Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Νοτιοανατολικό Βλέμμα (μικρό απόσπασμα)

[......]

Κι αν δεν ρωτάς Έτσι εκτυλίχθηκαν τα πράγματα Μια
από εκείνες τις νύχτες του περασμένου μήνα Που η
υγρασία εγκλώβιζε τα συναισθήματα στα κατώτερα
στρώματα της ατμόσφαιρας Στερώντας τους τη δυ-
νατότητα της διασποράς Βρήκε ένα σωρό σκουπίδια
Κι έκρυψε κάτω από τον όγκο τους το κορμί της Μο-
ναδική διαφυγή – Παιδιόθεν καταβολή – Η γάμπα
της μετέωρη στο αναποφάσιστο της φύσης Δειλή μια
βροχούλα Λάσπωσε τα σκουπίδια και τη γάμπα Μο-
νάχα ένας περαστικός άστεγος Διέκρινε το σημάδι
Και βάλθηκε Όχι από καμιά λαιμαργία να πουλήσει
τη γόβα για μιας πεντάρας παρόν Αλλά από ένστικτο
κάποιο αναπτυγμένο στα καλέσματα που ψιθύριζαν
Δίχως να φωνάζουν “βοήθησέ με' Κι έσκαψε Μ’ έναν
κόπο ανώφελο που δεν μπορούσε εξ αρχής να εκτι-
μήσει σαν τέτοιο Κι όπως εκπλήρωνε το σκοπό του
Σε κάθε του νυχιά βογκούσε ο δόλιος σε όσα τού
αποκαλύπτονταν Σκισμένο το γερασμένο της υπο-
γάστριο Λευκό Γεννούσε σατανάδες κι άλλους διαό-
λους πηγμένους σ’ αίμα μαύρο σκοτωμένο Και κάτι
σπόρους δίχως γέννα μέσα τους Άδειους, στέρφους
Κι οι ποντικοί των σκουπιδιών Αντί να φεύγουν στη
θωριά του Ξεθάρρευαν κι αναιδείς πλησίαζαν Στης
καρδιάς τ’ άνοιγμα να ρουφήξουν ότι ανάβλυζε Που
σα μέλι έμοιαζε μ’ είχε χρώμα βυσσινί του μούρου
και τον έκανε ν’ αμφιβάλει Και τα χέρια της αγκυλω-
μένοι οι όμορφοι καρποί της σ’ αυτή τη στάση που
έχουν οι τυφλοί σα πρόσωπο θέλουν να χαϊδέψουν
να το αισθανθούν αφού δε βλέπουν μόνο… δίχως τη
ψυχή τους… σε μια κίνηση τελικά άγνωστή του Και
που να ήξερε ο άμοιρος ποιαν φρικτή φυλακή ζω-
γράφιζαν τα δάχτυλα Μια έκανε και παραμέρισε τα
βρεγμένα της μαλλιά Κι αυτά κουλουριάστηκαν στη
λάσπη Σα λευκά πέταλα μαδημένου τριαντάφυλλου
Μ’ έναν ύπερο έφηβο και στήμονες σα χορό αρχαίας
τραγωδίας γύρω του Πορσελάνη σπασμένη οι σκέ-
ψεις της Και τα μάτια της δυο σκούρες λίμνες ικεσίας
στο χλωμό της πρόσωπο “βοήθησέ με', ψιθύρισε Κι
αυτός κατάλαβε μόλις το άσκοπο της πράξης του κι
ευθύς να επανορθώσει πήγε μα πριν… σαν να ’δει-
χναν τα μάτια εκεί ένα μικρό χαρτάκι διπλωμένο και
βρώμικο στα σκουπίδια ανάμεσα Βρώμικα και τα
δικά του χέρια Παραμέρισαν τα περιττά κι έφτασαν
το χαρτί “… μόνο… μη χαθείς τελείως! Μπορεί κά-
ποια στιγμή να σε χρειαστώ…' διάβασε Έπειτα το
έβαλε στη χούφτα της κι άρχισε ευλαβικά να την
σκεπάζει με το σωρό από τα σκουπίδια Μοναδική
διαφυγή άφησε Τη γάμπα της …μετέωρη στο ανα-
ποφάσιστο της φύσης
Η φωνή που ψιθυριστά ζητούσε βοήθεια ησύχασε ._




( εκδ. Ενδυμίων, Αθήνα 2014)

Κάλεσμα χορού


Πόθος τραχύς χάλασε τα τείχη,
με κόκκινο πεσμένο αμπελόφυλλο
έστειλε πρόσκληση βακχικού χορού.
Στο στόμα ήχος γλυκού κρασιού
σε βάθος ψυχής η γλύκα του θανάτου.
Πιες, πιες οίνο και ξέχνα
Με του αγέρα τη δύναμη που φυσάει στο πέρα
κερνάω κρασί στου κρίνου τα άνθη.
Ένα μπουκέτο από κύπελλα,
τόσα πολλά, όσα η γύρις
το καθένα στην υγειά σου.
Κι αν μεθύσεις με λόγια, με ποίηση,
με τραγούδι και κλάμα φλογέρας,
τι καλύτερο;
Έλα πιες, κέρνα κι εμένα.
Σε βάθος ψυχής, η γλύκα του θανάτου.

Οίνος και έρως


Τώρα που ο αγέρας απελπισμένος ωρύεται,
τώρα που ζαλάδες σφυροκοπάνε τα μηνίγγια,
και που φωνές φευγάτων πουλιών διαχέουν θλίψη,
η φύση εμφαντικά αλλάζει
σε κάνει να ξεχνάς την αμαρτία.
Τώρα, λοιπόν, που η ψυχή μαγεύεται
από ερωτικά μηνύματα των ανέμων
και που ιερό κρασί σιγοβράζει σε μυστικιστικά
υπόγεια,
νιώθω την παρουσία του έρωτα
μέσα από τα σφυρίγματα του αγέρα
και των δέντρων την υπόκλιση.
Αρώματα φθινοπώρου, αρώματα γης,
ροδάκινου και δυόσμου
εμφυσούνται στις απόμερες αυλάδες,
εκεί, όπου ο αναστεναγμός του έρωτα
σμίγει με το θρόισμα των πεσμένων φύλλων.

''Σώμα με σώμα''

Μετρήσαμε
Την δύναμή μας
Στη φλογερή νύχτα

Στη  μάχη μας
Σώμα με σώμα


Σε μάταιο
Αγώνα κατάκτησης

Δοκιμάσαμε
Τις αντοχές  μας

Και απέναντι
Ο ένας στον  άλλο

Δυο νικητές

Δυο ηττημένοι

ΟΙ ΠΑΝΑΓΙΕΣ ΤΩΝ ΛΙΜΑΝΙΩΝ

Οι Παναγίες των λιμανιών 
σαν φτάνει το καράβι 
γδύνονται και στολίζονται 
για να δεχτούν τους γιούς τους. 

Εγκαίνια του Βιβλιοπωλείου του Βακχικόν


Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

ΕΚΛΑΜΨΗ


Μένει το φώς αλαργινό
Από το καλοκαίρι
Ρέει στην κόμη σου χρυσό
Ιστιοφόρο αστέρι
Είναι κρυμένη μια χαρά
Του ανέμου χελιδόνι
Τής θλίψης άγιος ασπασμός

Άνοιξη μές στο χιόνι..

Η ΜΑΝΑ


Δεν είναι τόσο εύκολο μια Μάνα να ξεχάσει
Και στα καλά καθούμενα το παιδί της να το χάσει
Ούτε και είναι εύκολο να βγει απ’ την ζωή της
Το γέννησε το θήλασε και έχει ανησυχίες
Γιατί το εμεγάλωσε με χίλιες δυο θυσίες

Η Μάνα πάντα αγωνιά και πάντα μαραζώνει
Αν το ένστιχτο της πη κάτι για το παιδί της
Της Μάνας κι’ αν της έφταιξες αυτή καταλαβαίνει
Και αν τη πίκρανες πολύ δεν άκουσες την συμβουλή
Φτάνει να της φωνάξεις [Μάνα μου ] αυτή θα καταλάβει

Κανένα πράγμα στην ζωή αξίζει όσο αξίζει η Μάνα
Πλούτη δόξα και όλα του κόσμου τα λεφτά δεν κάνουνε τη Μάνα
Η Μάνα είναι μάλαμα ποτέ μην το ξεχάσεις
Της Μάνας την αγάπη της μην την αμφισβητήσεις
Στις δύσκολες σου τις στιγμές την Μάνα θα ζητήσεις

Όσο σκληρή είναι η ζωή ότι και να σου κάμαν
Τες πίκρες και τα βάσανα θα πεις στην αγκαλιά της Μάνας
Ακόμα όταν θα έλθει ο θάνατος
Φωνάζεις που είσαι Μάνα

Η Μάνα σου θα αγαπά
Χωρίς να της το ζητήσεις
Στην σκέψη της και στην καρδιά
Εκεί πάντα θα ζήσης

Η Μάνα είναι θησαυρός
Χαρά του που την έχει
Γιατί στην δύσκολη σου την στιγμή
Αυτή κοντά σου τρέχει


Τίποτα μέσα στην ζωή
Καλύτερα απ’ την Μάνα
Κι’ αν ερωτήσεις ορφανό

Αυτό θα σου πει τι σημαίνει ΜΑΝΑ.

λευκό περιστέρι

Μικρό λευκό περιστέρι
κλαράκι ελιάς κουβαλά,
και βγαίνει στην απέναντι ράχη,
μήνυμα να φέρει Χαράς.
Φέρνει πίσω τις ώρες ειρήνης
που είχαν κάνει φτερά,
όνειρα , υποσχέσεις, γαλήνη,
και μιά αύρα θαλάσσης,
με αλλιώτικο  χρώμα!
Χαμογέλια σκορπάει τριγύρω,
κι ένα τραγούδι
που αποπνέει παράξενο Μύρο,
σαν το Ωσαννά  των Αγίων,
παντού έχει απλωθεί!
Τούτες τις ιδιαίτερες  ώρες,
ένα ρίγος  αισθάνομαι,
και, "δια χειρός των Ηρώων"
στην πυρά παραδίδω,
τα όσα με έχουν γεράσει.

Μικρός Θεός

Ώρα προχωρημένου σούρουπου,
Μαγιάτικης μέρας σκόρπιας.
Της Άγια- Σελήνης τον κύκλο ψηλαφώ,
μη τάχατες και ανακαλύψω,
ποιά να του είναι η Αρχή,
και ποιό  να είν' το Τέλος!  
Και, αν αξιωθώ τούτα τα δυό να βρω,
λογιάζω, πως μικρός Θεός θα γίνω,
για να τσακίσω το Κακό,
να σπείρω την Ελπίδα.
Και όταν της γης ο Αχός
σαν θρήνος ακουστεί,
και του Κυμάτου η όψη
αγριεμένη ξαγναντίσει,
με ένα μου νεύμα μοναχά,
ο θρήνος τραγούδι θ' ακουστεί,
και του κυμάτου η οργή,
πάραυτα    θα μερέψει!
Όμως, τις άκριες αν δεν τις βρω
στο αψηλάφισμά μου,
στη Μοίρα μου θα υποταχτώ,
κι ένας μικρός κοινός θνητός,
στο περιθώριο για πάντοτε θα μείνω.

Του Δειλινού η ώρα

Είναι μιά ώρα δύσκολη
του Δειλινού η ώρα,
χλωμή...και  ξελογιάστρα!
Σου φέρνει μιά Μελαγχολιά,
η ώρα που όλα τα πουλιά,
του Ήλιου τη Δύση τραγουδάνε....
Τα νυχτοπούλια σαν κουρνιάζουνε
στα σύρματα των στύλων ,
με ακροβάτες μοιάζουνε,
ενώ τ' αγέρι απαλά
σιωπητήριο προστάζει,
στους ίσκιους που εβγήκανε,
τη σιωπή για να ταράξουν!
Οι τοίχοι της χαμοκέλας πάρα κει,
του Άγχους το αγκομαχητό
στα σωθηκά τους φυλακίζουν,
και μόνη ελπίδα απέμεινε
της Χαραυγής το φως,
που κι αυτό μαζί με το Καλό,
την Άλλη Μέρα ....θάρθουν!

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 1974



Αναδύθηκες γυμνή
κι όλου του κόσμου ο νους
πάει
στην ωραία γύμνια σου.

Δρόσο
στάλα τη στάλα
πέφτει στην καρδιά μου
από το σώμα σου.

Όμως τώρα βλέπω
μες απ τα μάτια σου
ασίγαστο το γλυκό σου χαμόγελο
ριζωμένο στους αιώνες
ριζωμένο στο μύθο πριν άπ’ τους αιώνες
γλυκό σαν λάδι
σίγουρη παρηγόρηση
άσβηστο το χαμόγελό σου.

Χτες σε περιμαζέψαμε μες απ’ τα ερείπια.
Όχι, δεν βγήκες τούτη τη φορά απ ‘ τη θάλασσα.
Μες απ τα χαλάσματα σε περιμαζέψαμε.

Στα μεριά σου ήτανε ακόμη, μαυρίλες από βόμβα ναπάλμ

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

ΑΤΙΤΛΟ



Μην κατακρίνεις τους έφηβους που ψιθύρισαν
πως ο έρωτας διαχρονικότερος
των ιδανικών σου πατρίδα.
Μην τους κατακρίνεις,
τώρα που τα ιδανικά ασθμαίνουν
στην πόρτα της ενωμένης Ευρώπης
κι ας δέχθηκα τους καθ’ υπόδειξιν εχθρούς
όπως δέχθηκα το θάνατο
ως σκευωρίαν της φύσης.

Της κυρά-Αγάθης και της Μόρφου




Έπλυνε βιαστικά τα πιάτα
κι έβαλε τις καρέκλες στη θέση τους
πριν φύγει από το σπίτι της
στη Μόρφου
η κυρά-Αγάθη•
σαν θα επέστρεφε
να μην το έβρισκε ασυγύριστο.
Σήμερα τη θάψαμε
σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας
δεκατέσσερα χρόνια απόσταση
από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.
Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.

ΜΟΡΦΟΥ 1992



Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί του σφρίγους
σ’ εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

Λουκία Πλυτά: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΜΕ ΤΙΤΛΟ '' ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟ ''

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου στις 7:00 μ.μ
Cafe - Πολυχώρος " Αίτιον "

Τζιραίων 8-10 (Tziraion 8-10), 11742 Αθήνα

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Επιστροφή



Γύρισα μα δε μπόρεσα να βρω το νησί-μου.
Το πήρε ο πόλεμος.
Αθώα μαζί και ένοχη
θυμούμαι τους πλακόστρωτους δρόμους
που χάθηκαν ένα πρωί
μαζί με τα παιδιά που θέλησαν να τραγουδήσουν.

Το μαύρο συρματόπλεγμα
το στήριξαν καρφιά σατανόμορφων
ανθρώπων, που τους φοβούμαι.
Μα πάλι τί είναι τούτα τα μάτια
που ξεπετιούνται μέσα
στην παρθένα εγκυμονούσα θάνατο επιφάνεια;
Τί είναι τούτες οι κραυγές
των ζορισμένων παιδιών που δεν σωπαίνουν;

Είναι οι νέες μορφές.
Είναι οι αρχάγγελοι νέων σχημάτων.

Μνήμη Ιουλίου



Είναι μέρες που χάνομαι χωρίς ταυτότητα
Με πρόσωπο αγνώριστο μέσα στα πλήθη
Σύννεφο φυγαδεμένο πέρα από τους ορίζοντες
Ρυάκι σβησμένο πίσω από νυχτερινούς βράχους
Χωρίς ν’ αφήσει κανένα ήχο ζωντανού νερού
Κάποιος να γνωρίζει από πού πηγάζει.

Ακούω μόνο τη φωνή της θάλασσας
Μουσική πάνω στους βράχους της σιωπής
Κι όσο κι αν με θωρείτε να ‘μαι κύμα λευκό
Πνιγμένα κρίνα είναι κάτω απ’ τον αφρό μου.
Έχω μια γεύση μνήμης αλμυρής στο στόμα
Του Ιουλίου μήνα με φοβίζει η φωνή
Και αυτών που πνίγηκαν στις τρικυμίες.

Μητροκτονία



Με τα νεκρά κοχύλια της
μαζεύει το πρώιμο αίμα
η θάλασσα
βογκώντας. Κι ο ήλιος
καρφωμένος πισώπλατα
μέσα στη νύχτα του μεσημεριού
σιωπά κοιτώντας.
Ιούλιο μήνα
βγαίνουν τα μαχαίρια
στον κάμπο. Και το βουνό
πιστάγκωνα δεμένο
σαν το τραγί στα χέρια
του χασάπη.
Το φονικό
οργώνει πρώτα τη ματιά
πριν συναντήσει το κορμί
στο δίστρατο και στράφτει
σαν ατσάλι
στη χούφτα του καλοκαιριού.

Αυτούς που κάρφωσαν
πισώπλατα τον ήλιο
τους είδε μες στη νύχτα
το φεγγάρι. Κι έτσι μαθές
το γνώρισεν η γη
μες στην αγρύπνια της
κι η θάλασσα
καθώς βογγούσε
μαζεύοντας με τα νεκρά κοχύλια
το πρώιμο αίμα
του Ιουλίου.

ΠΑΝΔΗΜΙΑ

Θανατηφόρος
ο ιός της ζωής
και το χειρότερο 
μεταδοτικός.

ΠΕΝΘΟΣ

Υποψιάζομαι ότι διαβιώ
υπό συνθήκας λανθάνοντος θανάτου.
Αλλιώς 
γιατί φοράει μαύρα η ψυχή μου;

Σ' Αγαπώ, Σε Μισώ, Σε Φοβάμαι


Όταν τα χείλη Σου μιλούν
γι' Αγάπη,Φως κι Ελπίδα,
η όψη Σου εκπέμπει τη Χαρά,
και η φωνή Σου ακούγεται
σαν αύρα ανάλαφρη,
στη χαίτη του κυμάτου!
Τότε, Σε Αγαπώ....και Σε προσμένω!
Όταν για Ταπεινώσεις μου μιλάς,
για Περιφρόνηση και Μίσος,
μοιάζει η όψη Σου Γυπαετού,
όταν το θύμα του ξεσκίζει.
Τότε, η φωνή Σου ακούγεται
σαν Λύκου ουρλιαχτό,
την ώρα που οι αγέρηδες
τα δέντρα ξεκληρίζουν.
Τότε, Σε Μισώ....δεν θέλω να Σε ξέρω!
Όταν με Υποκρισία μου μιλάς,
και όταν δείχνει η όψη  Σου
της "Αλεπούς "...τη Φρονιμάδα,
τότε η φωνή Σου,
μοιάζει με Τσακαλιού φωνή,
και με Αστραπόβροντο της Καταιγίδας.
Τότε, Σε Σκιάζομαι, προσμένοντας ναρθεί
του ονείρατου το Τέλος,
αυτού του Ονείρατου,

που έπλασα  Εγώ...για Σένα.

Με ένα κερί συντροφιά

Μπλεγμένος ανάμεσα σε χρώματα,
υποθέσεις και ίσκιους,
βαδίζω στης ομίχλης τη στράτα,
σε μιά γειτονιά,
που ΄περνάει δύσκολες ώρες η Ελπίδα.
Ψάχνω με μανία να βρω
της Αγάπης το Φονιά,
κι ένας Φόβος βαθύς με κυριεύει,
μη τάχατες όντας μόνος μου χαθώ,
σε γκρίζα μονοπάτια....
Όμως Απόψε,
με ένα κερί για συντροφιά,
νιώθω πιά, πως δεν φοβάμαι,
γιατ' είναι τούτο το κερί
της Μοναξιάς το αντίδοτο,
μακριά από του Θάνατου τη σκέψη.
Μιά φευγαλέα αίσθηση μου λέει,
πως πίσω θα γυρίσω το πρωϊ,
αφού το δράστη θα έχω αφανίσει,
και οι παλάμες μου οι δυό,

από Χαρές θάναι γεμάτες.

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ



Αυτό που λένε «νεκρή ζώνη» δεν υπάρχει
γιατί πάντα ανήκε σε κάποιους ζωντανούς.
Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης
μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο
ένα αγόρι πέφτει κάτω
και πληγώνει το γόνατο του
Μια γυναίκα κλαίει.
Ευτυχώς η γη δε γνωρίζει τίποτα γι’ όλα αυτά
και διακοσμεί τους πεσμένους τοίχους με κισσό
τις πληγές με παπαρούνες

τους τάφους με θυμάρι

Πρόσφυγες




Λύσανε τα σαντάλια τους. Τα μέλη αποσταμένα
έγυραν να ξεκουραστούν
σιγά σιγά μην ακουστούν,
βγήκανε τα φαντάσματα, σεριάνι ένα ένα.

ετούτο βγήκε απ’ τα προικιά της πρώτης θυγατέρας
εκείνο από την τσιμινιά
και σμίχτηκε στη γειτονιά
με τις χαρούμενες φωνές που κουβαλά ο αέρας.

φαντάσματα, φαντάσματα του χτεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής

κι αβάσταχτη μας φέρνετε ευωδιά χαμένου διόσμου;

Εν Κύπρω 1974 Η επόμενη μέρα




Το χτεσινό πρόσωπο
προσπαθεί ν’ αυτογνωρισθή σήμερα
ν’ αυτοβεβαιωθή ότι υπάρχει
εμπειρίες πυκνές
ποίημα οδυνηρό, αδούλευτο
αέναη αντίσταση
εσωτερική αναδίπλωση
συστολή,
εκείνο που λέγεται είναι βαρύ
δεν επιδέχεται διαχύσεις.

Όλο αναμένει ένα σήμα εξόδου
μια φωνή ανοικτή
παντού ενεδρεύει το ενδεχόμενο
όσο κι αν περπάτησαν
κατέχουν πάντα τη συνείδηση
πως δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει

ενεδρεύουν μνήμες
ενεδρεύουν ρωγμές
ενεδρεύουν…………..

Μετέωρα πλάσματα
ανάμεσα γης κι ουρανού
με την πόρτα ανοικτή στους ανέμους
πού φυσούν από παντού
ακατάσχετη έκφραση δράματος
την κάθε στιγμή
μέρα και νύχτα.

Μετασχηματίστηκαν οι πόλεις
μετασχηματίστηκαν οι αγροί
μετασχηματίστηκε η φυσιογνωμία.

Το καθημερινό αδιέξοδο
που ωθείται σε άλλο αδιέξοδο
κηρύγματα ενταφιασμένα στους κάμπους
να κοιμούνται μαζί με τους ήρωες

οικουμενική εκκρεμότης.

Γυναίκες της Κύπρου στην πορεία





Περιηγητής που πέρασε πατώντας
τον καιρό σου και το χώμα
στα σκοτεινά τα χρόνια του μεσαίωνα*
βιάστηκε το χαρτί να ενοχλήσει και τις λέξεις
στα γράμματα λειψός ο αγύρτης
σαν τους συνέδρους της Μελβούρνης
άσχημες τις είδε τις γυναίκες
του νησιού μαντήλες τυλιγμένες
μαύρες ποδίνες και σαγιές
κούζες στους ώμους με νερά
μωρά κοπέλλια και κλαδιά
μ’ ανθούς και κλωνιτάρια
σκυφτές οι ζωγραφιές του Διαμαντή
στον λίβα τα δρεπάνια τους να στρίβουν
της Μεσαρκάς που σκάει ο τζίτζικας σαν ρόδι
όχι στη βράση του χορού
στη μέση του χωριού ν’ αστράφτουν.

( Υστερα που γύρισε στο σπίτι απ’ την πορεία
άκουσα την πατρίδα μου να κλαίει
γυναίκα που της στέρησαν τον άντρα.)

Και μια στιγμή πως σ’ είχα στο πλευρό μου
εθάρησα, καταχτημένη, γυναίκα άσπιλη κι ωραία
όμως ξυπνώντας πήρες δρόμο λυπημένη
σαν το πουλί πετώντας είχες φύγει
ήρθες μακριά στο Νότο.

Ωραία γυναίκα, μεστωμένη
στην ομορφιά του Μόρφου ζυμωμένη
αξόδευτη. Στο χρόνο κρατημένη
με δύναμη. Σαν πολυκύμαντη
οργή του σκοτεινού πελάγου
στο χώμα που σου πήραν τα θηρία
περπάτησες ξανά τρικυμισμένη.

Τα σώματα ξυπνήσαν σκοτωμένων.
Σου γύρεψαν ταυτότητα να δώσεις
τα δάκρυα των άχραντων χαμένων
πίσω ξανά. Εσύ. Ωραία γυναίκα.

Στο πείσμα και στον πόνο γινωμένη.

15.7.1974





Οι νεκροί βρομούσαν από ‘να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι —
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.

Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή

με τα περιστέρια στους ώμους.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

ΕΥΛΥΓΙΣΤΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΕΣ του Ντέμη Κωνσταντινίδη 7 Νοεμβρίου 2014



Οι Εκδόσεις Vakxikon.gr σας προσκαλούν την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014 στις 19.00, στην παρουσίαση του νέου βιβλίου: ΕΥΛΥΓΙΣΤΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΕΣ του Ντέμη Κωνσταντινίδη, στην Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3 (Παραλία Θεσ/νίκης).

‘’ΠΑΤΡΙΚΗ ΓΗ’’



Ο πατέρας ήταν αγρότης . Ζευγάς , στα χωράφια μας και σε ξένα.
Το βιος μας, λίγες ρίζες ελιές, ένα αμπέλι και κάμποσα στρέμματα χωράφι.
(Που έσπερνε το στάρι της χρονιά και το κριθάρι)
Ένα γαϊδουράκι και ένα άλογο.
Αυτά ήταν η ‘’φτώχεια μας ’’ .-Όπως έλεγε η μάνα-
Αλλά και ο πλούτος μας.
Μόνο που το άλογο, ήταν σαν μέλος της οικογένειας .
Έτσι το έβλεπα κι εγώ. Άλλωστε πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά;
‘’Η εικόνα του πατέρα και του αλόγου - Ένα- .
''Βαθιά χαραγμένη μέσα μου’’
‘’Περήφανος ο πατέρας .Έτσι το ίδιο περήφανο και το άλογο’’
‘’Ξέραμε πως αν ήταν καλά ο πατέρας και το άλογο θα είμαστε κι μείς καλά’’
(Δεν είχαμε πολλά ,αλλά δεν στερηθήκαμε  τίποτα)
Με το άλογο και το κάρο γινόταν όλες οι δουλειές .Να μεταφέρουμε τις ελιές από το *λιοστάσι , το λάδι από το *λιοτρίβι το στάρι κ.λ.π. .Με αυτό κάναμε όλες τις μετακινήσεις μας .- -από την πόλη στο κτήμα ή στα διπλανά χωριά σε κάποιο πανηγύρι-.
‘’Το άλογο ,μετά τον πατέρα, ήταν το πιο σημαντικό στην οικογένεια’’
Ο πατέρας δεν είχε πολλά λόγια ,χάδια, φιλιά. Αλλά μας αγαπούσε.
Το ξέραμε το βλέπαμε -όλη του έγνοια ήταν για μας-
‘’Η αγάπη του πατέρα, δεν ήταν στα λόγια’’
-Αντίθετα, έδειχνε πως το άλογο το πρόσεχε και το φρόντιζε περισσότερο.
Το χάιδευε , του μιλούσε ,έπαιρνε το ξυστρί ,να το ξυστρίσει ,πρόσεχε τα πέταλα του είχαν φαγωθεί ,ή αν είχε μπει ανάμεσά τους κάποιο χαλικάκι ή αγκάθι .
Το πήγαινε στον αλμπάνη όταν καταλάβαινε από το βάδισμα του , πως χρειαζόταν καινούρια πέταλα.
Ο πατέρας ξυπνούσε χαράματα να ετοιμαστεί για το κτήμα. (Κάθε μέρα στα χωράφια-εκτός από τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές)
Πρώτα να νιφτεί ,μετά στο υπνοδωμάτιο, κάτω από τα εικονίσματα, έκανε τον σταυρό του και έλεγε δυο λόγια προσευχής.
(Το ίδιο έκανε και τα βράδια και πάντα με ένα <<Δόξα το Θεώ>> πήγαινε για ύπνο).
Μετά στην κουζίνα να πιει τον καφέ του. Και παίρνοντας το τράστο * -που η μάνα του είχε βάλει το προσφάι της μέρα και το κρασί έφευγε .
-Έτσι ξεκινούσε τη μέρα του χρόνια και χρόνια-
(Έτσι κυλούσε η ζωή, με τις μικροχαρές και τις δυσκολίες της)
Επέστρεφε το βράδυ.Ακούγαμε τις ρόδες του κάρου, το χλιμίντρισμα του αλόγου και κάθε φορά ,έτρεχα στην αυλή, ν’ ανοίξω τα δυο φύλλα της μεγάλης σιδερένιας πόρτας. Και όταν ξεπέζευε -το άλογο από το κάρο - πήγαινα κοντά του, να πάρω το τράστο, από τα χέρια του .
Η μάνα, παρότι με έβλεπε που έτρεχα στην αυλή
Έλεγε: Τράβα να πάρεις το *τράστο του πατέρα σου .Είναι κουρασμένος.
Ήταν σαν να έπαιρνα με αυτόν τον τρόπο, λίγη από την κούραση της μέρας του .
(Πολλές φορές, τον βοηθούσα να ξεζέψει το άλογο από το κάρο ή να το ζέψει)
Μετά, έβαζα στον σούγλο* νερό να το ποτίσω.
(Και δεν ήταν λίγες οι φορές, που πήγαινα το άλογο στο αχούρι . Να του βάλω στο παχνί σανό ή κριθάρι στον ντορβά)
-Αγαπούσα το άλογο, δεν το φοβήθηκα ποτέ-
Ένα καλοκαίρι , -ήμουν δεν ήμουν δώδεκα χρονών -το άλογο μας αρρώστησε.
Ξάπλωσε στο χώμα κι όσο αν προσπαθούσε ο πατέρας να το κάνει να σηκωθεί ήταν αδύνατον.
Η μάνα ,- αναστατωμένη κι αυτή -έγραψε κάτι σ’ ένα χαρτί .
Μου το έδωσε λέγοντας :
- Τρέχα στο φαρμακείο και πες στον φαρμακοποιό : -Το άλογο μας ,είναι άρρωστο.
Και να σου δώσει, αυτό το φάρμακο.
Πήρα το χαρτί στα χέρια ,μα ένιωσα κάτι να με εμποδίζει να τρέξω .
Κοίταξα τα πόδια μου -οι σαγιονάρες – από τις λίγες φορές που είχα βάλει σαγιονάρες το καλοκαίρι- - εμπόδιο λοιπόν -
Τις πέταξα και τρέχοντας έφτασα στο κέντρο της πόλης. (Δίχως καμία ντροπή που ήμουν ξυπόλυτη)
Με κομμένη ανάσα είπα στο φαρμακοποιό τι ήθελα.
Πήρα το φάρμακο και
τρέχοντας επέστρεψα σπίτι.
Έφεραν και τον κτηνίατρο.-Να είναι σίγουροι-
Το άλογο, μετά από δύο μέρες ήταν καλά.
''Αν ψοφούσε το άλογο μας θα πεινούσαμε''
Σε τέσσερα χρόνια –από κείνο το καλοκαίρι –έφυγα για πάντα από το πόλη μας.
(Τα καλοκαίρια μόνο για λίγες μέρες, πήγαινα να δω τους γονείς και τα’ αδέλφια μου)
Έτσι, ένα από εκείνα τα καλοκαίρια, σαν κάτι μέσα μου με έτρωγε ..σαν κάτι να έλειπε.
Μια διαίσθηση -αυτό το συναίσθημα πάλι -
Ρώτησα την μάνα .
- Μάνα , τι κάνει το άλογο;
-Τώρα ,..πάει αυτό, ψόφησε .
Έμεινα βουβή και ένιωσα ένα κόμπο στον λαιμό να με πνίγει .
-Μαχαιριά στην καρδιά –
Ένιωσα ,όπως χάνουμε ,ένα δικό μας αγαπημένο πρόσωπο.
Αργότερα, όταν συνήλθα, την ξαναρωτώ .
-Και το κάρο;
-Το πουλήσαμε.
-Και πώς πάει ο πατέρας στο κτήμα;
-Με το γαϊδουράκι .
Ο πατέρας , σ’ ένα γαϊδουράκι;
Αυτός; που χόρευε στα πανηγύρια , όρθιος, στην σέλα του αλόγου.
Τώρα με το γαϊδουράκι;
''Αυτό ήταν μια ταπείνωση για τον πατέρα''
‘Ίσως κατάλαβε η μάνα μου πως ένοιωσα και θέλοντας με αυτό τον τρόπο να με παρηγορήσει –πρόσθεσε-
-Γέρασε πια ο πατέρα σου .
Τι θαρρείς;
Και να ζούσε, το άλογο, δεν θα μπορούσε να το κάνει ζάφτι*
Όμως βυθισμένη στις σκέψεις μου, σαν να μην άκουσα τα λόγια της.- Δεν μπορούσα να το πιστέψω-
Το βραδάκι, βγήκα στον δρόμο
Περιμένοντας την επιστροφή του.
Πραγματικά ,ο πατέρας γυρνούσε σπίτι, με το γαϊδουράκι .
Δεν άντεχα να τον βλέπω
''Αυτή η εικόνα μου ήταν άγνωστη'' .Δεν ταίριαζε του πατέρα .
Μπήκα στο σπίτι και από το τζάμι της πόρτας , -στην κουζίνα- τον παρακολουθούσα.
Όταν ο πατέρα έβγαλε το σαμάρι , από το γαϊδουράκι , το πότισε , του έβαλε φαΐ και το πήγε στο αχούρι , τότε κατέβηκα στην αυλή.
Να πάρω το τράστο του -Όπως έκανα όταν ήμουν παιδί-
Να πάρω έτσι ,λίγη απ΄την κούραση της μέρας του.
Γιατί , εκείνη την μέρα, -για πρώτη φορά- είδα την κούραση στο πρόσωπό του.
Ο πατέρας, ήταν πραγματικά κουρασμένος..





*Τράστο :υφαντό ταγάρι
*Αχούρι- ο σταύλος και εκεί βάζαμε και τις μπάλες με το σανό/
*Ζάφτι:Κουμαντάρει, να το κάνει καλά’’
*Σούγλος:Ντενεκές ,κουβάς
*Αλμπάνης-πεταλωτής
*Νιφτεί , να πλύνει το πρόσωπό του
*Λιοτρίβι - ελαιοτριβείο

*Λιοστάσι - το χωράφι με τα ελαιόδεντρα -

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.