Σὲ κορυφὴ ἀνεμοδαρμένου λόφου.
Κάτω ὁ πλημμυρισμένος κάμπος
Κοῖλος καθρέφτης τύφλωνε τὸν οὐρανὸ
Καὶ στὴν πεπλατυσμένη λίμνη του τὸ ἀργὸ φεγγάρι
Κατέβαζε τὸν πατέρα - ἀνόθευτον ἀπ τὸν καιρὸ -
Καὶ τὸν ἀπέθετε στιλπνὴ μαρμαρυγὴ
Στὰ φωτισμένα σπάρτα.
Ὤ πόση πίκρα στὴ θέα τοῦ πατέρα μου
Ποὺ ἔσερνε σιωπηλὸς τὴ λύπη του
Μὲς στὸ δικό μου τέλμα.
Στὶς τσέπες μου τότε κοίταξα μ' ἀδημονία
Νὰ βρῶ τὰ σύνεργα τῆς ποθητῆς γραφῆς
Κι ἀπ' τοῦ μυαλοῦ μου τὶς πτυχὲς ἀνέσυρα
Σωρὸ τὶς λέξεις μὲ τὰ μακρινὰ μηνύματα
Καθὼς τῆς μνήμης μου ἀστείρευτα
Καταύγαζαν οἱ λαμπερὲς εἰκόνες.
Κι ὅμως τὸ ποίημα ἔτρεμε ἀνάερο
Καὶ τὸ σκοτάδι ἔπεφτε σὰν χαλαρὴ βροχή.
Ἔπεφτε τὸ σκοτάδι πύκνωνε
Καὶ τὸ ἀναθρῶσκον ποίημα χανόταν λίγο-λίγο
Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀστραπῆς μέσα μου γύριζε
Κι ὕστερα πάλι ἔσβηνε λιωμένο
Σὰν μέταλλο ἀκατανόητης ἐξόρυξης
Σὰν μάταιο μεῖγμα ἀνάνηψης καὶ θλίψης.
Ὥσπου γιὰ πάντα χάθηκε τὸ ποίημα
Στὴν ἡφαιστειακὴ μελαγχολία τῆς νύχτας
Κι ἔμεινε ἡ μνήμη μου ἀνώριμος καρπὸς
Μὲ τὸν πατέρα στάχτη στὶς πλαγιὲς τῶν θυμαριῶν
Κι ἥλιος ποὺ βύζαινε τὸ μαῦρο -ὡς πέρα- ἕλος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου