Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαλαπασίδης Τέος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαλαπασίδης Τέος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Άλωσις



Βγήκε η φώκια
Αλληλούια
Αιγαίο σκισμένο από τορπιλακάτους
Η νηοπομπή άνθισε
Κύμα μεσίστιο
Πεινάμε
Έπειτα ήρθε η Σαλονίκη με καπνούς πετρελαίων
«στην πόλη μας βασίλεψε μια ορφανή πειθαρχία»
αρμένιζε η Σαλονίκη προς τα βουνά της
ο Δεκανεύς πέταξε το όπλό του στη θάλασσα
τον εχθρό έπρεπε να περιμένει εστία κενού
όμως η θάλασσα επέστρεψε ο όπλο
δεν επρόκειτο περί όπλου
και γυρεύω τώρα τον πλοίαρχο
ήταν αληθινός ο πλοίαρχος του τορπιλοβόλου «Σφενδόνη»
Μόνο
Πέρασε ήρεμα
Σφύριξε
Αντίο
Βυθίστηκε μέσα στον καιρό
Αντίο

0-24



ένα σύννεφο κράτησε όσο το απόγευμα
έπειτα ήρθε η νύκτα το σύννεφο έγινε βροχή
στα μαλλιά σου πάνω μάχεται τον θάνατο τώρα
που σε χαϊδεύει
μπορεί να έρθει βαρύ σύννεφο κάποτε
θα΄ ρθει Σα ΄σύννεφο νύκτα ολόκληρη
ο θάνατος πάνω στα μαλλιά σου να πάρει το χέρι μου
που σε χαϊδεύει
έρπω Σα σύννεφο όλος υποψία
ανιχνέυω γύρω από το λαιμό σου το χρόνο που επιτίθεται
σε χαϊδεύω και όταν με κτυπά πέφτω στα χέρια σου
που με χαϊδεύουν
πάντα η κάθε μέρα περνά με ατέλειωτες περιπολίες
μπορεί να΄ ρθει αύριο μπορεί την άλλη νύχτα
σκέψου την ώρα που θα΄ ρθει όλα θα υπάρχουν
και μεις
λίγο πριν έρθει.

Μαύρη θάλασσα



«Είναι κι άλλα παιδιά στα παραγκάκια του Λονδίνου»
Νίκος Παππάς


Ατέλειωτη γύρους καβάλα στη νύχτα
Χάνω την αυγή σε κάθε μου χτύπημα
Χάνω τους φίλους σε κάποιο άλλο πρόσωπο
Χάνω τα ποτάμια στην ίδια θάλασσα
Και με βρίσκουν μόνο οι σπινθήρες
Που κερδίζουν οι οπλές της από τ' άστρα
Σελήνη κτήνος των ιπποτών
Σμήνος πολικό πασιέντσα δυσανάγνωστη
Ρουμπίνι άρρωστο κατεβασμένο βλέφαρο φεγγαριού
Αφροί στο υγρό καπούλι της νύχτας πού με πάτε:
Και συ αγνή απλή κατάλευκη
Παρουσία που κράτησαν οι καθρέφτες
Αίμα των πιο ωχρών κι αναιμικών μου λογισμών
Βοήθα, Ιόλκη! Ω κυρά των λογισμών μου
Τα όπλα να κερδίσουν ένα βλέμμα μνήμης
Κι ας είναι μια ήττα μέσα στον άγριον άνεμο
Που γυρίζει τα φτερά των ολλαντέζικων μύλων.

Πού νάσαι μυστήριο παιδικό
Αγροίκε πατέρα του άλλου παππού μας
Παλιά περούδα ερωμένη του
Δαρμένη κάθε τόσο με φτερά παγονιού
Κι εσύ μοναδικέ μου ξάδερφε με το λαθραίο καπνό
Πίνεις ατέλειωτες λαβωματιές ρακί
Όταν έσπαγες το γυαλί στα χέρια σου
Στα ύποπτα υπόγεια του Ερζερούμ
Κι είχες τα μάτια σου γλυκόπικρα
Σαν τ' άνθος του καπνού.

Πώς θέλεις κάποιος μια μέρα νάρθει να σας βρει
Τροχίζοντας το μαχαίρι του στον Καύκασο
Κάτω απ' του γύπα τη σκιά να μετρηθεί
Μ' ένα συκώτι ξεραμένο σ' εύξεινο καιρό
Καθώς θα τραγουδά ο άνεμος με ράμφη σπασμένα
Ναρθεί να βρει την πετρωμένη Διμοιρία
Ή κάποιο σχηματισμό των τελευταίων Κομνηνών
Να κουβεντιάσει με το μικρό εθελοντή της Τραπεζούντος
Και παίζοντας ολίγα πορφυρά νομίσματα
Σε κύβους πολύτιμους των Λοχαγών
Να ξαναχάσει το μισθό μιας εκστρατείας
Με ύφος –όσο μπορεί– ακριτικό. Πάντα
Χειρονομίες που ζήλεψε ο χάρος. Πάντα
Χειρονομίες που κέρδισε ο χάρος. Ντόρτια!

Σα μάρμαρο που χάθηκε το πρόσωπο από συνήθεια.

Τώρα τι να κάνω εδώ που βρέθηκα τόσο νέος
Και να κάνω εκεί αν πάω τώρα τόσο αργά
Ας πάμε αλλού –σ' ένα διαμέρισμα∙ γνήσια φτηνό
Θα είναι... Κάπου. Άραγε είναι;
Κι αν είναι, άραγε...

Πώς να 'ναι κείνα τα παιδιά
Στα παραγκάκια του Λονδίνου.

Οδομαχίες



Πολεμήσαμε –στα χιονισμένα θρανία των πάρκων
στις υπόγειες στοές των εργοστασίων
σε δάση ανοιξιάτικα με παπαρούνες
στη σκόνη και σε λίμνες παγωμένες.
Τον Αύγουστο δεν ήπιαμε νερό –με βλέφαρα
καμένα απ' της αγρύπνιας το μπαρούτι∙
αφήναμε τον ήλιο να μας τρώει τα μάτια
και το Δεκέμβρη δεν ανάψαμε φωτιές.
Ταμπουρωθήκαμε –στα κράσπεδα των λεωφόρων
στα παράθυρα, στις στέγες, στα μπαλκόνια
πίσ' από ένα τζάμι, ένα λουλούδι, ένα φύλλο
πίσω απ' τις πέντε αχτίνες τής καρδιάς μας.
Με πεδίο βολής, τα Διεθνή Ξενοδοχεία.
Απ' τις αγαπημένες θυρίδες των πολυβολείων
μετρούσαμε τη λεφτεριά, με τους σταβρούς τής πτώσης τους
–θανατικά ρολόγια που δείχναν τη ζωή μας–
Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τρέλα μας, πάνου
στα εκτροχιασμένα τραμ, σε ντουλάπες, σε πιάνα,
σε αξιοπρεπή πορτραίτα «Κυρίων» –με τις μπούκες
στραμμένες αντίκρα∙ στα μάτια των δειλών.
Με τη ζωή μας –μιαν υπέροχη ζωή, μετρήσαμε:
– Ορθοί: στις στέγες, στις πλατφόρμες, στα πάρκα–
τον ασήμαντο, χλιαρό τους θάνατο – Εμείς∙
που πεθάναμε τόσο, μα τόσο ωραία.

Εκείνος



Τον αγαπούσαμε γιατί ήταν παλικάρι.
Τον αγαπούσαμε για την περίφημη γροθιά του
για το σταθερό γαλάζιο του βλέμμα.
Τον αγαπούσαμε γιατί περίμενε σαν παιδί την Άνοιξη
ζωγραφίζοντας τραγούδια και φωτιές.
Τον αγαπούσαμε γιατί βάδιζε όρθιος
και γελούσε στα σκοτάδια πολεμώντας.
Τον αγαπούσαμε για την απλή προσταγή του
για το φαρδύ του στήθος –που αργότερα ματώθηκε.
Τον αγαπούσαμε για το βουνίσιο του τραγούδι.
Τον αγαπούσαμε πιότερα σα δεν τραγούδαγε
τότε γέμιζε το πιστόλι του σφυρίζοντας.
Τον αγαπούσαμε –νικούσε και τον ήλιο με γιουρούσι
γιατί μάτωνε τις νύχτες μ' ενέδρες.
Τον αγαπούσαμε και μας αγάπησε στήνοντας στη Σαλονίκη
την εφηβική σημαία του κεντημένη με δυο σφαίρες.
– Τότε που σκόρπισε ορμητικά στις τρικυμισμένες πλατείες
τα είκοσι τριαντάφυλλα που του χάρισε η μητέρα του.
Τον αγαπούσαμε και μας αγάπησε –ο Χάρης*.

* Για τον Χάρη (Τάλλαρο)

Σχέδιο για προσευχή



Εικοσιτετράωρα αιώνων σκυφτός - Θεέ,
στης πόρτας μου τα σιδερένια σκαλιά.
Της αλήθειας μου το κρύο πάγωσε στα γένια σου
και περιμένεις...
Περίμενε, έχω δουλειά!
Στρώνω με τον πυρετό μου ένα σχέδιο:
«Κατάληψη εξουσίας»
και χρειάζομαι τώρα διαβήτες, μπιστόλια,
κι ανθρώπους.
Να 'χουνε χέρια γερά, να δουλεύουν, να ιδρώνουν.
Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα.
Έλα αύριο, χαράματα που θα πιάσουμε μάχη,
έλα να γίνουμε φίλοι.
Με χοντροπάπουτσα παρτιζάνος-στρατιώτης
στην ίδια γραμμή πυρός. Έλα.
Σε περιμένω στην είσοδο του εργοστασίου
πάνω στ' αυλάκια των χωραφιών
στα καμένα χωριά τής υπαίθρου
στο καμένο χώμα των πόλεων.
Σε περιμένω στην αίθουσα Αναμονής
για την Επανάσταση,
πρώτη θέση.
Θα με βρεις τραγουδώντας
καβάλα σ' ένα βουνό ανθρακίτη
σ' ένα κύμα τής θάλασσας
στης Νορμανδίας* το ψηλότερο κατάρτι
σπήκερ στον πύργο τού Άιφελ
σε Μακεδονίσια θυμωνιά γλυκοφιλώντας ένα κορίτσι.
Εκεί που δεν κοίταξες ποτέ - δίπλα σου,
θα με βρεις υψώνοντας τη γροθιά σου
κοιτώντας αντρίκεια, σφυρίζοντας:
«ένας καινούργιος σύντροφος».
Θα σε γνωρίσω. Να κρατάς «Ριζοσπάστη»,
σύνθημα, παρασύνθημα, Χαρίλης-Θεσσαλονίκη.
Θα 'χω στ' αφτιά μου κόκκινους ήχους
στα μάτια μου συνωμοτική γαλήνη.
Θα φοράω αρβύλες μπαλωμένες με χιόνι,
πλεγμένο αντάρτικο σκουφί στον αργαλειό τής θύελλας
με νήματα βροχής.
Θα 'χω το αμπέχωνο μ' αγέρα κουμπωμένο - την άνεση
τυλιγμένη στο λαιμό μου
ένα τρύπιο κασκόλ.

Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα!
Στην ίδια διμοιρία θα σου δώσω
στο δίπλα χαράκωμα μια θέση βολής.
Αν θέλεις, έλα.
Είναι στη γη μας καλύτερα.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.