xριστός, τριώ τριώ χρονώ παιδάκι

όλο τον κόσμο γύρισε σαν το καλογεράκι.
Kι εκεί που περιπάτησε χρυσή μηλίτσα βγήκε
και μες στα φύλλα της μηλιάς, δυο μήλα χρυσομήλα
όποιος τα πάρει χρύσωσε ο ήλιος της ημέρας
το φεγγαράκι της νυχτός που βγαίνει την εσπέρα.
Σ’ αυτά τα σπίτια τα ψηλά, τα μαρμαροκτισμένα
που ’ναι οι πέτρες μάλαμα, το χώμα ’ναι ασήμι
και μες στη μέση του σπιτιού κοιμάτ’ Άγιος Bασίλης,
ποιος είναι άξιος κι αρκετός να πα τόνε ξυπνήσει.
Eγώ ’μαι άξιος κι αρκετός να πα τόνε ξυπνήσω.
Δω’ μου τε μήλα δώδεκα, κυδώνια δεκαπέντε
και μια φασκιά ανθόνερο να πα τόνε ξυπνήσω.
Ξύπνα αφέντη τσ’ αφεντιάς και μη πολυκοιμάσαι
γιατί ο ύπνος ο πολύς μαραίνει και χαλάσε.
Σ’ αυτά τα σπίτια που ’ρθαμε τα ράφια ’ναι ξυλένια
του χρόνου σαν ξανάρθουμε να ’ναι μαλαματένια.
Για σφάξετε τον πετεινό, σφάξετε και την κότα
δω’ μας και μας τον κόπο μας να πάμε σ’ άλλη πόρτα.

Kαι εις έτη πολλά.



^^^

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς

Κάτσε να φας κάτσε να πιεις
κάτσε τον πόνο σου να πεις
κάτσε να τραγουδήσεις
και να μας καλοκαρδίσεις

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
(κι αρχή) κι αρχή καλός μας χρόνος
(Εκκλησιά) Εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο

Αρχή που βγήκε ο Χριστός
Άγιος και πνευματικός
(στη γη) στη γη να περπατήσει
(και να μας) και να μας καλοκαρδίσει

Άγιος Βασίλης έρχεται
κι όλους μας καταδέχεται
(από) από την Καισαρεία
(συ σ’ αρχό) συ σ’ αρχόντισσα κυρία

Βαστά εικόνα και χαρτί
ζαχαροκάντιο, ζυμωτή
(χαρτί) χαρτί και καλαμάρι
(δες κι εμέ) δες κι εμέ το παλληκάρι

Το καλαμάρι έγραφε
τη μοίρα μου την έλεγε
(και το) και το χαρτί ομίλει
(άσπρε μου) άσπρε μου Άγιο Βασίλη

Του χρόνου μας αρχή καλή
και ο Χριστός μας οδηγεί
κακία να αρνηθούμε
μ’ αρετές να στολιστούμε



^^^^

Κάλαντα Κεφαλλονίτικα Πρωτοχρονιάς


Άγιος Βασίλης έρχεται
Γενάρης ξημερώνει
ο μήνας που μας έρχεται
το χρόνο φανερώνει.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.

Την άδεια γυρεύουμε
στο σπίτι σας να μπούμε
τον Άγιο με όργανα
και με φωνές να πούμε.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.

Εκοίταξα στον ουρανό
και είδα δυο λαμπάδες
και με το καλωσόρισμα
καλές σας εορτάδες.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.

Και πάλι ξανακοίταξα
και είδα δυο στεφάνια
και με το καληνύχτισμα
καλά σας Θεοφάνεια.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.




Τραγουδιούνται όμως και τα παρακάτω:

Καλήν εσπέραν άρχοντες καλήν να σας ειπούμε
ότι και αύριον εστί ανάγκη να χαρούμε
και να πανηγυρίσομεν Περιτομήν Κυρίου
και εορτήν του μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου.
Άγιος Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει
ο μήνας που μας έρχεται το χρόνο φανερώνει.
Εκοίταξα τον ουρανό και είδα δυο στεφάνια
και με το καληνύχτισμα καλά σας Θεοφάνια.
Σ’ αυτό το σπίτι που ήρθαμε πέτρα να μη ραγίσει
και ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Δώστε κι εμάς τον κόπο μας ό,τι είναι ορισμός σας
και ο Άγιος Βασίλειος να είναι βοηθός σας.





^^^
Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Ικαρίας 

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκεν ο Χριστός Άγιος και πνευματικός
στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται και εμ μας καταδέχεται
από την Καισαρεία συ σ’ αρχόντισσα κυρία.

Βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε.
Και του χρόνου να σας πούμε βάλτε μας κρασί να πιούμε. (Επωδός)

Ηύρα την πόρτα σου ανοιχτή θαρρώ πως έχεις και πηχτή,
φοινίκια, λουκουμάδες και κρασί με τους κουβάδες.
Κατέβηκεμ μια πέρδικα στον ποταμό την εύρηκα
και βρέχει τα φτερά της στα γαλανά νερά της.
Κι έβρεξε τον αφέντη μας το όνομα νοικοκύρη το λεβέντη μας.

Επωδός

Εσένα όνομα νοικοκύρη πρέπει σου βάλε στραβά το φέσι σου.
Και πάλι ξαναπρέπει σου καρέκλα κορδονένια,
για ν’ ακουμπάς την πλάτη σου τη μαργαριταρένια.
Και πάλι ξαναπρέπει σου στ’ άλογο να καθίσεις,
τη γη να μην αγγίζεις.

Επωδός

Πολλά `παμε τ’ αφέντη μας, να πούμε της κεράς μας.
Κερά ψηλή, κερά λιγνή, κερά γαϊτανοφρύδα
πού `χεις τον ήλιον πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
και του κοράκου τα φτερά τα `χεις τα πανωφρύδια.

Επωδός

Πολλά `παμε και της κεράς, να πούμε και του γιου σας.
Έχετε γιο στα γράμματα και γιο εις το κοντύλι,
να τ’ αξιώσει ο Θεός, να βάλει πετραχήλι.

Επωδός

Πολλά `παμε του γιου, να πούμε και της κόρης.
Έχετε κόρην έμορφη, κόρη μαλαματένια
του ήλιου και του φεγγαριού και της αστροφεγγίτας,
γραμματικός τη γύρευε κι ήθελε να την πάρει.
Γυρεύει κάμπους άθερους και κάμπους θερισμένους
γυρεύει και τη θάλασσα με ούλλα τα βαπόρια
γυρεύει και τον κυρ βοριά, να τα καλαρμενίζει.

Επωδός

Σ’ αυτό το σπίτι πού ῤθαμε πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.




^^^^

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Μακεδονίας


Ήρθε πάλι νέο έτος εις την πρώτη του μηνός
ήρθα να σας χαιρετίσω δούλος σας ο ταπεινός.

Ο Βασίλειος ο Μέγας, ιεράρχης θαυμαστός
εις την οικογένειά σας να ‘ναι πάντα βοηθός.

Τα παιδιά εις το σχολείο να πηγαίνουνε συχνά
να μαθαίνουνε το βίο, της πατρίδας τα ιερά.

Και για τους ξενιτεμένους έχω να σας πω πολλά
σας αφήνω καληνύχτα και του χρόνου με υγειά.



^^^^


Κάλαντα Ποντιακά Πρωτοχρονιάς

Αρχή κάλαντα (κι αρχή του χρόνου – δις)
Πάντα Κάλαντα, (πάντα του χρόνου-δις)

Αρχή μήλον έν’ (κι αρχή κυδών έν’-δις)
Κι αρχή βάλσαμον (το μυριγμένον-δις)

Εμυρίστεν ατο (ο κόσμος όλεν-δις)
Για μυρίστ’ ατο κι εσύ αφέντα – καλέ μ’ αφέντα

Ένας είσαι και (μην κοιμάσαι-δις)
Αν κοιμάσαι (εγώ ξυπνώ σε-δις)

Έρθαν τι Χριστού (τα παλικάρεα-δις)
Και θυμίζουν (τον οικοκύρην-δις)

Κι αν ανιοιείς μας (χαράν σην πόρτας σ-δις)
Χα μηλόπα, χα ξερά τζιρόπα – ξερά τζιρόπα

Λύσον την κεσέ σ (και δος παράδας-δις)
(Χρόνια πολλά πάντα και του χρόνου)



^^^^

Κάλαντα Θράκης


Άη Βασίλης έρχιτι άπου την Καισαρεία
βαστάει εικόνα κι χαρτί, χαρτί κι καλαμάρι.

του καλαμάρι έγραφι κι του χαρτί μιλούσι
- Βασίλη μ'πούθι έρχισι κι αμπούθι κατιβαίνεις

- Κι άπου τη μάνα μ' έρχουμι κι στου σκουλειό πααίνου
- Κάτσι να φας, κάτσι να πιείς, κάτσι να τραγουδήσεις.

- Που γω γράμματα μάθινα, τραγούδια δεν ηξεύρου.
- Κι θαν ηξεύρεις γράμματα, πες μας την άλφα βήτα.

Κι του ραβδί τ' ακούμπησι να πει την άλφα βήτα
κι του ραβδί τ' ήταν ξιρό κι βλάστησι κλουνάρια

κι απάνου στα κλουνάρια του πιρδίκια ελαλούσαν
δεν ήταν μόνου πέρδικις ήταν κι περιστέρια.





^^^^

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Κέρκυρας

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, πρώτη του Γεναρίου.
Αύριο ξημερώνεται τ΄Αγίου Βασιλείου.
Άγιος Βασίλης έρχεται, από την Καισαρεία.
Βαστάει εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε!
-Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθε κατεβαίνεις;
-Από τη μάνα μ΄ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω,
να μάθω τ΄άγια γράμματα και τ΄άγιο Ευαγγέλιο!
Σ΄ αυτήν την πόρτα που ΄ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει,
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού,χρόνια πολλά να ζήσει!
Να ζήσει χρόνους εκατό και να τους απεράσει,
και στων παιδιών του τις χαρές κουφέτα να μοιράσει!
Κυρά χρυσή , κυρ΄ αργυρή , κυρά μαλαματένια,
που σε χτενίζουν άγγελοι με τα χρυσά τους χτένια,
άνοιξε το πουγκάκι σου το μαργαριταρένιο,
και δώσε μ΄ ένα τάλληρο, ας είναι κι ασημένιο!
Και τώρα καληνύχτα σας, καλό ξημέρωμά σας,
κι ο Άγιος Βασίλειος να ΄ναί βοήθειά σας!



^^^^


Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Τήνου

Εις αυτό το νέο έτος Βασιλείου εορτή ήρθα να σας χαιρετήσω
με την πρέ (2) πουσα ευχή.

Πρώτον αρχινώ και λέγω και θερμώς παρακαλώ να διέλθητε μ' υγεία μ' όλο σας (2) τ' αρχοντικό.

Και για τους ξενιτεμένους
έχω να ειπώ πολλά όπου είναι και βρίσκονται να' χουν την (2) καλή χρονιά.

Κι άλλα έτερα σας πρέπουν να ειπώ δεν ημπορώ σας αφήνω «καληνύχτα» και του χρό- (2) νου με καλό.



^^^^

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Αμοργού

Αφέντη, αφέντη ολάφεντε πέντε βολές αφέντη εσέ σου πρέπει αφέντη μου στο μαύρο καβαλάρης τρεις να βαστούν τη σέλα σου κι έξε το χαλινάρι και τρεις να σε παρακαλούν αφέντη καβαλάρη.

Οπούπαμε τ' αφέντη μας ας πούμε της κεράς μας. Κερά μαρμαροτράχηλη και φεγγαρομαούλα πούσεις τον ήλιο πρόσωπο και, το φεγγάρι στήθος και του κοκόρου το φτερό εσείς καμαροφρύδι.

Εδώ που καλαντίσαμε καλά μας επληρώσαν καλά να παν τα έτη τους και τα υπάρχοντα τους ρόδα και τριαντάφυλλα εις τα προσκέφαλά τους.




^^^^

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Ζακύνθου

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
κι αρχή καλό μας χρόνος!
Υγεία αγάπη και χαρά
να φέρει ο νέος χρόνος!
Υγεία αγάπη και χαρά
να φέρει ο νέος χρόνος!

Να ζήσει ο κύρης ο καλός
να ζήσει κι η κυρά του!
Ολά του κόσμου τ΄αγαθά
να έχει η φαμελιά του!
Ολά του κόσμου τ΄αγαθά
να έχει η φαμελιά του!
Να ζήσει τ΄αρχοντόπουλο
που ΄χει καρδιά μεγάλη!
Σ΄εμάς και την παρέα μας
ενά φλουρί να βάλει...
Σ΄εμάς και την παρέα μας
ενά φλουρί να βάλει...



^^^^

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς της Κρήτης ή τα Κάλαντα του Ζευγά


Μέρος πρώτο:

Ανοίξετε τη πόρτα σας
τα κάλαντα να πούμε
και βάλτε και μιά ρακή,
 για να σας ευχηθούμε

"Ταχιά ταχιά ‘ναι 'αρχιχρονιά
Πρώτη γιορτή του χρόνου,
αρχή που βγήκε ο Χριστός
στη γη να περιπατήσει.

Και  εβγήκε και χαιρέτησε
όλους τους ζευγολάτες.
Και ο  πρώτος που χαιρέτησε
ήταν Άγιο Βασίλης

-Καλώς τα κάνεις Βασιλειό,
καλόν ζευγάριν έχεις.
-Καλό το λες αφέντη μου καλό
και ευλογημένο,
 η χάρη σου το βλόγησε
 με το δεξιό σου χέρι,
με το δεξιό με το ζερβό
με το μαλαματένιο.

-Για πες μου Άη Βασίλη μου
πόσα μουζούρια σπέρνεις;
-Σπέρνω σταράκι δώδεκα,
κριθάρι δέκα πέντε
ταγή και ρόβι δεκαοχτώ
κι από νωρίς στο στάβλο.

Φέρε καρύδια, κάστανα,
πανιέρια λεπτοκάρυα
και φέρε και γλυκό κρασί
να πιουν τα παλικάρια

Και από την μαύρη όρνιθα
κανένα αβγουλάκι
και αν είναι από τη γαλανή
ας είν’ και  ζευγαράκι

Και από το λαδοπίθαρο
κια μια οκά λαδάκι
και ας είναι και περισσότερο
κρατούμε εμείς ασκάκι

Τέσσερα πέντε πράγματα
που τάχει η περιστέρα
ανοίξετε την πόρτα σας
να πούμε καλησπέρα.

Μέρος δεύτερο:

Κι εσένα πρέπει αφέντη μου,
αλέτρι καρυδένιο,
να’χει την έχερη χρυσή
τη γούλα κυπαρίσσι,
και τα παρούτια μάλαμα
και το ποδάρι ασήμι,
το ζεύτη σου μεταξωτό,
τσι ζεύβλες μπακιρένιες,
να ‘ χεις και το σποροντρουβά,
γαϊτανοπλουμισμένο.
Να καλουργάς τη Μεσσαρά,
να σπέρνεις το Μισσίρι
κι απού τα δώδεκα χωργιά
να φέρνει θεριστάδες.

Έχεις και κόρην όμορφη
στην ώρα τζη λογάται,
του δούκα ο γιος τη ρέχτηκε,
τ'αρχόντου ο γιος τη θέλει
και πέμπει μήλο προξενιά,
μπέμπει τση δαχτυλίδι,
πέμπει τση πόλης τα κλειδιά
να του τη λογοστέσει.

Έχεις και γιο πρωτόσκολο
και πρώτο στο δοξάρι
κι εζήλεψέντου ο βασιλιάς
γαμπρό να τόνε κάμει.
Δίδει του προύκα τα Χανιά,
τη Στεία πανωπρούκι,
το Κάστρο και το Ρέθυμνο
δίδει του γι’αρρεβώνα.

Εσένα πρέπει αφέντισσα,
βασιλικό αργαστήρι,
που να ‘χε χτένι μάλαμα
να φαίνεις το μετάξι,
που να ‘χει πέταλο χρυσό
να φαίνεις τα βελούδα
και τη σαΐτα φίντισι
να φαίνεις το περκάλι.

Είπαμε δα για την κερά
ας πούμε για τη βάγια,
- Άψε βαϊτσα το κερί,
άψε και το λυχνάρι
και κάτσε και ντουσούντιζε
 ίντα θα μας εφέρει,

για πακι για λουκάνικο
κι απ' αγριμιού κομμάτι
κι από τη μαύρη όρνιθα
κανένα αυγουλάκι
κι αν το' κανε κι η γαλανή
ας είναι ζευγαράκι.

Για απάκι, για λουκάνικο,
για χοιρινό κομμάτι
κι από τον πύρο του βουτσιού
να πιούμε μια γεμάτη.

κι από το πιθαράκι σου
λάδι ένα κουρουπάκι
κι αν είναι κι ακροπλιάτερο
Βαστούμε  και τ' ασκάκι.


Μέρος τρίτο:

Σε τούτονε τ' αρχοντικό
 ερέχτηκα και μπήκα,
γιατί ναι τα δοκάρια του
μηλιές και κυπαρίσσα

Κι αν είναι με το θέλημα
χρυσή μου περιστέρα,
άνοιξε και την πόρτα σου
να πούμε καλησπέρα

Μα ακόμη δεν τον ηύρηκες
το μάνταλο ν' ανοίξεις,
να μας εδώσεις κατιτίς
κι ύστερα να σφαλίξεις.

Δώστε μας για τον κόπο μας,
'ότι ναι ο ορισμός σας
και ο Χριστός μας πάντοτε
να είναι βοηθός σας.

Μέρος τέταρτο:

Επά που καλαντίσαμε,
να ‘ναι ο Χρηστός μαζί τους
κι ο Άη Βασίλης βοηθός
κι οι δώδεκα Αποστόλοι,
χρουσά ζευγάργια να χετε,
γερά κι’ευλογημένα
τ'αμπάργια να γεμίζετε
και να χετε στο σπίτι
τση Βενετιάς το χαζινέ,
τση Πόλης τα καλούδια.

Επά που καλαντρίσαμε
καλά μας επληρώσαν
πολλά να έχει τα έχη τους
και τα ποδομάτά τους

και αν έχουν και αρσενικό παιδί
στη σέλα καθισμένο
να σιέται να λυγίζεται
να πέφτει το λογάδι
να το μαζώνει η μάνα του,
να'χει χαρά μεγάλη.

Κι εδά καληνυχτίζουμε
κι εσένα πρωταφέντη,
ολοχρονίς στο σπίτι σου
ο Θιός καλό να πέμπει!

Και του καιρού χαιράμενοι
να είν' η αφεντιά σας,
ο νοικοκύρης κι η κερά
και τα παιδόγγονά σας.

Του χρόνου να ξανάρθωμε
και δίπατο να βρούμε
και στα κερκέλια του σπιτιού
δεμένα δυο μπεγίργια.
Το να για την αρχόντισσα
να πηαίνει στ’αγιομήσα,
τ'άλλο για τον αφέντη μας
να βγαίνει στο σεϊρι…



Ἑτέρα ἐκδοχὴ Ρεθύμνης

Ταχειὰ- ταχειὰ ῾ν᾿ Ἀρχιμηνιά, ταχειὰ ῾ν᾿ ἀρχὴ τοῦ χρόνου,
ἀρχὴ ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστὸς στὴ γῆ νὰ περπατήξει.

Κι ἐκειὰ ποὺ πρωτοπάτησε χρυσὸ δεντρὶ ἐβγῆκε,
χρυσὸ δεντρί, χρυσὸ βαγί, χρυσὸ κυπαρισσάκι.

Χρυσᾶ ῾ταν τὰ κλωνάρια-ν-του κι ὁλάργυρη ἡ κορφή-ν-του
καὶ κάτω στὴ ριζίτσα-ν-του γράμματα ἦσαν γραμμένα.

Δασκάλοι τ᾿ ἀναγνώθουνε, διάκοι κανοναρχοῦν τα
καὶ τὰ μικρὰ διακόπουλα στέκουν καὶ συντηροῦν τα.

Κι ὁ ἥλιος ἁποὺ πρόβαλε στσ᾿ Ἀνατολῆς τὰ μέρη
παίρνει τα καὶ πηγαίνει τα, κάτω στὸ περιγιάλι.

Βρίσκουν ἐκειὰ τὸ Βασιλειὸ ἁποὺ ῾κανε ζευγάρι.
Καλῶς τὰ πᾶς Βασίλειε, καλὸ ζευγάρι ἔχεις!

Καλὸ τὸ λὲς ἀφέντη μου, καλὸ κι εὐλογημένο,
ἀφοῦ τὸ βλόγησ᾿ ὁ Χριστὸς μὲ τὸ δεξό-ν-του χέρι,
μὲ τὸ δεξό, μὲ τὸ ζερβό, μὲ τὸ μαλαματένιο.

Πές μας νὰ ζήσεις Βασιλειό, πόσα μουζούρια σπέρνεις;
Σπέρνω σταράκι δώδεκα, μουζούρια δεκαπέντε,
ταγὴ καὶ ρόβι δεκοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ στάβλο.

Ἂν εἶναι θέλημα Θεοῦ, χρυσή μου περιστέρα,
ἀνοίξετε τὴ-ν–πόρτα σας νὰ ποῦμε καλησπέρα.

Ἐπᾶ ποὺ καλαντίσαμε, καλὰ πλερώσετέ μας,
καλὰ νά ῾ναι τὰ τέλη σας καὶ τ᾿ ἀποδέματά σας.

Πάνω ἀπ᾿ τὴν πόρτα σας ὁ Θιός, γράφει τὴν ἀλφαβήτα,
τώρα μισεύγομε κι ἐμεῖς καὶ λέμε καληνύχτα!

Καλὴ χρονιὰ καὶ εἰς ἔτη πολλά!




^^^^^^
Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Προσοτσάνης Δράμας

Άγιους Βασίλης έρχιτι από την Γκαισαρεία
σέρνει μουλάρια δώδικα καμίλια δικαπέντι.
Η μούλα η κανακαριά που σκώνει τουν αφέντη
σηκώνει τουν κι θέτει ντον σι πράσινα λιβάδια
λιβάδια κι δρουσουπηγές κι αυλές μαρμαρουμένις
κι βάλι του χιράκι σου στην αργυρή σου τσέπη
και δώς στα παλικάρια σου πεντ' έξ ουχτώ δουκάτα
για να τα φάν, για να τα πιούν και να τα τραγουδήσουν
για να τα φάν, για να τα πιούν να πούνι κι του χρόνου.

^^^^

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Ηπείρου

Ένας μικρός, μικρός μικρούτσικος, μικρός και χαϊδεμένος.
Τον έπλενε, τον έντυνε και στο σχολειό τον στέλνει.
Παιδί μ’ να μάθεις γράμματα, παιδί μ’ να μάθεις γνώση.
Τα γράμματα μες στο χαρτί κι η γνώση πέρα ως πέρα.
Για βάλε το χεράκι σου στην αργυρή σακούλα
κι αν έχεις γρόσια δώσε μου φλουριά μην τα λυπάσαι
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χιλιά χρονιά να ζήσει.
Και του χρόνου!


^^^^^



Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Δυτικῆς Μακεδονίας

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει,
σὰ φέτος καὶ τοῦ χρόνου.

Ἐδῶ σὲ τούτην τὴν αὐλή, στὸ μαρμαροστρωμένο,
ἐδῶ ῾χουν χίλια πρόβατα καὶ δυὸ χιλιάδες γίδια.

Σὰν τὰ μυρμήγκια περπατοῦν, σὰν τὰ μελίσσια πᾶνε,
μὲ τὴ φλογέρα τὰ λαλοῦν, μὲ τ᾿ν ἀντρειὰ τὰ διώχνουν.

Χρόνια πολλά, καλὴ χρονιὰ στὸ σπίτι σας.




^^^^^

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.