οι πύλες
ν’ άνοιξαν
κι άφησαν να ξεφύγουν
αυτές οι οργισμένες ορδές της νιότης
με τα σφαλάγγια στα μαλλιά
τις αράχνες στα ματόκλαδα
και στην ψυχή
την άρνηση;
Σε ποια σύνορα εξωγήινα
σπρώχνει τα παιδιά της Γης
η πλήξη κι η αμφιβολία;
να πάρουνε το δρόμο
με τις ανθρώπινες καρκάσσες
για φανάρια;…
Τι να είδαν άραγε
κείνο το παγερό ξημέρωμα
που πρωτοπεταλούδισαν τα βλέφαρά τους
ανοίγοντας τα μάτια τους στη ζωή…
που τα έκανε να νιώσουν
μια τέτοια αποστροφή;
στο παρθενικό τους κιόλας κύτταγμα
να πήρε το αητήσιο μάτι τους
μόνον
αυτή τη ξεμαλλιασμένη
μέγαιρα
που λέγεται
σ υ μ β α τ ι κ ό τ η ς
μ’ όλην εκείνη
την τερατόμορφη ανήθικη ακολουθία της
και να μην πήρε
και τους άλλους;…
στο αντίκρισμα αυτηνής
και δεν τα ‘πιασε δέος
μπρος στα παραμορφωμένα
εκτρώματα της μανίας της
που είναι όλοι οι άλλοι
που κατάφεραν να επιζήσουν
παλεύοντας να δαύτην.
δεν τους ακούσανε;
Κείνο το περίφημο:
«Παιδιά
η άρνηση
δεν είναι όπλο»
δεν έφτασε ως τ’ αυτιά τους;
και είδανε
πολύ καλά
κι ακούσανε περίφημα
μόνον που αρκεστήκανε να αντιδράσουν
με το να παραδεχτούνε
τα πάντα α π α ρ ά δ ε χ τ α
οπότε,
γυρίζοντας τις πλάτες τους
πήρανε
χλευάζοντας τους δρόμους.
Γιατί
να πάρουνε το δρόμο
με τις ανθρώπινες
καρκάσσες
για φανάρια…
Τι να ζητάνε
τούτου του πλανήτη
τα παιδιά;
ζυμώθηκε με τη σκόνη
κι έγινε λάσπη.
Το φέγγος
της πολλής τους νιότης
καλύφτηκε,
και τα πρόσωπά τους
πήραν
την έκφραση εκμαγείου
κάποιου
που πέθανε σε κρίση παρανοϊκή.
απ’ τους ανθούς της αγνότητας
που φορούσαν στα κεφάλια τους
τα βρώμισαν
και τα ποδοπάτησαν
επιδεικνύοντας εμφαντικά
την ρυπαρότητα
των αγαλμάτινων κορμιών τους
που τα κατατρώνε
οι πιο σιχαμερές αρρώστιες…
όσα ακόμα μπορούνε να πορεύονται,
όσων ακόμα τα πτώματα
δεν πετάχτηκαν στα νεκροτομεία
μα μια κάρτα δεμένη
στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού:
«Νεκρός
από κατάχρηση ναρκωτικών»
ή,
δεμένη η κάρτα
στον καρπό του χεριού:
«Σφαγιασθείς
ως εξιλαστήριον θύμα»
ή
η κάρτα μπηγμένη
με μια πινέζα στην καρδιά:
«Ακρωτηριασθείς
σε όργιο καννιβαλιστικής ακολασίας»
ή,
κλεισμένοι
σε άσυλα
σαν επικίνδυνοι φρενοβλαβείς
ή,
να γίνονται επ’ αμοιβή
προδότες
εκμαυλιστές
φονιάδες
ή…
ή…
κι όλα αυτά
για να απολαύσουνε τα πάντα
χωρίς κανέναν μόχθο στη ζωή.
και χυδαιότης
που να μην την αντιμετωπίζουμε
αδίσταχτα
με την περίφημη δικαιολογία
πως
αυτά είναι τα όπλα τους
για να καταπολεμήσουνε
την ασυμβίβαστη
με τις δοξασίες τους
συμβατικότητα.
αν εκείνο το πρωί
που θόλωνε το μάτι τους
μπρος στη φρίκη
που τους προκάλεσε η πραγματικότης
ακούγανε εμένα,
κι αντί να πάρουνε τους δρόμους
με τις ανθρώπινες καρκάσσες
για φανάρια,
φορούσαν τα βατραχοπέδιλά τους
κι έπαιρναν βουτιές στα βάθη των ωκεανών
και για πιο σύντομα
αφήνονταν να παρασυρθούν
από τα ρεύματα των υδατοστροβίλων
(γιατί τότε που τους το ‘λεγα
να μη θελήσουν να μ’ ακούσουν;)
θα έφταναν
στα ιερά πηγάδια
των αβυσσαλέων βυθών τους
οπότε,
πίνοντας
απ’ το θαυματουργό νερό τους
σίγουρα τότε
θ’ άλλαζε
η ξεσκισμένη μοίρα
του ανθρώπου…
κάτω από βαθύσκιωτα κοράλλια
και ντελικάτες σημύδες,
τότε,
σαν άλλοι Τρίτωνες
θα αναδύοντο από τα βάθη των ωκεανών
και στηρίζοντας
τις σκάλες τους
στα σύννεφα
θα τρυγούσανε τ’ αστέρια.
οι τρυγητάδες
θα τα κουβαλούσαν με πανέρια
στις μεγάλες πλατείες
κι αφού τα πατούσαν με τα πόδια τους,
μετά,
θα έπιναν το φως τους
και μεθυσμένα πια από δαύτο τα παιδιά της γης,
μ’ ένα ποτήρι νερό
θα σβύνανε τον ήλιο!
Και θα γίνονταν
ήλιοι,
και θα γίνονταν αστέρια
και θα ξεχύνονταν στους δρόμους…
πόσο θα τα ωφελούσε τα παιδιά
αυτός ο μεγαλειώδης περίπατος
στην άβυσσο του ωκεανού!
δεν κατάφερναν να πιουν
το αθάνατο νερό
των πηγαδιών τους,
μπορεί
(γιατί όλα είναι δυνατά)
κάτω σ’ εκείνα τα αβυσσαλέα σκοτάδια
που βρίθουν
τα φρικαλέα τέρατα
να τα συνέφερνε ο φόβος.
μπορεί…
γιατί
δεν αποκλείεται και το άλλο…
Δηλαδή
τα παιδιά
να έβρισκαν
αυτά τα θαλάσσια κήτη
με τη γλοιώδη επιδερμίδα
σαγηνευτικά
γοητευτικά
και…
να έκαναν έρωτα
μ’ αυτά,
χωρίς
να χρησιμοποιήσουνε αντισυλληπτικά!…
Λίγο είναι αυτό; Καρχαρίες λοιπόν! Cani di mare tutti!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου