Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρεαδέλλη Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρεαδέλλη Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Διαφυγή

Εξακολουθώ


Ν’ ακολουθώ τις ώρες

Μ’ ευλάβεια

Μια ώρα

Δυο ώρες

Πιο κοντά η

Διαφυγή



Ως τότε βιώνω μύθους προγόνων

Ανά κλάσμα δευτερολέπτου

Άλλος

Άλλος

Άλλος

Όλοι

Πανομοιότυπες επαναλήψεις



Κρατώ το περιστέρι μου

Το αγκαλιάζω

Το φιλώ

Το χαϊδεύω

Και δεν με νοιάζει

Τίποτε άλλο

Άλλο

Άλλο

Άλλο

Όλα

Διαφυγή

Στις γυμνές κορφές των λόγων

Ένα όνομα σπασμένο σε ψηφίδες

Μία εικόνα που φαντάστηκες, δεν είδες


Ένας ήχος που θυμίζει κομπολόι


Περιστρέφουν τη ζωή μου σαν ρολόι




Ένα άγγιγμα που δίνει φως στο σκότος


Μια ανάσα που διαχέεται σαν κρότος


Ένα φίλημα σαν όνειρο που είδα


Διαταράσσουν του μυαλού μου την πυξίδα




Κι ύστερα γίνονται τα σύννεφα ιδέα


που στάζουν μέσα μου, γλυκόπιοτη παρέα


ύστερα η λάμψη κάποιας φλόγας με φωτίζει


κι όλο το σώμα με ενέργεια γεμίζει




Ύστερα τρέχουμε με καλπασμό αλόγων


σε άγρια δάση, στις γυμνές κορφές των λόγων


με παραλήρημα τούτης της γης η ζήση


έτσι κι ο έρωτας γωνιά της δεν θ’ αφήσει




Ένα υπόγειο και αντίκρυ ένα παλάτι


στη μια μεριά του δρόμου εσύ, εγώ στην άλλη άκρη


Ψυχή που επέζησες πίσω από κάθε πλάτη


Ταξίδι ας γίνεις στης καρδιάς το δάκρυ




Τότε θα είναι πια τα σύννεφα ιδέα


θα στάζουν μέσα μας γλυκόπιοτη παρέα


το αιώνιο φως ατόφια λόγια θα μας λεει


κι όλη την άρνηση απ’ το παρελθόν θα καιει

"Όψεις πένθους"

Γέρικη πόλη που ανέδυες Φως
πίσω από τα κυκλάμινα
κι εκείνα έλιωναν στο βάρος της μέρας
και σκόνη μύριζε από καμένο

Τώρα το φως νυχτώνει νωρίς στις φλέβες μας

τώρα δεν υπάρχουν σκιές, ούτε υποσχέσεις
σφιχταγκαλιάστηκαν στον κόσμο του άκαου νέφους
μαθαίνοντάς μας πως να περπατάμε με το κεφάλι
σαν σκυμμένο

Φωτίζει σιωπή η λύπη απόψε

Παραμονές αγώνα
Παραμονή στην αφετηρία
Κι όλο μου δίνεις το χέρι σου πόλη
να κρατήσω την ανάσα μου και να φύγουμε
να φύγουμε απ’ του κόσμου τα όρια
καθώς εκεί καίγονται κάθε μέρα τα άνθη σου
Εκεί
στις όψεις του πένθους…

Μοναξιά ήμουν

Μοναξιά η νύχτα
Με το πουλί της άνοιξης
Νεκρό μπροστά στα πόδια μου
Μοναξιά
Κι ένας σωρός από πέτρες
Στη μέση του δρόμου
Σαν τείχος
Να κοιτούν τις ενοχές και τις αγάπες μου
Σαν στίχος μετέωρος
Στη χάση του μυαλού μου
Μοναξιά
Και η νύχτα να φέρνει τα όνειρα
Μπροστά στα μάτια μου
Γυμνά
Απόκληρα
Με τους δείκτες να τρέμουν την δωδεκάτη
Απόψε δεν θα μείνω άγρυπνη
Απόψε θα κοιμηθώ στα όνειρα που κάναμε
Μια τελευταία ανάμνηση επιτρέπω
Ήμουν εγώ που έφυγα
Εγώ
Πριν το φεγγάρι μας γεμίσει
Ήμουν εγώ
Κι εσύ αφέθηκες στο τέλος της σελίδας
Μόνος
Ήμουν εγώ
Η μοναξιά που ποτέ μου δεν όρισα
Ήμουν…
Ήμουν…
Μοναξιά…
Εγώ…

Καμπάνες


Δεν έχω άλλο να πω
από κάτι καμπάνες που χτυπούν
και με ζαλίζουν…
Τυχαία μέρα μ’ έναν αριθμό κολλημένο στη μετώπη
ένα μήνα μ’ ένα όνομα που κάποιοι λένε πως θυμούνται
απ’ τα βιβλία
και μια ανησυχία να κυκλώνει τον αέρα
που ψύχεται σταδιακά.
Κάτι τέτοιες ημέρες
Καρμπόν
σκοτεινιάζουν περισσότερο τη ζωή μου.
Δεν έχουν τίποτε από το χρώμα της παλέτας
ούτε τη μυρωδιά φρεσκοβαμμένων τοίχων.
Να, μόνο κάτι καμπάνες
που είπανε για αλλαγή να κουνηθούν
και με ζαλίζουν…

Η Μπαταρία


Τόσα φώτα ξόδεψα
μα ούτε μια μορφή δεν αντίκρισα.
Πνιγμένες στο σκοτάδι του αιώνα
πήγαν να κρυφτούν πίσω απ’ οθόνες
που μαγνητίζουν.
Τενεκέδες άδειοι από τυρί
και γύρω-γύρω ψίχουλα
να θυμίζουνε την ύπαρξη ανθρώπων
που καλούνε οικόσιτα ποντίκια
για γεύμα.
Βαθύ σκοτάδι πια…
Η μπαταρία τέλειωσε και την φορτίζω.
Δεν την πετώ.
Στέκομαι από πάνω της
και περιμένω…
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα
θα ‘μαι μ’ αυτή ξανά στο χέρι
στο φακό μου να τη βάλω.
Κι αν η μπόλικη υγρασία της ζωής μου
τη φουσκώσει…
σε δυο λεπτά μονάχα…
Το περίπτερο της συνοικίας διανυκτερεύει.
-Ίσως και να το ‘χω αγοράσει-
Σε δυο λεπτά μονάχα
η λυχνία θ’ ανάψει
κι ας μην υπάρχει γύρω ψυχή
να περιμένει.
Ντυμένη με το φως μου
και τίποτε άλλο
το νεκροταφείο της γειτονιάς θ’ αγκαλιάσω.
Σ’ έναν-έναν τους τάφους θα κοιμηθώ
Λευκή
και μαραμένη θα ξυπνήσω
από ιστορίες που άκουγα χωρίς να πιστεύω
από ψυχές που έχασαν το δρόμο της γαλήνης
και δεν φωτίστηκε ποτέ ο θάνατος γι’ αυτές.
Αν ξημερώσει,
ο φακός μου πια θα ‘χει χαθεί
στο άπειρο…
καθώς θα ζούμε
μια λάμψη επαναλαμβανόμενου διακόπτη
γέννημα κάποιας Ζωντανής Μπαταρίας.

Τυχαία


Έτυχε να βρεθώ
στη μέση ενός κόσμου που ξέπλενε
τις παλιές αμαρτίες με καινούργιες
Χαμόγελο δεν χάραζε στα πρόσωπά τους
Είχανε λέει πένθος για τα χρόνια
που έφευγαν και που γυρνούσαν
Έμοιαζε η μόνη τους χαρά να ήτανε η θλίψη
Η κορυφή κάθε υπερηφάνειας τους
το πανάρχαιο αδιαφιλονίκητο Πένθος
Πήρα ένα σφουγγάρι
Το βούτηξα σ’ ένα κουβά με σαπουνόνερο
κι έτριβα κάθε μουτζούρα που ξεπρόβαλλε
Με έκπληξη ψάχνοντας για την ολόλευκη μπογιά
μονάχα μαύρη στους τοίχους ανακάλυψα.

Εκείνος I


Του είχανε πει πως
Αν τα δάχτυλά του άγγιζαν
Άλλα δάχτυλα
Θα μάτωνε
Έτσι μόνο έγνεφε
Ποτέ δεν ακούμπησε άνθρωπο
Όποιος πλησίαζε πολύ
Τον απόδιωχνε
Φοβούμενος το αίμα
Το παράπονό του
Η μοναξιά
Πάντα του χαμογελούσε
Σύντροφος αχώριστη, πιστή
Η μόνη παρέα που απόδιωχνε
Ενώ εκείνη επέμενε να στριφογυρίζει
Στην ενδοχώρα του
Περνούσαν τα χρόνια
Όταν μια μέρα
Αλλόφρων
Από θλίψη, φόβο και θυμό
Πετσοκόφτηκε
Κι εκείνη μ’ έρωτα παράφορο
Τον παντρεύτηκε

Σε κατάνυξη


Δεν κοινώνησα Μέλι
εκείνο το Σαββατόβραδο.
Μου είπαν πως είναι πολλοί οι εχθροί
πίσω απ’ τους λόφους
και είναι αμαρτία να προσεύχομαι
Θανάτους.
Στάθηκα μόνο κάτω απ’ το φως
των Κεριών
να μου θυμίσουν πως είναι Νύχτα
Ακόμη.
Στην προβλήτα – πέρα μακριά –
άκουγα το ψιθύρισμα της θάλασσας
παράπονο αγιασμένο αναμονή…
-Η Ελευθερία πηγάζει απ’ το Κύμα…

Κοιμάσαι


Κοιμάσαι…
Με παράθυρα κλεισμένα και αυλές ορθάνοιχτες
για να έρχονται μία-μία οι πυγολαμπίδες
ν’ ανάβουν τα καντήλια σου
τώρα που θυμηθήκανε πως
το ξημέρωμα θ’ αργήσει.
Νύσταξαν και οι τροχονόμοι.
Έκρυψαν τη σφυρίχτρα στο στήθος
κρέμασαν τα χέρια στις τσέπες
κι έτσι οι επιβάτες μπορούν να τρέχουν
αυτοβούλως.
Απόψε και τα φανάρια ξεκουράζονται.
Γι’ άλλη μια φορά κοιμάσαι.
Κι ούτε μια αμυχή, ένα τραύμα
ένα σπασμένο πλευρό
ένα ραγισμένο μαξιλάρι
μια μήτρα με διάτρητο αίμα μηνών
μόχθου ετών
δεν συγκόλλησε
τα κομμάτια των ενοχών σου.
Χρόνια ξέγνοιαστη κοιμάσαι
κι αφήνεις τα τριζόνια ν’ αλητεύουν
τα φιλιά να πεθαίνουν
λύκους να πνίγουν τις κραυγές
μην και ξυπνήσεις.
Μόνο το μελάνι ορφανής πένας
αφήνεις να ξενυχτάει
για να στολίζει
γράμματα στα εικονίσματα
των ταραχών σου
κομμένες εξατμίσεις
σε λευκά πανέτοιμα σεντόνια
διανυκτερεύσεων.
Κι εσύ
γι’ άλλη μια νύχτα ένοχη
αργοσαλεύοντας στους ύπνους
τολμάς και μ’ αγκαλιάζεις.
Τραβάς κουβέρτα άστρα
φεγγάρι πανωσέντονο
για να σ’ ακολουθήσω
κι ας ξέρεις
πως χτυπά καμπάνα η καρδιά μου
με πρωινού αγωνία
λυτή…

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.