Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης: Βραβεία 1976


Α’ βραβείο: «Άσπρα πουλιά» (Μαρία Δουράκη / Θανάσης Νανόπουλος), 
Β«Χίλιες φορές» (Κωστής Χρήστου / Ρόνη Σοφού - Αντώνης Πετρίδης)
Γ’ βραβείο: «Παλιέ μου φίλε» (Δάκης / Σάκης Τσιλίκης)
Βραβείο καλύτερου στίχου: Γιώργος Βεντουζάς
Βραβείο καλύτερης μελωδίας: Σάκης Τσιλίκης (Παλιέ μου φίλε)
Βραβείο καλύτερης ενορχήστρωσης: Τζικ Νακασιάν

Βραβείο καλύτερης ερμηνείας: Δάκης (Παλιέ μου φίλε)


***

Α’ βραβείο: «Άσπρα πουλιά» στίχοι: Θανάσης Νανόπουλος


***

Β’ βραβείο: «Χίλιες φορές» 




***

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

[Οι κραυγές των γλάρων]

του Πάνου Καπώνη

Στιγμές στιγμές
μυθικοί γλάροι άγγιζαν τον πυθμένα
μακρυά μέσα στη θάλασσα
με τις πεταλούδες τριγύρω
στην ακτινοβολία του ήλιου.

Έπειτα ήχοι πρωινών σαλπίγγων
σήκωναν σμήνη φτερωτών
που ανταπέδιδαν το χαίρε
στο λαμπερό πρωινό
που πιτσίλιζε ο αφρός της θάλασσας.

*

Όμως μετά από σαράντα χρόνια
ένας γλάρος των Κυκλάδων
ξάφνιασε με τις οιμωγές του
και έκλεβε τα ψάρια των άλλων
γλάρων που πετούσαν αμέριμνοι
προσπαθώντας να δοξαστεί
ανάμεσα στον κύκλο που σχημάτιζαν
οι πολύχρωμοι γλάροι στη χώρα
των τυφλών ποιητών που δεν
ακολουθούσαν το πλοίο της γραμμής.

*

Έτσι λοιπόν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα
τρώγοντας παγωτό χωνάκι
δυό μαύροι γλάροι τον έδειραν
στο πεζοδρόμιο έξω απ’ τον ομφαλό
μιας ποίησης που καραδοκούσε.

[Στους Δημόσιους Κήπους]


του Πάνου Καπώνη

Κοιτάξτε,
οι δημόσιοι κήποι μετακόμισαν μες τη βροχή
μαζί με τις νύχτες που μιλούσα μόνος στο κενό
πάντα παρά πέντε δώδεκα στο άδειο δωμάτιο.

Η σκέψη μες το γρασίδι ήταν αδιάκοπα υγρή
μα ποιος της άνοιξε ξαφνικά και μπήκε μέσα
και λόγω συμμετρίας μαζεύτηκα στην γωνιά.

Κοιτάξτε,
εγώ επιμένω στις σιωπηλές καμπύλες της
δεν θέλω να βγει με απορία απ’ τα ρούχα της
και να σκαρφαλώνει ασυναίσθητα στο χάος.

Το πήδημα θανάτου κλείνει την πόρτα μου
και υποδύεται την φλογερή καστανή γυναίκα
που βγαίνει απ’ τον καθρέφτη, ανοίγει τα χέρια
οσμίζεται τις απαλές τις θύμισες, τις χάντρες
τις τρυφερές αισθήσεις τ’ ατέλειωτα βράδια
και εκεί απρόβλεπτα μπαίνει στους πόρους μου.

Κοιτάξτε,
οι δημόσιοι κήποι δεν είχαν φύγει ποτέ από κει.
Ξημέρωσε πια.

Το νησί μετά την πτήση

του Πάνου Καπώνη 

Οι καμπύλες χάθηκαν απ΄ τη θάλασα
ανάμεσα στο κάστρο και
την απεραντοσύνη του Αιγαίου
ώσπου φώναξες ταξί.

Ο καυτός ήλιος που έλαμπε
δεν ήταν φιλτραρισμένο φως
στα κυπαρίσσια
ούτε όταν έβγαλα τα γυαλιά μου
στις διαφημίσεις του ξενοδοχείου.

Μεσαιωνικές βίγλες καρφωμένες
στον αιώνα σκιές παρελθόντων
κυμάτων ανατρίχιαζαν
στους εκκωφαντικούς ήχους της παραλίας.

Κι εσύ ως νότα ταξίδευες
στο άπειρο απέναντι στη σελίδα
του εικονογραφημένου σπιτιού
με τις νεραντζιές και τα άνθη.


Χίος, Ιούνιος 2008

After dark



Εκρηκτικά φαινόμενα εκλάψεων
μετά τη νύχτα
που λάμπει αδιάκοπα
στα μαύρα ηχητικά συστήματα
ώθησαν σπασμούς
στο πεζοδρόμιο
και στις πέριξ ανταύγειες οφθαλμών.

Οι προβολείς άναψαν
στη ροή των διαχωρισμών των ήχων
φύλλα που σκέπαζαν
τα ευτυχισμένα λουλούδια

Ρεύματα



Στο μήκος του ήχου προεξείχε η διαδήλωση
αναλώσιμη στη φλόγα των φλογοβόλων

Ανάμεσα στα γυμνά πόδια των λαμπρών φεγγαριών
οι υπόγειοι ρυθμοί ούρλιαζαν στο βάθος

ρεύματα οινοπνεύματος.

Αναμνήσεις από τον πρώτο κόσμο


(2η εκδοχή)

Μακριά απ’ τις χιονισμένες λίμνες

Σε κάποιο απ’ τα δώδεκα μέρη
με τα ισάριθμα ταξιδιωτικά δοκίμια
της συλλογής του «Χειμώνας για μεγάλο καθρέφτη»
που καμιά φορά διανθίζει με σκίτσα
αναγράμματα ή κάλαντα της προτεσταντικής τούνδρας
ο Μωρίς φαν ντερ Μόιτεν διαβεβαιώνει
ανάμεσα σε μάταιες προθέσεις και συνετισμούς των παιδιών του
ότι κατά το ταξίδι στη Ροδεσία της στροφής του νέου έτους
είδε λευκούς σε λινά πουκάμισα με καπέλα παναμά
να καίνε στα ποτάμια
τις μονοετείς γέφυρες από πλεξίδες ξεραμένων ριζών
και νεκρούς βαμμένους με κιμωλία να κυνηγούν ύαινες
γύρω απ’ τον μεγάλο νερόλακκο με την αποφορά της βροχής

όμως στα σταχτιά σοκάκια με τα χαμόσπιτα
από πεπιεσμένη κόκκινη γη
στα πρόθυρα της πρωτεύουσας των ορυχείων
όπου συγχρωτιζόταν επί μήνες τους τυχοδιώκτες
τους λαθροθήρες και τα αυτόκλητα όργανα της τάξης
ή τα γυμνά παιδιά με τις γαλάζιες μύγες
που βγαίναν μαζί με κατσίκες
από κάτι σπηλαιώδεις φάτνες από τενεκέ και κούτες φαρμάκων

ουδέποτε συνάντησε κάποιον ευσεβή ή περίεργο
για τα θαύματα του Σωτήρα που εικονιζόταν στις κάρτες
της ερωμένης του που έστελνε γάντια
απ’ τις Βρυξέλλες, τη Βέρνη ή το Αμβούργο ανταποκρινόμενη
καμιά φορά απερίσκεπτα
στο μοναδικό όπως νόμιζε άξιο πάθος
που υπαγόρευε τις πολυσέλιδες επιστολές του προς τον Θεό
που αποτελούν ήδη αναπόσπαστο μέρος
των παρυφών της βελγικής λογοτεχνίας

στα τέλη της αποικιοκρατίας.

Κυριαρχία

Σου αρέσουν οι γυναίκες σου να είναι υποτακτικές κι εγώ δεν είμαι. 
Παίρνεις το αυτί μου μέσα στο στόμα σου. 
''Με ακούς; Να πας να γαμηθείς'' 
Δεν μιλάς. Σπάνια το κάνεις. 
Αρπάζεις και τους δυο καρπούς με το ένα χέρι σφιχτά. 
Βάζεις το άλλο σου χέρι μέσα μου. 
Με γαμάς με το δάχτυλο. Πονάει. Μ' αρέσει που πονάει. '
'Είναι πολύ άγριο, να πας να γαμηθείς, να πας να γαμηθείς...'' 
Δεν μιλάς. Δεν σε νοιάζει. 
Συνεχίζεις να το κάνεις.
 Και συνεχίζεις. 
Και συνεχίζεις... 
Κυριαρχία. 
Πλήρης υποταγή. 
Και μόνο έτσι το θέλω.   



Πηγή: www.lifo.gr

Το πόδι / Αβούρης Παύλος




ο λόξυγγας
ο κλότσιγγας
ο μπερδεψοβαρότσιγγας
ο πόντικας
ο Γόντικας
ο μύρμηρος ο ρόντικας
ο μπίκανης
ο μήκανης
ο αρχιμπερδομπίκανης
ο ζήτουλας
ο γύφτουλας
ο φύσουλας ο φύσουνας
ο ζήμαντρος ο αρχιεπής
ο φως ο ζην ο γείσος
ο σώος ο φιλότιμος ο άτιμος ο γείτονας
ο κιεγωδέν ξερωαπαυτά
ο κιεγωδέν σεβρήκα.

Μακριά απ’ τα παιδιά αυτά
τα σπίρτα σου τα ζήτα σου τα άσπρα τ’ απαυτά σου
ο κόκκινας ο πράσινας ο πούλης ο πουλάκης
ο παύλαρχος ο ύποπτος που θε να ’ρθεί κοντά σου
πολύτιμος πολλάκριβος μονάκριβος και μολερός
τριχόστιφτος αργύθυμος μα πάντα τόσο πρόθυμος
απίστευτος ανήστευτος ζητάει την αρχοντιά σου.
Ο αγαπιός ο φοβερός ο παρελθός ο μέλλος
κι αυτός εκεί, διπλός-μονός, κούκος απλός και πάμε
ίσως εδώ, ίσως πιο κει, ίσος μόνο με σένα
ίσος και πάνισος που λες, ίσος που δεν το είπες
αυτός είναι, δεν έχει αλλιώς, δεν έχει άλλη προίκα
σε θέλει, σε γυρεύεται, σε μαγειρεύεται.
Ο φίδαρχος, ο φύλλαρχος, εδώ είναι βρε, ναι, νάτος!

«Μανόλιες και ευκάλυπτοι» (απόσπασμα)

Αμφίβιον

Έζησα ως τώρα διπλή ζωή, αμφίβιο.
Μια να γλιστρώ στου νηπιακού βυθού το γάργαρο νερό
και μια σερνόμενη στην πηλόπλαστη των ενηλίκων χώρα.
Κι ήτανε τόσο ελκυστικός ο κήπος του νερού -νειλωτικό τοπίο
κι απύθμενη η δίψα μου στη θαλερότητά του,
που αρνήθηκα της στερεότυπης ουσίας το συμβιβασμό
τα λογικά επακόλουθα αψηφώντας.
Χάθηκα στα διαυγή νερά παρέα με ιππόκαμπους
με παιδιά χελιδονόψαρα μάζευα κοχύλια.
Καθόλου εύκολο να κερδίσω την καρδιά τους.
Τα παιδιά κοιτούν κατάματα -άψογο φιλτράρισμα-
δεν τα ξεγελάς.
Κι εγώ ξένο σώμα στον υγρό τους παράδεισο
μα τυχερή στο αλισβερίσι της αγάπης παρά τα λάθη.
Εκεί η ζωή ονειρική και καθαρτήριο
κι ο ήλιος να χαμογελά στις ζωγραφιές τους.
Μα η κοίτη μου ξεράθηκε, -πώς άδειασε η κλεψύδρα;
κι εξόριστη τώρα γυρνώ σε κόσμο ξένο κι άγνωρο
με αγκάθια και πονάω.
Ξυπόλητη είμαι και γυμνή- πώς έγινε; -Κρυώνω.
Έρημη χώρα και τραχιά. Διψάω.
Που η θλίψη μου τη λίπανε καθώς μονάχη κλαίω.
Αμφίβιο κάποτε του Νείλου ερπετό
σαύρα απόγινε που κείτεται στα βότσαλα του ήλιου.
Πώς την έλλειψη να αντέξω, να συμβιβαστώ…
«Δεν ανήκω εδώ!» Στ’ αστέρια το φωνάζω.
Απόκριση καμιά, μονάχα βλέμματα
πύρινα, αλαζονικά και λάγνα.
Τα παιδιά κοιτούν κατάματα με ξάστερο το βλέμμα
μα εδώ μονάχα τη βολή τους κανακεύουν.
Απελπισμένη αναζητώ όπου νερό γυαλίζει
τη μυστική θύρα να βρω
μ’ άλλο «σουσάμι άνοιξε» κλειδί ν’ ανοίξω
να καταβυθιστώ και πάλι
στον κόσμο που με άφησε να βγω χωρίς επιστροφή.
Αμφίβιο κάποτε περήφανο του Νείλου
τώρα απελπισμένο κι άνουρο του οίκου ερπετό
δακρύζοντας αναπολώ τα περασμένα.
Άραγε θα πίστευε ποτέ κανείς τα δάκρυα αυτά
γι’ αληθινά, κι όχι προσποίησης και δόλου
κροκοδείλια;
`
***
Μέρες οργής

Τους λειμώνες της ψεύτικης στοργής
οι χειμώνες της οργής διαδεχτήκαν.
Φρικτή βασίλισσα η οργή
λόγια τραχιά ξεφυσάει
πυρωμένα κάρβουνα
στου πλήθους την αψάδα.
Στη βράση γεννάει ήρωες κι αυτόχειρες
αθώα θύματα και τέρατα αιμοβόρα.
Επιθυμεί δικαίωση, εξαγνισμό
ή μίσους παρανάλωμα.
Της θνητής φύσης πλούσιο- αλί- κοίτασμα
θολώνει μόνιμα το νου, αντίληψης το θάμπος.
Της συντέλειας αυτή δόλιος κολαούζος, άθλιος
της ευτέλειας φίλος διάβολος
λυμαίνεται την Ύπαρξη σ’ ασφοδελούς λειμώνες.
Κι όσο η ευκταία Εδέμ παραμένει άφαντη
ή πλαστός αντικατοπτρισμός
στα όμματα όσων ασελγώς θωπεύουν την ελπίδα
τα σταφύλια της οργής κείτονται
φθηνός και περίοπτος καρπός
λαχταριστός κι ώριμος προς βρώσιν πάντα.
Ομαλά προς αυτόν τα πράγματα

εφιαλτική συνηγορία καιρού και καιροσκόπων Εφιαλτών!

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.