που πεθαίνει
είναι η ταραχή η βόρεια
που κρύβει
το πρόσωπο με την επίνεια νέα κρήνη στάζοντας
ετοιμοπενθείς της στιγμής ηρεσίδες
να εμπνεύσουν τη γιορτή στο τέλος της ύστερη
η πρόνοια να φαρμακώνει ο βαρδάρης κεραστής
τυπώνοντας ιοβόλα τα σύμβολα όμως μεταλλικά
στα μάτια της εικόνας κάστρα
δυσάλωτα ν' ατενίσουν
σαν όπερα την επιφανέστερη
πτυχή του θαυμάσιου κήδεται στην εσοχή της ομίχλης στην εγνατία του ενός
καθώς ονείρεται τα τεράστια
νεύματα
παράθυρα
περίεργων κατανυκτικά
περαστικών
που αναγνωρίζουν
Μια σύντονη ακρασία δεν ήταν
παρά η συμφιλίωση∙ στο θάνατο
της αμαζόνας ο άγιος
νικόλαος ορφανός.
Με δύσκτητο
μόνο στα χείλη της κτέρισμα
το τέταρτο της σελήνης
παγκόσμιο αμυντικό
η αχειροποίητος
συστέλλεται∙
η αλκυών πνέοντας
τη λοισθία μέσα άρμη
από την ψευδαίσθηση, τη θερμαϊκή
όμορφη μέρα, να μυθεύεται
κάθε ατομική ανέχεια, έριξε
την ποντία πέτρα στον θρύλο της∙
στα φανάρια τυφλά της αριστο-
τέλους μάγια θα λύνουν θα δένουν
τους απλανείς
σκοτεινούς γοητευμένους του παζαριού∙
διαιωνίζοντας την εκφορά
στην πιο έκφυλη πόζα, φιλόζωοι
οι σύντροφοι υπήρξαν μονάχα
για να μεταμορφωθούν
από αντίγονο φως, σαν ανταύγειες
στην ευπρέπεια που μια
κίρκη εσωτερικά
μονολόγησε.
Από τη συλλογή Η νοσταλγία μια δροσερή μηχανή των οδυσσέων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου