που τριγυρνάνε στο λιμάνι δίχως μάνα, δίχως σπίτι,
δίχως ποτέ να τους χαϊδέψει χέρι
παρά μόνο παλιά, πολύ παλιά,
όλα τούτα τ’ ανίψια, οι γιοί μου, τ’ αδέρφια μου,
μαύροι, μελαψοί, χαρακωμένοι,
με τις χοντρές τσατσάρες στην κωλότσεπη,
ιδρωμένοι,
έτοιμοι να δοθούν, να γλείψουν, ν’ αγαπήσουν,
αυτοί πού θα καθίσουν όταν έρθεις;
Είναι πολλοί, τους ξέρω έναν ένανε,
Αρίφ, Ροζέ, Αχμέτ, Σαντίκ,
άλλοι που δεν θυμάμαι πια τα ονόματα τους,
μένει όμως μέσα στο λαιμό μου ή αρμύρα τους,
εκείνη ή γεύση, ή μυρουδιά τής μαύρης σάρκας
ή μαυλισrική, ή περηφάνια κι ή ταπείνωση τής ράτσας τους.
Ραβί, πονάω γι’ αυτούς,
μ’ έχουν παρακαλέσει να μη φύγω,
μπορεί να μη θυμίζει το φιλί τους πασχαλιά,
μα φονικό,
όμως τους προτιμώ -συχώρεσέ με-¬
από τη σκληρή, ανελέητη ράτσα των λευκών.
Μαζεύονται το σούρουπο τριγύρω μου,
τους δίνω καραμέλες, μού δίνουν κεχριμπάρια,
ξόρκια μαγικά μού εμπιστεύονται,
μερικοί ξεθάρρεψαν τόσο
που μού μιλούν ατή διάλεκτό τους,
τί ‘ναι λευκός, τί μαύρος;
Μ’ ένα φιλί (λέει το ξόρκι τους)
κι ένα βοτάνι που κατούρησε νυχτοπατούσα λέαινα
αλλάζεις αμοιβαία χρώμα,
δεν έχεις πια την οίηση τού λευκού,
δεν δυναστεύεσαι απ’ τη μωρία τής ‘Ιστορίας του,
σκουραίνεις, δυναμώνεις, κάνεις μπράτσα,
φεύγεις μακριά για το Αβουκίρ, τη Ζέντα,
ξαναγυρίζεις ξέμπαρκος στον Πειραιά,
κοιμάσαι σε παγκάκι ατσίγαρος,
ζητάς να κάνεις έρωτα χωρίς ντροπή,
όπως εζήτησες εσύ, Ραβί,
ψωμί, κρασί κι ελιές απ’ τη Μαρία
κι εκείνη σού άνοιξε τα στήθη της
μ’ όλη την ταπεινότητα τού στερημένου,
άναψε το λυχνάρι, σού φίλησε τα πόδια
και’ σε τάισε. Δεν θυμάσαι;
Ραβί, πονάω. Βρες μου δουλειά σ’ ένα ποστάλι
γεμάτο νέγρους, μεθυσμένους, μαστουρωμένους ίσως,
με μια άγρια νέγρα Παναγιά να με φυλάει
απ’ το μαχαίρι τού λευκού πισώπλατα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου