Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013
Το ωραίο νησί
Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012
Εμείς κρασί δεν ήπιαμε
Εγώ πιοτό δεν ήπια να μεθύσω.
Σαν τι μας έχουν κάνει μαγιοβότανα
και μας εξελογιάσαν προς τα πίσω.
Στο δρόμο μας κοιτάζουνε παράξενα,
τα ζώα σαν να ξέρουν κι αυτά κάτι.
Τα βρέφη που ψευδά τρεκλίζουνε
κουνούν την κεφαλή γνώση γιομάτη.
Πες τους ξανά για να το ξέρουνε,
μην κακοβάζει ο νους τους άλλα αντ' άλλα,
εμείς κρασί, εμείς πιοτό δεν ήπιαμε,
αλλά από μέλι κι από γάλα.
Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012
Δικό μου φως
λαμποκοπά κι αστράφτει πέρα ώς πέρα
το φως της μες στον έρημον αιθέρα
της νύχτας όλα τάλλα φώτα σβύνει.
Mα εκεί βαθιά που ροδοφέγγει η μέρα
όταν μικρή ζωή στη νύχτα μείνη,
έν' άστρο λίγο μα δικό του χύνει
φως τρέμιο από την άγνωστή του σφαίρα.
K' είπα: τέτοιο καλό μακριά 'πό μένα,
αφού κοντά σε μεγαλεία ξένα
ό,τι σιμώνει το δικό του χάνει,
Kαλύτερα μακριά και μοναχός μου!
σε μια άγνωστη κρυφή γωνιά του κόσμου
λίγο μα και δικό μου φως με φτάνει.
Tο απόβροχο
τη θλίψι μας σα να είχε μελετήση―
τη νύχτ' απόψε ανοίξανε οι έβδομοι ουρανοί
και πόντισε νερό κατακλυσμός τη χτίση.
Στα σκοτεινά εξεχείλισαν των θλίψεων οι πηγές
και χύθηκαν οι κρατημένοι οι θρήνοι
κ' ελπίδα πια δεν έμεινε για νέες πάλι αυγές
τη νύχτα, που είπες η στερνή πως θα είχε μείνη.
Mα έδωκε και ξημέρωσε η ανέλπιστη η αυγή
και στη δροσιά του απόβροχου λουσμένη
σα θάμα νέο πεντοβολά κι αναγαλλιάζ' η γη,
όσ' ο χρυσός ο θρίαμβος του Ήλιου προβαίνει.
Στο μυριοθορυβούμενο κ' ηλιόβολο γιαλό
οι ναύτες τα πανιά των πλοίων ανοίγουν
και ιδές! φαντάζουν τ' άρμενα στο κύμα το ψηλό
πως πρίμα καρτερούνε τον καιρό να φύγουν.
Πώς μας πλανεύει το όνειρο της ευτυχίας ξανά
σαν να ήταν μια φορά να μας γελάση!
σε νέα ταξείδια μάς καλούν τα πλοία στα γαλανά
τα κύματα, που ως να ήπιαν φως κ' έχουν χορτάση.
Kι αν τα κρατούνε οι άγκυρες τ' άρμενα εκεί στη γης
κι αν τα τιμόνια στη στεριά βγαλμένα,
κρυφή λαχτάρα επέρασε τα βάθη μιας ψυχής
κι ανατριχιάζουν τα φτερά τα διπλωμένα.
K' ήρθε κ' εστάθη η μια ψυχή σ' απόψηλη κορφή
και τις ζυγές φτερούγες δοκιμάζει,
ξεχνόντας που τις λάβωσε ― ψυχή, πικρή αδερφή!
τ' αστροπελέκι το παλιό και το χαλάζι.
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012
Κρίνος και Ψυχή
στρῶμα ζητάει τοῦ ὕπνου τῆς τὴ μυροφόρ' ἀγκάλη
κρίνου, ποὺ περιλάμπιζε μὲ τἀναφτέριασμά της,
κρίνου πὄχει γι' αὐτὴν κλειστὰ τἀνέσυρτά του κάλλη.
Τέτοιος καὶ μὲς στὴ σιγαλιὰ τῆς νύχτας τῆς δροσάτης
σὲ Σὲ πετάει ὁλόψυχος κι ὁ λογισμός μου πάλι·
μὴ σοῦ ταράζει τὰ ὄνειρα; κ' ἴσως θαρρεῖς ὁ μπάτης
πῶς σοῦ χαϊδεύει ἀνάλαφρα τ' ὡραῖο σου τὸ κεφάλι;
Θὰ σ' ἀνανοιώσῃ ἡ φλόγα του στὸ πιὸ γλυκό σου βύθος
ποὺ ἡ μαγιωμένη ξάπλωσε βραδιὰ στὸ ἁγνό σου στῆθος
κάτω ἀπ' τὰ πεῦκα τὰ παλιὰ ἢ κάπου σ' ἔρμο βράχο.
Κι ἂν κάτι μάθῃς γύρω σου θερμὰ νὰ φτερουγίζῃ,
Μὲ οὐδ' ὅσον ἦχο θἄκουες σὰν ξένο αὐτὶ βουΐζῃ−
θὰ πῇς τὸ χέρι φέρνοντας στὸ μέτωπο: «Τί νἄχω;»
Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012
Ιωάννης Γρυπάρης
Ο πατέρας του, Νικόλαος Ι. Γρυπάρης (Αρτεμώνας Σίφνου 1832-1910), ήταν δάσκαλος και κατόπιν βιβλιοπώλης. Ο Ιωάννης Γρυπάρης γεννήθηκε στον Αρτεμώνα της Σίφνου στις 17/29 Ιουλίου 1870, όπου είχαν πάει για διακοπές οι γονείς του, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί άλλωστε μεγάλωσε και σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Αργότερα βέβαια φοίτησε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην Κωνσταντινούπολη επέστρεψε ως δάσκαλος, ενώ ταυτόχρονα έγραφε σε λογοτεχνικά περιοδικά μέχρι το 1897, που θα επανέλθει στην Αθήνα και θα αριστεύσει τελικά στις πτυχιακές εξετάσεις Φιλολογίας. Από τότε θα εργαστεί ως καθηγητής σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Το 1898 ίδρυει μαζί με τους Κώστα Χατζόπουλο και Γιάννη Καμπύση το προοδευτικό περιοδικό "Η Τέχνη", το οποίο θα προκαλέσει μεγάλη αίσθηση. Το 1911 παντρεύεται και φεύγει με υποτροφία στην Ευρώπη όπου και θα διαμείνει ως το 1914. Επανέρχεται στην Ελλάδα και στην εκπαίδευση ως γυμνασιάρχης, έπειτα ως επιθεωρητής και αργότερα ως υψηλόβαθμος υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας (Τμηματάρχης Α΄ στο Τμήμα Γραμμάτων και Τεχνών και Διευθυντής Επιστημών και Τεχνών). Το 1925 θα αρνηθεί θέση καθηγητή Μεσαιωνικής & Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστημίο, ενώ από το 1932 μέχρι το 1935 θα οριστεί πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού θεάτρου.
Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Ιωάννης Γρυπάρης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα. Λίγο καιρό μετά θα τον βρεί ο θάνατος από πείνα κατά την περίοδο της κατοχής (1942).
Ο Γρυπάρης συνέβαλε τα μέγιστα στην αναβίωση του αρχαίου δράματος με τις θεωρούμενες πλέον ως κλασικές μεταφράσεις του των αρχαίων τραγωδιών και για αυτόν τον λόγο έγινε γνωστός περισσότερο ως μεταφραστής. Μετέφρασε επίσης έργα ξένου ρεπερτορίου αλλά και άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Στην ποίηση επηρεάστηκε από τον συμβολισμό και τον παρνασσισμό και θεωρείται ότι εντάσσεται στα πλαίσια της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.
Βραβεύθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών για την ποιητική του συλλογή «Σκαραβαίοι και Τερρακότες» (1919).
Άφησε γενικό κληρονόμο της μεγάλης περιουσίας του την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών που ανέλαβε σε συνεργασία με τον Δήμο Καλλιθέας να ιδρύσει "Μουσείο Γρυπάρη" και να δοθεί τ' όνομά του σε δρόμο της Καλλιθέας. Σήμερα η αλλοτινή οικία του ποιητή στην οδό Γρυπάρη 112 έχει κριθεί διατηρητέα, αλλά δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα μουσείο. Μέρος των χειρογράφων του Γρυπάρη (ταυτίζεται με μέρος των περιεχομένων της έκδοσης "Ο άγνωστος Γρυπάρης. Ανέκδοτα ποιήματα") φυλάσσονται στο Γενικό Αρχείο του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.) .
Ποίηση
- Σκαραβαίοι και τερρακότες. Αθήνα, Ι.Ν.Σιδέρης, [1919]
Μεταφράσεις
- Αισχύλου Ορέστεια Ι • Αγαμέμνων. Αθήνα, ανάτυπο από το περ.ΗλύσιαΒ', 1906, σ.7-68. 1906. και Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Αισχύλου Ορέστεια • Χοηφόροι. Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Αισχύλου Ορέστεια • Ευμενίδες. Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Αισχύλου Επτά επί Θήβας. Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Πλάτωνος Πολιτεία• Μετάφρασις Ι.Ν.Γρυπάρη • τόμος πρώτος. Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Πλάτωνος Πολιτεία• Μετάφρασις Ι.Ν.Γρυπάρη• τόμος δεύτερος. Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Πλάτωνος Ευθύδημος. Αθήνα, Φέξης, 1912.
- Ερρίκου Χάινε Ταξιδιωτικές εικόνες. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1925.
- Goethe, Το παραμύθι της αλεπούς. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1930.
- Οι τραγωδίες του ΑισχύλουΙ•Ικέτιδες, Προμηθέας Δεσμώτης. Αθήνα, Δελφικές εορτές (τυπ. Σακελλάριου), 1930.
- Σοφοκλέους Ηλέκτρα. Αθήνα, Εστία, 1936.
- Σοφοκλέους Οιδίπους επί Κολωνώ. Αθήνα, Εστία, 1937.
- Σοφοκλέους Φιλοκτήτης. Αθήνα, Εστία, 1937.
- Οι τραγωδίες του Αισχύλου ΙΙ• Ορέστεια. Αθήνα, Εστία, 1938.
- Σοφοκλέους Αντιγόνη. Αθήνα, Εστία, 1940.
- Σοφοκλέους Αίας. Αθήνα, Εστία, 1940.
- Φύλλα Τέχνης (τέσσερα τεύχη με ποιήματα). 1935.
δυο λαμπάδες
πὄχει ἡ Θλιμμένη Παναγιὰ
μυστικὸν ὄρθρον θὰ σημάνω·
θὰ ψάλω, πρὶν ἡ αὐγὴ ροδίσῃ
σεμνὴν ἀγάπης λειτουργιὰ
μὲ τὴν Ἀγάπη μου ἐδῶ πάνω.
Λαμπάδες δυὸ ἀνάφτει ἐκείνη
μ᾿ ἀπόκρυφην ἀποθυμιὰ
στὸ μαρμαρένιο μανουάλι.
– Ὅ,τι θὰ ποῦνε καὶ θὰ γίνη·
ἃς εἶναι τῆς Ζωῆς σου ἡ μιὰ
καὶ τῆς Ἀγάπης σου ἡ ἄλλη.
Στῆς κορυφῆς τὸ ἐρημοκλήσι
μὲ τὴν Καλὴ ξαναγυρνῶ
τὸ σήμαντρο γιὰ νὰ σημάνω·
θὰ ψάλω, πρὶν ὁ ἥλιος δύσῃ,
ἀγάπης ἅγιο σπερνὸ
μὲ τὴν Ἀγάπη μου ἐδῶ πάνω.
Καὶ μπαίνει μὲ λαχτάρα ἐκείνη
καὶ μπαίνω θαρρευτὸς μαζί·
ποιὸ κερὶ τάχα ἀνάφτει ἀκόμα;
Ὅπως τὸ εἶπαν καὶ θὰ γίνη:
ἀκόμα ἡ ἀγάπη μου θὰ ζῆ
κι ὅταν μὲ θάψουνε στὸ χῶμα.
Στερνό ταξίδι
ὥρα τὴν ὥραν οἱ γοφοὶ θὰ ξεκλειδώσουν λές,
μὰ σὺ ταξίδια μελετᾷς στοὺς δρόμους τῆς ἀβύσσου,
ἐνῷ οἱ παλιὲς τὸ σῶμα σου καταδρομοῦν πληγές.
Στηλὰ τὰ μάτια στ᾿ ἄνοιγμα τοῦ λιμανιοῦ ἡ γοργόνα
κρατᾷ, ψυχὴ ἀκατάλυτη μὲς στὸ φθαρτὸ κορμί,
στὰ πελαγοδρομίσματα καὶ στὸν αἰώνιο ἀγῶνα
τὴ μαθημένη νιώθοντας νὰ τὴ φτερώνει ὁρμή.
Ὤ! Ἀλήθεια! ἀντὶ ἀναγέλασμα τῆς ἄστεργής σου μοίρας
νὰ ρεύεις, σκέλεθρο ἀχαμνό, στὴν ἄκρια ἑνὸς γιαλοῦ,
κι ἂν τοῦ πέλαου νὰ σὲ πιεῖ γραφτὸ ὁ καταποτήρας,
πᾶρε ἕν ἐπίδρομο στερνὸ γιὰ κάπου πάντ᾿ ἀλλοῦ.
Ὁ ὄρθρος τῶν ψυχῶν
μὲ φῶς χλωμὸ καὶ ἄρρωστο οἱ κάμποι ἀντιφεγγίζουν
κι ὁλόγυρά του, ὅπου στραφεῖ τὸ μάτι σου, ξανοίγει
ἐδῶ κορμιά, ἐκεῖ κορμιὰ στρωμένα νὰ μαυρίζουν.
Φίλους κι ἐχθροὺς ὁ θάνατος σ᾿ ἕνα τραπέζι σμίγει,
ὅπου τ᾿ ἀγρίμια ἀκάλεστα μὲ πεῖνα τριγυρίζουν·
χαρὰ στὸν ὅπου γλύτωσε, χαρὰ στὸν πὄχει φύγει,
μὰ ὅσους τὸ βόλι ἐξέσχισε, κοράκια ξανασχίζουν.
Κι ἄξαφνα ὀρθὸς ὁ Σαλπιχτὴς πηδάει ὁ λαβωμένος,
στριγγὴ φωνὴ καὶ σπαραχτὴν ἡ σάλπιγγά του βγάζει
ποὺ λὲς τὸν ἴδιο της χαλκὸ -κι ὄχι αὐτιὰ- σπαράζει.
Μὰ δὲν ξυπνάει στὸν ὀρθρινὸ κανένας πεθαμένος,
μόν᾿ τὰ κοράκια φεύγουνε κοπαδιαστά, σὰ νἆναι
τῶν σκοτωμένων οἱ ψυχές, ποὺ στὰ οὐράνια πᾶνε.
Τὸ ἀπόβροχο
τὴ θλίψι μας σὰ νὰ εἶχε μελετήσῃ-
τὴ νύχτ᾿ ἀπόψε ἀνοίξανε οἱ ἕβδομοι οὐρανοὶ
καὶ πόντισε νερὸ κατακλυσμὸς τὴ χτίση.
Στὰ σκοτεινὰ ἐξεχείλισαν τῶν θλίψεων οἱ πηγὲς
καὶ χύθηκαν οἱ κρατημένοι οἱ θρῆνοι
κ᾿ ἐλπίδα πιὰ δὲν ἔμεινε γιὰ νέες πάλι αὐγὲς
τὴ νύχτα, ποὺ εἶπες ἡ στερνὴ πὼς θὰ εἶχε μείνῃ.
Μὰ ἔδωκε καὶ ξημέρωσε ἡ ἀνέλπιστη ἡ αὐγὴ
καὶ στὴ δροσιὰ τοῦ ἀπόβροχου λουσμένη
σὰ θάμα νέο πεντοβολᾷ κι ἀναγαλλιάζ᾿ ἡ γῆ,
ὅσ᾿ ὁ χρυσὸς ὁ θρίαμβος τοῦ Ἥλιου προβαίνει.
Στὸ μυριοθορυβούμενο κ᾿ ἡλιόβολο γιαλὸ
οἱ ναῦτες τὰ πανιὰ τῶν πλοίων ἀνοίγουν
καὶ ἰδές! φαντάζουν τ᾿ ἄρμενα στὸ κῦμα τὸ ψηλὸ
πῶς πρίμα καρτεροῦνε τὸν καιρὸ νὰ φύγουν.
Πῶς μᾶς πλανεύει τὸ ὄνειρο τῆς εὐτυχίας ξανὰ
σὰν νὰ ἦταν μία φορὰ νὰ μᾶς γελάση!
σὲ νέα ταξείδια μᾶς καλοῦν τὰ πλοῖα στὰ γαλανὰ
τὰ κύματα, ποὺ ὡς νὰ ἤπιαν φῶς κ᾿ ἔχουν χορτάση.
Κι ἂν τὰ κρατοῦνε οἱ ἄγκυρες τ᾿ ἄρμενα ἐκεῖ στὴ γῆς
κι ἂν τὰ τιμόνια στὴ στεριὰ βγαλμένα,
κρυφὴ λαχτάρα ἐπέρασε τὰ βάθη μιᾶς ψυχῆς
κι ἀνατριχιάζουν τὰ φτερὰ τὰ διπλωμένα.
K᾿ ᾖρθε κ᾿ ἐστάθη ἡ μιὰ ψυχὴ σ᾿ ἀπόψηλη κορφὴ
καὶ τὶς ζυγὲς φτεροῦγες δοκιμάζει,
ξεχνώντας ποὺ τὶς λάβωσε - ψυχή, πικρὴ ἀδερφή!
τ᾿ ἀστροπελέκι τὸ παλιὸ καὶ τὸ χαλάζι.
Ὁ λύχνος τῆς ψυχῆς
καὶ τὰ σκοτάδια τὰ πηχτὰ στὸ λίγο φῶς ποὺ χύνει
ἀριοπερίχυτα ἂς διαβοῦν κι ἀτράνταχτα ἂς μεριάσουν
κι οἱ πεντασκότιδες σπηλιὲς ἂς ξεμεσημεριάσουν.
Σκιαχτὰ τ᾿ ἀγρίμια οὐρλιάζοντας στὰ βάθη ἀποτραβιοῦνται,
μὲ τὶς οὐρές τους δέρνονται καὶ μὲ τὰ νύχια σκιοῦνται,
σὰ νὰ μὴ φτάνει ὁ τρόμος τους μονάχα νὰ τοὺς δώσει
δρόμο νὰ φύγουνε τὸ φῶς ποὺ θὰ τὰ περιζώσει.
Ὁ κισσός
καὶ λέω καὶ μὲς στὰ στήθια μου ριζώνει
καὶ λέω κ᾿ εἶμαι τὸ χάλασμα τὸ ραγισμένο ἐγὼ
ποὺ ὁ μαῦρος κι ἄχαρος κισσὸς τὸ περιζώνει.
Μυριόριζος μυριόκλωνος - ὁ πόνος ποὺ πονῶ,
στείρα ζωὴ βυζαίνει ἀπὸ τὸν τοῖχο
καὶ δὲν τοῦ παίρνει πνέοντας γλυκὰ ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ
ἕναν ἡ αὔρα ἢ στεναγμὸν ἢ χαρᾶς ἦχο.
Toὺς δρόμους του ἀπόσωσε τὸ Φῶς τοὺς μακρυνούς,
ὥρα καὶ θἄβγουνε τὰ νυχτοπούλια
καὶ ρόδα ἡ δύση ἁπλόχερα σκορπᾷ στοὺς οὐρανοὺς
καὶ στῶν βουνῶν τὶς κορυφὲς σκορπάει ζεμπούλια.
Καὶ φτάνουν στὰ φυλλώματα τοῦ πένθιμου κισσοῦ
κοπαδιαστοὶ οἱ σπουργῖτες νὰ κουρνιάσουν
κι ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἥλιου τοῦ χρυσοῦ
μὲς σ᾿ ἀτρικύμιστη ἀγκαλιὰ νὰ ξαποστάσουν.
Καὶ τὰ ξελαρυγγιάσματα σκορπίζουν τὰ στερνά,
τρελλά, ὡς ποὺ ὁ ὕπνος φτάνει καὶ τὰ πνίγει,
ἐνῷ ὡς τὶς ρίζες τοῦ κισσοῦ τὶς τρίσβαθες περνᾷ
μιὰ ἀνατριχίλα ἀπ᾿ τῆς ζωῆς τὴ μέθη ὀλίγη.
Φουντώνει ἡ νύχτα· κ᾿ ἔρχουνται τριγύρω μου μιὰ μία
κι ὅλες μαζὶ ἀπ᾿ ἀλάργου ἀρμενισμένες
σκιῶν σκιὲς οἱ ἀνάμνησες, στὴν ἄχαρή μου ἐρμιὰ
νὰ φέρουν ψεύτικια παρηγοριὰ οἱ θλιμμένες.
Μάταια! ζῇ ποτὲ ἡ ζωὴ μ᾿ ἀνάμνησες ποὺ ζῇ,
ποὺ θὰ ξυπνήση καὶ μ᾿ αὐτὲς θὰ γύρῃ,
ἐνῷ ὁλοτρόγυρα βροντᾷ ἡ μέθη ὅλη μαζὶ
ἀπ᾿ τῆς ζωῆς, ποῦ ζῇ, τὸ πανηγύρι;
Ὁ μαῦρος κι ἄχαρος κισσός, τὸν πόνο του τρυγῶ
καὶ λέω καὶ μὲς στὰ στήθια μου ριζώνει
καὶ λέω κ᾿ εἶμαι τὸ χάλασμα τὸ ραγισμένο ἐγὼ
ποὺ ὁ μαῦρος κι ἄχαρος κισσὸς τὸ περιζώνει.
Δικό μου φως
λαμποκοπᾷ κι ἀστράφτει πέρα ὡς πέρα
τὸ φῶς τῆς μὲς στὸν ἔρημον αἰθέρα
τῆς νύχτας ὅλα τἆλλα φῶτα σβύνει.
Μὰ ἐκεῖ βαθιὰ ποὺ ροδοφέγγει ἡ μέρα
ὅταν μικρὴ ζωὴ στὴ νύχτα μείνη,
ἕν᾿ ἄστρο λίγο μὰ δικό του χύνει
φῶς τρέμιο ἀπὸ τὴν ἄγνωστή του σφαῖρα.
K᾿ εἶπα: τέτοιο καλὸ μακριὰ ῾πό μένα,
ἀφοῦ κοντὰ σὲ μεγαλεῖα ξένα
ὅ,τι σιμώνει τὸ δικό του χάνει,
Καλύτερα μακριὰ καὶ μοναχός μου!
σὲ μιὰ ἄγνωστη κρυφὴ γωνιὰ τοῦ κόσμου
λίγο μὰ καὶ δικό μου φῶς μὲ φτάνει.
Τρελὴ Χαρά
μὲ ξέπλεγα στὶς αὖρες τὰ μαλλιά της,
πετᾷ ἡ τρελὴ Χαρὰ μὲ τὰ τραγούδια,
παιδούλα δροσερὴ σὰ μοσχομπάτης.
Σὰν πεταλούδα βελουδένια χνούδια
τινάζει ἀπ᾿ τὰ πολύχρωμα φτερά της
καὶ στὰ τετράξανθά της τὰ πλεξούδια
κάτι ἀντιφέγγει σὰ μεσημεριάτης.
Καὶ τὴ χαρά της δὲν κρατάει στὰ στήθια,
μὰ ἐκεῖ ποῦ τρελὰ κράζει: τί μοῦ λείπει;
νὰ σοῦ πετιέται ἀπὸ τὰ κουφολίθια
ἡ γριὰ ἡ Ἠχὼ καὶ τῆς φωνάζει: ἡ λύπη!
εἶμαι γριὰ καὶ ξέρω· μόνον ἂν πάθῃς,
μπορεῖς καὶ τί ῾ναι ἡ χαρὰ νὰ μάθῃς.
Κάποιο τάμα...
ξεκίνησα προσκυνητής.
Ξυπόλητη μαζί μου ἀντάμα
βουλήθηκες νὰ περπατεῖς,
μὰ ἀπόκαμες μεσοστρατίς.
Κι ἐγὼ στὰ χέρια μου σὲ πῆρα
καὶ δρόμο παίρνω καὶ περνῶ.
Βλέπω ἀντικρὺ τὴν ἅγια θύρα
καὶ τὸ ξωκλήσι στὸ βουνό...
Νὰ σὲ κοιτάξω δὲ γυρνῶ.
Σταλικοπόδιασα τοῦ δρόμου
Σφαλᾷ τὸ μάτι μου θαμπό,
δίπλα μὲ σένα, στὸ πλευρό μου
στὰ σκαλοπάτια σ᾿ ἀκουμπῶ
τῆς ἐκκλησιᾶς, ποὺ δὲ θὰ μπῶ.
Μάθε τὸν πόνο...
βουβὸς στὰ δόντια σου ν᾿ ἀλέθεις.
Χύνε τῆς λήθης τὸ νερὸ
μὲς στὸ τρελὸ κρασὶ τῆς μέθης.
Θὰ πάει κι αὐτὸ μίαν ὀμορφιὰ
καὶ πρὶν νὰ γύρει ἀκόμα ὁ χρόνος,
ἔχει ὁ Θεός, τὰ ἑφτὰ καρφιὰ
θὲ νὰ μᾶς βάλει ὁ νέος πόνος.
Ὅριζε, μοῖρα τῶν μοιρῶ,
ἐσὺ ποὺ γνέθεις καὶ ξεγνέθεις,
Χύνε τῆς λήθης τὸ νερὸ
μὲς στὸ τρελὸ κρασὶ τῆς μέθης.
Ὁ Νυμφίος
Στὴ σκοτεινιὰ πόυ ὁλόγυρά μου ἁπλώνει
τρέμει θαμπὸ τ᾿ ἀσημοκάντηλό μου·
καὶ ῾δῶ ὅπου ἀσυντρόφιαστη καὶ μόνη
ἀποτραβιοῦμαι, νοιώθω νὰ ζυγώνῃ
τὸ σύγκρυο ἀναφτέριασμα τοῦ τρόμου.
– Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…
Ὁ χνουδωτὸς καντηλοσβύστης πάει
στὸ φῶς, ποὺ τὸν τραβάει, πάει καὶ πέφτει·
φάντασμα καλοθύμητο περνάει
μ᾿ ἀνάλαφρον ἀνάσυρμα καὶ πάει
καὶ πνίγεται στὰ βάθη ἐνὸς καθρέφτη.
– Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…
Μὲ νῆμ᾿ ἀνεμοκλώστινο ἡ ἀράχνη
τῆς ἔγνοιας πλέκει στὴν καρδιά μου δίχτυ·
σὰν κάποιο χέρι κρούσταλλό μου ψάχνει
τῶν σπλάχνων μου τὰ σπλάχνη – μὰ οὔτε ἄχνη
μ᾿ οὐδ᾿ ἀνεπνιὰ γρικάω τὸ μεσανύχτι.
– Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…
Καὶ σφαλιχτὰ τὰ μάτια μου σκεπάζω
μὲ τὰ χέρια μου καὶ κρύβω τὸ κεφάλι
βαθιὰ στὸ προσκεφάλι… καὶ κοιτάζω
τανάερο φάντασμα, ποὺ δὲν τρομάζω,
στὰ βάθια της ψυχῆς μου νὰ προβάλλῃ.
– Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…
Πάσα στιγμή, ποὺ ζῆ τὴν πᾶσα ἡμέρα,
τὴν ἔγνοια τὴν ἀνείκαστή μου, ὦ Πόθε,
πληθαίνοντας, μοῦ κρυφολές: –Καρτέρα,
νὰ ἰδῆς, λιχνίζοντας στὸν ἴσιο ἀγέρα,
πέρα τὶς πίκρες, τὴ χαρά σου ἐδῶθε!
– Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…
Ἔλα, ἐκλεκτέ, σφιχτοπερίπλοκέ μου,
ἡ ἐλπίδα μου κ᾿ ἡ γλυκαπαντοχή μου·
Ἔλα, ἐκλεκτέ, ποὺ ἀκαρτεράω, καὶ πιέ μου,
ροδέμνοστε καὶ παγκαλόμορφέ μου
στὴ φούχτα μου ἐδῶ μέσα τὴ ψυχή μου!
χωρισμός
ὁ χωρισμὸς μιὰ πίκρα νὰ μοῦ βάλῃ
σὰν καὶ τούτη· κι ἀκόμα πιὸ μεγάλη,
τὴ θάλασσα ποὺ μᾶς ἔχει χωρίση.
Μιὰ θάλασσα καὶ στὴν καρδιὰ ἔχω κλείση,
ποὺ ὅταν ἀκούει τὸ κῦμα στὸ ἀκρογιάλι
τὸ αἰώνιό του παράπονο νὰ ψάλλῃ,
ἕναν θρῆνον ἀντίφωνο θ᾿ ἀρχίση.
Ἀντίφωνο ἕνα θρῆνο κ᾿ ἕνα κλάμα
ποὺ κλαίοντας μὲ τὴ θάλασσαν ἀντάμα
βουρκώνει πέρα ὡς πέρα τὸ γιαλό.
Ὡς ποὺ στερνὰ τῆς θάλασσας στὸν ἄμμο
ξεψυχοῦν οἱ καημοί· καὶ πάω καὶ γὼ
τοὺς πόνους μου τραγούδια νὰ σοῦ κάμω.
Ὕπνου δάκρυα
νὰ διώξῃς τὰ ἠσκιώματα τοῦ ὕπνου ἀπὸ κοντά μου·
μπρόβαλε μέρα, κοίμισε τὴν ὑπνοφαντασιά μου,
ποὺ ἐνῷ κοιμοῦμαι ξαγρυπνᾷ ἡ νυχτοπαρωρίτρα.
Γιατὶ νεκρούς, γιατὶ χλωμοὺς σὰν μαραμένα κίτρα,
μὲς στὰ παράξενα πολὺ καὶ ἄγρια πολὺ ὄνειρά μου,
εἶδα καὶ τοὺς πενήντα γυιοὺς τοῦ παλαιοῦ Πριάμου
καὶ τὴν Ἑκάβη ἐπάνω τοὺς βουβὴ μοιρολογήτρα.
Δάκρι δὲν εἶχε στὸ στεγνὸ γεροντικό της μάτι
καὶ -μόσχον ἀξεθύμαστο- τὸν πόνο της ἐκράτει
μέσα στὰ στήθια της κλειστὸν ἀπ᾿ τοὺς παλιούς τους χρόνους.
Μὰ ἐσύ, καρδιά μου, πέτρινη γιὰ τὰ δικά σου πάθη,
δάκρυα ἀρχινᾷς στὸν ὕπνο σου νὰ χύνῃς γι᾿ ἄλλου πόνους
σὰν σταλαχτίτες τοῦ γκρεμνοῦ ἀπ᾿ τῆς σπηλιᾶς τὰ βάθη!
Τὰ ρόδα τοῦ Ἡλιογάβαλου
πὲ τὸ στερνὸ τραγούδι σου, ἀγλύκαντη καρδιά,
κι ὅλο ἀνεβαίνει ἀκράτητα ἡ μυστικιὰ ἡ πλημμύρα,
ποὺ ἀφρίζει μὲ ροδόφυλλα καὶ πνίγει μ᾿ εὐωδιά.
Ποιὸς σὲ εἶπε νεκροθάλασσα ἀτάραγη καὶ στεῖρα,
κῦμα, ποῦ σῴνεται κουφὸ στὴν ἄκαρπη ἀμμουδιά;
καὶ σύ ῾σαι - στρῶμα ἑνὸς φτωχοῦ μιανῆς νυχτιᾶς πορφύρα,
γιὰ τὴ ζωή μου ὁλάκερη μία ἐρωτικὴ βραδιά.
Ἦρθε ἡ ἀράθυμη ψυχὴ σ᾿ ἀκρογιαλιὰ κ᾿ ἐστάθη,
ὅπου φεγγάρι ἀπόκρυφο τραβάει φυρονεριὰ
καὶ τὴ ξεσέρνει ἀνίδεη στῆς θάλασσας τὰ βάθη.
Μὰ δὲν σοῦ βαρυγνώμησεν, Ἀγάπη, οὐδ᾿ ἐκεῖ κάτου,
κι ἂν τὴν καρδιά της σκόρπησες μὲ τόση ἁπλοχεριὰ
τὰ ρόδα τοῦ Ἠλιογάβαλου, τὰ ρόδα τοῦ Θανάτου!
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.