κι ύστερα άπλωσε τις πετονιές
από καλοκαιρινούς ανέμους
να ψαρέψει άστρα συμπόνιας
και στιγμές απαντοχής
η ελπίδα ένα γαλβανισμένο κομμάτι θλίψης είναι
το μαγκάλι της ανυπομονησίας
έκαιγε στην άκρη τ’ ουρανού
οι σπίθες τους τρυπούσαν
το λινό πουκάμισο της οργής
κι έβαζαν πυρκαγιές στους γιακάδες της καρτερίας
η αντοχή είναι η ανυπόδητη θέληση στα πρωτοβρόχια της απελπισίας
κοντά στο χάραμα
πίσω από τα γκρι βουνά της επιβολής
άστραψαν λίγες φλογίτσες ανοχής
μέσα στην ανατολή που ΄φτανε
ή θα έσβηναν με μιας
ή θα έκαιγαν όλο τον κάμπο
της χλωμής ζωής του
-πότε θα ξαποστάσεις
-όταν πάρω το αντίδωρο που μου ‘ταξε
τ’ άστρο των δίφορων αισθήσεων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου