Η νύχτα,
βατράχι πεινασμένο,
τέντωσε έξω με ορμή τη γλώσσα της,
άρπαξε τη μέρα
και την έστησε στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Τράβηξε τη σκανδάλη
και χωρίς κανέναν ενδοιασμό
πυροβόλησε ανάμεσα στα μάτια, το φως.
Ένα βλέφαρο ξέφυγε της καταδίκης
Σύρθηκε για λίγο, λαβωμένο στο πάτωμα,
σκαρφάλωσε τις πλαγιές του υπνοδωματίου
και καρφώθηκε στο ταβάνι.
Με την εμμονή που κυριεύει ένα τρυπάνι
που μάχεται έναν πέτρινο τοίχο,
πήρε να τρυπήσει το αδιαπέραστο.
Αγωνίζεται να φανεί συνεπές
με το χρέος που βαραίνει όποιον ξεφεύγει του θανάτου.
Να αναζητήσει ζωή απ’ την αρχή,
να βρει και να φέρει το φως στη ματιά του.
Να χτίσει, ανοίγοντας τρύπες στο ταβάνι,
τη δική του ξαστεριά
…έτσι όπως έκανε ο Θεός στο σκοτάδι του ουρανού
Κι έφτιαξε τ’ άστρα…..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου