Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Ἄς...

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,
ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,
ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι
ἀνύποπτοι ποιητὲς
ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ
νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,
ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,
τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε
καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια
ποῦ ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι
μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ
μόλις μαντεύοντας
τὸν κρύφιο κεραυνό,
μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη
τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν
δέσμιοι στὸ θάνατο
ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας
μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό...

Ἡρωικὴ Φυγή

Ξοπίσω μου δαιμονικὸ φυσομανοῦσε, τοῦ ᾿Ἅδη,
πύρινο ἀνασασμὸ
κι ἔτρεχα, σ᾿ ἄφεγγες νυχτιές, μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι,
μ᾿ ἓν᾿ ἄγριο καλπασμό.

Καὶ τὸν μαντύα τὸν ταπεινὸ ξεδίπλωνα τοῦ ἐπαίτη
σ᾿ ἡρωικὴ φυγὴ
κι ἔσερνα ἀτίθασα λυτή της κόμης μου τὴ χαίτη
καὶ σάρωνα τὴ γῆ.

Τοῦ ἀνέμου τὸ καμτσίκωμα ποὺ ἀφάνιζε τὰ δάση
μὲ λύγαε, καλαμιὰ
καὶ στέγνωνε στὰ χείλια μου, τὴ φούχτα μου, ἄδειο τάσι
στὴν ἄνυδρη ἐρημιά.

Κι ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα θερίευε τῆς φλογισμένης ἄμμου
τὸς δίψας τὸ οὐρλιαχτό,
μὰ ἔφευγα, ἐνῶ, σὲ σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
τ᾿ ἀνήμπορο ἑρπετό.

Ἡ γῆ κάτω ἀπ᾿ τὴ φτέρνα μου προδοτικὰ βογγοῦσε
καφτὴ ὡς λαβωματιά,
μὰ βέλος ξέφευγα γοργὸ καὶ πίσω μου ἀστοχοῦσε
ἡ ἐχθρικὴ σαϊτιά.

Μὲ παραμόνευε γαμψὰ τὸ νύχι στὰ σκοτάδια
τοῦ πειναλέου βραχνὰ
κι ὡς γλύτωνα, οἱ φοβέρες του, μαύρων ὄρνιων κοπάδια
πίσω ἔκραζαν βραχνά.

Κι ἡ νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
τὸν ἔναστρο οὐρανὸ
καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ κεραυνὸ σὲ νέφη καταιγίδας
σπαθὶ ἔκρυβε γυμνό.

Στὸ πέρασμά μου σφύριζε τῆς ἔχθρητας τὸ φίδι
μὲς στὰ ξερὰ κλαδιά,
μὰ τῆς φυγῆς μου ἠ αστραπῆ περνοῦσε ὅπως λεπίδι,
τῆς νύχτας τὴ καρδιά.

Καὶ τοῦ θριάμβου μου ἡ κραυγὴ βόλι καφτὸ τρυποῦσε
τὰ σπλάγχνα τῆς σιγῆς
κι ἀντίλαλους ἡ φόρμιγγα τοῦ στήιθούς μου ξυπνοῦσε,
στὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς.

--------------------------------------------------------------------------------

Καληνύχτα μάνα

ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ἢ συναδέλφωση, θὰ τὸ ποῦν μερικοί. Ἄλλοι Νηπιαγωγεῖο ὁ Πόλεμος, ἤ, κι ἴσως αὐτὸ νὰ τοῦ ταιριάζει καλύτερα, Νηπιαγωγεῖο - τὸ Περιστέρι, γιατὶ παντοῦ: στοὺς τοίχους, στὸν ἀέρα, στὰ τζάμια... τὸ μοτίβο ποὺ κυριαρχεῖ στὴ διακόσμηση εἶναι γιρλάντες ἀπὸ λουλούδια πολύχρωμα, καὶ περιστέρια, περιστέρια πολλά, καὶ λιγοστὰ λαγουδάκια.

Ἐκεῖ πηγαίνουν ὁ Γιαννάκος Ἀβραμίδης, κι ὁ Τριαντάφυλλος Δράγκας. Ἐκεῖ ἀνταμώνονται μὲ πλῆθος ἄλλα μωρά, πού, στὰ σπίτια τους, μιλοῦνε τὴ γλῶσσα τῆς μητέρας τους. Μόνο στὸ νηπιαγωγεῖο μιλοῦνε ῥουμάνικα αὐτὸ καθόλου δὲν τὰ δυσκολεύει τὰ μωρά. Μέσα στὸ νηπιαγωγεῖο τὰ μιλᾶνε, ὅλα τους, φαρσὶ τὰ ῥουμάνικα.

Ὁ Τριαντάφυλλος, Τριαντάφυλλο τόνε λέει ὁ Γιαννάκος, εἶναι πολὺ τσιγκούνης στὰ λόγια. Μάλιστα ἅμα τὸ βάλει πεῖσμα, καὶ νὰ τόνε χρυσώσεις δὲν ἀνοίγει τὸ στόμα του. Αὐτὸς ὅλη μέρα βλέπει, παρακολουθεῖ, ἐξετάζει τοῦτο καὶ τ᾿ ἄλλο, ἀκουμπάει καὶ τὸ κεφάλι στὴν παλάμη καὶ κοιτάζει μὲ τὸ πλάι, ὅπως οἱ γέροι, ἅμα τυχαίνει κοντὰ σὲ τραπέζι. Λὲς καὶ μαζεύει ὅλη τη μέρα, τὴ νύχτα, προτοῦ τὸν πάρει ὁ ὕπνος, στὸ μεγάλο κρεβάτι ποὺ κοιμᾶται μαζί με τὴ μάνα του, τῆς τὰ ἐκθέτει ὅλα χύμα. Λέει, λέει, λέει, ποὺ δὲν ᾀποσώνονται.

«... Ὁ Γιαννάκος, μάνα, ἔκρυψε στὸ μικρὸ κινεζάκι τὸ ἕνα του γάντι, μέσα στ᾿ ἀνθοδοχεῖο, μὰ δὲν εἶχε νερό, λουλούδια εἶχε καὶ τὸν μάλωσε ἡ δασκάλα. Ὁ Γιαννάκος μὲ τὸ ἀραπάκι, κεῖνο ποὺ κάθεται στὸ ἴδιο θρανίο μὲ τὴ Φλωράνς, κλειστήκανε μέσα στὴν κάμαρα κι ὕστερα ὁ Γιαννάκος ἔβγαλε τὸ χεροῦλι καὶ δὲν μπορούσανε νὰ βγοῦνε... καὶ κλαίγανε καὶ χτυπούσανε τὰ τζάμια, καὶ χτυπούσανε τὰ πόδια τους καὶ τοὺς μάλωσε ἡ δασκάλα... Ὁ Γιαννάκος ἄργησε νὰ μπεῖ στὴ γραμμή. Τοῦ φώναζε ἡ δασκάλα κι αὐτὸς ἔστεκε ἀκόμα μπροστὰ στὴ βρύση... καὶ δὲν ξεκολλοῦσε... καὶ ἡ δασκάλα τὸν ἔβαλε τιμωρία νὰ φάει στὴ γωνιά, μοναχός του στὸ τραπέζι... Ὁ Γιαννάκος καὶ τὸ βιετναμεζάκι ἄλλαξαν τὸ παπούτσι τους, νὰ τοῦτο, κι ᾔρθανε νὰ πάρουνε τὸ βιετναμεζάκι καὶ παρὰ λίγο νὰ φύγει μὲ τὸ παπούτσι τοῦ Γιαννάκου, γιατὶ ἡ δασκάλα δὲν εἶχε δεῖ πὼς φορεῖ τὸ κόκκινο παπούτσι... καὶ τόνε μάλωσε ἡ δασκάλα...

Οἱ μανάδες τους δουλεύουνε ὅλη μέρα στὸ ἐργοστάσιο. Τὰ βράδια, πότε ἡ μιά, πότε ἡ ἄλλη, πᾶνε καὶ παίρνουνε τὰ μωρά. Ἅμα πάει ἡ μάνα τοῦ Τριαντάφυλλου, γυρίζει στὸ σπίτι καὶ καμαρώνει.

- Φρόνιμος πολὺ Τριαντάφυλλος. Ταχτικὸ παιδὶ Τριαντάφυλλος, Φρόνιμος! Πολὺ φρόνιμος Τριαντάφυλλος!

Ἡ Ρουμάνα νηπιαγωγὸς ἁπλοποιεῖ ὅσο μπορεῖ τὰ ρουμανικά της, γιὰ νὰ τὰ καταλαβαίνει καλύτερα ἡ Ἑλληνίδα γυναῖκα.

Ἅμα πηγαίνει ἡ μάνα τοῦ Γιαννάκου τὴν ὑποδέχονται οἱ παιδαγωγὲς μὲ γέλια καὶ διηγοῦνται τὰ κατορθώματά του:

- Θηρίο, Γιαννάκος! Ἀπ᾿ ὅλα τὰ παιδιὰ μεγαλύτερο θηρίο! Μὰ καλὴ καρδιά. Δίνει τὸ γλυκό του. Δίνει τὰ παιγνίδια του. Ἀγαπάει τὰ παιδιά. Τὰ χαϊδεύει. Τ᾿ ἀγκαλιάζει. Τὰ φιλᾶ. Μὰ πολὺ ἄταχτος. Θηρίο! Θηρίο Γιαννάκος!

Ὁ Γιαννάκος καὶ στὸ σπίτι, ὅσες ὧρες μεσολαβοῦνε ὡς τὸν ὕπνο, προλαβαίνει νὰ τὰ κάμει ὅλα ἄνω - κάτω. Χαλάει τὶς πρίζες. Βάνει ἕνα καρφὶ στὶς τρῦπες καὶ τὸ χτυπάει μὲ τὸ σφυρί. Βάνει νερὸ στὸ στόμα του καὶ καταβρέχει μὲ τὸ καλάμι τὸν κόσμο. Στραπατσέρνει τὰ βιβλία. Βγάνει καὶ κόβει τὶς εἰκόνες. Μόλις μπεῖ σὲ κανένα δωμάτιο, βλέπεις τὸ σύντροφο, ποὺ κάθεται μέσα, νὰ σηκώνεται βιαστικὸς νὰ συμμαζεύει τὰ πράματά του. Λαβαίνει μέτρα ν᾿ ἀντιμετωπίσει τὸ «θηρίο». Ἀνοίγει τὰ συρτάρια, ἁρπάζει τὸ σταχτοδοχεῖο μὲ τὸ πετεινάρι, ἕνα καλλιτεχνικότατο ρόζενταλ.

- Ἅμα δὲ θὰ σοῦ χρειάζεται πιά, σύντροφε, θὰ μοῦ τὸ δώσεις;

- Ναί, σύντροφε, Γιαννάκο, θὰ σοῦ τὸ δώσω, ἅμα δὲ θὰ μοῦ χρειάζεται πιά.

Ὁ σύντροφος μπορεῖ ν᾿ ἀκούει καὶ τὶς εἰδήσεις στὸ ράδιο, ὁ Γιαννάκος θέλει σῴνει καὶ καλὰ νὰ δεῖ αὐτὸν ποὺ μιλᾷ.

- Πές του νὰ βγεῖ ὄξω!

- ;;;

- Πές του, σοῦ λέω, νὰ βγεῖ ὄξω...

Στὰ κατατελευταῖα βγαίνει ὄξω ὁ Γιαννάκος καὶ ἡ πόρτα κλειδώνεται ἀπὸ μέσα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ συνηθισμένο ἀπὸ τὶς ἕξι καὶ κεῖ, ποὺ γυρνάει ὁ Γιαννάκος στὸ σπίτι. Οἱ πόρτες ὅλες εἶναι κλειδωμένες ἀπὸ μέσα.

Τὸ βιετναμεζάκι εἶχε μάνα, ποὺ σκοτώθηκε στὸ δικό τους ἀντάρτικο κεῖ κάτω. Ἔχει ὅμως πατέρα. Ἕναν ἀγαθὸ ἀνθρωπάκο, ἀδύνατο καὶ κουτσό, ποὺ ἔρχεται ταχτικὰ κάθε βράδυ μὲ τὴν πατερίτσα καὶ παίρνει τὸ παιδί του. Τὸ ἀραπάκι, ποὺ «κάθεται στὸ ἴδιο θρανίο μὲ τὴ Φλωράνς», δὲν ξέρουνε ἀπὸ γονιοὺς τί ἔχει. Ἄσπροι ἄνθρωποι, ποὺ μιλοῦν γνήσια ρουμάνικα, ἔρχονται ἄλλοτε ὁ ἄντρας ἄλλοτε ἡ γυναῖκα, καὶ παίρνουν τὸ παιδί. Κι αὐτὸς τοὺς λέει «πατέρα» καὶ «μάνα». Τὰ κινεζάκια, εἶναι δυό, ἔχουν ἕνα πολὺ περιποιημένο πατέρα. Καὶ τὰ ἴδια εἶναι πολὺ καλοντυμένα. Εἶναι σίγουρα ὁ ἀληθινός τους πατέρας, γιατὶ μοιάζει καταπληχτικὰ μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τὸν φωνάζουν πατέρα, θά ῾ναι τῆς πρεσβείας ἄνθρωπος, λένε οἱ γυναῖκες. Ἔχει ἀκόμα πεντέξι ἀραπάκια, ποὺ πηγαίνουν τὰ βράδια καὶ τὰ ζητοῦν ἄσπροι ἄνθρωποι. Ἔχει καὶ πολλὰ ρουμανάκια.

Κανεὶς ἄνδρας δὲν ἐμφανίζεται ποτὲ στὸ νηπιαγωγεῖο νὰ ζητήσει, ἢ κάπως νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὸ Γιαννάκο ἢ τὸν Τριαντάφυλλο. Συχνὰ παρουσιάζονται ζητήματα, ποὺ πρέπει νὰ πάει ἕνας μεγάλος νὰ συνεννοηθεῖ μὲ τὴ διεύθυνση. Εἶναι π.χ., νὰ πᾶνε τὰ μικρὰ γιὰ 15 μέρες ἐξοχή. Ὁ Τριαντάφυλλος κι ὁ Γιαννάκος θὰ πᾶνε μαζί; Εἶναι μπολιασμένα μὲ τὸ τάδε ἢ τάδε ἐμβόλιο; Καὶ πότε; Μιὰ Ἑλληνίδα ἰατρὸς μορφωμένη, πηγαίνει τότε στὸ νηπιαγωγεῖο καὶ τὰ κανονίζει. Τὰ δυὸ ἑλληνόπουλα εἶναι τὰ μόνα ποὺ δὲν ἔχουν ἀντρικὴ συμπαράσταση. Ὁ Τριαντάφυλλος δὲν τὸ πρόσεξε αὐτό.

Ἴσως καθὼς ὅλη μέρα ἔχει τὸ νοῦ του νὰ μαζεύει τὶς διαολιὲς τοῦ Γιαννάκου, γιὰ νὰ θυμᾶται τὸ βράδυ νὰ τὶς πεῖ στὴ μάνα του, νὰ μὴν τοῦ μένει καιρός, ἴσως νά ῾ναι καὶ φύση κλειστή. Ὁ Γιαννάκος ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Μόλις τοῦ μείνει λίγος λεύτερος καιρός, τὸ μόνο ποὺ συλλογιέται, τὸ μόνο ποὺ τοῦ παιδεύει τὸ μυαλό, εἶναι ὁ «πατέρας» ποὺ τοῦ λείπει. Εὐτυχῶς οἱ τρέλες του εἶναι τόσο πολλές, ποὺ τὴν ἡμέρα δὲν τοῦ ἀφήνουν περιθώρια. Μὰ τὴ νύχτα, ποὺ ξαπλώνει στὸ κρεβάτι γιὰ νὰ κοιμηθεῖ δίπλα στὴ μάνα του, τότες τὰ παλέματα κι οἱ τσαχπινιὲς σταματᾶνε ἀναγκαστικά. Βρίσκει τότε τὸ μυαλὸ τοῦ Γιαννάκου τὸ ἐλεύτερο καὶ γυρίζει, γυρίζει... γύρω ἀπ᾿ τὸν «πατέρα» ποὺ δὲν ἔχει...

- Μάνα, δὲν μπορῶ νὰ βρῶ κανέναν πατέρα;

- Πάλι τὰ ἴδια. Ἀφοῦ σοῦ ῾χω πεῖ τόσες φορές, πῶς ὁ πατέρας σου ἔμεινε στὴν πατρίδα.

- Νὰ βρῶ κανένα νὰ τόνε λέω πατέρα, ἔτσι γιὰ ψέματα...

- Κοιμήσου τώρα, κι αὔριο θὰ κοιτάξω...

-Μὴ μοῦ λὲς ψέματα;

- Ἄντε κουκουλώσου. Δὲ σοῦ λέω ψέματα.

Τὴν ἄλλη βραδιά!

- Καὶ ποῦ ἔμεινε ὁ πατέρας, μάνα, στὸ χωριό;

- Πάλι τὰ ἴδια... Κοιμᾶται, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, κοιμᾶται στὸ Γράμμο.

- Καὶ κοιμᾶται μέρα - νύχτα;

- Ναί! Μόνο κοιμήσου, γιατί αὔριο δὲ θά ῾χεις ξυπνημό...

- Γιατί δὲν ξυπνάει νά ῾ρθει μαζί μας;

- Δὲν ἔχει ποιὸς νὰ τὸν ξυπνήσει. Ἐσένα κάθε πρωὶ ἅμα δὲ θὰ σὲ ξυπνήσω, ξυπνᾷς μοναχός σου; ἄντε σώπα καὶ κοιμήσου.

Τὴν ἄλλη βραδιά:

- Δὲν ἔχει ποιὸς νὰ τὸν ξυπνήσει, ἐπειδὴ εἶναι ὄξω στὸ βουνό;

- Ναί.

- Μὰ ὁ Τριαντάφυλλος, μάνα, μοῦ λέει, πὼς οἱ πατεράδες μας δὲν μποροῦν νὰ ξυπνήσουν, γιατὶ εἶναι σκοτωμένοι... Ἀλήθεια, μάνα;

- Καὶ ποῦ ξέρει ὁ Τριαντάφυλλος... Ἐσεῖς τότε ποὺ φύγαμε ἤσασταν μωρὰ βυζανιάρικα... ἄντε, ἄντε κοιμήσου.

Τὴν ἄλλη βραδιά:

- Μάνα, ὁ Τριαντάφυλλος μοῦ λέει πὼς δὲν μποροῦν νὰ ξυπνήσουν, ἐπειδὴ οἱ Ἀμερικάνοι τοὺς βάλανε ἕνα βόλι μέσα στὴν καρδιά τους, ἀλήθεια, μάνα;

-Κάθε βράδυ, Γιαννάκο, τὰ ἴδια μὲ ρωτᾷς. Σοῦ τό ῾πα μιὰ φορὰ πὼς θὰ ξυπνήσει... μὴ μὲ ξαναρωτᾷς.

- Κι ἂς ἔχει καὶ τὸ βόλι;

- Κι ἂς ἔχει καὶ τὸ βόλι....

Τὴν ἄλλη βραδιά:

- Πότε μάνα θὰ πᾶμε στὴν Ἑλλάδα, ἅμα μεγαλώσω;

- Ἅμα γενεῖς μεγάααλος καὶ μάθεις πολλάαα γράμματα.

- Καὶ τότες, μάνα, ἐσὺ θὰ σκουντήσεις τὸν πατέρα ἢ ἐγώ;

- Ἐγώ. Ὅπως κάνω κάθε πρωὶ καὶ μὲ σένα.

- Κι ἐγώ, μάνα, ποὺ θά ῾μαι μεγάλος, θὰ τοῦ βγάλω τὸ βόλι ἀπ᾿ τὴν καρδιά του; ναί, μάνα;

- Ναί, Γιαννάκο μου, θὰ σὲ πάρω ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ θ᾿ ἀνεβοῦμε πάνω στὸ βουνό... Θὰ τὸν βροῦμε, ποὺ θὰ γλυκοκοιμᾶται, πάνω στὴν πρασινάδα, κάτω ἀπὸ τὶς ὀξιές. Ἐγὼ θὰ τὸν σκουντήξω καὶ θὰ τοῦ πῶ: Ξύπνα νὰ δεῖς πῶς μεγάλωσε ὁ Γιαννάκος μας. Ἐκεῖνος θ᾿ ἀνοίξει τὰ μάτια του καὶ θὰ σοῦ χαμογελάσει. Καὶ σὺ θὰ τοῦ βγάλεις τὸ βόλι... Ὕστερα θὰ σὲ πάρουμε χέρι, χέρι, ὁ πατέρας σου ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι, ἐγὼ ἀπὸ τὸ ἄλλο καὶ θὰ πᾶμε στὸ σπίτι μας... Μόνο ἄντε τώρα, κλεῖσε τὰ μάτια σου καὶ κοιμήσου!

- Καληνύχτα, μάνα!

- Καληνύχτα, παιδί μου.

Μιὰ μέρα θὰ γυρίσει

Ὁ συνάδελφός μου στὸ Γυμνάσιο περνάει τὴ θλίψη του κοντὰ στὰ ἀνελέητα παιδιά. Τὰ λένε λουλούδια. Γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς νεότητος. Ὅμως εἶναι μία ἄνθηση σκληρή, ποὺ τρέφεται μόνο μὲ τὸ γέλιο καὶ μὲ τὴ χαρά. Τὴ γεύεται ὅπου τὴ βρίσκει, τὴν τρυγᾶ ἀπ᾿ ὅπου νά ῾ναι καὶ μ᾿ ὅποιον τρόπο νά ῾ναι. Καταπιέζομε μεῖς οἱ καθηγητὲς τὴ χαρά τους. Πνίγομε τὸ γέλιο τους. Ἐνῶ αὐτὰ παλεύουν καὶ ἀντιμάχονται. Καὶ στὸ πάλεμα νικάει ὁ δυνατός. Στὸ Γυμνάσιό μας νικήθηκε αὐτὸς ὁ συνάδελφος ἀπὸ τὰ παιδιά. Ἄρχισε νὰ παίζει τὸ ρόλο τῆς «Ψυχαγωγίας». Ἔτσι λένε οἱ μαθηταὶ στὸ μάθημά του: «Τώρα ἔχομε ψυχαγωγία». Σ᾿ ὅλα τὰ Γυμνάσια τὸ ἴδιο γίνεται. Ἕνας ἀπ᾿ ὅλους βρίσκεται πάντα ποὺ «αἴρει τὰς ἁμαρτίας» τῶν ἄλλων. Εἴτε ἐπειδὴ εἶναι ἀλλήθωρος, εἴτε ἐπειδὴ εἶναι τσεβδός... Εἴτε ἐπειδὴ τὸν συνοδεύουν οἱ ἀναπηρίες τῶν γηρατειῶν. Εἴτε ἐπειδὴ δυστύχησε. Ἡ δυστυχία δὲν εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου. Τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ συνάδελφος:

«Ἀλλόκοτο εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μας. Μοῦ κάνει κακὸ καὶ μόνο ν᾿ ἀνοίγω τὸ στόμα μου, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μιλῶ διαρκῶς. Μοῦ κάνει κόπο νὰ βλέπω ἀνθρώπους, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζῶ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα κεφάλια. Μόνο οἱ εὐτυχισμένοι ἔπρεπε νὰ γίνονται δάσκαλοι. Νὰ ταξιδεύουν μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ μὲ ἁπλωμένα τὰ πανιὰ στὴ φρενίτιδα τῆς χαρᾶς. Χθὲς μὲ παρακαλοῦσαν νὰ τὰ πάω ἐκδρομή. Ὅλες, μοῦ λέγαν, οἱ τάξεις πηγαίνουν μὲ τοὺς ἑλληνιστές τους. Ἐσεῖς δὲ θὰ μᾶς πᾶτε; Ἂς ζοῦσα μέσα σ᾿ ἕνα ἀκατοίκητο δάσος. Ἂς εἶχα γιὰ ἐπάγγελμά μου νὰ σκάβω τὴ γῆ, ἢ νὰ κάνω ἐπιτέλους λογαριασμούς... Τὰ παιδιὰ θὰ μὲ λένε σίγουρα χαζό... δὲν ξέρω, μὰ ἔτσι θά ῾πρεπε νὰ μὲ λένε...».

Πράγματι ἔτσι τὸν λένε καὶ τὸ ἀποδείχνουν μὲ ἐπιχειρήματα. «Γράφομε μπροστὰ στὰ μάτια του τὰ μαθηματικά μας, καρφὶ δὲν τοῦ καίγεται...».

«Τρῶμε μπροστά του, κοιμούμαστε, νά, ἔτσι, ἁπλωτοὶ στὸ θρανίο, δέ μας μιλᾶ, μᾶς κοιτάζει σὰ χαζός...».

«Ἐνῶ ἔχομε ἱστορία, ἀρχίζει νὰ μᾶς κάνει λατινικά. Καὶ ἄλλοτε ἀφήνει τὰ λατινικὰ στὴ μέση, καὶ πιάνει τὴν ἱστορία, καὶ τὸ λέει κι ὁ ἴδιος: "Συγνώμη παιδιά, τὸ μυαλό μου πῆρε ἄλλο δρόμο..."».

«Λέει ὅ,τι τοῦ κατεβεῖ. Προχθὲς γράφαμε ἔκθεση. Κεῖνος καθότανε στὴν ἕδρα. Καὶ κεῖ ἄρχισε νὰ μονολογᾶ: "Μπορεῖς νὰ κάμεις δέκα παιδιά; δεκαπέντε; εἴκοσι; ὅπως στὰ παλιὰ χρόνια οἱ πατριαρχικὲς οἰκογένειες;"».

«Συχνὰ ἀφήνει ὄρθιο μπροστὰ στὸν πίνακα τὸ μαθητὴ ποὺ ἐξετάζει, κι αὐτὸς βγάζει τὸ σημειωματάριό του καὶ γράφει. Γράφει, γράφει, συλλογιέται, διαβάζει, ξαναγράφει... ὡσότου χτυπάει τὸ κουδούνι καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν τάξη, χωρὶς νὰ πεῖ κουβέντα γιὰ τὸ μαθητή, καὶ δίχως νὰ μᾶς βάλει μάθημα παρακάτω...».

Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ σημειωματάριό του εἶναι γεμάτο ποιήματα. Ἁπλοϊκὰ εἶναι. «Δὲν ξέρω ἀπὸ ποίηση», λέει ὁ ἴδιος, «μά, νά, ἔτσι ξεσπάω... ὁλόκληρη νύχτα πῶς νὰ περάσει...». Κι ὅλα μιλοῦνε γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ λένε Τάκη. Διηγοῦνται τὶς χάρες του. Τὶς ὀμορφιές του. Ἢ περιγράφουν τὸ σπίτι ποὺ ἀπόμεινε σκοτεινό. Ἢ μιλοῦν γιὰ τὰ μισοτελειωμένα του τετράδια καὶ τὸ ἀνοιχτὸ βιβλίο...

Ποῦ πῆγες καὶ μᾶς ἄφησες στὸ ρημαγμένο σπίτι;
Ἡ μάνα σου σ᾿ ἀποζητᾶ σ᾿ ἀναζητᾶ ὁ πατέρας,
Σὲ περιμένουν τὰ χαρτιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτὸ βιβλίο,
Τάκη μας, πὲς ποῦ βρίσκεσαι γιὰ νά ῾ρθουμε κοντά σου,
Δὲ θέμε νὰ πιστέψουμε πὼς ἔφυγες γιὰ πάντα
Καὶ θὰ σὲ περιμένουμε, νὰ ῾ρθεῖτε μὲ τὸν Πέτρο,
Ἕνας τὸν ἄλλον πιάσετε σφιχτὰ χέρι μὲ χέρι,
Θέτε νὰ ῾ρθεῖτε Κυριακή; Καθημερινή; γιὰ σκόλη;
Ξημέρωμα; Μεσάνυχτα; Ὅποτε βουληθεῖτε...
Τὶς πόρτες θά ῾βρετ᾿ ἀνοιχτὲς καὶ τοὺς γονιοὺς στὸ πόδι
Κρεβάτι δὲ γευτήκαμε κι ὕπνος δὲ μᾶς ἐπῆρε
Ἀπὸ τὴν ὥρα, Τάκη μου, ποὺ σβήστηκ᾿ ἡ λαλιά σου...

«Τάκη λέγανε τὸ παιδί σας ποὺ ἐκτέλεσαν οἱ Γερμανοί;».

«Ὄχι, κεῖνο τὸ λέγανε Πέτρο... Κεῖνος ἦταν ὁ μεγάλος μου γιός. Ἤτανε δεκαεννιὰ χρονῶ... Ὁ Τάκης εἶναι τὸ μικρό. Ἐμεῖς, ἐγὼ κι ἡ μάνα του, τὸν Πέτρο δὲν τὸν κλάψαμε. Δὲν τὸν εἴδαμε σκοτωμένο. Τ᾿ ὄνομά του δὲ γράφτηκε πουθενά. Οὔτε οἱ ἐφημερίδες ἀνάφεραν τίποτε. Οὔτε κι οἱ Γερμανοὶ ποὺ πήγαμε καὶ ξαναπήγαμε νὰ μάθουμε ὁριστικὰ πράγματα θελήσανε νὰ μᾶς πληροφορήσουν. Κεῖνο ποὺ ξέρομε σίγουρα εἶναι πὼς τὸν πῆραν ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι, μαζὶ μὲ ἄλλους, στὶς ὀχτώ του Μάη τοῦ 1944, καὶ πὼς ὁ Πέτρος φεύγοντας εἶπε σὲ κάποιον συγκρατούμενο: «Πᾶμε μεῖς». Μὰ γιὰ ποῦ τοὺς πήγαιναν δὲν τοῦ εἶπε. Οὔτε κι ἄφησε σημείωμα, ὅπως κάνανε πολλοί. Καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του, πὼς τοὺς πῆραν ἐργάτες στὴ Γερμανία... καὶ πὼς ζεῖ... καὶ πὼς μιὰ μέρα ὁ Πέτρος μου θὰ γυρίσει... Ἔτσι τὸ λέμε μὲ τὴ μάνα του...».



Σταματᾶ λίγο ὁ συνάδελφος, παίρνει

μαντίλι καὶ φτιάχνει, σκουπίζει τὴν ἀλλοιωμένη του ὄψη καὶ συνεχίζει:

«Ἐμεῖς κλαῖμε μόνο τὸν Τάκη. Εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά. Ὁλόκληρο χρόνο μὲ τὴν πείνα, μέσα στὴ σκόνη, στὴ ζέστη... Ὕστερα ἅμα πιάσανε τὰ κρύα, μὲ τὶς βροχές, μὲ τὰ χιόνια, πηγαινοερχότανε μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι γιὰ τὸν Πέτρο. Οἰκονομοῦσε δυὸ τσιγάρα; τοῦ τὰ πήγαινε. Ἕνα πορτοκάλι; κινοῦσε δυὸ ὧρες δρόμο μὲ τὰ πόδια γιὰ νὰ τοῦ τὸ πάει. Ἕνα γραμματάκι ἢ τὰ ρουχαλάκια του. Τοῦ ῾λεγε καμιὰ φορὰ ἡ μάνα του: «Κάτσε σήμερα κι αὔριο πάλι πᾶς...».

»"Ὄχι, γιατὶ θὰ μείνει παραπονεμένος..."

»Τὴν ἡμέρα ποὺ γύρισε μὲ τὸν μπόγο τὰ ροῦχα - ὅπως τοῦ τά ῾χε δώσει ἡ μάνα του τά ῾φερε πίσω - "Δὲν τὰ δεχτήκανε", μᾶς εἶπε, κι ἔτρεμε τὸ κατωσάγονό του, "γιατὶ τὸν Πέτρο", λέει, "τὸν πήρανε χθὲς ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι...".

»Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε μόνο. Μὰ τά ῾λεγε τραυλιστά. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν στεγνὰ ἂν καὶ κατακόκκινα. Σ᾿ ὅλο, λέει, τὸ δρόμο, ἔτσι μᾶς εἶπαν, ἔκλαιγε φωναχτά. Ἔκλαιγε κι ἐρχότανε. Μόνο σὰν κοντοζύγωσε στὸ σπίτι, κοίταξε νὰ μεταμορφιστεῖ. Γιὰ μᾶς... Πιάσαμε εὐτὺς τοὺς δρόμους κι οἱ τρεῖς καὶ ρωτούσαμε νὰ μάθουμε. Πήγαμε σὲ ἀστυνομίες, παντοῦ, τίποτα. Νύχτωσε. Ἡ κυκλοφορία ἦταν περιορισμένη. Κλειστήκαμε στὸ σπίτι, χωρὶς νὰ ξέρουμε τίποτα γιὰ τὸ παιδί... Οὔτε ποῦ τὸν πῆγαν, οὔτε τί τὸν κάνανε... Πρωὶ πρωὶ τὴν ἄλλη μέρα σηκώθηκε ὁ Τάκης πρῶτος.

»"Θὰ ξαναπάω στὸ Χαϊδάρι", μοῦ λέει ὁ Τάκης μου, "νὰ μάθω...". Γιατί δὲν τὸν ἐμπόδισα; Γιατί τὸν ἄφησα;

»"Τί πιὰ θὰ μάθεις ἀπὸ κεῖ;".

»Ἐγὼ θὰ πάω, κι ἂς ἔχει φύγει... Θυμᾶσαι, πατέρα, ποὺ λέγαμε πότε νὰ τόνε βγάλουν... καὶ λυπόσουν γιὰ μένα, γιὰ τὸν κόπο μου; Μακάρι, πατέρα, νὰ τὸν ξέραμε τώρα κλεισμένο κεῖ μέσα, καὶ σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωὴ νὰ πηγαινοέρχομαι μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι...».

»Τοῦ φώναξε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ δώσει ἕνα κομμάτι ψωμὶ ποὺ ἔφευγε νηστικό.

»"Δὲ θέλω, δὲ θέλω, δὲν πεινῶ...".

»Αὐτὰ ἀκούσαμε τελευταῖα ἀπὸ τὸ στόμα του. Μάθαμε πὼς πῆγε πραγματικὰ στὸ Χαϊδάρι, καὶ πὼς κλαίοντας ρωτοῦσε νὰ μάθει γιὰ τὸν Πέτρο. Τί ἔμαθε; Τί τοῦ εἶπαν; Δὲν τὸ ξέρομε...».

Κεῖνο τὸ ἀπόγευμα, ποὺ ὁ Τάκης, γυρνώντας ἀπ᾿ τὸ Χαϊδάρι, χτυπήθηκε ἀπὸ γερμανικὸ αὐτοκίνητο καὶ μεταφέρθηκε νεκρὸς πιὰ στὸ Σταθμὸ Πρώτων

Ὁ ἔρωτας τῶν χρωμάτων καὶ τῆς προσωπικῆς δημιουργίας

Ἀξιότιμε κύριε,

Ἀπὸ ἐδῶ ποὺ βρίσκομαι (καὶ μένω ἀπὸ πολλοὺς καιροὺς σ᾿ αὐτὸ τὸ μακρινὸ ἀστέρι), κάπου κάπου ἔχω τὴν περιέργεια καὶ παρακολουθῶ τὰ δικά σας, ὄχι βέβαια γιὰ νὰ δῶ ἂν θὰ γράψουν κάτι γιὰ μένα, ὅσο γιὰ νὰ ἱκανοποιήσω παλιὲς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες.

Ἡ τύχη τό ῾φερε νὰ κατοικῶ στὸν Παράδεισο περίπου δεκαπέντε χρόνια. Ζῶ ἐντελῶς φανταστικὰ (αὐτὴ τὴ λέξη δὲν μπορῶ νὰ σᾶς τὴν ἐξηγήσω πρόχειρα) καὶ αὐτὸ μοῦ δημιουργεῖ περίπλοκα προβλήματα. Ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ εἶναι πὼς δὲν ἔχω κανέναν γνωστό μου γιὰ παρέα. Εἶναι περίεργο καὶ ἐξωφρενικὸ μέσα σὲ τόσες χιλιάδες νὰ μὴν μπορῶ νὰ διακρίνω ἕναν ἄνθρωπο τῆς γειτονιᾶς μου. Ὅσο γιὰ κείνους ποὺ γνώριζα ἀπ᾿ τὶς ἐφημερίδες (ἐπιστήμονες, ἀθλητές, καλλιτέχνες), αὐτοὶ ζοῦν ὅπως τὰ ξέρετε καὶ στὴ Γῆ. Κῆποι, μέγαρα, αὐτοκίνητα καὶ βέβαια μαζί μας καμιὰ ἐπαφή. Νομίζω ὅμως πὼς αὐτὲς οἱ δυσκολίες δημιουργοῦνται καμιὰ φορὰ κι ἀπ᾿ τὶς ἀπρόβλεπτες καταστάσεις, καθὼς βλέπω νύχτα μέρα νὰ μεταφέρονται σὲ πολὺ μακρινὲς ἀποστάσεις ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ κάποτε γνωριστήκαμε. Χῶρος φυσικὰ ὑπάρχει, ἀλλὰ μέχρι νὰ τακτοποιηθοῦν ὅπως πρέπει, τὰ προβλήματα ποὺ ἐμφανίζονται κάποια στιγμὴ δημιουργοῦν ἐξωφρενικὲς δυσχέρειες. Σ᾿ ἕναν ἀπὸ τοὺς τελευταίους πολέμους μαζεύτηκαν ξαφνικὰ τόσοι πολλοί, φέρνοντας μαζὶ καὶ τὰ παιδιά τους, ποὺ ἀναγκάστηκαν νὰ τοὺς βάλουν νὰ κοιμοῦνται σὲ ράντζα στοὺς διαδρόμους τῶν κτιρίων μέχρι ν᾿ ἀποφασιστεῖ σὲ ποιὰ κτίρια θὰ τοποθετηθοῦν ὁριστικά. Γιὰ παράδειγμα ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω, γιὰ τὸ γοῦστο τοῦ πράγματος, τὸ ἑξῆς.

Πρὶν ἀπὸ μένα, στὸ ἴδιο δωμάτιο ποὺ μένω τώρα, ἔμενε κάποιος ποιητής. Μὲ τὴν ποίηση πάντα μὲ ἔδενε μία μυστικὴ σχέση. Ἔχω περάσει πολλὲς νύχτες ἀγρυπνώντας, διαβάζοντας ποιήματα σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σαραβαλιασμένο σπίτι τῆς ὁδοῦ Εὐβοίας. Συχνὰ τύχαινε νὰ παρακολουθῶ καὶ ποιητικὰ βραδινὰ ποὺ ἦταν τόσο τῆς μόδας σ᾿ ἐκεῖνα τὰ ἠλίθια χρόνια.

Εἶχα γνωρίσει κάμποσους ποιητὲς καὶ μεταξὺ ἐκείνων κι ἐτοῦτον καὶ χάρηκα ποὺ τὸν συνάντησα καὶ δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα νὰ τοῦ τὸ πῶ καὶ ἴσως νὰ μὲ θυμόταν καὶ νὰ κάναμε παρέα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅταν ἔφτασα, μοῦ λέει ὁ ἄγγελος ἐσὺ θὰ μείνεις ἐδῶ καὶ ὁ ποιητὴς θὰ περάσει ἀπέναντι.

Ὁ ποιητὴς ποὺ ἦταν μονόχνωτος ἄνθρωπος, βασανισμένος εἶναι ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες, τὶς φυλακὲς καὶ τὴ γυναίκα του, σηκώθηκε καὶ πῆγε ἀπέναντι μὲ μισὴ καρδιά, ἀλλὰ στὴν ἀπέναντι πολυκατοικία δὲν εἶχε, λέει, ἀρκετὴ θέρμανση κι αὐτὸ τὸν στενοχώρησε.

Ἔρχεται πίσω ἀμέσως καὶ σὰν μαινόμενος ταῦρος μοῦ λέει:

-Ἐσεῖς, κύριε, γράψατε ποτὲ στὴ ζωή σας;

-Ὄχι, λέω ἐγὼ καὶ κοκκινίζω καὶ νὰ τώρα ἐγώ, ποὺ ποτὲ δὲν εἶχα πεῖ στὴ ζωή μου ψέματα, ἀναγκάζομαι νὰ τοῦ λέω μέσα στὸν Παράδεισο.

-Τότε, μοῦ λέει, ἢ εἶστε μουσικὸς ἢ ζωγράφος.

-Ναί, λέω ἐγὼ καὶ ἀνασαίνω κανονικά, ποὺ ἐπιτέλους λέω καθαρὰ αὐτὸ ποὺ μὲ βασάνισε τόσα χρόνια καὶ ποὺ δὲν τόλμησα ποτὲ νὰ τὸ πῶ καὶ ποὺ κανεὶς ποτὲ δὲν μοῦ ῾χε ἀναγνωρίσει. Εἶμαι ζωγράφος, κύριε.

-Νὰ πᾶτε μὲ τοὺς ζωγράφους, λέει μοχθηρά. Ἐκεῖ εἶναι ἡ θέση σας.

Ὁ ἄγγελος, ποὺ ὅλη ἐκείνη τὴν ὥρα ἄκουγε σιωπηλός, τοῦ εἶπε πὼς μποροῦσε νὰ κάνει ὑπομονὴ λίγες ὧρες μέχρι νά ῾ρθει ἀπὸ τὴ Γῆ κάποιος ὑδραυλικὸς νὰ διορθώσει τὸ καλοριφέρ. Ὁ ποιητὴς ἦταν ἀνένδοτος. Τὸν παρεκάλεσα κι ἐγώ, ἀλλὰ μάταια. Μ᾿ ἔβαλαν μὲ τοὺς ζωγράφους, λοιπὸν (τοὺς ὁποίους, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν εἶδα ἀκόμη) καὶ ἡσύχασα, ὥσπου μία μέρα μὲ εἰδοποίησαν ὅτι μποροῦσα νὰ ἐγκατασταθῶ στὸ δωμάτιο τοῦ ποιητῆ. (Φαίνεται ὅτι σκοτεινοὶ κύκλοι μεσολάβησαν καὶ ἤθελαν νὰ μὲ διώξουν ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν ζωγράφων, δεδομένου ὅτι δὲν εἶχα κανενὸς τὴν ἀναγνώριση ὅσο ζοῦσα καὶ δυστυχῶς αὐτὴ ἡ ἄδικη τύχη μὲ ἀκολουθοῦσε καὶ στοὺς οὐρανούς...). Ρώτησα τί συμβαίνει καὶ μοῦ εἶπαν ὅτι ὁ ποιητὴς μεταφερόταν ἀλλοῦ, δίπλα στοὺς μεγάλους ποιητὲς τοῦ ταλαιπωρημένου γένους μας, ὅτι στὴ Γῆ εἶχε ἀνακηρυχτεῖ ἀθάνατος κι ὅτι ὑπαίτιος γι᾿ αὐτὸ ἦταν ὁ ποιητὴς Τάκης Σινόπουλος, ποὺ μεσολάβησε καὶ γράφτηκε κάτι γι᾿ αὐτὸν σ᾿ ἕνα περιοδικὸ τῆς συμφορᾶς, μὲ τὴ σκέψη νά ῾χει κάποιον νὰ μιλάει, ὅταν θὰ ῾ρχόταν κι αὐτὸς κάποτε στὰς αἰωνίους μονάς.

Πέρασαν ὅμως τόσα χρόνια καὶ κανένας ἀληθινὸς ποιητὴς δὲν ἔρχεται, δεδομένου ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα μαθαίνονται ἀμέσως. Ἕνας στιχουργὸς ἦρθε μόνο, ταλαιπωρημένος καὶ δυστυχῆς, καὶ μοῦ ῾φερε τὸ ἀπόκομμα τῆς ἐφημερίδας ποὺ γράψατε γιὰ μένα, αὐτὸ ποὺ λέτε ὅτι ἀνακαλύψατε τὰ ἔργα μου σὲ μιὰ ἀποθήκη καὶ ἦταν ἕτοιμα νὰ τὰ πετάξουν στὰ σκουπίδια καὶ τὰ σώσατε - τί εὐγένεια! - καὶ λέτε ἀκόμη ὅτι ἀρχίσατε κιόλας ἔρευνες γιὰ τὴ ζωή μου νὰ μάθετε τὰ τί καὶ τὰ πῶς, τί τὰ θέλετε ἀλήθεια; - καὶ δὲν βρίσκετε, λέτε, κανένα ποὺ νὰ εἶχε ὑποψιαστεῖ ὅτι ζωγράφιζα καὶ δὲν ἔχω δυστυχῶς τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα σας, μοῦ λείπουν, δὲν ἔχω τὴ δυνατότητα νὰ τὰ βρῶ καὶ πῶς ἄλλωστε νὰ μοῦ τὰ στείλετε, τέλος πάντων.

Συνεχίζω χωρὶς νὰ κρατῶ καμία σειρὰ καὶ ἀπαντώντας ὅσο μπορῶ στὰ πιὸ κύρια σημεῖα τοῦ ἄρθρου σας γιὰ τὴν ἀθέατη ζωὴ καὶ τὸ ἔργο μου. Κατ᾿ ἀρχὴν ἐδῶ εἶμαι ὑπεύθυνος, κάτι σὰν ἐπιστάτης, σ᾿ ἕνα μεγάλο περιβόλι καὶ τὸν τελευταῖο καιρὸ ἔχει πέσει πολλὴ δουλειά. (Συνεχίζω τὸ γράμμα μου ὕστερα ἀπὸ δέκα χρόνια ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ἄρχισα κι αὐτὸ γιατὶ δὲν προλαβαίνω μήτε νὰ τὸ ξαναδιαβάσω μήτε νὰ θυμηθῶ ἂν ἐκεῖνα ποὺ σᾶς ἔγραψα πιὸ πάνω τὰ ξαναγράφω).

Καὶ κάποτε στὴ ζωή μου, λοιπόν, ἦρθαν τὰ πιὸ θλιβερά. Ἔβλεπα νὰ πεθαίνουν ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο καὶ τὸ σπίτι μία ἐποχὴ μοῦ φαινόταν πολὺ μικρὸ κι ἄλλοτε ἀπέραντο. Τὸ ἐπάνω πάτωμα εἶχε ἀχρηστευτεῖ σχεδὸν οὔτε ἀνέβαινα πιά, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἄκουγα κάποιους θορύβους καὶ κάτι σὰν λαχανιασμένα τρεχαλητά. Ἤξερα βέβαια πὼς θὰ ἦταν ἀνόητο νὰ πιστέψω ὅτι ὑπάρχουν φαντάσματα, ἀλλὰ ὅσο οἱ θόρυβοι μεγάλωναν κάθε νύχτα τόσο καὶ πίστευα πραγματικὰ στὴ μοναξιά μου. Ἔτσι καὶ κάπως ἔτσι ἔμαθα νὰ ζῶ στὴ μοναξιά.

Ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀκολούθησαν, ὄχι πὼς εἶναι δύσκολο νὰ τὰ πῶ, ἀλλὰ ὅση προσοχὴ καὶ νὰ δώσετε δὲν θὰ τὰ καταλάβετε ποτέ. Θέλω νὰ πῶ, ἦταν τὰ δικά μου πράγματα ποὺ δὲν τὰ μοιράστηκα μὲ κανένα. Ὁ φόνος ποὺ ἔγινε ξαφνικὰ ἔφερε μπροστὰ στὰ μάτια μου ἄλλες ἐποχές, ὅταν ξανάβλεπα τὴ θεία μου Ἀννεζούλα νὰ βγαίνει στοὺς δρόμους μὲ τὰ νυχτικά, ξεχτένιστη, σκέτη κόκαλα, τότε ποὺ θά ῾τανε γύρω στὰ ἐνενῆντα καὶ νὰ φωνάζει τὸν αἴτιο γιὰ τὴ ζωή της. Ποιὸν αἴτιο ποτὲ δὲν ἔμαθα. Δικά της πράγματα, σκοτωμένα, χαμένα. Δὲν θυμᾶμαι τὴ σειρὰ ποὺ πέθαναν ὅλοι τους, γιατὶ τὸ ἡμερολόγιο ποὺ κρατοῦσα ἐκεῖνα τὰ χρόνια μία στιγμὴ τό ῾καψα. Ἦρθαν δύσκολες ἐποχὲς κι ἐγὼ ποὺ τότε ζωγράφιζα μὲ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα, κολλοῦσα μὲ ἀλευρόκολλα στὸ πίσω μέρος τοῦ πίνακα ἐφημερίδες γιὰ νὰ συγκρατηθεῖ τὸ ἄθλιο χαρτόνι. Τότε ἀναγκάστηκα νὰ νοικιάσω τὸ ἐπάνω πάτωμα.

Στὴν ἀρχὴ ἦρθαν δυὸ φοιτητὲς τῆς φιλολογίας κι ὅταν ἔφυγαν, ἦρθαν κι ἄλλοι κι ἄλλοι, ὥσπου ἔγινε τὸ κακὸ ποὺ σᾶς εἶπα γιὰ δικά τους πράγματα. Εἶναι ἀνόητο αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, ἀλλὰ συνέβαινε τὸν φόνο νὰ τὸν ἀκούω πολὺν καιρὸ πρὶν γίνει. Μ᾿ αὐτὴ τὴν περιπέτεια πρώτη φορὰ στὴ ζωή μου ἦρθα σ᾿ ἐπαφὴ μὲ δικηγόρους, ἀστυνομίες καὶ δικαστήρια.

Θ᾿ ἀναρωτιέστε ἀκόμη μὲ τί νὰ μοιάζω. Ἔτσι ποὺ γράψατε τὸ ἄρθρο σας ὁ κόσμος νομίζω ὅτι δὲν κατάλαβε τίποτα. Τὰ μάτια μου, ἔτσι ὅπως τὰ περιγράφετε, τὰ τοποθετήσατε στὸ πίσω μέρος τοῦ κεφαλιοῦ μου, εἶμαι χωρὶς χέρια, μ᾿ ἕνα πόδι ἀνάπηρο, ρημαγμένο ἀπὸ τοὺς ρευματισμοὺς κι ὁ ὑπόλοιπος σακατεμένος ἀπὸ τὴ μυωπία καὶ τὸ ἕλκος.

Τώρα ποὺ σᾶς γράφω γι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, αἰσθάνομαι κάτι ἄδειο. Σὰ νά ῾χουν ξεκολλήσει τὰ σπλάγχνα μου. Δὲν μπορῶ νὰ ἐξηγήσω τίποτα. Ἂν βρισκόμαστε κάποτε μαζί, θὰ σᾶς μιλοῦσα ἀλλιῶς καὶ θά ῾τανε καλύτερα. Ἀλλὰ ὅπως μοῦ ἐξήγησαν, ἐδῶ θ᾿ ἀργήσουμε πάρα πολὺ νὰ συναντηθοῦμε. Ἴσως ἂν προσέξετε τ᾿ αὐτοκίνητα, πάρα πάρα πολύ. Ὡς ἐκείνη τὴν ὥρα λοιπὸν θὰ μπορεῖτε νὰ διακρίνετε καλύτερα τὸ μήνυμά μου. Ἀφήνω στὰ χέρια σας πολλὲς λαχτάρες καὶ πολλοὺς φόβους. Ἂν ψάξετε, θὰ τὰ βρεῖτε. Συμβουλὲς δὲν ἔχω νὰ δώσω σὲ κανένα. Ἔχω ἀπαλλαγεῖ ἐδῶ πάνω ἀπὸ πολλὲς ἀδυναμίες. Κάποτε, ξαφνικά, αἰσθάνομαι κάτι νὰ μὲ βασανίζει, ἀλλὰ μπορῶ καὶ ξέρω τί εἶναι. Λέω: αὐτὸ εἶναι ἐπιθυμία γιὰ νερό, γιὰ φαγητό, γιὰ ὕπνο. Ἐκεῖνο ἦταν ἡ ἀνάγκη νὰ ξεκουραστῶ, νὰ συναντήσω καὶ νὰ κοιμηθῶ μὲ μία γυναίκα καὶ τὸ ἄλλο ποὺ ἔνιωσα πρὶν ἀπὸ λίγο, νὰ πάω στὴν τουαλέτα.

Στὴ Γῆ μὲ βασάνισαν πολὺ αὐτὰ τὰ καθημερινὰ καὶ τὰ πρακτικά. Ἰδίως, αὐτὰ τὰ τελευταῖα, μὲ ἀρρώσταιναν. Τύχαινε νὰ μὴν μπορῶ μήτε τὰ ἐλάχιστα. Τὸ χειρότερο: δὲν ἤξερα τί μοῦ συμβαίνει. Τώρα μπορῶ καὶ ἡσυχάζω. Δὲν κοιμᾶμαι καθόλου κι ὅμως, ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκα τὴν ἀνάγκη νὰ κοιμηθῶ ἢ νὰ φάω. Χτυπάω τὰ χέρια μου στ᾿ ἀγκάθια ἢ σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ νομίζω ὅτι εἶναι ἀγκάθια, ἀλλὰ δὲν βγαίνει οὔτε μία σταγόνα αἷμα. Πρῶτα μποροῦσα νὰ πανικοβληθῶ. Ἔχω δέρμα, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι δὲν εἶναι. Καὶ τὰ χέρια μου παρ᾿ ὅλο ποὺ τὰ βλέπω κανονικὰ ἐντούτοις μποροῦν νὰ φτάσουν ὁπουδήποτε.

Ἐδῶ ὑπάρχουν λίμνες καὶ ποτάμια, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἔχουν μέσα δὲν εἶναι νερό. Οἱ παλιοὶ θρύλοι στὴ Γῆ μιλοῦσαν γιὰ δάκρυα. Μὴν πιστεύετε τίποτα. Ἦταν ὁ φόβος καὶ ἡ ἄγνοια τῶν ἀνθρώπων ποὺ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ ἐπινοοῦν τέτοιες ἱστορίες. Δὲν εἶναι λοιπὸν νερὸ μήτε δάκρυα. Καὶ τὰ καράβια ποὺ βλέπω στὶς θάλασσες μὲ ναυάρχους καὶ ναῦτες παρατεταγμένους σὰν λαϊκὲς ζωγραφιὲς ἀπὸ τὸν ἀγώνα τοῦ Εἰκοσιένα, δὲν εἶναι καράβια. Μᾶλλον (δὲν τόλμησα, βλέπετε, ἀκόμα νὰ κάνω πολλὲς ἐρωτήσεις) εἶναι κι αὐτὸ οἱ παλιὲς ἐπιθυμίες ἢ τὰ ὁράματα γιὰ πράγματα ποὺ γνωρίσαμε πολὺ λίγο ἢ ποὺ θέλαμε νὰ δοῦμε ἀπὸ κοντά.

Καὶ κάποτε, γιὰ νὰ συνεχίσω αὐτὲς τὶς σκόρπιες γραμμὲς (ποὺ φαντάζομαι νὰ μὴ σᾶς ζαλίζουν), σταμάτησα νὰ ζωγραφίζω. Μέσα μου ἡ ἴδια φωνὴ ποὺ ἄλλοτε μὲ ἀνάγκαζε, τώρα μοῦ ῾λεγε πὼς ἔπρεπε νὰ σταματήσω. Ὅσο κι ἂν λένε ὅτι ὁ τάδε πέθανε πάνω στὰ γραφτά του ἢ ὁ τάδε ἠθοποιὸς πάνω στὴ σκηνή, αὐτὴ ἡ διάθεση μὲ χτυπάει στὸ κεφάλι. Σταμάτησα λοιπὸν καὶ προσπάθησα ν᾿ ἀσχοληθῶ μὲ κάτι ἄλλο, τί ἄλλο;

Γονάτιζα καὶ παρακαλοῦσα τοὺς ἁγίους. Τὴ νύχτα ἔβλεπα ἀγγέλους στὸν ὕπνο μου καὶ τὸ πρωὶ τοὺς ζωγράφιζα. Ὅταν μ᾿ ἔπιασαν οἱ ρευματισμοί, τότε ζωγράφιζα πραγματικὰ μέσα στὸν ὕπνο μου. Τὸ περίεργο καὶ τὸ ἐξωφρενικὸ εἶναι πὼς ὅταν δὲν τέλειωνε ἕνας πίνακας στὸ πρῶτο ὄνειρο, τὸν συνέχιζα τὴν ἄλλη νύχτα. Τότε ἦταν ποὺ προσπάθησα νὰ συνθέσω εἰκόνες ἀπὸ πράγματα ποὺ γνώρισα πολὺ λίγο ἢ ἐκεῖνα ποὺ δὲν τὰ γνώρισα ποτέ. Καὶ ἀναφέρομαι σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ ἀνέφερα παραπάνω, τὰ σχετικὰ μὲ τὰ δικαστήρια. Ἔλεγα: «Πῶς μπορεῖ νά ῾ναι τὸ ἐσωτερικὸ μιᾶς φυλακῆς;». Μετὰ ὅμως δὲν σκεφτόμουν τὴ φυλακή. Τὸ μυαλό μου πήγαινε στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἦταν κλεισμένοι ἐκεῖ μέσα καὶ σ᾿ ἐκείνους τοὺς δικούς τους ποὺ ἔμεναν ἔξω, ἀλλὰ ἡ καρδιά τους ἦταν δοσμένη σ᾿ ἐκείνους καὶ ἦταν κι ἐκείνη φυλακισμένη. Στὸ δικαστήριο εἶδα πολλὲς τέτοιες σκηνὲς καὶ μία στιγμὴ δὲν καταλάβαινα ποιὸς εἶναι ὁ κατηγορούμενος καὶ ποιὸς ὁ ἀθῶος πατέρας του, ποὺ ἦρθε νὰ τὸν συνδράμει καὶ νὰ τὸν ἐμψυχώσει κι ἔβλεπα μάρτυρες χωριάτες μὲ κουμπωμένο ὡς ἀπάνω τὸ πουκάμισο, χωρὶς γραβάτα, φτωχοὺς καὶ στραβογηρασμένους μὲ κόκκινο σταφιδιασμένο πρόσωπο καὶ πολλὲς ψιλὲς ρυτίδες γύρω ἀπὸ τὰ μάτια καὶ τὴ μύτη.

Ντρέπομαι ποὺ γράφω γι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ στὴν ἀπομόνωσή μου συναρμολογοῦσα αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους μὲ περίεργα ὑλικὰ καὶ μὲ μίαν ἀντίληψη ποὺ θὰ ταίριαζε περισσότερο σ᾿ ἕναν φιλόσοφο. Ἔτσι κι ἀπὸ τότε καὶ κάπως ἔτσι ἄρχισα νὰ σκέφτομαι. Καὶ ἔμαθα νὰ σκέφτομαι σὰν ν᾿ ἄρχιζα νὰ μαθαίνω μία ξένη γλώσσα. Κι ὅταν ἔμαθα νὰ σκέφτομαι, τότε πραγματικὰ σταμάτησα νὰ ζωγραφίζω.

Θὰ μοῦ μείνει ἀξέχαστο τὸ σημεῖο ποὺ λέτε γιὰ τὶς μικρὲς πινελιές μου. Τὸ ἀναλύετε σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ τὴν τεχνοτροπία ἑνὸς μεγάλου καὶ δύσκολου ζωγράφου, ποὺ ἔμεινε δάσκαλος ἐσαεί. Μέχρι σ᾿ ἕνα σημεῖο κάτι ἀνακαλύψατε. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸ ποὺ μὲ ἀνάγκαζε νὰ τὸ κάνω. Ζωγραφικὴ δὲν σπούδασα ποτὲ κι αὐτὸ ἦταν γιὰ μένα τότε μεγάλη περηφάνια. Σιχάθηκα καὶ σχολὲς καὶ ζωγράφους. Εἶδα πολλὲς ἐκθέσεις. Τὸ κέρδος μου ἦταν νὰ παίρνω ἀπ᾿ ὅλους ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἄφηναν χωρὶς συνείδηση νὰ μισοφαίνονται, μὲ δυὸ λόγια νὰ ἐκμεταλλεύομαι ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἔδειχναν μία κρυμμένη ἀνακάλυψη. Τὰ πρῶτα μου χρώματα θύμιζαν ἐρειπωμένα σπίτια. Σπίτια ποὺ κατεδαφίζονται καὶ χρόνια πρὶν τά ῾βλεπες κι ἔλεγες ἀμήχανος ποιοὶ ἄραγε τὰ κατοικοῦν καὶ πῶς τρῶνε καὶ πῶς κοιμοῦνται σ᾿ αὐτὰ τὰ μέγαρα καὶ βλέπεις ξαφνικὰ στὸ βάθος, ἀχνὰ ρὸζ καὶ κίτρινα καὶ γλυκὰ βυσσινὶ μὲς στὰ ξεχαρβαλωμένα ντουλάπια.

Ἐπειδὴ ἦρθαν δύσκολοι καιροί, ἀναγκαζόμουν νὰ διπλασιάζω τὰ χρώματα μὲ τὴν ἁπλὴ μέθοδο τῆς διάλυσης. Μάλιστα! Ἔριχνα λίγο νέφτι παραπάνω καὶ τὸ χρῶμα γινόταν διπλό. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, ποὺ χρησιμοποιοῦσα τὰ ἀχνὰ χρώματα. Μερικὲς φορές, μόλις φαινόταν ἡ τελευταία στρώση καὶ βέβαια τὰ ἔργα ἦταν ἄχρηστα, ἀλλὰ ἄρχιζα καὶ ζωγράφιζα κάτι ἄλλο ἐπάνω τους καὶ τὸ πρῶτο θέμα μόλις καὶ μισοφαινόταν κι αὐτὸ ἐσεῖς βρήκατε τὴν εὐκαιρία νὰ τὸ ὀνομάσετε συνταρακτικὸ εὕρημα. Ἔτσι, ὅμως, μὲ τέτοιες συνθῆκες δὲν θὰ βρεῖτε ποτὲ τὸ ὅραμά μου. Γιατὶ ξέρω πιά, πὼς δὲν θὰ μπορέσω νὰ ἐξηγήσω τίποτα, μήτε νὰ ξαναζουλήξω τὸ σωληνάριο ποὺ εἶχε τελειώσει.

Ὅσο γιὰ τὶς μικρὲς πινελιὲς ποὺ ἀνακαλύψατε καὶ μείνατε ἐκστατικὸς εἶναι κι αὐτὸ ἀπὸ τὴ στέρηση ποὺ μ᾿ ἔδερνε. Ὅταν χαλοῦσε ἕνα πινέλο τό ῾κοβα σιγὰ - σιγὰ μὲ τὸ ψαλίδι καὶ ἀργότερα, σ᾿ ἕνα - δυὸ μῆνες, τὸ ἴδιο. Στὸ τέλος ἔμεναν τέσσερις τρίχες ἢ πολλὲς μαζί, ἀλλὰ πολὺ κοντές. Νομίζω, ἐξηγήθηκα μὲ ὅση εἰλικρίνεια μποροῦσα.

Ἐδῶ, ὅπως σᾶς εἶπα, δὲν ἔχω μήτε ἡλικία μήτε ὄνομα. Τραυλίζω ἄσχετες χρονολογίες καὶ γεγονότα, σὰν ἐκείνους ποὺ χάσανε τὰ λογικά τους κι ἄλλοτε μὲ τοὺς τρόμους (ἀκόμη) ποὺ αἰσθανόμουν σὰν μαθητὴς μπροστὰ στὴν κόλλα τοῦ διαγωνίσματος τῶν Μαθηματικῶν. Εἶμαι πιασμένος γιὰ πάντα μέσα στὴ φαρμακερὴ ἀράχνη ὀνομάτων καὶ ἀναμνήσεων. Ἀκούω καμιὰ φορὰ κάποιο θόρυβο, ὅπως ὅταν ὁ δαιμονισμένος ἀέρας παρασέρνει κονσερβοκούτια καὶ ξέρω πὼς κάτι ἔγινε, κάπου, μέσα σὲ ψιθυρίσματα, τρεχαλητά, χτυπήματα φτερῶν καὶ μικροὺς ἀναστεναγμούς, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐντοπίσω τί ἀκριβῶς γίνεται, παρ᾿ ὅλο ποὺ νιώθω πὼς ἕνας δικός μου ἄνθρωπος στέκεται δίπλα μου ἀόρατος καὶ σκεφτικὸς καὶ προσπαθεῖ μάταια νὰ μὲ βοηθήσει. Νιώθω ἀκόμη νὰ χύνεται στὰ σπλάγχνα μου ἕνα γλυκὸ μαῦρο χρῶμα καὶ πάντα λογαριάζω νὰ τὸ χρησιμοποιήσω γιὰ μία λεπτομέρεια στοὺς πίνακές μου, ἀλλὰ μόλις ἁπλώνω τὸ χέρι μου στὸ ὑποτιθέμενο πινέλο, τὸ χέρι μου ἀγγίζει μόνο τὸ περίγραμμά του. Ἐκτὸς αὐτοῦ, δὲν νιώθω πιὰ τὸν ἔρωτα γιὰ τὰ χρώματα, ποὺ ἔνιωθα κάποτε, δεδομένου ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν ζωγραφίσω ὅπως ποτὲ δὲν ἀξιώθηκα ἢ κι ἂν ξεπεράσω ὅλους τοὺς ζωγράφους ποὺ θαύμασα (ἐγὼ μόνο ξέρω πόσο ἔκλαψα κοιτάζοντας τὶς νεκρὲς φύσεις τῶν μεγάλων δασκάλων), τὸ νιώθω πὼς δὲν ἔχει κανένα νόημα. Ὁ ἔρωτας τῆς δημιουργίας, ἔτσι τὸ λέγανε κάποτε, ἔχει χαθεῖ.

Πῶς θά ῾θελα νὰ τὰ συζητήσουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ μᾶς χωρίζουν μόνο δυὸ κοῦπες σκέτος καφές. Τώρα ποὺ κάνουν ἐξώφυλλα βιβλίων τοὺς πίνακές μου, ποὺ μὲ ταχυδρομοῦν σὲ κὰρτ ποστὰλ τὶς γιορτές, ποὺ κάνουν διαλέξεις γιὰ τὸ ἔργο μου καὶ τὴ ζωή μου, ἄσχετο ἂν κανεὶς δὲν μὲ εἶδε, γιατὶ ἁπλούστατα ποτὲ καὶ κανεὶς δὲν μὲ γνώρισε κι οὔτε ἐνδιαφέρθηκε κι οὔτε ἔβγαλα κι ἐγὼ μία φωτογραφία γιὰ νὰ δοῦνε τέλος πάντως, πὼς ἤμουνα... ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ κυνήγησαν μὲ περιφρόνηση σὰν ἐκεῖνο τὸν ἐπηρμένο ἐκδότη ἑνὸς λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ, ποὺ ἀποφάσισα καὶ χτύπησα τὴν πόρτα του καὶ τοῦ ζήτησα πολὺ ταπεινὰ ἂν ἤθελε νὰ βάλει ἕνα σχεδιάκι μου σὲ κάποιο ἀφιέρωμα ἑνὸς ποιητῆ καὶ μοῦ εἶπε, μάλιστα, κύριε, θαυμάσια, θαυμάσια καὶ νὰ τὸν πάρω τηλέφωνο τὴν Τρίτη καὶ μετὰ χάθηκε. Χάθηκε.

Τώρα, φαντάζομαι ὅτι θά ῾γινε κιόλας ἀκαδημαϊκός, γιατὶ ὁλοένα ἔτρεχε μαζί τους κι ὁλοένα ἔπαιρνε συνεντεύξεις ἀπὸ γέρους καὶ ἑτοιμόρροπους καλλιτέχνες καὶ βρέθηκε μὲ τοῦ κόσμου τὰ ἀρχεῖα καὶ τὰ ἔργα τέχνης καὶ ξενυχτοῦσε μαζί τους σὲ πρεμιέρες καὶ συναυλίες, τί νὰ τὰ λέω τώρα.

Κάπου κάπου βλέπω κάποιες σκιὲς ἀνθρώπων καὶ νιώθω ὅτι μὲ κοιτάζουν μὲ περιέργεια καὶ ἴσως μὲ φόβο καὶ ἀποστροφὴ καὶ πολλοὶ εἶναι, θαρρεῖς, κρυμμένοι πίσω ἀπὸ σύννεφα μὲ ὁλόχρυσα φυλλώματα καὶ πουλιὰ (καὶ ἡ σκιά τους ἀκόμη εἶναι ὁλόχρυση) μὲ κοιτοῦν ἐξεταστικὰ καὶ σὰν νὰ μὲ κατασκοπεύουν καὶ κάτι ψιθυρίζουν γιὰ μένα. Μήπως ἄραγε, εἶστε ἐσεῖς; Καὶ γιατί διστάζετε; Ντρέπεστε; Καὶ εἶστε ἀπὸ καιρὸ ἐδῶ; Τότε δὲν θὰ λάβετε ποτὲ τὸ γράμμα μου. Τί κρίμα. Ποτὲ δὲν ἔμαθα αὐτὴ τὴ φυλὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ πολὺ περισσότερο τὴ γυναίκα μου, μιὰ γυναίκα ἀμίλητη σὰν εἴδωλο, ποὺ τὴν παντρεύτηκα χωρὶς σχεδὸν νὰ τὸ ξέρω - ὅλα ἔγιναν μέσα σὲ ἀπελπισμένες καταστάσεις - ἀλλὰ ποὺ μόνο ἐκείνη ἤξερε νὰ μὲ ταξιδεύει ἐκεῖ ποὺ ἤθελα. Μεγάλα λόγια, θὰ πεῖτε, κι αἰσθάνομαι κιόλας τὴ μαχαιριὰ τῆς περιφρόνησής σας, ἀλλὰ πῶς ἀλλιῶς νὰ γίνει καὶ πῶς ἀλλιῶς νὰ περπατήσει ὁ κόσμος καὶ ἀλλιῶς νὰ μιλήσω.

from http://www.mathisis.com/nqcontent.cfm?a_id=3727

Προσευχή

Ὅλες οἱ πράξεις μου οἱ ἁμαρτωλές,
τὰ λάθη, οἱ ἄνομες ἐπιθυμιὲς
περνοῦνε πάνωθέ μου
καθὼς τὸ διάφανο νερό,
Κύριέ μου.

Μέσα ἀπὸ βαλτονέρια προχωρῶ
καὶ τίποτα, μὰ τίποτα δὲν μὲ ῥυπαίνει,
ἴχνος σκιᾶς ἀπάνω μου δὲν μένει.

Κοίταξε πόσο καθαρὰ
εἶναι τὰ χέριά μου τ᾿ ἁμαρτωλά·

σὰν τοῦ παιδιοῦ ποὺ ὅταν προσεύχεται σὲ Σένα
ἔτσι σὰν φλόγα ἀμόλυντη ὑψωμένα
εἶναι ἄξια τὸν χιτῶνα σου ν᾿ ἀγγίσουν
καὶ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων νὰ κρατήσουν...

Ἀπὸ τὰ σφάλματά μου τὰ φριχτὰ κανένα,
κανένας ξεπεσμός, κρίμα κανένα
δὲν δύναται ἀνάμεσό μας νὰ μπεῖ,
νὰ μᾶς χωρίσει,

τίποτε ἄλλο δὲν μπορεῖ ἐξόν,
ἀπὸ τὸν ὕπνο ποὺ μὲ παίρνει τὸ βαθὺ
-τὸν ξένοιαστο ὕπνο σὰν ἑνὸς παιδιοῦ
στὴ μέση ξάφνου ποὺ ἔρχεται τοῦ παιχνιδιοῦ-

Τὸ ξέρω
εἶναι ἄσοφο νὰ σὲ παρακαλοῦν γιὰ κάτι τι·
γιὰ τοῦτο τίποτα δὲν σοῦ ζητῶ.

Μόνο μιὰ λύπη μὲ βαραίνει σὰν βουνό,
βαθιὰ ὑποφέρω,

σὰν συλλογίζομαι τὸν ὕπνο τοῦτο,
ποὺ μπορεῖ νὰ ᾿ρθεῖ
τὴν κρίσιμη ὥρα,
ποὺ τὸ Σάλπισμά Σου θ᾿ ἀκουστεῖ.

Πιστεύω

Ἡ Ἀγάπη, μόνο, βαστάζει ὅλα τὰ φορτία.
Μπορῶ νὰ βαστάζω ὅλα τὰ φορτία.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ μέγα φορτίο!
Ἡ Ἀγάπη σηκώνει τὸ βάρος τ᾿ οὐρανοῦ.
Μπορῶ νὰ σηκώνω τὸ βάρος τ᾿ οὐρανοῦ.
Ἡ Ἀγάπη ὑπομένει τὰ μαρτύρια τῆς πυρᾶς.
Μπορῶ νὰ ὑπομένω τὰ μαρτύρια τῆς πυρᾶς.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ πυρά!
Ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο.
ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὸ θαῦμα.
Μπορῶ νὰ πιστεύω στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο.
μπορῶ νὰ πιστεύω στὸ θαῦμα.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος!
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ θαῦμα!
Ἡ Ἀγάπη προσεύχεται κ᾿ ἐνεργεῖ.
ἡ Ἀγάπη ἀγρυπνεῖ.
Μπορῶ νὰ προσεύχωμαι καὶ νὰ ἐνεργῶ.
μπορῶ νὰ ἀγρυπνῶ.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι προσευχὴ καὶ πράξη!
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ μυστικὴ ἀγρυπνία!
Ἡ Ἀγάπη κρατάει ὅλα τὰ χαμόγελα καὶ ὅλα τὰ δάκρυα.
Μπορῶ νὰ χαμογελῶ καὶ νὰ κλαίω ὅλα τὰ δάκρυα -
γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ χαρούμενη θλίψη!
Ἡ Ἀγάπη δίνει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο
ἐγγύηση γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Μπορῶ νὰ μεταλάβω τὸν ἄρτο καὶ τὸν oίvo
ἐγγύηση γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος!
Κ᾿ ἡ μεγάλη ὑπόσχεση!
Ἡ Ἀγάπη ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο.
ἡ Ἀγάπη ἐδώρησε τὸ φῶς.
Πιστεύω στὸν ἄνθρωπο.
πιστεύω στὴν Ἀγάπη.
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ δωρεά!
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ Ἄνθρωπος!

Ἐπὶ τῆς πηγῆς Ἀρήνης

Ἔλα μικρὸ ἄνθος τῆς μυρτιᾶς
Ποὺ ἔχεις τὶς ρίζες σου
Μέσα σὲ νερὰ πηγῆς ἀρχέγονης
Κάνε τὰ φωνήεντα νὰ ἠχήσουν
Μέσ᾿ ἀπὸ τὶς σχισμὲς τῶν καλύκων σου.

Νὰ γίνει πάταγος ἀπὸ σχήματα καὶ νοήματα

καὶ μυροβόλος φθόγγος ὁ ἄνεμος.

|

Ἔλα καὶ στόλισε σὰν ὀξεία

Τὴν πιὸ ὄμορφη λέξη μου
Ν᾿ ἀντέξει ὁ ἦχος
Τὴν ἠχὼ τῶν μακρινῶν ἐρώτων.

Νὰ γίνει μίσχος ἡ λέξη
ν᾿ ἀνοίξει στὴν πιὸ κρίσιμη ὥρα.

Τὴν ὥρα τῆς ἐνθύμησης.

Κάνε τὴ μνήμη
Οὐσία κυττάρου
Βάρος χρόνου
Νὰ ἐξορυχθεῖ τὸ χρυσάφι
Ποὺ κρύβω στὴν παλάμη μου.

|

Στάχτες σκέπασαν
Τ᾿ ἀρχαῖα βήματα.
Ἅγιασε τὸ χῶμα
Ἀπὸ τὸν πόνο
Καὶ τὴν προσμονή.
Ἡ σκουριὰ τῆς πέτρας
Πότισε τὰ πεῦκα
Καὶ μοσκοβόλησε
τὸ ρετσίνι.

|

Κεχριμπάρι τῶν δέντρων
Ποὺ βγαίνει
Στάλα-στάλα
Ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ μήτρα
Ποὺ λάμπει
Σὰ δάκρυ φεγγαριοῦ
Πάνω στὴ φλούδα
Μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου.

|

Ἀπὸ ἐδῶ,
Καθὼς ἀπὸ κέντρο θόλου
Ἡ ματιά μου κυκλικὴ
Ἀγκαλιάζει τὴ σεμνότητα
Καὶ ἡ ἀφὴ
Σπαράζει
Στὸ ἄγγιγμα τῆς ἱερῆς πέτρας.

|

Ἐδῶ ἐπὶ τῆς Πηγῆς Ἀρήνης
Ὅπου τὰ ὕδατα
Ἀναβλύζουν
Μεταξὺ χλόης
Πέτρας
Κι ἀσπαλάθων
Καὶ πέφτουν μὲ βουητὸ στὰ ρέματα
Ὅπου ἡ φωνὴ τοῦ νεροῦ ἀκούγεται
Ὡς θαῦμα
Μεσ᾿ ἀπὸ τὴ σιγὴ τῆς νύχτας
Ὥς ποίημα
Στεφάνι ἀπὸ μυρτιὲς καὶ λέξεις
Ποὺ χορεύει πάνω ἀπ᾿ ἀφροὺς καὶ κύματα
Φεύγοντας πρὸς τὴ θάλασσα.

Μυρίπνοον

Ἡ χαρά, κρυμμένη κρυμμένη
κρυμμένη
Ὅπως
Τὰ ὀστὰ τῶν Ἁγίων στὸ σκευοφυλάκιο

--------------------------------------------------------------------------------

Ἀδέκαστε Χρόνε
Ψελλίζω τρικλίζοντας

Τὸ ἀνόμημά σου

--------------------------------------------------------------------------------

Ἐπιβουλεύοντας ἕναν ἀργὸ θάνατο
Οἰκειοποιοῦμαι τὴ λήθη τῆς ἀκαμψίας

Δίχως νὰ γίνονται ὁρατὰ

Τὰ αἴτια τῆς ἀρτηριοσκλήρυνσης

--------------------------------------------------------------------------------

Ἐρήμην
Ἐρημία
Ἔρεβος

--------------------------------------------------------------------------------

Ψυχή μου, παρελθέτω
ἐκ τοῦ τοπίου σου
τὸ Ἔψιλον τοῦτο

--------------------------------------------------------------------------------

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Γυναῖκες

Γυναίκα! Πλάσμα ἀδύναμο μὲ δύναμη μεγάλη.
Γυναίκα! Πλάσμα ἄπιστο μὲ πίστη δυνατή.
Μακριὰ ἀπ᾿ τὸ Διδάσκαλο κι ἀπόλυτα κοντά Του,
Στὸ μονοπάτι τοῦ Σταυροῦ, στοῦ ὄχλου τὴ βοή.

Κρυμμένη στὸν Παράδεισο νὰ μὴν τὴ δεῖ ὁ Πλάστης,
μὰ δίπλα στὸν Ἀγώνα τοῦ τὸ αἷμα τοῦ σκουπίζει.
Δειλὴ στὴ κρίση τῆς Ἐδὲμ τὴ σωτηρία χάνει
Μὰ στοῦ σφυριοῦ τὸ κάλεσμα σῴζεται σὰν δακρύζει.

Στὸ δρόμο πρὸς τὸ Γολγοθᾶ ὁ νοῦς βασανιστής της:
«Γυναίκα ἐσύ! Πῶς τὴν ὀργὴ τοῦ ξίφους θὰ νικήσεις;
Ὁ βασιλιάς σου ἀνίσχυρος στὰ χέρια αὐτοῦ τοῦ πλήθους.
Γυναίκα ἐσύ, ἀδύναμη! Στὸ μίσος θὰ λυγίσεις».

Στὸ δρόμο πρὸς τὸ Γολγοθᾶ ἡ ἀγάπη συνοδός της:
«Γυναίκα ἐσύ! Πὼς τὸ Θεὸ Δεσπότη σου
ἐδῶ μόνο θὰ ἀφήσεις;
Στὸ πλάι σου ἦταν πάντοτε τὸν πόνο σου νὰ γιάνει.
Γυναίκα ἐσύ! τὸν ἀγαπᾶς! Στὸ μίσος μὴ λυγίσεις!»

Στὸν καλπασμὸ τοῦ Χάροντα ἡ ἀγάπη τύραννός της:
«Γυναίκα ἐσύ! Δὲν τὸ μπορεῖς τὸ θάνατο ν᾿ ἀντέξεις.
Πονάει ὁ Πατέρας σου καὶ ἡ καρδιὰ ματώνει.
Δὲ θέλεις νὰ σταθεῖς ἐδῶ! Θέλεις μακριὰ νὰ τρέξεις»

Στὸν καλπασμὸ τοῦ Χάροντα ἡ πίστη σύντροφός της:
«Αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Σωτήρας σου, αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Θεός σου,
σπλάγχνο του ἐσύ: Στὴ μάχη Του νὰ μὴ λιποτακτήσεις.
Μεῖνε κοντά του στὸ Σταυρό. Εἶναι ὁ Κύριός σου!»

Μπρὸς στὸ νεκρὸ Πατέρα της ὁ πόνος δύναμή της:
Ἡ θλίψη της δὲ σκιάζεται τοῦ τέλους τὴ σιωπή.
Τὸ δάκρυ πνίγει τὴ βροχὴ καὶ τὴ βροντὴ ὁ θρῆνος.
Παράδεισος καὶ κόλαση τὸ νεκρικὸ φιλί.

Μπρὸς στὸ νεκρὸ Πατέρα της ἡ δύναμή της πόνος:
Κάλλιο δειλὴ νὰ ἤτανε κρυμμένη στὸ σκοτάδι.
Νὰ μὴν ἀντίκρυζ᾿ ἄψυχο τὸ Θεϊκὸ τὸ Σῶμα.
Νὰ μὴ στεκόταν μάρτυρας στὸ θρίαμβο τοῦ ᾍδη.

Στὸ μυρωμένο πρωινὸ τὸ χρέος βάσανό της:
«Πρέπει νὰ πᾶς στοῦ Δάσκαλου τὸ νεκρικὸ τὸ δῶμα!»
Τρομάζει, τρέμει ἡ ψυχὴ κι ἂς εἶν᾿ στητὸ τὸ βῆμα
Πῶς νὰ ἀγγίξει αὐτὴ μικρή τοῦ Σύμπαντος τὸ Σῶμα;

Στὸ μυρωμένο πρωινὸ τὸ Θάρρος σύμμαχός της:
Εἶναι στητὸ τὸ βῆμα της κι ἂν ἡ καρδιὰ σκιρτάει
Τὸ πάθος καὶ ἡ πίστη της τὴν ὁδηγοῦν στὸν Τάφο
Μύρο καὶ δάκρυ ἔφερε σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ ἀγαπάει!

Στὸν ἄδειο Τάφο του μπροστὰ τὸ Χαῖρε ἔπαθλό της:
«Νικήθηκε ὁ θάνατος, θριάμβευσε ὁ Θεός!
Τὸ φῶς τοῦ Κόσμου κούρσεψε τοῦ ᾍδη τὰ σκοτάδια.
Ἀπ᾿ τὰ σκοτάδια ἀνάβλυσε Ζωή, Ἐλπίδα, Φῶς!»

Στὸν ἄδειο Τάφο του μπροστὰ τὸ Χαῖρε νέο χρέος:
Μαυροντυμένη ἔφτασε τοῦ πένθους μυροφόρος,
μὰ τῆς Ζωῆς τὸ μήνυμα ἀλλάζει τὴ ζωή της:
Στὸ κενοτάφι χρίζεται Ζωῆς μαντατοφόρος.

Γυναίκα! Πλάσμα ἀδύναμο μὲ δύναμη μεγάλη.
Γυναίκα! Πλάσμα ἄπιστο μὲ πίστη δυνατή.
Ὅταν δειλιάζει, σύρεται στῆς κόλασης τὴ δίνη.
Ἀγγέλει τὸν Παράδεισο ὅταν στέκει πιστή.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.