Γέρνει σὰν μαῦρο νούφαρο
Ἡ ἐκλεκτή μου.
Μὲ ἀστροφώτιστα ἔρχεται πετράδια στὸ λαιμὸ
Καὶ μυστικὰ φανάρια κάτω ἀπὸ τὴ γλώσσα.
Βγαίνει ἀπ’ τὴ μνήμη μέσα τοῦ βουνοῦ
Καὶ τὶς βεντάλιες τῆς στυφῆς πεδιάδας.
Χαῖρε - φωνάζω - ἀψεγάδιαστη
Πριγκίπισσα τοῦ ποταμοῦ
Κρυφὲ μαγνήτη τοῦ ἄγριου δάσους.
Φέρε τὰ κατευναστικὰ τὰ λόγια σου
Καὶ τὴν ἰκμάδα τῶν ματιῶν σου
Φέρε τὶς μεταξένιες ἴνες σου
Καὶ ὕφανε τὴν ἀπόκοσμη αἰώρα.
Σ’ αὐτὴν μονάχα θέλω τώρα νὰ ἀποκοιμηθῶ.
Σ’ αὐτήν νὰ δῶ τὸ ὂνειρο ποὺ διηγοῦμαι κιόλας.
Κι ὅσοι μ’ ἀκοῦτε νὰ θαυμάσετε
Τὴ μαγεμένη ὑφάντρα τῆς ζωῆς μου
Ποὺ μὲ χλωρὸ σκοινὶ κληματαριᾶς μ’ ἀργοκουνάει
Πέρα ἀπ’ τὸν ὕπνο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου