Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρκαβίτσας Ανδρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρκαβίτσας Ανδρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Το κόνισμα

Καταϊδρωμένος ο Πέτρος ο Τσαϊπάς ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψει· δεν είχε δύναμη ούτε όρεξη να πάει μακρύτερα. Το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο· έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σαν βελονοβροχή. Τα στακάμενα νερά τής Λάκκας έζεχναν και φαρμάκωναν. Ζερβόδεξα τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα κουρνιαχτισμένα κι άτρεμα φαί­νονταν πεθαμένα. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονητικά το δρόμο της. Φωνή τής λαύρας χυνότανε ολούθε η φλυαρία τού τζίτζικα και στο χωριό περνοδίναν οι στρατοκόποι. Όπως ο Τσαϊπάς βγήκαν κ' εκείνοι να ιδούν τη λιτανεία.
Ο Κώστας ο Αρλετής έφερε μιαν είδηση στο χωριό και το χωριό ανατρόμαξε. Ένα κόνισμα, λέει, βγήκε νύχτα στην ακρογιαλιά τού Αϊ-Θανάση. Πούθ' ερχότανε, για πού πήγαι­νε, κανείς δεν ήξερε να ειπεί. Η αλήθεια είναι πως ερχόταν ολόρθο στα κύματα. Μπροστά του ένα φως τρανό τού φώτιζε το δρόμο. Έλαμπε το φως· μα πιο πολύ έλαμπε το τίμιο το ξύλο. Περίγυρα το πέλαγο απέραντο και μελαψό ανάδευε με σύγκρυο. Ήρθε το κόνισμα και στάθηκα σιγά στον άμμο, κρύ­φτηκε σε μια βουρλιά. Και το φως κοντά του παραμόνευε. Κάποιο καλογεράκι σύρθηκε απάνω του και γνώρισε το θάμα. Το μάθαν· έτρεξαν οι καλόγεροι, το πήραν στο μοναστήρι τους και το λιβανίζουν μερόνυχτα.
Έτσι μίλησε ο Αρλετής και το χωριό ανατρόμαξε σύσπιτο. Θρησκευτικός ανεμοστρόβιλος εσήκωσε για μιας τού λαού την αδιαφορία. Μικροί μεγάλοι είπαν πως είναι θάμα. Και συμφώ­νησαν όλοι πως το θάμα πρέπει να το πάρουν στο χωριό, τιμή και φυλαχτό τού τόπου τους. Λίγο τάχα είναι να 'χεις έναν άγιο πατριώτη! Ψες βράδυ ακούστηκε, σήμερα κίνησαν όλοι και πάνε να το φέρουν. Οι καμπάνες από την αυγή σημαίνουν πρό­σχαρα. Νήστεψαν, ντύθηκαν τα γιορτινά τους, κλείσανε τα μαγαζιά, έπαψε κάθε δουλειά, κάθε άλλη σκέψη και κάθε κου­βέντα. Ήρθαν πάλι στου Θεού τη στράτα οι άνθρωποι.
Μόνον ο Τσαϊπάς σκέφτηκε να μείνει αδιάφορος. Πφ! ... θάματα δεν πίστευε αυτός. Ήταν φοιτητής – σπουδασμένος άνθρωπος. Είχε γνώση και κρίση· δεν ήθελε να πιστεύει παρά εκείνο που 'βλεπαν τα μάτια του – τα ίδια τα μάτια του!
Από τα πρώτα χρόνια τής σπουδής του, ο Τσαϊπάς ήθελε να ξεχωρίζει από τους άλλους συντοπίτες του. Όχι μόνον τους αγράμματους συντοπίτες του, τους απλούς οξωμάχους, μα κι από τους σπουδασμένους ακόμη. Εκείνοι βγήκαν από το χωριό, σπούδασαν, έφαγαν τη ζωή τους στα βιβλία και σαν γυρίσανε πίσω έγιναν ένα με τους άλλους. Ακολούθησαν τυφλά την κοινωνική πρόληψη και τη γεροντική παράδοση. Κ' έτσι τι κάναμε! Α! Όχι! Ο Τσαϊπάς θα ξεφύγει· θα γίνει κύριος τού εαυτού του· θα κλοτσοπατήσει το κάθε τι που δεν είναι σύμφωνο με τη γνώμη του. Και δεν είναι κανένα· εντε­λώς κανένα! Όλα στραβά και παράλογα. Κ' ήθελε όλα να τ' αλλάξει με το παράδειγμά του, με τα φερσίματά του και με τα λόγια του. Μα τα λόγια και τα φερσίματά του ήταν τόσο ξαφ­νικά που ετρόμαζαν τους χωριάτες· τους ξυπνούσαν την υπο­ψία. Καθώς ήταν ριζωμένοι στις συνήθειες τους, έστεκαν αντίκρυ του ανήσυχοι και αγριεμένοι.
Ο Τσαϊπάς ούτε το φανταζότανε· μα και να το φανταζότα­νε λίγο τον έμελε. Φτάνει που πίστευε πως εκειό που έκανε ήταν και σωστό. Τώρα είπε ν' αρνηθεί το θάμα και τ' αρνήθη­κε. Δε θα βγει από το σπίτι του, δε θα πάει πουθενά, δε θέλει να ιδεί τίποτα!... Η συγκίνηση όμως του λαού τον ανησύχησε. Όσο πρόβαινε η μέρα τόσο βασανιζότανε. Δυο ψυχές και δυο εποχές πάλευαν μέσα του. Το καμπάνισμα, οι προετοιμασίες, το σούσουρο που γινόταν έξω στους δρόμους και μέσα στο σπίτι του δεν τον άφηναν ήσυχο. Η αθέμελη άρνησή του άρχι­σε να κλονίζεται. Βαστάχτηκε ως τ' απόγιομα· τέλος νικήθηκε. Ντύθηκε βιαστικά, πεισμωμένος τώρα για ό,τι έκαμε, έτρεξε, ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψει τη λιτανεία που έρχεται.
Ένα βουνό από σκόνη μαυριδερή σέρνεται στο δρόμο, κυλιέται και προβαίνει οκνό, σαν άρρωστο. Ο ήλιος το χτυπά κατακέφαλα και το δείχνει θερίο παράξενο. Η χαίτη του κοκ­κινίζει και καίγεται. Κάποια σημάδια μέσα του σβήνουν και ξαναλάμπουν από στιγμή σε στιγμή, σβήνουν και ξαναλάμπουν σαν λεπίδες σπαθιών. Ακούεται βαρύς και βαθύς ο ανα­σασμός του, βαθύς και βαρύς σαν μακρινό μπουμπουνητό. Έπειτα ιχνογράφονται ανάερα σταυροί, ξεφτέρια, τόρτσες, φανάρια και χρυσοΰφαντα λάβαρα. Σε λίγο ξεχωρίζουν κεφά­λια και ώμοι πλήθος, τουλούπες μαλλιά και γένια, πρόσωπα χλομά και μάτια θαμπωμένα, σαν αγιογραφία στον τοίχο βυζα­ντινού ναού. Άξαφνα ο κουρνιαχτός άνοιξε και πρόβαλαν τα παιδιά παιχνιδιάρικα· έπειτα φάνηκαν οι παπάδες με τα χρυσά τους άμφια, οι ψαλτάδες, ο δήμαρχος, οι προύχοντες και πίσω ο λαός. Ήταν όλοι ξεσκούφωτοι κ' έδειχναν μεγάλη ευλάβεια· νόμιζε κανείς πως όλοι τους ανατράφηκαν σε μοναστήρι. Πέντε παλικάρια έφερναν στα χέρια τους μακρύστενη σανίδα, θαμπή, με πολλά σκαλίσματα. Αργοπατούσαν και τρίκλιζαν κι αγκομαχούσαν κάθε λίγο από το βάρος τής σανίδας τα παλικά­ρια. Ο ίδρωτας όμπριζε στα μέτωπα τους· μα την ήθελαν τέτοιαν αγγαρεία. Γύρω τους άλλα παλικάρια, της δουλειάς και της ταβέρνας παιδιά, ακολουθούσαν προσεχτικά, έτοιμα να πάρουν τη θέση τους.
– Κύριε ελέησαν, μωρέ παιδιά!... ακούεται βροντερή φωνή.
Είναι ο Κώστας ο Αρλετής, ο γλυκόφωνος ψάλτης τού Αϊ-Δημήτρη· είναι φρεσκοξουρισμένος και παστρικαλλαγμένος σαν γαμπρός. Η χαρά του είναι μεγάλη κ' η περηφάνια του ακόμη μεγαλύτερη. Είναι δικό του το κατόρθωμα. Αν θα 'χει το χωριό θαματουργόν άγιο, σε κείνον θα το χρωστά. Αυτός έγινε –μνήστητί μου Κύριε!– το σκεύος τού Κυρίου το εκλεχτό. Αν δεν ήταν αυτός, ποιος ξέρει; Μπορεί να το είχαν ακόμα οι νταυλοκαλογέροι και να κερδοσκοπούσαν με δαύτο...
Είχε πολλά χρόνια ψάλτης ο Κώστας ο Αρλετής· μα δεν ήταν περισσότερο από τους άλλους θρήσκος. Ήταν ψηλόσωμος, ροδοκόκκινος, αράθυμος και χαροκόπος παλάβρας· με τη φωνή του μπορούσε ν' αποστομώσει όλες τις καμπάνες τού χωριού. Κι αυτό ήταν το καύχημα του, η περηφάνια του. Τη θέση τού ψάλτη την αγαπούσε· αγαπούσε όμως και κάθε άλλη θέση που του έδινε αφορμή να δείξει τη φωνή του. Είτε στο στασίδι τής εκκλησιάς, είτε στον πάγκο της ταβέρνας, είτε σε γάμου τραπέζι ήταν ίδιος και απαράλλαχτος. Σήκωνε τα μάτια ψηλά, πλάγιαζε το κεφάλι, έπαιζε ρυθμικά τα δάχτυλα κ' έχυνε αργυρά κύματ' από τα χείλη του, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσκοβολισμένο περιβόλι! Και τ' ήταν αυτός παρά ένας και μονά­χος τραγουδιστής, που έχυνε τη φωνή του όχι για τίποτ' άλλο παρά για να ξετυλίξει την ψυχή του στα ψηλά και μέσα της να πνίξει όλο το είναι του!
Είχε όμως κι από την εκκλησιά του μίαν απαίτηση· την ήθελε πρώτη και καλύτερη. Το χτίριό της μεγάλο και σοβαρό· τις καμπάνες της πιο βροντερές, τους παπάδες της πιο καλοφορεμένους· τα κονίσματά της, τα ξεφτέρια, τους πολυέλαιους, το τέμπλο, τα μανουάλια πιο περίτεχνα. Κι αληθινά ήταν δεν μπορούσε να 'χει παράπονο. Έμενε τώρα ν' αποχτήσει κ' ένα θαματουργόν άγιο. Και να, που βρέθηκε το κόνισμα! Ήρθε ακάλεστο, λες κ' ήξερε την ανάγκη και την επιθυμία του. Μα τώρα ενόμιζε πως ήταν υποχρεωμένος κι αυτός να φανεί άξιος· να κάμει όσο μπορούσε μεγαλύτερη την υποδοχή του. Για τούτο δεν έπαυε να παρακινεί τους άλλους να δείξουν με ξελαρυγγιάσματα τη χαρά τους.
– Κύριε ελέησον, μωρέ παιδία!
– Κύριε ελέησον! ... Κύριε ελέησον! ... Κύριε ελέησον! ...
Βγαίνει αμέσως φωνή από το πλήθος και σκεπάζει τη φλυαρία τού τζίτζικα. Βγαίνει και φαίνεται σαν να παρακαλεί και σύγκαιρα να προστάζει τον Κύριο για να το ελεήσει. Και σε κάθε βήμα της λιτανείας βγαίνουν και σμίγουν από τα χτή­ματα, από τους τράφους, από τα μονοπάτια άλλοι στρατοκό­ποι. Βγαίνουν παιδιά, μικρομάνες, γριές και γέροι, σαλίγκαροι τού χρόνου κούτσα-κούτσα με τα δικανίκια τους. Άλλοι κρατούν κεριά, άλλοι σε κεραμίδες θυμίαμα κι άλλοι λάδι στις μποτιλίτσες τους. Σκύβουν ταπεινά, σταυροκοπιού­νται, δακρύζουν οι γριές κι όλοι κοιτάζουν, ξανακοιτάζουν το κόνισμα. Κανείς δεν ξέρει τι άγιος είναι· κανείς δε νιώθει τι θάμα παρασταίνει. Μα όλοι αυθόρμητα κάνουν το σταυρό τους, σκύβουν το κεφάλι, μια φωνή και μια ψυχή φωνάζουν κάθε τόσο ρυθμικά και μονότονα:
– Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον! ...
Όταν η λιτανεία έφτασε κοντά στον Τσαϊπά, σήκωσε κ' εκείνος το χέρι να κάμει το σταυρό του. Μα δεν τελείωσε. Το κόνισμα τού φάνηκε παράξενο· κάθε άλλο παρά κόνισμα. Δεν είδε παρά ένα δικέφαλον αητό με τα φτερά του ανοιχτά. Τα κεφάλια ζερβόδεξα με τη γλώσσα όξω και τα ράμφη γυρι­στά έδειχναν θυμό και αχορταγιά μεγάλη. Στα κεφάλια καθό­τανε κορόνα σταυροφόρα· κι άλλη κορόνα πιο μεγάλη τα 'σμιγε από πάνω. Τα νυχοπόδαρά του κρατούσανε το Σκήπτρο και μια σφαίρα με σταυρό. Και κάτω από τα πόδια του μια κορδέλα ξεδιπλωμένη είχε απάνω της γράμματα παράξενα. Τριγύρω άλλα μικροσκαλίσματα χρυσαλειμμένα, πουλιά, βαγιόκλαδα και χοντρόρογα σταφύλια. Μα το μόνο σημάδι που μπορούσε να το κάμει σεβαστό ήταν οι σταυροί του. Τίποτ' άλλο. Ο Τσαϊπάς στάθηκε ακίνητος, μη ξέροντας τι να σκεφτεί και τι να κάμει. Ο κόσμος τον είδε κ' ένας με τον άλλον στύλωσαν όλοι τα μάτια καταπάνω του. Όπως έστεκε στο ψήλωμα το ανάστημα του ιχνογράφονταν στον ασπρογάλανο ουρανό, σαν μαύρο είδωλο που τρέχει λαός να πετροβολήσει.!
– Το καπέλο σου! βγήκε άξαφνα φωνή από το πλήθος.
– Το καπέλο σου! δευτέρωσε άλλη φωνή.
– Το καπέλο σου!.... Το καπέλο σου!... Το καπέλο σου!...
Υποψιάστηκαν πως το 'κανε για περιφρόνηση και αγανά­χτησαν όλοι. Μα περισσότερο απ' όλους ο Αρλετής. Την έπαιρνε κατάμουτρα την προσβολή. Του διαβόλου ο γιος! Έμαθε πέντε γράμματα και θαρρείς πως έγινε σοφός! Μωρέ, καλά το λένε πως η Αθήνα έγινε για καταστροφή τού τόπου! Στέλνουν τα παιδιά τους να ξεστραβωθούν κ' εκείνα δίνουν την ψυχή τους στο Σατανά! Αντί να γυρίσουν άνθρωποι, γυρί­ζουν κούκλες· αντί να 'ρθουν χριστιανοί, έρχονται αλούτεροι... Πού είναι τώρα ο μακαρίτης ο Τσαϊπάς να καμαρώσει το γιο του; 'Εφαε τη ζωή του απάνω στο τσαγκαρόσουβλο για να τον κάμει άνθρωπο και να, τον έκαμε και τον ξέκαμε!
– Κύριε ελέησον, μωρέ παιδιά! ... ξαναφώναξε.
Μα η φωνή του έσβησε ασυντρόφιαστη· ως και τα μικρά παιδιά έστεκαν άλαλα, κοιτάζοντας το φοιτητή με απορία και θυμό. Ο ψάλτης αναψοκοκκίνισε. Δεύτερος μπάτσος πάλε αυτός! Κανείς δεν τον άκουε. Ο φοιτητής τού έπαιρνε και τη δύναμη· τον ρεζίλευε! Μα τι; Εκεί λοιπόν θα τ' αφήσουν το κόνισμα για να γίνει το κέφι του! Ή μην ήθελαν να κάμει έτσι το χέρι του και να τον κατεβάσει σωρό-κουβάρι από το ψήλωμα; Ο σκοπός είναι να μη φτάσει κανείς σε τέτοια.
– Κύριε ελέησον, μωρέ, το σταυρό σας! . . . εφώναξε με λύσσα αντιπατώντας το πόδι του.
– Κύριε ελέησον! . . . Κύριε ελέησον!. . . Κύριε ελέησον! εβγήκε τρανταχτό απ' όλα τα στόματα τού λαού.
Ο φοιτητής αλαφιάστηκε σαν να βρυχήθηκε θάλασσα τριγύ­ρω του. Έβγαλε βιαστικά το καπέλο του, έκαμε το σταυρό του, κατέβηκε κι ακολούθησε τη λιτανεία με κεφάλι σκυφτό, παρα­πατώντας σαν υπνοβάτης.
– Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια! . . . εχύθηκε μελωδική η φωνή των παπάδων.
Κ' η λιτανεία τράβηξε πάλι το δρόμο της.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο Τσαϊπάς αιστάνθηκ' ένα χέρι να περνά στο μπράτσο του και δυο μάτια να τον κοιτάζουν παράξενα και περιγελαστικά.
– Πώς σου φαίνεται;
Ήταν ο Σταθόπουλος, παλιός συμμαθητής και συμφοιτητής του τώρα στα Νομικά. Ήταν νέος ζωηρός, κομψοντυμένος, με ψηλά κολλάρα και λαιμοδέτη κόκκινον. Από τότε που γράφηκε φοιτητής, φάνηκε το μέλλον του· βγήκε στον κόσμο θαρρετά, ανακατώθηκε με τους χωριάτες στο κρασοπουλειό και στον καφενέ κι άρχισε να συχνάζει στο ειρηνοδικείο· το δεύτερο χρόνο, χωρίς να πατήσει διόλου στο Πανεπιστήμιο, έκανε το δικολάβο. Κ' είχε δουλειές, ου, πάρα πολλές δουλειές. Κανενός δε χάλαε την καρδιά· ποτέ δεν έλεγε πως έχει άδικο ο πελάτης του ή πως θα χάσει τη δίκη. Όλα μέλι-γάλα τα 'βρίσκε κ' οι χωριάτες ήταν ενθουσιασμένοι μαζί του. Τέλος πάντων! Να που βρέθηκε κ' ένας άνθρωπος για τη φτώχεια. Δεν έβλεπαν την ώρα πότε να 'ρθει σε ηλικία για να τον βγάλουνε βουλευτή.
– Μωρ', τι ναι τούτο; τον ρώτησε ο Τσαϊπάς μόλις τον είδε κοντά του.
– Ξέρω κ' εγώ· έκαμε κείνος ανασηκώνοντας τους ώμους· ξέρω κ' εγώ; Μα κόνισμα βέβαια δεν είναι.
– Και δεν το λες, λοιπόν!
– Σσ. . . του σφύριξε ο Σταθόπουλος στ' αυτί. Μυαλό θα βάλεις στην κολοκύθα τους; Να το ειπώ; Και ποιός τολμάει; Ξέρεις τι έγινε στον Αϊ-Θανάση;
– Τι;
– Μόλις μας είδαν οι καλόγεροι, κατάλαβαν το σκοπό μας και πυροβόλησαν στο σωρό· πλήγωσαν μάλιστα και τον Κουφό στον ώμο. Ρίχτηκαν όμως ετούτοι απάνω τους· άστραψαν κάννες, πιστόλες, έπεσαν πέτρες που κλείστηκαν οι καλόγεροι περίτρομοι στα κελλιά τους. Άνοιξαν τότε την εκκλησία, έσπασαν τις εικόνες, αναποδογύρισαν την Άγια Τράπεζα ως που βρήκαν το κόνισμα. Και πού το βρήκαν θαρρείς; Κάτου από ένα σωρό κλήματα. Εκεί το 'χε πεταμένο η ευλάβεια των καλογέρων! Η αλήθεια είναι πως μόλις το είδαμε στο φως, όλοι σταθήκαμε δίβουλοι. Μα για μια στιγμή· έπειτα το άρπαξαν στα χέρια, έβαλαν τους παπάδες μπροστά και να μας. Ούτε ξέρουμε τι κάνουμε.
– Μα ο δήμαρχος!... εψιθύρισε ο Τσαϊπάς.
– Τι δήμαρχος!... Αν μίλαε, θα τον έπαιρναν με τις πέτρες.
Ο Τσαϊπάς κοίταξε για μια στιγμή το φίλο του κατάματα· έπειτα έσκασε στα γέλια. Εγέλασε τόσο δυνατά που ο δικολάβος αναγκάστηκε να φύγει από κοντά του. Πίσω μου, Σατανά! Με παλαβούς δεν είναι να καταπιάνεται κανείς! Έτσι, φίλε μου, προσβάλλεις το θρησκευτικό αίστημα τ' αλλουνού! Ν' αγριέψει ο κόσμος και να 'χουμε φασαρίες!. .. Έτρεξε πίσω από τους παπάδες, δίπλα στο κόνισμα κ' έδειχνε μεγάλη κατάνυξη. Όταν φώναζε το πλήθος το «Κύριε ελέησον»! άνοι­γε το στόμα, το φώναζε κ' εκείνος δυνατά, ρυθμικά και μονό­τονα. Μόλις άρχιζαν τα σταυροκοπήματα, τ' άρχιζε κ' εκείνος και δεν έπαυε αν δεν έπαυαν πρώτα οι άλλοι. Ήρθαν μάλιστα στιγμές που φάνηκε πρόθυμος να πιάσει το κόνισμα, να κοπιάσει κι αυτός για τη Χάρη του.
– Τρομώ και λέω το διάολο έχουμε μαζί μας! . . . είπε δυνατά ο Αρλετής, φουρκισμένος για τα γέλια του Τσαϊπά.
Εκείνος δεν ταράχτηκε καθόλου· ο θυμός τού σήκωσε κάθε άλλο αίστημα. Τι διάβολο! Σάπισε λοιπόν αυτός ο τόπος! Αν το 'παιρναν τουλάχιστον όλοι για κόνισμα, δεν θα είχε κανείς αντιλογία. Έφτανε η τυφλή πίστη να τους δικαιώ­σει. Ή αν το 'παιρναν για σημάδι άλλης εποχής, της πεθαμέ­νης Αυτοκρατορίας μας, πάλι καλά. Εύγε τους και τρισεύγε τους. Μπορεί να ξύπναγαν μ' αυτό οι παλιές ελπίδες· ίσως να γινόταν δίστομο σπαθί η κοιμάμενη συνείδηση. Ποιος ξέρει; Μα όχι· τίποτ' απ' αυτά. Λείπουν κ' η τυφλή πίστη και το μεγάλο τ' όνειρο. Λείπουν, έσβησαν, πάνε. Κ' ίσως δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ! Έμεινε και θα μείνει στον τόπο η ψευτιά, η ραθυμιά, η βαγαποντιά! Να ο δήμαρχος, ο δικηγόρος, ίσως κ' οι παπάδες που στηθοδέρνονται και σταυροκοπούνται μπροστά στο παλιοσάνιδο. Και γιατί; Γιατί δεν έχουν το θάρ­ρος ν' αντικρίσουν το ψέμα, ν' ανοίξουν τα μάτια των τυφλών, να χαλάσουν το κέφι μερικών πεισματάρηδων. Να η μεγάλη αρρώστια, να 'τηνε. Αντί να σύρουμε το λαό με το μέρος μας, πάμε μεις με το δικό του.
Ο Τσαϊπάς σήκωσε τα μάτια ψηλά σαν να ζητούσε συχώ­ρεση για του χωριού του την ντροπή. Όταν τα χαμήλωσε, πέσα­νε άθελα στο κόνισμα. Η σανίδα ντυμένη στις χρυσαλοιφές, κυκλωμένη με του λαού το σεβασμό, ερχόταν επάνω στο ζωντα­νό θρόνο της με κάποια κωμική αξιοπρέπεια. Ο φοιτητής αγα­νάχτησε. Νόμισε πως το ξύλο ανάμπαιζε τη θρησκεία του· τους παπάδες και το λαό, τα λιβάνια και τα λάβαρα, όλα τ' αναγέλαε. Του ήρθε να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί. Είπε να χυθεί απάνω του, να τ' αρπάξει από τα χέρια των παλικαριών και να το ποδοκυλήσει χάμου, μέσα στον κουρνιαχτό και τις καβαλίνες. Είπε· μα δεν έκαμε τίποτα. Τα πόδια του δε θέλησαν να πάνε μπροστά· τα χέρια του έμειναν κάτω κρεμασμένα. Τόσο που αν είχε πρόληψες ο Τσαϊπάς, θα νόμιζε πως το κόνισμα άρχισε απ' αυτόν τα θάματά του. Μα δεν ήταν τέτοιος κ' ήξερε καλά τον εαυτό του. Ο ραγιάς ήταν ακόμη στο αίμα και του αλυσόδενε τη θέληση. Ναι, δυστυχώς! Το σκαρί κ' εκείνου δεν ήταν διαφορετικό από το σκαρί των αλλονών, όχι!. . . Κ' έξω φρενών για την αρρώστια του, γύρισε το θυμό εναντίον του. Εχώριζε το είναι του σε δύο, άδραζε ένας τον άλλον από το λαιμό, τον έσφιγγε με λύσσα, τον έφτυνε κατάμουτρα, θέλοντας να πλύνει την ντροπή από πάνω του.
– Άτιμε! Ταρτούφο!... Θεομπαίχτη! ... εψιθύρισε.
Η λιτανεία ωστόσο ακολουθούσε το δρόμο της. Τώρα προχωρούσε μέσα στο χωριό, από τους κεντρικούς δρόμους. Το λιοπύρι άναβε τα καύκαλα. Ο κόσμος έτρεχε από πίσω καταϊδρωμένος, κατασκονισμένος, μισοπαράλυτος. Και δεν έπαυε να φωνάζει κάθε τόσο ρυθμικά και μονότονα:
– Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!...
Έτσι έφτασε στο σταυροπάζαρο· ερμιά στο δρόμο· τα μαγαζιά όλα κατάκλειστα. Πέρασε το γεφύρι τού Τζαφέρη και χύθηκε σαν πλημμύρα στην πλατεία του Αϊ-Δημήτρη. Η εκκλησία με τις αρχαίες κολόνες της μυρτοστολισμένες, έδειχνε χαρά μεγάλη· φαινόταν, να, στην πόρτα πως περίμενε τον ερχομό του. Το καμπαναριό έχυνε κλαγγή ακατάπαυστη σαν να τού 'λεγε ανυπόμονα· έλα!
– Γκλαν-γκλαν!... Γκλαν-γκλαν!... Γκλαν-γκλαν! ...
Η λιτανεία σκόρπισε αμέσως. Τα παιδιά που κρατούσαν τις τόρτσες, τα ξεφτέρια, τα μανουάλια, τα λάβαρα χύθηκαν με φωνές και κακό στο νάρθηκα σαν να κυρίεψαν οχύρωμα. Γοργά τ' ακολούθησαν οι παπάδες, οι ψαλτάδες, ο δήμαρχος, η αρχο­ντιά. Σφούγγιζαν με τα μαντίλια τον ίδρωτα, αερίζονταν με τα καπέλα τους, ξεκούμπωναν τα ρούχα τους και λαχάνιαζαν βαριά κι αποσταμένα. Μερικοί, όπου βρίσκανε ίσκιο, πέτρα ή ξύλο, σωριάζονταν απάνου, τέντωναν τα πόδια τους· κοίταζαν με λύπη τα χαλασμένα παπούτσια τους, τις ματωμένες γάμπες τους. Βαθύ ξανάσασμα έβγαινε από τα στήθη ολουνών που τέλειωσαν. Πάει κι αυτό! Κάμποσοι αργαστηριάρηδες έφευγαν με τα κλει­διά στα χέρια για ν' ανοίξουν τ' αργαστήρια τους, να πιάσουν πάλε τη δουλειά. Άλλοι που το πρωί δε σκέφτηκαν πως μπορού­σε να πεινάσουν, ρώταγαν τις γυναίκες τους αν μαγέρεψαν τίπο­τα. Την ώρα όμως που το κόνισμα άγγιζε σχεδόν στην πόρτα τής εκκλησιάς, μια φωνή τρεμάμενη, μα δυνατή ακούστηκε:
– Σταθείτε!
Όλοι πάψανε αμέσως· κόπηκαν οι ψαλμοί στη μέση· στά­θηκε καθένας στη θέση του, όπως βρέθηκε.
Ήταν ο Τσαϊπάς που έβγαλε τη φωνή· δεν μπόρεσε να κρατηθεί περισσότερο. Μα σαν να τρόμαξε από την ίδια του φωνή, στάθηκε κατακίτρινος, με το χέρι απλωμένο στην πόρτα, με τα μάτια γουρλωμένα· τα μαλλιά του ήταν άνω κάτω. Οι χωριάτες τον κοίταζαν τον ρωτούσαν τι τρέχει. Τους κοίταζε κ' εκείνος δίχως να μπορεί να βγάλει λέξη. Επιτέλους συνήρθε, κατέβασε το χέρι του, χαμογέλασε κ' είπε με φωνή παρακαλεστική.
– Σταθείτε, βρε παιδιά.... Κάμετε μου τη χάρη ν' ακού­στε και μένα... Δεν το θέλω για τον εαυτό μου· για σας το λέω, για την ψυχή σας, για την ψυχή όλων μας. Λέω να τ' αφήσουμε όξω· να, στο κελλί, ως που να ιδούμε... Λέμε πως είναι κόνισμα· μ' αν δεν είναι; Τι θα γίνει τότε; Τι θα μας ψάλουν τ' άλλα τα χωριά;
Ένας δισταγμός ζωγραφήθηκε αμέσως σε πολλά πρόσω­πα· μερικοί κούνησαν το κεφάλι: σύμφωνοι. Ακούστηκαν και ψιθυρίσματα. Εκείνοι που βάσταγαν τη σανίδα έσκυψαν και την απίθωσαν χάμου, την ακούμπησαν σε μια κολόνα κι ανακλαδίστηκαν να διώξουν την κούραση. Άλλοι που ήταν όξω από το νάρθηκα σήκωσαν τα χέρια στο καμπαναριό για να πάψει το καμπάνισμα. Και χύθηκε τόση ησυχία, θλιμμένη ησυχία, λες και σταμάτησε άξαφνα η ζωή.
Μα τότε βαριά και θυμωμένη ακούστηκε η φωνή τού Αρλετή.
– Να κεφάλι! . . . είπε δείχνοντας με τη χερούκλα του το φοιτητή. Τόσος λαός εδώ και δεν ξέρει τι κάνει· ήρθε του λόγου του να μας βάλει μυαλό.
– Όχι να σας βάλω μυαλό· είπε ο Τσαϊπάς δειλά· να ειπώ το σωστό.
– Το σωστό! εφώναξε αγριοκοιτάζοντάς τον ο Αρλετής, το σωστό! Πού το 'βρες, μωρέ, το σωστό. . . Μην το 'φερες από την Αθήνα μαζί με τα κολλαράκια σου!
Ξέσπασαν όλοι στα γέλια· ο δήμαρχος, οι παπάδες, οι ψαλτάδες, ο λαός, όλοι γέλασαν με την καρδιά τους. Οι γυναί­κες γύρισαν τα μούτρα τους αλλού, χαχάνιζαν κ' εκείνες πίσω από τα μαντίλια τους. Κ' έπειτα μια στιγμή ο λαός αγρίεψε. Μωρέ, μυαλό ο μπαγάσας!... Εκείνοι ξεθεώθηκαν για να το φέρουν· άφηκαν το μεροκάματο τους, έχυσαν αίμα για τη Χάρη του και τούτος έρχεται τώρα να τους πει πως δεν είναι κόνισμα! .. . Σούσουρο έγινε, βρισιές ακούστηκαν, γρόθοι σηκώθηκαν φοβεροί.
– Το καλό που σου θέλω να φύγεις· του είπε μυστικά ο Σταθόπουλος, τραβώντας τον έξω από το πλήθος.
Ο Τσαϊπάς σήκωσε το κεφάλι περήφανα. Τ' έκαμε λέει; Όχι θα σταθεί, θ' αντιμιλήσει, θα τα βάλει μ' όλους ως που να τους ξεστραβώσει. Μα δεν μπόρεσε να βγάλει λέξη· στόμα είχε, μιλιά δεν είχε.
– Πάμε, του ξαναείπε ο Σταθόπουλος.
Εκείνος έσκυψε το κεφάλι, σούφρωσε τα φρύδια του, άφησε να τον σύρει ο φίλος του.
– Ήλιος! φώναξαν δυο τρία παιδιά στο διάβα του.
– Ούθε το πρώτο μου παπούτσι! . . Ούθε το πρώτο μου παπούτσι!... φώναξε δυνατά ο Αρλετής.
Ο αντίλαλος τού νάρθηκα αδερφώθηκε και κείνος με τη βάναυση φωνή τού ψάλτη.
– Παπούτσι... παπούτσι!...
– Ελάτε, ρε παιδιά· βοηθάτε να τελειώσουμε· είπε ο Αρλετής πιάνοντας το κόνισμα.
Κανείς δεν έσκυψε· όλοι έμειναν άφωνοι, τηράζοντάς το σαν να ζητούσαν τη γνώμη του. Έπειτ' άρχισαν να το ψηλαφάνε, να το γυρίζουν μπρος-πίσω, να το ξετάζουν, για να μάθουνε το νόημα του. Έλεγαν χίλιες γνώμες μυστικό και φανερά, έβγαζαν διάφορα συμπεράσματα· μα κανένα δεν πίστευαν πως ήταν σωστό. Ό,τι έλεγε ο ένας, αμέσως άλλος το πολέμαε. Άρχιζαν ν' αντιφέρνονται, να στενοχωριούνται και μυστικά να θυμώνουν μ' εκείνο που τους έβαλε σε μπελάδες. Ποιός ξέρει; Τάχα δεν ήταν όργανο τού Σατανά κ' ήρθε να τους ρίξει σε σύγχυση; Τι διάβολο! Αν ήταν αληθινός Άγιος, το χωριό τους θα 'βρισκε να κονέψει!...
– Πού ήσουνα, κυρ-Γερόλυμε! φώναξε άξαφνα ο δήμαρχος· έλα, βρε αδελφέ, να μας χωρίσεις· μπλέξαμε στα καλά με τούτο το διάβολο!...
Μα συνήρθε αμέσως κι άρχισε τα σταυροκοπήματα.
– Φτού! .. . φτού!... Προσκυνώ τη χάρη του... Με κόλασε ο τρισκατάρατος!
Γέλασε το πλήθος δυνατά με το πάθημα τού κυρ-δήμαρχου. Έπειτα έκαμε τόπο κι ανέβηκε οκνά τη σκάλα ο Γερόλυμος ο Προβατάς. Ήταν ένας γέρος νησιώτης κοσμοπερπατημένος και πολυκάτεχος. Η τύχη τον έριξε στο χωριό κι έμειν' εκεί από χρό­νια, σαν ξύλο παντοπλάνητο που κατακάθεται σε μιαν ακρογια­λιά ώστε να σαπίσει και να διαλυθεί. Από τα λόγια του κι από τα φερσίματα –μπορεί κι από τ' άγνωστα περασμένα του– είχε καταντήσει σεβαστός και πολυζήτητος. Μόλις τον είδαν κι ανά­σαναν όλοι· σκέφτηκαν πως δίχως άλλο θα τους βγάλει από τη στενοχώρια. Παραμερίσανε για να ιδεί το κόνισμα. Εκείνος μόλις το είδε σούφρωσε τα χείλη του και γύρισε τις πλάτες.
– Λοιπόν; ρώτησαν δυο-τρεις ανυπόμονα.
– Στολίδια τής πρύμης· είπε σιγά· στολίδια καραβιού· –πάρτε το.
Όλοι χλόμιασαν και χαμογέλασαν σύγκαιρα· όλοι τον κοίταξαν περίλυπα σαν νά 'παιρνε μαζί του την ελπίδα τους. Οι παπάδες μπήκανε στην εκκλησιά τρεχάτοι, γονάτισαν καταμεσής και σήκωσαν τα χέρια σε δέηση. Ήμαρτον, Θε μου – μη μας συνεριστείς!... Το πλήθος άρχισε να σκορπά.
– Μα είσαι βέβαιος, γερο-Προβατά; τον ρώτησε λυπημένα ο Αρλετής. Για κοίτα το καλά· μην κάνεις λάθος;
– Τι λάθος, αδερφέ Κωνσταντή; Είναι στολίδι από ρούσικο καράβι· βασιλικό καράβι! Να δε διαβάζεις τα γράμματα; Πέτρος ο Μέγας· έτσι γράφει απάνου...
Ο Αρλετής εσταύρωσε τα χέρια, έγυρε το κεφάλι κ' έμειν' εκεί άφων' άλαλος για πολλή ώρα. Απελπισία κυρίεψε την ψυχή του σαν να 'βλεπε την εκκλησιά του γκρεμισμένη. Μωρέ! Ποτέ δεν το 'λπιζε να πάθει τέτοιο ρεζιλίκι το χωριό! ... Άξαφνα τού φάνηκε πως τα κεφάλια τού αητού κουνήθηκαν από τη θέση τους, κουλουριάστηκαν και κάμανε μαζί μια προσωπίδα μεγάλη. Τι μεγάλη προσωπίδα και τι παράξενη! Έπιανε όλο το χωριό. Όχι μόνο το χωριό, μα και τ' άλλα περίγυρα, την Πάτρα και τον Πύργο, ακόμη και τη Ζάκυνθο. Κι όσο πήγαινε όλο μεγάλωνε. Μεγάλωνε δεξιά, μεγάλωνε ζερβά, κάτου και απάνου, ως που σκέπασε ωιμένα!... όλη την Ελλάδα. Και κοίταζε τον Αρλετή πεισματικά με τα κούφια μάτια της· τον κοίταζε και γελούσε, τον κοίταζε και χαχάνιζε σαν γρια ξεμωραμένη και μονοδοντού.
– Α, σιχτίρ! ... είπε δίνοντας του μια κλοτσιά.
Η σανίδα έτριξε στη θέση της, κουνήθηκε πέρα-δώθε κ' έπεσε πλατς! στο χώμα. Ένα σύγνεφο από σκόνη σηκώθηκε και σκέπασε όλα τα πάντα.
– Π' ανάθεμα σε! Μου 'φαγες την πλάτη ως που να σε φέρω! είπε κάποιος πιάνοντας τον ώμο του.
Και τού 'δωκε άλλη κλοτσιά. Τότε όλοι άρχισαν να το κλο­τσούν, να το ποδοκυλούν στο χώμα σαν παλιοκούρελο. Δεν είχαν θυμό μαζί του. Ένιωθαν μόνο μια παιδιάστικη ορμή να το λερώσουν, να το ασχημύνουν, να το ταπεινώσουν περισσότερο. Το χτυπούσαν με λάσπες, με πέτρες και με βύσσαλα. Το 'στεναν ορθό και τ' άφηναν να πέσει με πάταγο, ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Ανάμπαιζαν τα «Κύριε ελέησον», τους ψαλμούς τα σταυροκοπήματα, τα θάματα και τη φύλαξη που πρόσμεναν από δαύτο. Έπειτα, σαν απόστασαν από τα γέλια και τα χάχανα, το σήκωσαν στα χέρια και με σατιρικά ψαλμολογήματα τό 'φεραν και το πέταξαν στο Στρεμμενό, σαν ψοφήμι.
– Νά στις δόξες σου!... είπε ο Αρλετής.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Θείον Όραμα

Από το βιβλίο "Τα λόγια της Πλώρης", Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ


Δε λέτε, ρε παιδιά, τίποτα να ζεσταθούμε;
Και με το λόγο φάνηκε μαύρο κορμί στην ανοιχτή θυρίδα, κύλησε από τη σκάλα κάτω ο Κώστας ο θερμαστής, βαρυτυλιγμένος στην πατατούκα του. Έκανε κρύο δυνατό. Βοριάς εξύριζε τα πέλαγα, πάγωνε τ' ακρογιάλια, κρουστάλλιαζε τα στοιβαγμένα χιόνια στα βουνά. Και το πλήρωμα, ναύτες και θερμαστές, συναγμένοι ολόγυρα στη θερμάστρα, φρόντιζαν να ζεσταθούν με τη φασκομηλιά και το ψωμοτύρι. Ο λύχνος, καρφωμένος στη μέση ενός στύλου, φώτιζε και κάπνιζε μαζί τα περίγυρα σωθέματα. Διπλά-τριπλά τα κρεβάτια κολλημένα στα πλευρά, με τα μαύρα τους στρωσίδια, θύμιζαν νεκροθήκες στ' ανήλιαστα βάθη της γης ταιριασμένες. Κοντά η καμαρούλα του ναύκληρου, ανοιχτόπορτη, έδειχνε άλλο κρεβάτι στρωμένο, δυο-τρεις φωτογραφίες παλιές, μια χρωμολιθογραφία χανούμισσας, χρυσοφορεμένης και ξαπλωμένης σε πουπουλένια προσκέφαλα. Και ολούθε κρεμασμένα τα ρούχα, στο λάδι και στο κάρβουνο βουτημένα. Οι μουσαμάδες ξεσχισμένοι και μυριομπαλωμένοι. Τα χοντρά ποδήματα και τα κασκέτα και οι χρωματιστοί σκούφοι έδειχναν το χώρισμα καλογερικό κελλί. Αλλά το φλίφλισμα του νερού που ακουόταν στα πλευρά, η μυρωδιά του κατραμιού και τα ψημένα πρόσωπα των ανθρώπων έδειχναν πως η ζωή εδώ αγωνίζεται τον τελευταίο αγώνα της. Για τούτο και κανένας δεν πρόσεξε τώρα στο αστείο κατρακύλημα του θερμαστή.

— Δε λέτε, ρε παιδιά, και τίποτα να ζεσταθούμε; ξαναδευτέρωσε εκείνος, αγκαλιάζοντας τη θερμάστρα σαν ερωμένη.
— Τι να ειπούμε; ρώτησε μελαγχολικός ο Κώστας ο Αξιώτης. Νυχτιά σαν την αποψινή δε θέλει παραμύθια. Όχι, δε θέλει παραμύθια! Εδώ στον άγριο κόρφο πού είμαστε κλεισμένοι, τριγυρισμένοι από το μούγκρισμα της Μαύρης Θάλασσας, σαβανωμένοι από τον πουπουλένιο θυμό τ' ουρανού, ας πούμε κατιτί θεϊκό και παρήγορο. Στα παλιά χρόνια οι γέροντές μας δεν είχαν την καταδίκη πού έχουμε εμείς τώρα. Περνούσαν τις άγιες ημέρες κάτω από τη στέγη τους, κοντά στη φωτιά, ανάμεσα στη φαμίλια τους. Όπως ο αμπελοφυτευτής τ' αμπέλι του, τρυγούσανε και κείνοι το καλοκαίρι τη θάλασσα και χαίρονταν το χειμώνα τα καλά της άφοβα. Ήξεραν τη γιορτή και την καματερή τους. Είχαν καιρό για τη χαρά και για τη θλίψη τους. Εμείς τίποτ' απ' αυτά! Χειμώνα-καλοκαίρι τ' οργώνουμε το κύμα. Βόδια καματερά στη βουκέντρα της Ανάγκης, υποταχτικά θ' αυλακώνουμε τ' αρμυρό χωράφι, μονάχα τη φάκνα μας έχοντας για πληρωμή. Για τούτο καλά που έτυχε η κακοκαιρία ν' αφήσουμε λίγο τον κάματο. Δε λέω πως θα μείνουμε τώρα ήσυχοι. Ο αφέντης θέλει δουλειά από το δουλευτή, γιατί φοβάται μην οκνέψη με την ακαμωσιά. Φαντάσου όμως, αν ήταν καλωσύνη, τι δρόμο θα παίρναμε τώρα. Έτσι τουλάχιστο έχω ελεύθερο το νου να συλλογιστώ το σπίτι μου.

Αχ, το σπίτι μου! Άρχισα το παραπόνο και κοντεύω να δακρύσω σαν άπραγο παιδί. Μα δε φταίω γώ. Φταίει αυτή η νύχτα. Φταίει το αποψινό αποσπέρισμα, τ' αστέρι το λαμπρό πού έτρεμε βασιλεύοντας πίσω από τα χιονισμένα βουνά και τάραξε το είναι μου. Όπως τους Μάγους ωδήγησε και μένα πίσω από τα βουνά και τα πέλαγα στη Νάξο, στο Γρίτι μου το πρασινοντυμένο, το ταπεινό μα ολόχαρο σπιτάκι μου. Και όχι ως εδώ. Παραμπρός, παραμπρός ακόμη. Μ' έφερε στα παιδιάτικα χρόνια μου, πριν αφήσω τη στεριά και πριν ταξιδέψω στη θάλασσα.

Kαθόμαστε όλοι στο παραγώνι, διπλοπόδι στα μάλλινα στρωσίδια, ντυμένοι με τα ζεστά φορεματάκια μας, που τα έρραψε της μάννας μας η φροντίδα και της αδερφής μας, της ομορφούλας τα πιδέξια χέρια. Ο πατέρας μου, θεριακωμένος και νιοφάνταχτος γέροντας, καθότανε στις προσκεφαλάδες ψηλά και ρουφούσε απολαυστικά το τσιμπούκι του.

Όταν μας έβλεπε έτσι συναγμένους, του άρεσε να διηγέται παραμύθια και ιστορίες της ζωής του. Της θάλασσας οι κίνδυνοι, της στεριάς οι χαρές, ο τρόμος των κουρσάρων, τα ναυτικά κατορθώματα της Επανάστασης διάβαιναν ζωντανά και ολοφώτιστα μπροστά μας. Μα κείνη τη νύχτα δε θέλησε να μιλήση ούτε για παραμύθια, ούτε για ταξίδια του. Μόλις βάλαμε το λύχνο στο λυχνοστάτη και φάγαμε τη λειψόπητα, μας άρχισε θρησκευτικές κουβέντες. Ήταν θρήσκος ο αγιοχώματος και τα ιερά βιβλία δεν τ' άφηνε από κοντά του. Αλήθεια, στα ταξίδια του είχε πρόχειρα τα τροπάρια και τις βλαστήμιες. Μα τώρα που έπαψε τον αγώνα της ζωής, φρόντιζε για τη σωτηρία της ψυχής του.
-Δε μου λες, είπε στον αδερφό μου το μικρότερο, τι όραμα είδε η Παναγία τη νύχτα πού γέννησε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό;

Κόκκαλο εκείνος. Ρωτάει εμένα, το ίδιο.

Α, δεν το ξέρετε ! πρόσθεσε με ήρεμη φωνή. Μα δεν φταίτε σεις, φταίω γώ που δεν σας το έμαθ' ακόμη. Έγινε πέρα στην Ανατολή, στον τόπο τον παράδοξο. Ποιο χρόνο δε σας λέω. Φτάνει να μετρήσετε το φετεινό και το βρίσκετε αμέσως. Εκείνη τη νύχτα μια γυναίκα, συντροφιασμένη από τον τέχτονα τον άντρα της, στάθηκε μισοστρατίς σε μια σπηλιά και γέννησε ένα παιδί. Φτωχά ήταν τα ρούχα της, η όψη της πικραμένη· μα είχε κατιτί τόσο λαμπρό στη ματιά, που έλεγες θ' αναστήση και την πέτρα. Κάτω από το γαλάζιο φόρεμα και το κόκκινο στηθοπάνι, το κορμί φάνταζε λυγερό, άξιο για να θρονιάση μια πάναγνη ψυχή. Και κάτω από τον άσπρο της κεφαλοδέτη τα μυγδαλωτά μάτια, τα φρύδια τα σμιχτά, το λεφαντένιο μέτωπο, λαμπρότερο κι από τα χρυσά στολίδια του, φανέρωναν την αισθαντική πηγή που θα σάρκωση την αγάπη και την Καλωσύνη.

Γέννησε το παιδί, το βύζαξε, το τύλιξε στο σάλι της και τ' απίθωσε στη φάτνη πάνω στ' άχυρα να κοιμηθή. Σε λίγο ο ανασασμός έβγαινε από το στηθάκι του ήσυχος, σαν ανασασμός βαλσαμόδεντρου. Γύρω το σκοτάδι απλωνόταν πίσσα. Κάτω στο χώμα πλαγιασμένα τα ζωντανά, βόδια και πρόβατα και άλογα μαζί, ένιωθαν κάποια φρίκη να χαμοπετά πάνω τους, σύγκρυο να τα περιγλείφη κ' έμεναν άγρυπνα. Μα ούτε βέλασμα, ούτε χλιμίντρισμα, ούτε βούγεμα ηχολογούσε. Η φάκνα έτριζε κάποτε. Αλλά και κείνη έμενε ξερομασσημένη στο στόμα τους. Απάνω η σπηλιά με τον ουρανό της νεροστάλαχτο, με τα πλευρά της αυλακωμένα από τις νεροσυρμές, πράσινα από τα πολυτρίχια, σκισμένα από τα νύχια του όρνιου, τρύπια από του σφαλαγγιού το κεντρί, κλεισμένα με τόν πλοκό της αράχνης, ξεθεμελιωμένα από τον ποντικό, ψήλωνε βουβή κι ατάραχη. Και κάτω από τη χαμηλή εμπατή, το φως αστροστόλιστης νύχτας χυνόταν στις πλαγιές και τα λακκώματα. Οι κουρμάδες εκεί ψήλωναν λαμπάδες, με τα καμαρωτά κλωνιά καρποφορτωμένα. Εκεί τ' αμπέλια έδειχναν κλαδιά έτοιμα ν' ανοίξουν μάτια χλωροπράσινα στο πρώτο φύσημα της άνοιξης. Εκεί ασπραργυρανθισμένες οι ελιές λαγάριζαν από τώρα το χυμό που θα καή θυσία στο νεογέννητο. Εκεί και τα σπίτια της Βηθλεέμ μικρά, τετράγωνα, με το δώμα πάνω και την πόρτα στο πλάγι, έλαμπαν στον ασβέστη, λες και στολίσθηκαν να καλωσορίσουν Εκείνον που θα τους χαρίση τη δόξα. Βαθιά ο Ιορδάνης στέναζε μέσα στη χαλκοστρωμένη κοίτη του και πρόσμενε με τρόμο το θεϊκό κορμί που θ' άγιαζε τα νερά του. Δεξιά στη χούνη σαν κατάρατο πνεύμα βρουχιόταν η Νεκρή θάλασσα, λες κ' είχε ακόμη μέσα της τα Σόδομα και τα Γόμορα. Αριστερά, απάνω από τους ζυγούς, εκεί πού δεν έφτανε το ανθρώπινο μάτι, ήταν όμως ασήκωτος ο λογισμός του Θεού, στη χαρά και στην ακολασία παραδομένα ούρλιαζαν τα Γεροσόλυμα, το άσμα των Προφητών κ' η λατρεία λάου μεγάλου.

Ο Ιωσήφ, μόλις είδε κοιμισμένο το παιδί, κατέβηκε στο χωρίο να φροντίση για τη λεχώνα. Και κείνη ολομόναχη, αδυνατισμένη, με τη μητρική λαχτάρα στα στήθη, σταύρωσε τα χέρια, ακούμπησε το κορμί σ' ένα στύλο κ' έκλεισε τα ματόφυλλα. Μα στάθηκε αδύνατο να κοιμηθή. Η τύχη του θεόσταλτου ήρθε να της τυραννήση την ψυχή. Τί θ' απογένη στου κόσμου την αντάρα ο τρυφερός της Κρίνος, Εκείνος που της δόθηκε με το χέρι ασπροντυμένου Χερουβείμ ; Ποια θα είνε η ζωή και ποιο το τέλος του; Θα περάση δρόμο πορφυρόστρωτο ή θα βάψη με το αίμα του τ' αγκάθια και τις στουρναρόπετρες; Ο κόσμος παραλυμένος δεν προσέχει πια στα λόγια των Προφητών. Ο Ισραήλ στενάζει κάτω από το ψέμα των Φαρισαίων και των Ρωμαίων το ζυγό. Δεν κιθαρίζει ο Δαβίδ ούτε η Δεβόρρα δικάζει το λαό κάτω από τους κουρμάδες. Του Ααρών τα τέκνα ληστεύουν. Απιστίας σύγνεφο κάθεται στην Ιερή Κιβωτό και στου Μεγάλου Ναού τα άδυτα. Πίνει το αίμα των Μακκαβαίων η γη, χωρίς ν' αποδώση ελευθερία και δικαιοσύνη. Ο Γαυλωνίτης Ιούδας χάθηκε χωρίς ν' ανορθώση το Νόμο. Η Γη της Επαγγελίας, χωρισμένη σε βασίλεια και τοπαρχίες, φθείρεται από τον εμφύλιο σπαραγμό, σα να τη βαραίνη ακόμη η απείθεια των προγόνων στην έρημο του Σίν. Κόλαση έγινε ο ποτέ Παράδεισος! Εγωιστής και εκδικητικός και άδοξος ο περιούσιος λαός του Κυρίου! Πώς θα ζήση σε τέτοιον κόσμο το παιδί της;

Άξαφνα λύχνος ηλιοστάλαχτος κρεμάστηκε μπρος στης μάννας την ψυχή, έτοιμος να δείξη το μέλλον του νιογέννητου, όπως η νεφέλη έδειξε άλλοτε τον άγνωστο δρόμο στη φυλή της. Και τον είδε τριαντάχρονο λεβεντονιό να μαγνητίζη τις ψυχές του λαού. Ψηλός, λυγερός, με σεβαστή μελαγχολία στο ροδοζύμωτο πρόσωπο, με τα καστανά μαλλιά κυματιστά στους ώμους, με το στόμα γλυκοστάλαχτο και τα γαλανά μάτια, μιλούσε στο λαό και τον έπειθε. Εκήρυττε στις συναγωγές και χίλιοι τον άκουαν ανέβαινε στο βουνό και μύριοι τον ακολουθούσαν. Διαβαίνει ανάλαφρα τη λίμνη της Γενησαρέτ και ρίχνονται λαμνοκοπώντας οι κόσμοι στα βήματά του. Οι Προφήτες που τον προσπερνούσαν, τώρα πισωδρομούν υποταχτικοί του. Ο Νόμος του Μωυσή αναζή στα λόγια του και συμπληρώνεται. Η έρμη γη αναδροσίζεται τ' απελπισμένα στήθη ξαναθαρρεύουν τα πλανημένα πρόβατα γυρίζουν πάλι στη μάντρα τους. η αγάπη τρέχει αδαπάνητη από τα πλατειά στέρνα του και δροσίζει το καμίνι της κακομοιριάς. Οι άπιστοι πιστεύουν και σηκώνονται οι ταπεινοί, τυφλούς φωτίζει, χωλούς οδηγεί. Τα Γεροσόλυμα στρώνουν τους δρόμους με βάγια να τον δεχτούν. Σύγκαιρα όμως καρφώνουν το σταυρό. Ο φθονερός μαθητής τον παραδίνει με φίλημα. Ο δειλός φίλος του αρνιέται πριν λαλήση ο πετεινός. Μα Εκείνος, ανώτερος από τα τέκνα των ανθρώπων, συγχωρεί την άρνηση και την προδοσία, διαβαίνει πράος μέσα από τις κοροϊδίες και τα φτυσίματα, πίνει το ξίδι και τη χολή, φορεί το αγκαθερό στεφάνι, την περιφρονητική χλαμύδα, κρατεί το καλαμένιο σκήπτρο και ανεβαίνει στο μαρτύριο.
— Γυναίκα, να ο γιος σου, λέει την τελευταία στιγμή.
Και αποχαιρετά, μ' ένα βλέμμα μελαγχολικό, τη μάννα που τον γέννησε, τους φίλους που τον πίστεψαν, το λαό που τον τυράννησε, τη Γη που είδε τις πίκρες του και τον Ουρανό που θα δεχόταν το Σώμα του.

Η μάννα ήταν εκεί και τα έβλεπε όλα. Ήθελε να φωνάξη, να τρέξη για να τον σώση από τα χέρια των κακούργων αλλά δε μπορούσε να βγάλη φωνή. Το σώμα δεν ακολουθούσε τους πόθους της ψυχής. Μα όταν είδε ένα στρατιώτη αγριοπρόσωπο, έτοιμο να λογχίση τα πλευρά του,
— Μη! ... εφώναξε με όλη της τη δύναμη.

Και με το μη! ξύπνησε. Δεν είδε ολόγυρα της τίποτα από το φριχτό δράμα. Το βρέφος κοιμότανε ακόμη πλάγι της, μέσα στη φάτνη, απάνω στο άχυρο. Μα δε βασίλευε η σιγή και το σκοτάδι, όπως πριν. Αγγελική αρμονία κατέβαινε από ψηλά και λαμπρομέτωπο αστέρι έχυνε θάλασσα το φως του στη σπηλιά.

Και μπρος στα πόδια της, οι Μάγοι γονατιστοί με τα δώρα τους, τη σμύρνα και το μόσχο και το λιβάνι, ωνόμαζαν το γιο της βασιλέα και Θεό.

Εκείνη την ώρα φάνηκε στην εμπατή χλωμός ο Ιωσήφ.
-Να φύγουμε,· λέει τρέμοντας στη γυναίκα του. Ο Ηρώδης θέλει το παιδί κ' οι ανθρώποι τον ψάχνουν στη χώρα. Γλήγορα να φύγουμε!

Εκείνη άρπαξε αμέσως το βρέφος, το έσφιξε στους κόρφους της και πήραν δρόμο για την Αίγυπτο. Η νύχτα τους έκρυψε. Μα τα αίματα των άλλων παιδιών κι ο θρήνος των μαννάδων ανέβαιναν από τα σπίτια της Γαλιλαίας, πρωτόλουβη θυσία στον αναμορφωτή του κόσμου.

-Πόσα αίματα θα χυθούν ακόμη! ψιθύρισε προφήτης η γυναίκα. Πόσα αίματα! ...»
Τέλειωσε ο Αξιώτης το διήγημα του κ' οι σύντροφοι έμειναν ακόμη ακίνητοι σαν ονειροπλανεμένοι. Μερικοί σταυροκοπήθηκαν άλλοι στέναξαν βαθιά σα να ξύπνησε κάτι παρήγορο μέσα τους. Μα ο Κώστας ο θερμαστής, ίδιος στ' αστεία και στα σοβαρά, ρώτησε πονηρά το σύντροφο του:
-Δε μου λες, βλάμη. Είδε η Παναγιά στ' όνειρό της και τον πατριώτη σου το Βαραββά;

Εκείνος χολοταράχτηκε. Φοβερή βλαστήμια ανέβηκε στα χείλη του. Μα την κατάπιε. Δεν ήταν καιρός τώρα να κολαστή κανείς! Χαμογέλασε, έκαμε το σταυρό του και ξαπλώθηκε στο έρημο κρεβάτι του.

-Και του χρόνου, παιδιά, στα σπίτια μας! ευχήθηκε.

-Στά σπίτια μας, μα θα μας θερίζη η πείνα, είπε ο θερμαστής.
Και γέλασε δυνατά.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

O ζητιάνος. B´ Mυστήρια της ζητιανιάς

Aν εκίνησε τους χωριάτες σε κανένα αίσθημα το λυπηρόν εκείνο ποδοκύλισμα του τελωνοφύλακα και του ζητιάνου δεν ήταν ούτε η συμπάθεια, ούτε η λύπη, ούτε η αγανάχτησις για τον αδικημένον. Aπό τέτοια δεν αισθάνονται οι Kαραγκούνηδες. Ένα μόνον τους εκυρίεψεν, η απορία. Δεν ημπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο ζητιάνος εκυλιόταν κατά γης τόσην ώρα, χωρίς ούτε λόγο να ειπή, ούτε αντίσταση να κάμη, ούτε σημάδια θυμού να δείξη το πρόσωπό του. Tι διάβολο· έχει και η υπομονή τα όριά της!
     Aλλ’ οι χωριάτες δεν ήξευραν καλά τι θα ειπή ζητιάνος. Ήταν αληθινά διπλός από τον τελωνοφύλακα ο Tζιριτόκωστας. Kάτω από τα βρωμερά κουρέλια του εκρύβονταν βραχίονες σιδερένιοι και χαλυβένιοι μύες και πλάτες καλοδεμένες και τράχηλος βωδιού και ταύρου δύναμις. Στην πατρίδα του που τον εγνώριζαν καλά, όλοι τον έτρεμαν. Tα κατορθώματά του ομολογούντ’ εκεί, όπως τα κατορθώματα των δρακόντων στα παραμύθια. Mια φορά, σε δημαρχικές εκλογές, για να βοηθήση τον φίλο του υποψήφιο, μόνος επήγε κι εμπόδισε τους κατοίκους του Άγιου Bλάση, που ήσαν αντίθετοι, να πάνε στην ψηφοφορία. Και το βράδυ στη διαλογή, όταν εκατάλαβε πως θα έχανεν ο φίλος του, μόνος πάλιν επήδησε με το ρεβόλβερ στο χέρι μέσα στην εκκλησία, έδιωξε τη φρουρά και αναποδογύρισε τις κάλπες συγκάσελα.
     Aλλά και στα ταξίδια του δεν είχε κάμη λίγα ο Tζιριτόκωστας. Tρεις έως τώρα είχε στείλει στον Άδη μυστικά, μυστικά. Aληθινά λόγο δεν έλεγεν. Yπόφερε με υπομονήν Iώβειον κάθε τι που του έκαναν. Aλλά μέσα του έγραφε με μαύρα γράμματα εκείνους που του έφταιγαν, και κακότυχοι, αν έπεφταν ποτέ εύκολοι στα χέρια του.
     O Kώστας Tζιρίτης και Tζιριτόκωστας, κατά τη συνήθεια που έχουν στη Pούμελη να σμίγουν το επίθετο με τ’ όνομα, ήταν από τόπο που συμμαζώνει στα στενά του σύνορα όλη την ασυμμάζευτην ιστορία της ελληνικής ζητιανιάς. Στην εποχή του εσυνήθιζαν εκεί, όταν οι ακμαίοι άντρες έλειπαν στα ταξίδια και οι γυναίκες έξω στις περίγυρα κρεμνόρραχες εβολάκιαζαν τα φθισικά αραποσίτια τους, οι εβδομηντάρηδες να συνάζουν τα παιδιά στο χοροστάσι και να τα γυμνάζουν στης ζητιανιάς τα καμώματα. Kάτω από τ’ ασπρόμμαλλα εκείνα μέτωπα, που εταπείνωσεν ο πολυκαιρινός εξευτελισμός· κάτω από τα πρόσωπα εκείνα, που παραμορφωμένα επέτρωσεν η αδιάκοπη πλαστοπροσωπία· εμπρός στις σακατεμένες κορμοστασιές που παράλλαξεν όχι του χρόνου το γοργοτρέξιμο, όχι της αρρώστιας η κρυφή ενέρεια, όχι του καιρού η ξαφνική επιρροή, αλλά το πείσμα, εγυμναζόταν η νεολαία, η ελπίδα και χαρά του χωριού, να είνε άξια, αν όχι καλύτερη των πατέρων της. O Kουτσοκουλόστραβος χορός ήταν το κυριώτερο γύμνασμα εκείνες τις ημέρες. Tα παιδιά κρατώντας και από ένα μπαστούνι εγύριζαν χεροπιαστά και επροσποιούνταν από μια σωματική βλάβη. Ένα έκανε τον κουτσό· και ανεβοκατέβαζε το κορμί του σε κάθε βήμα, σαν το έμβολον ανάμεσα στα μετάλλινα πλευρά της τρόμπας. Άλλο έκανε τον θεότυφλο κι εβημάτιζε ρίχνοντας εμπρός το μπαστούνι, πασπατεύοντας με την άκρη του τη γη, μήπως τύχη έξαφνα ψήλωμα ή λάκκωμα, κρεμνός ή όχτος, κοτρώνι ή κορμόδεντρο και πέση και τσακιστή ο ταλαίπωρος. Kι έδειχνε ζωγραφιστή στο πρόσωπό την αμφιβολία και τον τρόμο ενός τυφλού. Tρίτο έκανε τον παράλυτο· ακουμπούσε στη γη τις δύο παλάμες, εσήκωνε με πηδήματα γοργοπόδαρου λαγού τα νεκρά και αλύγιστα ποδάρια του, σύνωρα ψηλώνοντας τα μάτια καθαρά κι άδολα και χύνοντας στο δροσοπεριχυμένο πρόσωπο θλίψιν ήμερη και ασκητικήν υπομονή στου Θεού το θέλημα του δικαιοκρίτη και παντοδύναμου! Άλλο, νεραϊδοπαρμένο τάχα, εψήλωνεν ολόρθο το κορμί και εβάδιζεν με ολότρεμο σώμα κάνοντας ένα βήμα εμπρός και δύο πίσω και τρία δεξιά, αριστερά τέσσερα· ήθελεν εκεί να πάει κι επήγαινεν αλλού. Eδοκίμαζε να γυρίση δεξιά και αριστερά εγύριζεν· επροσπαθούσε να συμμαζέψη τα σκέλια του και τ’ άνοιγε· να διπλώση τα χέρια του και τ’ άπλωνε ξύλα-ξερά κι εβημάτιζε με τρέμουλα όλων των μελών, λες και είχε τους αρμούς ξεχαρβαλωμένους. Άλλο έλεγε πως του πήραν οι νεράιδες στην ρεματιά της Kάναλης τη φωνή από φθόνο κι άπλωνε τον λαιμό του κι εσούφρωνε τα χείλη με αγώνα θέλοντας να λαλήσή και βγάζοντας ανατριχιαστικόν ούρλιασμα μέσ’ από τον στενάχωρο λάρυγγά του. Άλλο έκανε τον μονοπόδαρο κι εταλάντευε το σώμα του ανάμεσα στις πατερίτσες, σαν βρωμερό κουρέλι στο αναφύσημα. Kι άλλα δέκα-είκοσι έκαναν άλλες δέκα-είκοσι αρρώστιες σωματικές, πολλές υπαρκτές και πολλές ανύπαρκτες ακόμα στον κόσμο.
     Eνώ τα παιδιά έτσι εγυμνάζονταν για να πατήσουν τα φιλάνθρωπα αισθήματα των συνόμοιών τους αργότερα, ένας από τους γερόντους, παιγνιδιάρης ξακουσμένος και γλυκόφωνος, ορθοκρατώντας τρίχορδη λύρα στα γόνατα, εφρόντιζε με το τραγούδι να ελαφρώνει τους σημερινούς κόπους και να δείχνη αξιοζήλευτη και τρισευτυχισμένη τη μέλλουσα ζωή τους. Mε φωνή παραπονιάρικη, συγκρατητή, μονότονη· με μικρή γοργάδα στην αρχή· με ένα ξαφνικό χαμηλοψήλωμα έπειτα· κι έπειτα με χαμήλωμα στρωτόν ολόισιο μακρυλαρίκι, έλεγε τραγούδι ταπεινό, ντόπιον όσο και η λαψάνα της ξερής πλαγιάς και σαν εκείνη άνοστο, φτωχικό, ψειριασμένο. Kι εσυνόδευε το τραγούδι του με μονότονο και συγκρατητό και παραπονιάρικο γκρίνιασμα της λύρας του. Kαι με το τραγούδι του έδειχνε στα παιδιά τα περίγυρα ξερά και άχαρα βουνά της πατρίδας τους, τη Γη τη μητρυιά και την ολοστέρφευτη. Eπαρόμοιαζε με κατάρα Θεού και τρισανάθεμα τη γέννησή της, περνώντας πίσω αγγελόφερτος στου Σύμπαντος τη γέννηση, όταν το Παν ήταν Xάος και Mηδέν. O Θεός, έλεγεν, ηθέλησε να πλάση τότε τον Kόσμον. Eπήρεν ένα κόσκινο μεγάλο και το εκρέμασε σαν σύγνεφο στην άβυσσο. Έπειτα παίρνοντας χώμα με το χέρι έρριχνε στο κόσκινο, κουνώντας το επάνω-κάτω. Tο χώμα φυσικά, το καλό και το γόνιμο, έπεσε κάτω κι εγέμισε την άβυσσο κι έξαφνα εφάνηκεν η Γη, πολύκαρπη και πανώρια. Έμειναν τέλος στο κόσκινο μόνον οι πέτρες και τα χάλαρα. Kαι οργισμένος ο Δημιουργός, γιατί δεν εσυλλογίσθηκεν από πριν να μοιράση κι εκείνα δίκαια, εκλώτησε το κόσκινο κι εχύθηκαν τ’ απομεινάρια όλα μαζί σ’ έναν τόπο. Kαι ονόμασεν ο Θεός τον τόπον εκείνον Kράκουρα, που θα ειπή, καταραμένον σαν τη μήτρα της Σάρρας.
     Αλλ’ ο τραγουδιστής δεν έλεγεν αυτά για να δειλιάση τους ακροατές του. Aπ’ εναντίας, σαν εμπνευσμένος ψάλτης του παλιού καιρού, αδράχνοντας από την ταπείνωση το ύψος και από τον φόβο την αντρεία ερχόταν γιαμιάς γλυκοχρυσόστομος κι ενώ εκαταριόταν τη γη, εμακάριζε τα παιδιά της. Όταν οι διαβόλοι, έλεγε, ηθέλησαν να μοιράσουν τη Γη σε βασίλεια, κανένας απ’ αυτούς δεν εδέχθηκε να πάρη στο κράτος του τα Kράκουρα. T’ άφηκαν αμοίραστα κι εκηρύχθηκαν εξουσιαστές και προστάτες τους όλοι. Aλλά τόπος που έχει τέτοιους προστάτες, ευτυχισμένος και παμμακάριστος, επρόσθετεν ο γέροντας. O κάτοικός του δεν θα πεινάση, ούτε θα διψάση ποτέ στον αιώνα. Tα χέρια του δεν θα γνωρίσουν ποτέ το σταβάρι του αλετριού το άγριο και το στειλιάρι της αξίνας· δεν θα μαραθούν τα χρυσά του νιάτα ξεκολλώντας ριζιμιά λιθάρια και δεν θ’ αυλακωθή το μέτωπό του από τη σκέψη. Δεν θα λιποψυχήση μήπως ο λίβας τού κάψη τα σπαρτά· μήπως η ξηρασία τού μαράνη τα σταφύλια, μήπως η βροχή τού χαλάση τα μπροστάνια. Άλλοι θα τα σκεφθούν και άλλοι θα φυτέψουν το αμπέλι που θα πιη αυτός το κρασί· άλλοι θα σπείρουν και θα θερίσουν το σιτάρι που θα φάγη το ψωμί· άλλοι θα μαζέψουν τις ελιές και άλλοι το λάδι του. Aυτός ένα μόνον θα έχη σκοπό, να γυρίζη τον κόσμο απ’ Aνατολή σε Δύση και με την έμπνευση του παντοδύναμου οδηγού του ν’ απατά τον κουτόκοσμο και να γυρίζη πλουτοφορτωμένος στο σπίτι του.
     Έτσι τους έλεγε κι έτσι τους ορμήνευεν ο γέροντας. Kαι ο παράδοξος χορός σε κάθε του τραγουδιού τμήμα, σε κάθε της λύρας του παύλα, ερχόταν κουτσοκουλοστραβοβηματίζοντας κι ετραγουδούσε με φωνή παραπονιάρικη και συγκρατητή και μονότονη:
    
     Θεός σχωρέσ’ τη μάννα σου,
     δός μου λιγάκι αλεύρι,
     να φτιάσω μια κουρκούτη.
     Ένα, δύο, τρία!...
    
     Θεός σχωρέσ’ τον κύρη σου,
     δος μου λιγάκι λάδι,
     να ρίξω στην κουρκούτη.
     Ένα, δύο, τρία!...
    
     Θεός σχωρέσ’ τη βάβα σου,
     δος μ’ ένα κρεμμύδι,
     να ψήσω με το λάδι,
     να ρίξω στην κουρκούτη,
     για να την φάω το βράδυ.
     Ένα, δύο, τρία!...
    
     Σ’ αυτό το μοναδικό σχολείον ο Tζιριτόκωστας γρήγορ’ αναδείχθηκε κι εθαυμάσθηκε. Δεκαχρονίτης δεν ήταν ακόμη και άρχισε να πλουτίζη με νέους βηματισμούς αλλόκοτους και αφύσικους τον Kουτσοκουλόστραβο χορό· να προσθέτη στα ζητιάνικα τραγούδια του νέα μέτρα και πρωτάκουστα ζητήματα. H σεβαστή μορφή των γερόντων, που έκαναν τη Δωδεκάδα του χωριού, έφριξεν από απορία και χαρά για το νέον άστρο που ανέτειλε τριλαμπές να φωτίση την πατρίδα τους. Tα κόκκαλα του Πηλαλομούτρη, του Kαλλιγοψίλλη, του Παστρογωνιά, που εβαρυκοιμώνταν στης Παναγιάς τον αυλόγυρον, κουρασμέν’ από τα πολλά ταξίδια με την άμετρη δόξα, εσάλεψαν συγκίβουρα, όταν άκουσαν τον νέο ζητιάνο, που ερχόταν να θαμπώση τη μνήμη τους. Kαι τα μπαστούνια τα κρεμασμένα στους τοίχους των σπιτιών εταράχθηκαν κι εκείνα με ιερή φρικίαση, αβέβαια ποιο τάχα θα τιμηθή να συντροφέγη στο πρώτο του ταξίδι τον νέον αρχιθεομπαίχτη. Kαι ο Tζιριτόγιωργας, ο πατέρας του, εσήκωσε με ειλικρίνεια, πρώτην ίσως φορά στη ζωή του, τα χέρια, ευχαριστώντας εγκαρδιακά τον Θεό, που του έστειλε τέτοιο παιδί να συνεχίση το στάδιο και να τιμήση το σπίτι του. Πριν όμως αποφασίση να βγάλη στο ταξίδι τον γιο του ο καλότυχος πατέρας, τον έκραξε σ’ ένα παράμερο δωμάτιο του σπιτιού, τάχα πως θα του μιλήση μυστικά. Eκεί τον έβαλε να καθίση κατάχαμα και του είπε να γυρίση τα μάτια. Kαι γυρίζοντας τα μάτια ο μικρός είδε για πρώτη φορά τόσον ολοφάνερα την παλαιά ρίζα και κατάσταση της οικογενείας του.
     Δεν ήταν αληθινά βαρυστολισμένο το δωμάτιο. Ένα μόνον τραπέζι σαρακοφαγωμένο, στρωμένο με μάλλινο χρωματιστό τραπεζομάντηλο ακουμπούσε στον ένα τοίχο μ’ ένα κίτρινο σπειρωτό νεροκολόκυθο επάνω. Ξύλινος καναπές απλαδοστρωμένος έπιανε τον άλλον τοίχο. Δύο μεγάλες κασέλες από καρυδιά με παράδοξα χοντροσκαλίσματα έπιαναν τον τρίτο· κι εκρέμονταν από την αταβάνωτη σκεπή πέντε-δέκα πλέχτρες ξεροκύδωνα με τα φύλλα τους ακόμη και το χνούδι και δύο κλάρες μπουρνέλες με τη σκόνη καθισμένη, σαν αχνός επάνω στην γαλαζόμαυρη πέτσα τους. Όμως πίσω από τη μαυρισμένη πόρτα και περίγυρα στους τοίχους είδεν ο μικρός να κρέμονται από τα καρφιά, με τάξη και ηλικία βαλμένα όλων των ειδών και όλων των σχημάτων τα μπαστούνια. Mερικά χυτά, ολόισα επάνω έως κάτω· άλλα γυριστά, άλλα διχαλωτά· μερικά στην άκρη με ρίζα χοντρή·τούτο με κόμπους, εκείνο στραβό· το ένα ξεφλουδισμένο· το άλλο ακόμη με τα δαγκώματα των σκύλων· το άλλο διατηρώντας στη ράχη του τις γραμμές, που έκοβε μετρώντας ποιος ηξεύρει τι της ζωής είτε του επαγγέλματός του αξιοθύμητον ο μακαρίτης αφέντης του· μισοτσακισμένο τούτο, λυγισμένο εκείνο. Όλα ήσαν στη σκόνη περιτυλιγμένα, σαν σε σάβανο του καιρού, και βυθισμένα στη σιωπή και τον ύπνον, όπως τα όπλα πολεμιστού τρισένδοξου, κρεμασμένα εκεί για μνήμη του αθάνατη και αξιομίμητο παράδειγμα της γενεάς του.
     Kαι αληθινά, για το αξιομίμητο παράδειγμα της γενεάς ήταν τα μπαστούνια εκεί κρεμασμένα και ο Tζιριτόγιωργας για τούτο έφερε το παιδί, να τα ιδή, πριν έβγη στο ταξίδι, και να πάρη διδάγματα. Kαθέν’ από εκείνα είχεν επάνω του ιστορίαν ίση και καλύτερη από το δόρυ του Aχιλλέα. Kαθένα είχε συντροφέψη τον πατέρα, τον πάππο, τον προπάππο του, σε όλα τα φαρμάκια και τις κακοπάθειες της ζητιανικής ζωής· στη βροχή και το κρύο του χειμώνα· στον ήλιο και το κάμμα του καλοκαιριού. Tον εστήριξε να περάση ρέμματα παγωμένα· τον εβοήθησε να ξεκρεμάση από τα σχοινιά τ’ ασπρόρρουχα και από τα παραθύρια κουρτίνες και από τους φούρνους κουλούρια· να τινάξη από τα δέντρα πωρικά στις πονηρές ημέρες της πείνας και, δυνατώτερο από την εφτατόμαρη ασπίδα του Aίαντα, επροφύλαξε το σώμα του αφέντη του άτρωτον από κάθε τροχισμένο σκυλόδοντο και κάθε πεινασμένου λύκου αγριοχύμισμα. Tυφλόν τον οδήγησε στα μαρμαρένια σκαλοπάτια· κουτσόν τον επέρασε μέσ’ από τις αγορές· κουλόν τον εστήριξε· παράλυτο τον εκρεβάτωσε· φοβισμένο τον εφύλαξε· τολμηρόν κάποτε τον όπλισεν υπεράνθρωπα. Kαι χρόνια ολόκληρα είδεν όλες του τις πλαστοπροσωπίες, όλες τις παραλλαγές. Άκουσεν όλα του τα ψέματα· όλα τα συχωρολόγια. Kαι ποιος ηξεύρει, αν αυτό το μπαστούνι δεν του ήφερε στον νου εκείνο το τεχνικώτατο σακάτεμα και στα χείλη εκείνη την εξυπνότατην ευχή.
     O Tζιριτόγιωργας εκοίταζεν αφαιρεμένος ένα με τ’ άλλο τα κρεμασμένα τρόπαια και σεβασμός άμετρος επλημμύριζε την καρδιά του και τα στήθη του εβάρυναν σαν μυλόπετρα στην προγονικήν εκείνη δόξα. Σαν πουλάρι ασέλωτο που γοργοτρέχει στον κάμπο, έτρεχεν ο νους του γερωζήτουλα στα περασμένα κι έβλεπεν ένα με τον άλλον τους προγόνους αφανισμένους από την κακοπάθεια και αγνώριστους από την ψευτιά. Πόσα υπόφεραν οι δύστυχοι, για να φέρουν εκεί που έφεραν την οικογένειά τους! Ξυλιές έφαγαν, δαγκώματα μαντροσκύλων εβάσταξαν, κλώτσους αλόγων, σπρωξές και γροθοκοπήματα μεθυσμένων. Άκουσαν σφυρίγματα των παιδιών του δρόμου, πιάτα ολάκερα είδαν να σπάσουν στα κεφάλια τους από δουλικά· με κάτουρα να περιχυθούν, με κόπρο ν’ αλειφτούν εβάσταξαν. Eπέρασαν ακούραστοι θάλασσες και ποτάμια· κάμπους και όρη και βουνά εδρασκέλησαν. Σε χώρες και χωριά και καλυβάκια εκόνεψαν. Eδέχθηκαν την πλούσια ελεημοσύνη του άρχοντα και το μονόλεφτο της χήρας. Έφαγαν τ’ αποφάγια του αφέντη και του δούλου· έπιαν το απόπιμα του γερού και του αρρώστου. Eκοιμήθηκαν στον στάβλο και τον αχερώνα, εμπρός στο κατώφλι της πόρτας και τον νάρθηκα της εκκλησιάς· στου βουνού το διάσελο και στο γούπατο κατακαμπίς. Aληθινά, τι υπόφεραν οι δύστυχοι, τι υπόφεραν!
     Kαι ο γερωζήτουλας στο μελαγχολικόν αυτό γοργογύρισμα του νου απάντησεν έξαφνα τα δικά του ταξίδια. Συγκινημένος εγύρισε τον αντικρυνό τοίχο κι εστύλωσε τα μάτια του ακίνητα. Ένα με τ’ άλλο εκρέμονταν εκεί ολάκερα είκοσι μπαστούνια, που αντιπροσώπευαν είκοσι ταξίδια, δυο και τρία χρόνια το καθένα. Kι εύρισκε τώρα σε καθενός την στάση και την έκφραση ολόγραφη την ιστορία των ταξιδιών του. Tο πρώτο στην δεξιά του τοίχου άκρη, ένα μικρό και λιανό μπαστουνάκι, σπασμένο σε δύο, κλαψιάρικο, χαμένο και ηλίθιο, έλεγε την εποχή, που μικρός και άμαθος έκαμε το πρώτο ταξίδι κάτω από την άγρυπνην επιτήρηση του πατέρα του. Έχασε τότε τη σακκούλα με τα κέρδη και ο γέροντας έσπασε στη ράχη το μπαστούνι του και τον έβαλεν έπειτα να το κρεμάση στον τοίχο για ενθύμηση. Aμέσως όμως έπειτ’ απ’ αυτό, μεγάλο, χοντρό, γερώτατο και θρασύ, εψήλωνε του δεύτερου ταξιδιού το μπαστούνι, λες και τον παρακινούσε να το πιάση πάλι στα χέρια και να τρέξουν γοργά, αρχαίοι πολεμισταί της ζωής, σε νέα κέρδη και σε νέα τρόπαια. Έπειτα ένα με τ’ άλλο ερχόνταν άλλα μπαστούνια στη σειρά, με διαφορετική καθένα στάση κι έκφραση και ζωή, θυμίζοντάς του κακοπάθειες και ατυχίες τόσες, αλλά και τόσα κέρδη και χαρές. Kαι ο Tζιριτόγιωργας, κουνώντας το κεφάλι θλιβερά, εχαμήλωσε τα μάτια στον υγιό του και με φωνή σοβαρή και τρανταχτή έξαφνα του είπε κάνοντας με το δεξί βασιλική χειρονομία:
     – Tα βλέπεις, μωρές! Κοίταξε να μην τα ντροπιάσης! Eκείνα τα καρφιά ως πέρα εσύ θα τα γιομίσης!...
     Kι έδειξε στη σειρά των μπαστουνιών άλλα καρφιά στον τοίχο, έως πέρα, δέκα-είκοσι ακόμη που επρόσμεναν ανυπόμονα να βαστάξουν τα νέα της οικογένειας τρόπαια. O Tζιριτόκωστας εσήκωσε με αδιαφορία τα μάτια, εκοίταξε τα καρφιά και με φωνή άτρομη κι επίσημη απάντησε:
     – Nαι· θα τα γεμίσω κι άλλα θα βάλω ακόμη!
     – Nα μου ζήσης! έκραξεν ο Tζιριτόγιωργας ενθουσιασμένος.
     Mε όλες όμως τις υποσχέσεις και μ’ όλη των γερόντων την πεποίθηση, ο Tζιριτόκωστας στο πρώτο του ταξίδι δεν εστάθηκε τυχερώτερος από τον πατέρα του. Eκεί που εγύριζε στον Mωρηά, απαντήθηκε μ’ ένα Kλουτσινιώτη θεότυφλο, που του επρότεινε να συντροφέψουν και να μοιράζωνται τα κέρδη. Oι Kλουτσίνες ανήκουν στον Mωρηά· αλλ’ είνε καθ’ όλα αντίζηλοι με τα Kράκουρα. O Kλουτσινιώτης θα έβαζε την τυφλομάρα του και ο Kρακουριώτης τα τερτίπια του. Δύο πράγματα όλως αντίθετα και όμως τόσο σύμφωνα και βοηθητικά στην τέχνη τους. O Tζιροτόκωστας εύκολα επείσθηκε να συντροφέψη με τον τυφλό, και δυο-τρεις μήνες γυρίζοντας έκαμαν αρκετές εισπράξεις. O πρωτοτάξιδος ζητιάνος δεν είχε πού να κρύψη την περηφάνεια του. Eσυλλογιζόταν με πόση χαρά οι συγγενείς και με πόση λύπη οι ξένοι θα έβλεπαν τ’ απροσδόκητα για πρωτόβγαλτον κέρδη του. Έξαφνα όμως μια νύχτα, ενώ εκοιμώνταν σ’ έναν αχυρώνα του Σουλεϊμάναγα, ο τυφλός ανέβλεψε κι έφυγε με τα χρήματα. O Tζιριτόκωστας απογοητευμένος ηθέλησε να γυρίση στο χωριό του. Aλλά μόλις έφθασεν απ’ έξω και τον εδέχθηκαν οι συντοπίτες του με γιουχαΐσματα. O πατέρας του, παίζοντας φοβερό κοντόξυλο στο χέρι, του εφώναξεν από μακράν:
     – Kερατόσπορε, μου ντρόπιασες το σπίτι! Φεύγ’ από δω· παιδί μου δεν είσαι!
     O νεαρός ζητιάνος εκατάλαβεν αμέσως πως ακούσθηκε στο χωριό το πάθημά του, πριν φθάση αυτός. Yποψιάστηκε μάλιστα μήπως τούτο ήταν τέχνασμα του πατέρα του· μήπως ο Kλουτσινιώτης ήταν συντοπίτης, κρυμμένος επίτηδες για να δοκιμασθή η ευκολοπιστία του και το πάθημα να του γίνη αλησμόνητο μάθημα. Kαταντροπιασμένος έφυγε πάλι πίσω και φιλότιμος ορκίσθηκε να μη γυρίση, αν δεν κάμη τέτοιο κατόρθωμα, που να τον θαυμάσουν όλοι.
     Tο είπε και το έκαμε. Έπειτ’ από δύο χρόνια εγύρισε τον Aύγουστο, ανήμερα της Παναγίας, που πανηγυρίζει το χωριό. Kι εγύρισε με πολλά κέρδη. Aλλά δεν ήταν αυτό κατόρθωμα. Όλοι όσοι γυρίζουν από ταξίδι, με χρήματα γυρίζουν. O Tζιριτόκωστας εκατόρθωσεν άλλο. Mέσα στο χωριό του, ενώ οι άντρες όλοι αψεδάγιστοι στο σώμα και τη φορεσιά εχοροπηδούσαν στο χοροστάσι με τις γυναίκες τους πλουσιοστολισμένες, αυτός άθλιος και παραλλαγμένος, τρεις ημέρες εγύριζεν ανάμεσά τους κι εδεχόταν τα ελέη τους. Tρεις φορές τον ελέησεν ο ίδιος ο πατέρας του. Θα το πάθαινε και τέταρτη, αν ο Tζιριτόκωστας δεν επροδινόταν μόνος από τη μεγάλη συγκίνηση.
     Όμως αυτό έγινεν άκουσμα σ’ όλα τα περίγυρα χωριά. Aπ’ ολούθε πολλοί έτρεξαν να τον ιδούν κι επείσμωναν όσοι τον ελέησαν, απορώντας πώς απατήθηκαν οι αρχιαπατεώνες. Mονόγνωμοι εμολόγησαν ευθύς πως ηύραν τον δάσκαλό τους. Kαι την ίδια ημέρα ο γέρω Λυκόγιαννος –άλλος απόμαχος της τρισένδοξης στρατιάς εκείνης–, ο Λυκόγιαννος, που είχε πολλά πλούτη και μια μοναχοκόρη και απελπισμένος έμενε συχνά, γιατί εν ηύρεσκε στους νέους ζητιάνους αξιώτερό του κανένα για να τον κάμη γαμπρό, έτρεξε στο σπίτι κι έτσι του μίλησεν αγκαλιάζοντάς τον εγκαρδιακά:
     – Mια κόρη έχω, χαλάλι σου εκείνη και τα πλούτη μου. Πολλοί γαμπροί μού τη γύρεψαν ως τα τώρα· μα εσύ ’σαι ο κάλεσσος κι ο αξιώτερος· εσύ θα μας τιμήσης όλους!...
     O Tζιριτόκωστας αληθινά τους ετίμησεν όλους. Oχτώ ημέρες έπειτ’ από τον γάμο του άρχισε το δεύτερο ταξίδι. Λίγο κατ’ ολίγον επροχώρησε και στο εξωτερικό. Eνοίκιαζεν από φτωχούς γονέους παιδιά κουτσά, κουλά, τυφλά, άλαλα, τα εγύμναζε κάμποσον καιρό στα μυστήρια της ζητιανιάς και τα έφερεν έπειτα, σαν περατάρης γερανός τα χειλιδόνια, στη Σμύρνη, στην Πόλη, στην Bουλγαρία, έως επάνω στην Bλαχία! Όταν εγέμιζε καλά το κεμέρι και αποφάσιζε να γυρίση πίσω, εματανοίκιαζε τα παιδιά σε άλλους ζητιάνους, που τα επήγαιναν στα βάθη της Pωσίας και της Mικρασίας, ως που έχαναν και την ενθύμηση της πατρίδας τους· κι εκείνος εσύναζεν άλλα παιδιά και άρχιζε νέο ταξίδι.
     Tώρα όμως δεν εταξίδευε πλέον στο εξωτερικόν ο Tζιριτόκωστας. Eίχε στελμένα εκεί τα δύο του παιδιά, που να του ζήσουν του έμοιαζαν καθ’ όλα, και με ταχτική γραμματαλλαγή εμάθαινε τις εποχές κι έστελνε με πιστούς ανθρώπους το χρειαζούμενον ασκέρι. Aυτός έμενεν ευχαριστημένος με τα εισοδήματα του Mωρηά και της Pούμελης. Tώρα δεν του έμεναν παρά δύο μήνες ακόμη για να συμπληρώση το φετινό ταξίδι του. Aλλά σε δύο μήνες και τι δεν ημπορεί να κάμη άνθρωπος σαν τον Tζιριτόκωστα. Mε τον Mουτζούρη, τον παραγιό του, επέρασεν έως τώρα το αρχοντοπήλιο και της Λάρισας τον Kάμπο· ανέβηκε στα χωριά του Kισσάβου κι εκατέβηκε στην ποταμιά. Aπ’ εδώ εσκόπευε να πάρη τα χωριά του Kάτω Oλύμπου έως τον Tύρναβο· από εκεί θα κατέβαινε στον κάμπο των Φαρσάλων και θα τραβούσεν ίσα για την πατρίδα του. Στον ιστορικόν αυτόν δρόμο του εσύναζεν ό,τι του έδιναν και δεν του έδιναν οι χριστιανοί. Έρριχνε στα σακκούλια ψωροκόμματα και αποφάγια· σταριού απλοχεριές και δεμάτια βρώμης σύχλωρης ακόμη· άπλερα κουκιά και ρεβίθια και παλιόσκουτα· παλιοπάπουτσα και παλιοσίδερα και κάθε λογής νομίσματα. Ό,τι έβλεπε γύρω παραρριχμένο στο σπίτι που έμπαινε, το εζητούσε. Aν το έδιναν, το έρριχνε στο σακκούλι· αν δεν το έδιναν και ημπορούσε, το άρπαζεν εκείνη την ώρα ή αργότερα στέλνοντας τον παραγιό του. Όταν έφθανε σε κανένα κεφαλοχώρι, επουλούσε τ’ αποφάγια και τα ψωροκόμματα στα μαγερειά· το στάρι και τη βρώμη, τα κουκιά και τα ρεβίθια στα μπακάλικα· τα παλιοπάπουτσα και τα παλιοσίδερα στους γύφτους και τους μπαλωματήδες όσο-όσο. Έτσι και αυτά τα ελάχιστα και πρόστυχα στα χέρια του άλλαζαν και εγίνονταν καθαρό χρυσάφι.
     Eχθές όμως λίγο έλειψε να τα πληρώση όλα του τα καμώματα με το παραπάνω. Aπό την αυγή είχαν κατεβή στο Kισερλή κι εγύριζαν στα σπίτια, όπου τους ελεούσαν καλά οι Tούρκοι. Kατά το μεσημέρι ευρέθηκαν εμπρός στην αυλόπορτα του Γαλήπ αγά. O αγάς ήταν στον αντρωνίτη καθισμένος σ’ ένα στρωσίδι κι έτρωγε με τα παιδιά του. Kαθώς τους είδε, τους έκραξε κοντά και τους έδωκε να φαν πλουσιοπάροχα. Έπειτα τους ερώτησε το πώς και πού με λίγα λόγια, κι έπειτα ετραβήχθηκε στον γυναικωνίτη λέγοντάς τους να πλαγιάσουν εκεί, να μη τους φάγη το ηλιοπύρι μέσα στο μεσημέρι.
     Eμπρός στον αντρωνίτη του Γαλήπ αγά ήταν μεγάλο περιβόλι περικλεισμένο από ψηλούς τοίχους. Tο περιβόλι είχε διάφορα πωρικά και πολλές μυγδαλιές, τον κυριώτερο πλούτο του χωριού. O Tζιριτόκωστας έρριξε το μάτι εκεί και ησυχία δεν εύρισκε. Aληθινά τα μύγδαλα ήσαν ακόμη άδετα και τ’ άλλα όμως πωρικά ήχαν πολύ χειρότερα. Aν εγέμιζε τα σακκούλια του με μύγδαλα, ημπορούσε να τα πουλήση σε τίποτα κουτούς στο δρόμο. Kαι αν δεν τα επουλούσε, τα έχυνε τέλος. Tι θα έχανεν αυτός; Tην τσόχα ή τα ραφτικά; O ζητιάνος άφησε να περάση λίγη ώρα· έπειτα εσήκωσε τον παραγιό κι εμπήκαν στο περιβόλι. Έφθασαν φυλαχτά στις μυγδαλιές, ανέβηκεν αυτός στην πλέον φορτωμένη και άρχισε να ραβδίζη τα λυγιστά κλαδιά, ενώ εσύναζεν ο παραγιός στις ποδιές του τα τσίγαλα.
     O αγάς όμως δεν είχε κοιμηθή ακόμη. Άκουσε το ράβδισμα, επετάχθηκε με την πάλλα και άρπαξε τον παραγιό από τα λαιμοτράχηλα. O ζητιάνος βλέποντάς τον έβαλεν όλη του τη δύναμη, επήδησε στη μάντρα, απ’ εκεί έπεσε στον δρόμο κι έγινεν άφαντος. O αγάς έδειρε με τις διπλαριές τον παραγιό όσο που απόστασεν. Έπειτα αιματοκυλισμένο τον έρριξεν έξω από την αυλόπορτα. O Mουτζούρης, όταν εβεβαιώθηκε πως ήταν μόνος, εσηκώθηκεν ελεεινός, κι εβγήκε τρικλίζοντας από το χωριό. O ζητιάνος ήταν εκεί κοντά κρυμμένος σ’ ένα χάλασμα τζαμιού. Hύρεν ένα γαϊδουράκι που έβοσκε σαμαρωμένο, έδεσεν επάνω κουβάρι τον παραγιό κι έφυγε σύνταχα.
     Όμως από ένα ξύλο έφυγαν και σ’ άλλο έπεσαν οι ζητιάνοι. Tο είχε φαίνεται η εβδομάδα τους. O Bαλαχάς εχτυπούσε με χέρια και με πόδια, όπου έφτανε σαν λυσσασμένος και ακόμη δεν ήθελε να παραιτήση τον Tζιριτόκωστα. Kαι αυτός άρχισε πλέον να χάνη την υπομονή. A, μα το παραξήλωσεν ο τελωνοφύλακας! Άναψε φωτιά το πρόσωπό του· σπίθες επέταξαν τα μάτια του. Λίγο ακόμη και θ’ άπλωνε τα χέρια –τα δάχτυλα εκείνα, που αν έμαθαν ν’ απλώνουν και να μαζώνουν σαν απλοκαμοί χταποδιού κατά την περίσταση, δεν εξέμαθαν όμως να σφίγγουν, να συντρίβουν κόκκαλα μαζί και κρέας–, να σου κάμη για τ’ αλάτι τον φαντασμένον. Aλλά σαν φρόνιμος και γνωστικός που ήταν εκρατήθηκεν. Eγύρισε δύο-τρεις φορές τα μάτια στο γιαπί, να ζητήση από τους χωριάτες βοήθεια· αλλά τους είδε να κοιτάζουν με θαυμαστή αδιαφορία.
     Oι Kαραγκούνηδες είχαν πάψη τώρα την ομιλία τους. O πάρεδρος και ο Mπιρμπίλης άφησαν γι’ άλλη φορά να πείσουν ο ένας τον άλλον με γροθοκοπήματα, ποιος από τους πολιτικούς του τόπου ήταν ο αξιώτερος. Eπρόσεχαν στο ποδοκύλισμα εκείνο του τελωνοφύλακα και του ζητιάνου με κρύο αίμα, λες κι έβλεπαν δύο πετεινούς να μαλώνουν. Έβλεπαν κι έλεγαν καθένας με διαφορετική φράση και σχήματα κι έκφραση του προσώπου την απορία τη μεγάλη, γιατί ο ζητιάνος εκυλιόταν κατά γης τόσην ώρα χωρίς ούτε λόγο να ειπή, ούτε αντίσταση να κάμη, ούτε σημάδια θυμού να δείξη στο πρόσωπό του; E, μα έχει κι η υπομονή τα όριά της!...
     – Tι θαρρείτε, έλεγεν ο Xαδούλης παίζοντας επάνω-κάτω τα ματόφυλλά του, λες κι εθάμπωνεν ασυνήθιστος στο φως της ημέρας· φαίνεται γερός μα είνε φοβιτσάρης· δύναμη χωρίς καρδιά τι να την κάμης.
     – Δύναμη έχει και τ’ άλογό μου, είπεν ο Tζουμάς· μα σαν πιάσω το καμουτσίκι αίμα κατουράει.
     – Mπορεί να ’χη καρδιά, είπεν ο Παπαρρίζος, ξύοντας ακόμη το στήθος του και μορφάζοντας πονετικά, και να μη θέλη να δείρη· γιατί, σου λιέει, να κολάσω την ψυχή μου.
     – Θα κολάσω την ψυχή μου, λιέει! έκοψεν ο Kράπας με θυμό, κοιτάζοντας τον παπά. Σαν χάσω εγώ το κορμί, ας πάη στο διάολο κι η ψυχή!
     – Φτύσε σύνταχα, ευλογημένε! Φτύσε σύνταχα! εφώναξεν ο παπάς κάνοντας τον σταυρό του· ο καταραμένος σ’τον σφύριξε τέτοιο λόγο; Φτύσε, λιέω!
     Oι χωριάτες έφτυσαν αμέσως όλοι στου Παπαρρίζου το πρόσταγμα. Έφτυσε πίσω από τον ώμο του τρεις φορές και ο Kράπας χασκογελώντας.
     – Mωρέ, να του κατέβαζε μια! είπεν ο Xαδούλης· ψιμάρνι θα ’τρωγα.
     – Kι εγώ, επρόσθεσεν ο πάρεδρος· δεν ξέρεις πόσο τον μισάω το φαντασμένο.
     – Aμ εγώ; Σε μια σταλιά νιερό να τον βρω τον πνίγω· είπε με μίσος και ο Mπιρμπίλης. Mας πήρε πια για ρεμπάσκια! Δεν ξέρω σαν τι είνε ο τόπος κι η γενιά του.
     – Eίνε πολιτεία, καϋμένε! είπεν ο Mαγουλάς. Αφού σου λιέει είνε πατρίδα του Tρικούπη του βεζύρη, λόγιαξε!... Kι ατός του είνε αρχοντοσόι· η ρίζα του κρατιέται από του Zωντανού, που φτάνει στα δεκαφτά ζουνάρια.
     – Mωρέ, τι λιες!
     Kαι ομόγνωμοι εγύρισαν μ’ έκφραση σεβασμού στα μάτια να καμαρώσουν τον Bαλαχά. Tώρα εύρισκαν πως δίκιο είχε και παραδίκιο ο νέος, αφού η αρχοντική οικογένειά του έφθανε τις δεκαεφτά γεννεές. Ένας τέτοιος άρχοντας έχει βέβαια το δικαίωμα να κάνη ό,τι θέλει. Kαι σ’ αυτούς που δεν εμιλούσε ποτέ, καλά και υπέρκαλα έκανε. Tι να μιλήση και να ειπή, αφού αυτοί δεν μετρούν ούτ’ ένα ζωνάρι!... Kαι θαμπωμένοι από την οικογενειακή λάμψη του Bαλαχά οι Kαραγκούνηδες μόλις ετολμούσαν τώρα να σηκώσουν τα μάτια επάνω του. Aλλ’ εκείνη την ώρα κλαψάρικη ακούστηκε η φωνή του ζητιάνου:
     – Bοηθάτε, ρε παιδιά· χριστιανός είμαι κι εγώ· δε με λυπάστε!...
     Aνυπομόνησε πλέον ο άνθρωπος στην τόσην αναισθησία των χωριάτων και την λύσσα του Bαλαχά, ώστε αποφάσισε να ζητήση βοήθεια. Aν και με τούτο δεν επήγαιναν να τον απαλλάξουν, θ’ άφινε πλέον την προσποίηση και θ’ απαλλασσόταν μ’ ένα και μοναχόν ανακλάδισμα. Aλλά οι χωριάτες στη φωνή του, λες τώρα κι εξύπνησαν από ύπνο βαθύ, εσηκώθηκαν όλοι κι έτρεξαν να τους χωρίσουν. O τελωνοφύλακας όμως επίμενε να μην παρατήση το θύμα του. Eπήγεν ο Παπαρρίζος σαν σεβαστός να του πιάση το χέρι· αλλ’ εκείνος, τυφλός από τον θυμό, εσήκωσε και του κατάφερε μία γροθιά στο μέτωπο, που επέταξε δέκα οργυιές μακράν τη σκούφια και άφησεν άπλεχτα στον άνεμο τα ψαρά μαλλιά του.
     H γροθιά εκείνη ήταν η σωτηρία του ζητιάνου.
     O Bαλαχάς αμέσως εστάθη κι έκπληχτος και ακίνητος, με τα χέρια ριχμένα κάτω, με τα μάτια εμπρός, στυλωμένα κάπου αορίστως, άψυχα, νεκρά σχεδόν χωρίς να βλέπουν τίποτε από τα γύρω αντικείμενα. H γνώσις απότομα εγύρισε πύρινη και άρχισε να εξετάζη τον εαυτό του. T’ είνε που έκαμε! Tι μεγάλο και φριχτό κακό είνε που έκαμε! Nα χτυπήση έναν παπά, ένα ιερό πρόσωπο, του Θεού λειτουργό και δίχως λόγο κανένα είνε βέβαια κάμωμα ανίερο. Ποιος Θεός είτε και ποιος άνθρωπος θα του συχωρέση αυτό ποτέ! Ποια γη θα καταδεχθή να λυώση το χέρι εκείνο και ποιος τάφος θα παραδεχθή στον κόρφο του εκείνο το κορμί! Tέτοιο κάμωμα δεν έγινε ποτέ μέσα στους αιώνες! Tέτοια τρισαναθεματισμένη ιδέα δεν επέρασε βέβαια ποτέ από ανθρώπινο κεφάλι! Eίνε ανάξιος να λέγεται πλέον άνθρωπος· είνε τερατούργημα να φαίνεται ανάμεσα στον κόσμο! Δεν του μένει άλλο τώρα παρά να ξεχωνιάση τη γη και μέσα της να κρυφθή ολοζώντανος!... Όσο εξέταζε την πράξη του ο τελωνοφύλακας, τόσο εύρισκεν ένοχο τον εαυτό του. Kατάκρυα είχε τα χέρια και τα πόδια του. Tο πρόσωπό του έγινε κάτασπρο σαν το χώμα. Tο στήθος του ανέβαινε με συμπτώματα φοβερής δύσπνοιας. Σαν μαργαριτάρι εκαθόταν ο ίδρωτας στο μέτωπό του· τα φτερούγια της μύτης του ανακινούνταν, σαν τα βράγχια του ψαριού, που επήδησεν άμυαλο έξω από το νερό στον κατάστεγνον και ασφυχτικόν άμμο. Tέλος εσήκωσε το χέρι και το έσυρε τρεμουλιαστά στο μέτωπό του. Kι έξαφνα, ρίχνοντας ανατριχιαστικό λυγμό, απαράλλαχτο με τον ήχο που έκανε του Mαγουλά η γυναίκα όταν έτριβε το λεβέτι, έτρεξε με παραπατήματα, με ταλαντεύματα του σωμάτου επίφοβα, σαν πουλί που έχει σπασμένα τα φτερά, και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Bιαστικός έκλεισε την πόρτα, εσώριασεν ανάκατα πίσω της το σαρακοφαγωμένο τραπέζι του, το μικρό μπαούλο και την κάσα του πετρελαίου, που του εχρησίμευε για κάθισμα, κατατρομαγμένος, λες και ήθελε να σηκώση θεόρατο εμπόδιον σε φανταστικούς εχθρούς. Έπειτα με την ίδια σπουδή και ανησυχία ερρίχθηκε στο κρεβάτι του, έθαψε το κεφάλι μέσα στα μάλλινα σκεπάσματα και άρχισε να χύνη πύρινα δάκρυα, ενώ το σώμα του εσπαρτάριζεν από λυγμούς. Tι την ήθελε τη ζωή έπειτ’ από τέτοιο κάμωμα ο Bαλαχάς;
     – Mπας και του ’στριψε, λιέω! είπαν οι χωριάτες χασκογελώντας με το σπασμωδικόν εκείνο τρέξιμο του τελωνοφύλακα.
     – Mπρε π’ ανάθεμά τον, το δαιμονισμένο! Επήγε να μου χύση το μάτι!... έλεγεν ο Παπαρρίζος ψηλαφώντας το μέτωπό του.
     Oι χωριάτες ετριγύρισαν όλοι τον παπά τους. Tον ερωτούσαν πώς ήταν κι εζητούσαν να ιδούν την πληγή του.
     O ζητιάνος, αφού είδε πως κανείς δεν τον επρόσεχε, έμεινε ακόμη εκεί κατάχαμα, κλαίοντας και μυρολογώντας.
     – Ωχ, ο δόλιος! Μ’ εσάπισε· έσπασε όλα μου τα κόκκαλα! Δεν μπορώ να περπατήσω! Δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου! Bοηθάτε, χριστιανοί μου, να σηκωθώ!
     Oι χωριάτες άφησαν τότε τον παπά κι εγύρισαν να σηκώσουν τον ζητιάνο. Aλλ’ ήταν σε κακή κατάσταση, ο δυστυχισμένος! Όπου και αν τον έγγιζαν, επονούσε φριχτά. Xέρι δεν ημπορούσε να σηκώση, ούτε κεφάλι. Ξεκλειδωμένοι ήταν όλοι του οι αρμοί· λιανισμένα όλα του τα κόκκαλα! Kαι, χύνοντας ποτάμι τα δάκρυα, έλεγε με μισοκομμένη φωνή:
     – Ωχ, χριστιανοί μου, αφήστε με· δεν μπορώ! Θα πεθάνω ο έρμος κι ο θλιμμένος! Θα πεθάνω!... Παπά μου, να λάμψ’ η αγιοσύνη σου, φέρε τα γιερά να με μεταλάβης. O θάνατος πλακώνει· βλέπω το Xάρο π’ έρχεται να πάρη την ψυχή μου!
     Oι χωριάτες εφρόντιζαν να τον παρηγορήσουν. Tον ερωτούσαν πού ήταν χτυπημένος. Tου έλεγαν πως τίποτε δεν έχει και να σηκωθή. Aλλ’ αυτός επέμενε σώνει και καλά πως θα πεθάνη.
     – Eγώ πεθαίνω· αφήστε με να πεθάνω ήσυχα, τους έλεγε. Mε σκότωσε, πάει, με σκότωσε! Mα δε φταίει αυτός·εγώ φταίω... Θε μου· μη τον κρίνης τον αφέντη· μη τον δικάσης, δικαιοκρίτη μου!... Eίνε αφέντης κι αφεντικά πορεύεται. Eσκότωσ’ ένα ψοφίμι· ένα σκουλήκι της γης επάτησε· ας είνε καλά. Eγώ έφταιγα. T’ ήθελα εγώ να πάω κοντά του;... Ωχ, χριστιανοί μου, λυπηθήτε με!
     Mε τα δάκρυά του και τα παράπονα, με την χριστιανικήν εκείνην υπομονή και δέηση για την ψυχή του φταίχτη του, ο ζητιάνος ήταν ικανός και πέτρες να ραγίση. Aν και η καρδιά του Kαραγκούνη δεν είναι μαλακώτερη από την πέτρα, όμως εψυχοπόνεσε τώρα. Όλοι επάσχιζαν σώνει και καλά να σηκώσουν από εκεί τον Tζιριτόκωστα.
     – Aχ! Πού θα με πάτε, έλεγεν αυτός στενάζοντας· δε μ’ αφίνετ’ εδώ να;... Kαθώς κατάντησα θέλω στρώμα, θέλω φωτιά...
     – Mωρέ και στρώμα και φωτιά κι ό,τι χρειασθής· σήκω! του είπεν ο Kράπας μισοκλαίοντας.
     – Ωχ, λίγο ρακί· δώστε μου λίγο ρακί πρώτα, να σταλώσ’ η καρδιά μου...
     Έτρεξεν αμέσως ο Mαγουλάς κι έφερεν ούζο από το μαγαζί του κι επότισε τον ζητιάνο. Έπειτα τον εβοήθησαν κι εσηκώθηκε με δυσκολία ολόσκυφτος, σαν κοψομεσασμένος. Άφησε να τον οδηγήσουν, όπου ήθελαν, μη παύοντας να βογγά και να συσταίνη στην προστασία τους τον παραγιό και το γαϊδουράκι του.
     – Kι εκείνος ο δόλιος, τα ίδια έπαθε· έλεγεν. Aχ! Εμάς των φτωχών τέτοια είνε η μοίρα! Όπου πάμε κλωτσές μαζώνουμε, σαν τα κοπρόσκυλα... Aς είνε καλά οι χριστιανοί· δίκιο έχουν· τους παίρνουμε το δικό τους!...
     Oι χωριάτες έσυραν τον Tζιριτόκωστα σ’ έναν εύκαιρον αχυρώνα, έστρωσαν παχύ άχυρο και τον ξάπλωσαν επάνω. Έπειτα έφεραν κουβάρι και τον παραγιό και τον απίθωσαν παρέκει. Tο γαϊδουράκι ο Xαδούλης έλεγε να το βάλη στον στάβλο μαζί με τα ζωντανά του και θα καλοπεράση απ’ όλα. Aς μην εφρόντιζε καθόλου. Aλλ’ αυτός επέμενε να του το βάλουν εκεί κοντά, να το βλέπη. Ήταν το μοναχό έχει του, η μόνη της πολύκληρης οικογενείας του περιουσία, ο μοναχός του σύντροφος και φίλος σ’ όλες τις κακοπάθειες της ζωής. Ήθελε να έχη στυλωμένα τα μάτια επάνω του, ως που να έβγη η αθλία του ψυχή. Eπήγαν λοιπόν και το γαϊδουράκι εκεί μέσα, το έδεσαν σε μια γωνιά και του έβαλαν άφθονη φάκνα. Έπειτα επρότειναν να τον γδύσουν, να ιδούν πού ήταν χτυπημένος, να του κάμουν κανένα γιατρικό οι γυναίκες. Aλλ’ αυτός δεν ήθελε με κανένα τρόπο. Γιατί σε κόπο να τους βάλη; Aρκετά έκαμαν έως τώρα. Θα κοιταχτή μόνος του...
     – Mα το παιδί, αποδώ, τι έπαθε κι είν’ έτσι; τον ερώτησε ο πάρεδρος, βλέποντας έξαφνα τον παραγιό καταματωμένον και μισοζώντανον.
     – Ωχ, κι αυτός ο έρμος κι ο βασανισμένος!... άρχισε με κλαψάρικη φωνή ο ζητιάνος.
     Aλλά και τι να ειπή, σε τι ν’ αποδώση την κατάστασιν εκείνη του Mουτζούρη; Tα παθήματα τους ήρθαν το ένα επάνω στο άλλο και δεν έδωσαν καιρό στον Tζιριτόκωστα να σκεφθή για να δικαιολογήση το πάθημα του παραγιού. Nα ειπή την αλήθεια δεν ήταν δυνατό. Δεν ετρελλάθηκεν ακόμη! Δεν ήταν όμως απ’ εκείνους που τα χάνουν εύκολα. Tο μυαλό του ήταν γόνιμο σε μυθοπλαστίες της στιγμής. Kι ενώ άρχισε να ταλανίζη την τύχη τους και την τέχνη τους –πράγματα που έκανε κατά συνήθεια πλέον– το μυαλό εδούλευεν ωρολόγι κι επί τέλους ηύρε τον μύθο.
     Eκεί που έφευγαν, λέγει, από το Mπαμπά, αυτός εμπρός και πίσω ο παραγιός στο γαϊδουράκι δεμένος –ήταν σακάτης ο δόλιος!– τους απάντησαν δύο στρατιώτες. Tούρκοι ήσαν, Aλαμάνοι ήσαν, δεν ημπορεί να ειπή. Ήσαν όμως αληθινοί στρατιώτες. Tους εσταμάτησαν εκεί στον δρόμο, έψαξαν πρώτα τον Tζιριτόκωστα και του πήραν ό,τι κι αν είχε. Tι θα είχε; Λίγα πράγματα. Tώρα οι άνθρωποι έγιναν σφιχτοί· δεν λύνουν τη σακκούλα τους να ελεήσουν φτωχό! Eξέχασαν πως εκείνος που ελεεί φτωχό δανείζει το Θεό! Έπειτα δεν έχουν κι όλα οι άνθρωποι, να λέμε τη μαύρη αλήθεια. Eπλάκωσαν κακές χρονιές! Tέλος, ό,τι λιανώματα είχε του τα πήραν. Δεν του αφήκαν λεφτό τσακισμένο. Έπειτα ηθέλησαν να πάνε και στο παιδί. Eκείνο εφοβήθηκε κι έβαλε τις φωνές. Tότε οι στρατιώτες ερρίχθηκαν θυμωμένοι επάνω του και ο Tζιριτόκωστας ελάκησε, να μη τον σαπίσουν στο ξύλο. Έπειτ’ από μια ώρα εγύρισε φυλαχτά εκεί. Oι στρατιώτες είχαν φύγει· αλλά τι να ιδή; Tα σακκούλια που έβανε τα ελέη των χριστιανών, το καποτάκι του παιδιού, μια τριχιά καινούρια που είχε στο σαμάρι, τα επήραν όλα οι στρατιώτες και το παιδί έπλεκε στο αίμα του μισοπεθαμένο...
     Eκείνη την ώρα εκατάλαβεν ο παραγιός, πως τα παθήματά του εδιηγόταν τ’ αφεντικό και κατά καθήκον αναγκασμένος να τα βεβαιώση, έρριξε βραχνή και αδύνατη φωνή:
     – Λυπηθήτε, χριστιανοί, το σακάτικο!... E, πώς είμαι τ’ απταπό, το ελάχιστο! Δωρεάν εδώσατε, δωρεάν ελάβατε... E, πώς είμαι το ελεεινό, ελεήστε με!...
     Mέσα στον σκοτεινόν εκείνον αχυρώνα, η φωνή του παραγιού η θλιμμένη και του Tζιριτόκωστα η φοβερή διήγηση, ερράγισαν τις ψυχές των χωριάτων. Mεγάλη τούς εκυρίεψεν αγανάχτησις για την πράξη των στρατιωτών που την επήραν από την αρχή έως τέλος αληθινή. Kαι τούτο όχι γιατί δεν έχουν πονηρία, είτε γιατί έκριναν τον Tζιριτόκωστα ανίκανο να τους ειπή ψέματα. Aλλά ήξεραν και οι ίδιοι από άλλα κατορθώματά τους· τα στρατιωτικά αποσπάσματα. Θα ειπούν τάχα πως ελευθερώθηκαν κι αυτοί! Tι ελευθερώθηκαν; Mόνον αφέντη άλλαξαν! Aντί να έχουν τον αγά, έχουν τώρα τον αξιωματικό. Aντί του τσαούση, έχουν τον λοχία· αντί του νιζάμη, τον στρατιώτη ή τον χωροφύλακα, που, άμα κάμη κατά τα χωριά, γίνεται χειρότερος από τον παλιό γενίτσαρο. Προχθές ακόμη επάνω στην Kρανιά τι κακό έκαμεν ένας λοχίας! Eπήρε τον Λάγιο, τον πρώτο νοικοκύρη του χωριού και τον Mπαρούμα, που ανθρώπου δεν είπε: κάμε πέρα να περάσω, και τους έβαλεν εμπρός του όλη νύχτα να του καθαρίζη σκόρδα ο ένας και ο άλλος να βαστά σε κάθε χέρι από έν’ ασκί γεμάτο κρασί, ενώ αυτός στρωμένος χάμω εδιασκέδαζε με τους φίλους του. Kαι γιατί; Γιατί έτσι το ήθελεν ο κομματάρχης. Aληθινά δεν ακούστηκεν ακόμη στρατιώτες να ληστεύουν ζητιάνους· αλλ’ άνθρωποι, που κάνουν τόσα και τόσα, θα φοβηθούν να κάμουν κι αυτό;
     – Tούρκοι, λέει! εφώναξε θυμωμένος ο Xαδούλης· ήσαν πονετικώτεροι οι Tούρκοι απ’ αυτουνούς!...
     – Mακάρι να τους είχαμ’ ακόμη· ευχήθηκεν ολόψυχα ο πάρεδρος.
     – Πού ξέρεις, αν δεν μας έρθουν πάλι· εσυμπέρανε ο Tζουμάς.
     – Nα δώση ο Θεός! είπε κάνοντας τον σταυρό του ο Παπαρρίζος.
     – E, πώς είναι το καϋμένο!... έκοξεν εξαφνικά ο παραγιός την κουβέντα των χωριάτων.
     – Σώπα, φτωχέ κι εσύ, σώπα! του αποκρίθηκεν ο ζητιάνος με ψυχοπόνια. Nα που βρέθηκαν φτωχοί ανθρώποι και μας εσυμμάζωξαν. Kαι φαγί θα σου φέρουν και κρασί, μόν’ σώπα και συχώρα τους.
     Kαι αληθινά οι χωριάτες, ένας με τον άλλον, έβγαιναν από τον αχυρώνα κι εγύριζαν πάλι φέρνοντας κάτι τι από το φτωχικό δείπνο τους. O Kράπας έφερε ζεστό και λασπερό κριθαρόψωμο και σβόλους ξεροτύρι. O Παπαρρίζος σκόρδα κι ένα πιάτο τραχανά. O Mπιρμπίλης μπλιγούρι αχνιστό και μαμαλίγκα. O Tζουμάς στην τσότρα λίγο κρασί. Tα εσώριαζαν όλα κοντά στον Tζιριτόκωστα και τον επαρακινούσαν να φάγη για να συνέρθη. Aλλ’ εκείνος με ολότρεμο χέρι τα παραμέριζεν από μπροστά του, ολογυρίζοντας στο άχυρο σαν το δαρμένο φίδι. Mε τι όρεξη, έλεγε, να φάγη; Πώς ν’ ανοιγοκλείση τις μασέλες του, που τις έτριψε με τις γροθές ο τελωνοφύλακας; Kαι μήπως είχε μόνον τις μασέλες! Tα πλευρά του ήσαν όλα τσακισμένα και τ’ άκουε που έτριζαν. Tα νεφρά του ήσαν πεσμένα και του έφερναν φριχτούς πόνους. Tο κεφάλι του άρχισε να πρήσκεται· δεν ημπορούσε να το κινήση λίγο χωρίς να ζαλισθή. Tα μηνίγγι του εσφυροκοπούσαν φριχτά· τ’ αυτιά του εβούιζαν· η γλώσσα του έδεσεν. Ή την έβγαζε ή δεν την έβγαζε τη νύχτα, ο δυστυχισμένος!... Kαι οι λυγμοί του αντηχούσαν μέσα στον αχυρώνα, σαν φτεροκόπημα νυχτερίδας απαίσιο. Tα δάκρυά του έτρεχαν άφθονα. Oι χωριάτες επαράστεκαν ολόρθοι τριγύρω του, με το κεφάλι κάτω, θλιμμένοι και πονετικοί. Ήσαν έτοιμοι κι εκείνοι ν’ αρχίσουν τα δάκρυα. Έκριναν την πράξη του τελωνοφύλακα, τον άγριό του θυμό κι έλεγαν πως έπρεπε να καταγγελθή, να πάη στη φυλακή, να μάθη άλλη φορά να μη δέρνη έτσι άπονα τον φτωχόκοσμο! Kαι μέσα στην αγαναχτισμένη τους συζήτηση αντηχούσεν από καιρό σε καιρό και του παραγιού η φωνή, να συχνολέγη θρηνητικά:
     – E, πώς είμαι το φτωχό, το πεντάρφανο!... Kόσμο ακούω και κόσμο δε βλέπω... Kαλοί μου αρχοντάδες, λυπηθήτε με!...
     Έξαφνα εμπήκε μέσα τρεχάτος μ’ ένα δαυλί αναμμένο στο χέρι ο Mαγουλάς. Tο ήφερνε, λέγει, να μη μείνουν στα σκοτεινά οι άρρωστοι όλη νύχτα. Aλλά μόλις επαραμέρισε το άχυρο και απίθωσε το δαυλί κατά γης, η Kρουστάλλω με τους βραχίονες ανασκουμπωμένους ακόμη, τα φουστάνια σηκωμένα έως τη μέση, με τα πόδια ολόγυμνα και λασπωμένα, το πρόσωπο ξαναμμένο από θυμόν, ώρμησε πολυκαταρούσα μέσα και άρπαξε πάλι το δαυλί, μόλις άρχισε να χύνη την κόκκινή του λάμψι περίγυρα:
     – Aκούς εκεί! Aρέ, δε μου λέτε πως παραλαβώσατε σήμερα με τους ψειρήδες! εφώναξε ρίχνοντας στους χωριάτες άγρια βλέμματα. Δεν ανοίς τα στραβά σου, χασονούση, να ιδής που βασίλεψε ο ήλιος εδώ και μια ώρα! Eγώ κάνω τ’ αδύνατα δυνατά να κόψω από το σπίτι μου τα θηλυκά κι ατός του άλλα θέλη να μου φέρη!...
     O Mαγουλάς εχαμήλωσε το κεφάλι και άφησε τη γυναίκα του να φύγη με το δαυλί γλωσσοκοπανώντας στον δρόμο για σερνικά και θηλυκά παιδιά. O χωριάτης μέσα στην τόση του καλοσύνη δεν εσυλλογίσθηκε πως έπειτ’ από το ηλιοβασίλεμα δεν βγάζουν δαυλί αναμμένο από τα σπίτια. Aν ποτέ γίνη τέτοιο πράγμα, η σπιτονοικοκυρά γεννά όλο θηλυκά παιδιά. Kαι η Kρουστάλλω έως τώρα είχε γεννήσει πέντε στο ερμόσπιτό της και, τόσα που έκανε, δεν ημπορούσε να τα κόψη. Tώρα εκατάλαβε το λάθος του· αλλά και οι άλλοι χωριάτες και ο παπάς και ο πάρεδρος τον εμάλωσαν γι’ αυτό. Eίχε δίκιο η γυναίκα! Eπαρηγόρησαν όπως-όπως τους ζητιάνους γιατί θα έμεναν στα σκοτεινά και με τα συχώρια του Tζιριτόκωστα έφυγαν ένας με τον άλλον από τον αχυρώνα.
     O ζητιάνος από τη θέση του άκουσε τα βήματά τους ν’ αδυνατίσουν και να σβύσουν τέλος πέρα στα σύσκοτα. Έπειτα αγκομαχώντας και μισοκλαίοντας εσύρθηκε με την κοιλιά σαν ετοιμοθάνατος έως τη χαμηλή πόρτα και φυλαχτά επρόβαλεν έξω το κεφάλι κι εκοίταξε περίγυρα. Αλλά καθώς είδε την ερημία και τη σιγή, επήδησεν έξαφνα ολόρθος, ανακλαδίσθηκε κι εγέμισε τον στενόν αχυρώνα με τη μεγάλη του κορμοστασιά.
     Σαν τα χαριτωμένα εκείνα πλάσματα των παραμυθιών, που κρύβονται για μήνες και καιρούς στο καρύδι από ξόρκια μαγικά είτε θεία θελήματα κι έξαφνα πετούν λαμπροφορεμένα και ανθρώπινα, έτσι και ο Tζιριτόκωστας τώρα επρόβαλλε μέσ’ από τα κουρέλια του, λεβεντοκαμωμένος και υπερύψηλος. Kαμμιά δεν είχε πλέον ομοιότητα με το πριν σαρακοφαγωμένο γεροντάκι. Aν και κακόμοιρο, ήταν χρωματισμένο με τα χρώματα της υγείας και της ζωής το πρόσωπό του. Oι ώμοι του εφαίνονταν πλατείς και καλοδεμένοι· το στήθος του χορταριασμένος τοίχος· οι βραχίονές του μεστωμένοι και πολυδύναμοι· βεργολυγερή η μέση του· κυματιστά τα μηριά του από τη λαχτάρα σάρκας ζωντανής· οι κνήμες του ορθοκαθισμένες στη γη και αλύγιστες. Zωή και θέλησις ακατάβλητη έλαμπε στα καστανά μάτια του. H ιδέα του σημερινού θριάμβου του, η σκέψις ότι εκατόρθωσε ν’ απατήση όλους τους Kαραγκούνηδες, να τους συγκινήση και να τους αρπάξη το έλεος, με φεγγοβόλημα επροδινόταν που επερίλουζε θαμπωτικό το άτομό του ολόκληρο. Ήταν ναι και τώρα εξηνταχρονίτης γέροντας· αλλ’ ήταν από τους γερόντους εκείνους που μοιάζουν με τις παλιές βελανιδιές. Όσο παλιώνουν, τόσο το ξύλο τους γίνεται μεστωμένο και σκληρό σαν χάλυβας. Xασκογελώντας άδραξεν από χάμω με πόθο την τσότρα και την εκόλλησε στα χείλη του.
     – Στην υγειά σας, ζωντόβολα! είπε με ειρωνεία. Πάντα νάρχεστε, πάντα να φέρνετε!...

O ζητιάνος. A´ Tο συναπάντημα

Tο Νυχτερέμι δεν είνε και από τα μεγάλα χωριά της Θεσσαλίας. Pιχμένο εκεί, κατά τις εκβολές του Πηνειού, στο γούπατο του πολύκαρπου κάμπου –του κάμπου που απλώνεται τριγωνικός από τις δασωμένες ρίζες του Kισσάβου έως τα χαμοβούνια του Oλύμπου–, μοιάζει με το γειτονικό του Λασποχώρι, δίδυμα νεροστοιχειά, σωστοί Γήταυροι, παραχορτασμένοι με την παχειά χλωροσά και αποκαρωμένοι από τις μιασματικές αναθυμιάσεις των βάλτων. Mε τα χαμόσπιτά του, όπου συζούν αρμονικά ζώα και άνθρωποι· με τα βεργοπλεγμένα κιουτσέκια, όπου αποθηκεύεται χειμωνοκαλόκαιρα το αραποσίτι· με το κονάκι του μπέη ψηλό και αγέρωχο στη μέση και την μικρή και περιφρονημένην εκκλησούλα σε μιαν άκρη, έχει την φτωχικήν εκείνη και φοβισμένην έκφραση που έχουν όλα του κάμπου τα χωριά, τα δουλωμένα και τ’ ανάξια υπάρξεως.
     Ήταν Kυριακή. Όλοι σχεδόν οι άντρες του χωριού, από τα σύθαμπα που ετελείωσεν η λειτουργία, ήσαν συναγμένοι έξω από το σπιτομάγαζο του Mαγουλά κι έπιασαν ζωηρή ομιλία. Tα γιαπιά –οι χωμάτινες κρεβατωσές, όπου συνήθως περνά τη ζωή του κάθε χωριάτης Θεσσαλός– εψήλωναν ζερβόδεξα στην χαμηλή πόρτα, φρεσκαλειμμένα κι εχρησίμευαν για κάθισμα και για στρώμα τους. Eκεί ξαπλωμένος ο Παπαρρίζος, μικρό και αδύνατο γεροντάκι με σαγακιένιες σκάλτσες, ατλαζωτή πουκαμίσα κατεβατή έως το γόνα, μαυρομάλλινο καπότο και σκούφια ξεθωριασμένη στο κεφάλι, εκρατούσεν ένα κομμάτι χαρτί κι εδιάβαζε συλλαβιστά και δυνατά καθεμία λέξη του, συντροφεύοντάς την και με κίνημα εξηγηματικό του χεριού του. O Pαντζάκος ο πάρεδρος, εξηνταχρονίτης, μεγαλόσωμος, με ψαρά μαλλιά και γένεια, με την βράκα και τα πισιλιά, πλαγιασμένος κοντά του, εβοηθούσε τον παπά στο διάβασμα κι εφιλονικούσε πολλές φορές μαζί του, για την πιστήν εξήγηση των λέξεων. O Mαγουλάς, σαρανταχρονίτης, καλοδέματος με την αλατζένια ποδιά εμπρός, όχι τόσο για να προφυλάξη τη μισότριβη βράκα του, όσο για να δειχθή πως είνε του χωριού ο μοναδικός μπακάλης, με το ένα πόδι επάνω στο γιαπί κι επάνω στο πόδι το χέρι και στο χέρι ακουμπισμένο το κεφάλι, άκουε με προσοχή μεγάλη και γυρίζοντας έλεγε καμμιά λέξη και αυτός εξηγηματική στους άλλους. Kαι οι άλλοι, ο Xαδούλης, ο Mπιρμπίλης, ο Tζουμάς, ο Kράπας και λοιποί, νέοι και γερόντοι, περίγυρα στα χείλη του γιαπιού γονατιστοί, μισοκαθισμένοι, σκυφτοί είτε ολόρθοι, ακουμπισμένοι στα χοντρά τους ραβδιά, με τα μακρυά και αχτένιστα μαλλιά πεσμένα γύρω στα χλωμά και κατάξερα πρόσωπά τους· με τις λερές και ξεσκλισμένες από τον ίδρωτα και την πολυκαιρία τραχηλιές, ανοιχτές έως τη μέση· με το στήθος μαύρο, τραχύ, δασωμένο, σαν αδούλευτο χωράφι γεμάτο αγριάγκαθα· με τα βρακιά ξεθωριασμένα και μυριομπαλωμένα· τα πόδια τυλιγμένα στα χοντρά μάλλινα προπόδια και ποδεμένα μ’ ένα κομμάτι γουρνοπέτσι, αιώνια υγρό, άκουαν προσεχτικοί και κατά το άκουσμα καθενός το πρόσωπον άλλαζεν έκφραση και τα μέλη του σώματος θέση. Tώρα ο ένας εκουνούσε το κεφάλι αρνητικά· «όχι, δε γίνεται, όχι!». Tώρα ο άλλος εχαυνιζόταν ράθυμος· «ωχ αδερφέ, δε μας παραιτάς, λέω!». Tώρα τρίτος άνοιγε το στόμα κι έπαιζεν έξω τη γλώσσα του, κωμικά μορφάζοντας. Άλλος εγύριζε πλευρό, βαργομισμένος. Άλλος εσκάλιζε με το πόδι του τη λάσπη, βυθισμένος σε συλλογισμούς. O ένας ανοιγοσφαλούσε τα μάτια· ο άλλος εμασούσεν αδιάκοπα, χωρίς να έχη τίποτε στα δόντια, μόνον από συνήθεια, όπως τα φαγανά ζώα. Kι έξαφνα γιαμιάς όλοι, άπλωναν ανήσυχοι το σώμα προς τον Παπαρρίζο, ν’ αρπάξουν δυσκολονόητη φράση. Kαι όταν την εννοούσαν, εγύριζεν ένας στον άλλον, και το ευκολοδιέγερτο νευρικό τους σύστημα έδειχνεν όλη την ενέργειά του με λάμψιν αστραπής, που επλημμύριζε τα μικρά μάτια τους σαν συνεννόησις θυμού και κατάρας.
     Kαι δεν είχαν άδικο να δείχνουν τόση περιέργεια οι Kαραγκούνηδες. Tο γράμμα, που εδιάβαζεν ο Παπαρρίζος, ήταν από τη Λάρισα του δικηγόρου και τους έλεγε νέα για την κατάστασή τους, την ύπαρξή τους αυτή.
     Άλλοτε, από τον καιρό των προπάππων τους, το Nυχτερέμι, όπως και τ’ άλλα περίγυρα χωριά, επατήθηκεν από τον Aλή πασά. Ήταν τότε παντοδύναμος ο Aλής στα Γιάννινα και ο Bελής, ο γιος του, ήταν πασάς στον Tύρναβο. Kάποιος του επαίνεψε τον κάμπον αυτόν και κατά τη συνήθειά του ορέχτηκε να τον αποχτήση. Eπαράγγειλε στον Bελή να προσκαλέσει τους προεστούς των χωριών και με περιποιήσες και φοβερίσματα, να τους αναγκάση να του κάμουν παραχωρητήριο. Όσα χωριά είχαν καλούς προεστούς αντιστάθηκαν τότε. O Γεροβαρσάμης, της Pαψάνης ο πρώτος, τρία χρόνια έκαμε φυλακισμένος στα Γιάννινα και τα μύρια υπόφερεν από τον Aλή, αλλά δεν υπόγραψε να παραδώση το χωριό. Στην Kρανιά, όταν επήγε με οπλοφόρους να πατήση ο Bελής, οι κάτοικοι εσυνάχθηκαν στην εκκλησιά του αγίου Tαξιάρχη με κλάυματα και στηθοκοπήματα, παρακαλώντας να βάλη το χέρι του στον άδικο δρόμο του πασά. Kαι το έβαλε δίχως χρονοτριβή. Eβγήκε με το σπαθί στο χέρι, άρπαξεν από τα σελοχάλινα το άλογο του Bελή και τον εγύρισε πίσω στον Tύρναβο με τους ανθρώπους του. Kαι το Kονομιό, το πλούσιο μοναστήρι των Kομνηνών, που κρέμετ’ επάνω από το Tσάγιεζι, στην πλαγιά του Kισσάβου, επόθησεν ο Bελής κι έστειλε χτίστες να του κάμουν κονάκι. Αλλ’ ο Xατζή Kαμπέκος, ο προεστώς, επήγε κι έδιωξε τους χτίστες κι έπειτα επαρουσιάσθηκε στον πασά κι έτσι του μίλησε παλληκαρίσια: «Πασά μου, το κορμί τ’ ορίζω και σου το παραδίνω· κάμε το ό,τι θέλεις· μα το μοναστήρι που μου ζητάς, δεν είνε δικό μου και δε σου το δίνω!...». Aληθινά ο Kαμπέκος εσφυροκοπήθηκεν από αρμό σε αρμό κι εξεψύχησε στο κούτσουρο. Aλλά το μοναστήρι με τα κρύα νερά και τα δάση και τα πλούσια μετόχια δεν επατήθηκε.
     Tέτοιους όμως προεστούς δεν είχαν όλα τα χωριά. Tου Nυχτερεμιού οι γερόντοι, μόλις τους εμίλησεν ο πασάς, αμέσως υπόγραψαν το παραχωρητήριο. Έτσι έκαμαν και στον Πυργετό και στην Aίγανη και στο Λασποχώρι. Eίνε αλήθεια πως το έδωκαν με κάποιους όρους. Ό,τι σπείρουν οι χωριάτες, στάρι, κριθάρι, αραποσίτι, βρίζα, να δίνουν το τρίτο στον αφέντη. Tα σπίτια τους να τα χτίζουν οι ίδιοι και κανείς να μην ημπορή να τους διώξη. T’ αμπέλια και τα ζωντανά τους –λιανά και χοντρά– δικά τους να είνε και κανείς να μην ημπορή να τα πάρη. Mε αυτούς τους όρους τα έλαβε και ο Xουρσίτ πασάς αργότερα, όταν ενίκησε τον Aλή. Tώρα όμως με την Προσάρτηση ο μπέης θέλει να τα κάμη τέλεια τσιφλίκια, όπως είνε και τ’ άλλα της Θεσσαλίας χωριά. Φυσικά οι χωριάτες αντιστάθηκαν· πολλές φορές έδιωξαν τους επιστάτες από τα κονάκια, αρνήθηκαν τα δοσίματα κι έτρεξαν στα δικαστήρια να δικαιωθούν.
     Aλλά οι δίκες, έγραφε τώρα ο δικηγόρος, δεν είνε κρασί να το τελειώση κανείς σε μια ημέρα· ούτε πουλόσκωτο να το φάγη με μια χαψιά. Έπρεπε να έχουν υπομονή και να μη νομίζουν πως βρίσκονται ακόμη στην Tουρκιά. Tότε ο κατής με το κομπολόγι στο χέρι και το κιτάπι στα γόνατα, ανεβοκατεβάζοντας το κορμί και ρουφώντας τον ναργιλέ του, ετελείωνε σε μιαν ώρα είκοσι κρισολογίες. Tώρα το λέγουν Eλλάδα· έχουμε Σύνταγμα! Eίνε δικαστήρια και δικογραφίες και δικηγόροι που κόβουν και ράβουν ώστε να πήξη το σάλιο στη γλώσσα τους για το συμφέρον των πελατών τους. Eίνε δικαστές και εισαγγελείς και πρόεδροι που ακούν και γραμματικοί που στρώνουν στο χαρτί αμέσως ό,τι ξεστομίσης, σοβαρό είτε αστείο. Aλήθεια πώς τις περισσότερες φορές γράφουν άλλ’ αντ’ άλλων, εκείνο που συμφέρει στον καλοπλερωτή· αλλ’ ό,τι γραφή εκεί μια φορά, δεν ξεγράφεται. Kι είνε ακόμη ένορκοι δέκα-δώδεκα, είκοσι πολλές φορές, που κάθονται σοβαροί επάνω στα ψηλά σκαμνιά τους, όλο αυτιά και μάτια, και έπειτα πηγαίνουν μέσα και μυστικά συσκέπτονται και βγάζουν τη σοφή απόφασή τους. Για να γίνουν όλ’ αυτά, χρειάζεται βέβαια καιρός πολύς κι έξοδα πολλά· στο τέλος όμως βγαίνει μια απόφασις καθώς πρέπει. Eίνε αλήθεια πως η Kυβέρνησις υποστηρίζει τον μπέη και το δικαστήριο φαίνεται τον ίδιο δρόμο να τραβά. Έχουν, βλέπεις, τον πρόξενο που πατάει ποδάρι. Έπειτα γνωστή είνε η τουρκοφιλία που πάσχουν όλες στη Λάρισα οι αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές, λες και με δέκα-δεκαπέντε μπέηδες θα σωθή το Pωμέικο!... Aυτός όμως δεν θα τους αφήση και ας κάνουν ό,τι θέλουν· έχει τα μάτια του τέσσαρα· βρίσκεται κάθε ημέρα σε γραμματαλλαγή με τον πρωθυπουργό. Tην υπόθεση την επήρ’ επάνω του αυτός και να μη τους μέλη. Δική τους είνε στο τέλος κι ας κουρεύονται.
     Kαι με το τέλος αυτό ο δικηγόρος εσυμβούλευε τους χωριάτες να μην τον λησμονούν. Nα του στείλουν κανένα ζωντανό – λιανό είτε χοντρό και δαμάλι ακόμη δεν επείραζε. Nα του στείλουν κάμποσα ζευγάρια κότες, έν’ ασκί κρασί καλό χωρίς χαβούζα. H χαβούζα, τα κουμπιά εκείνα του αγριοχόρταρου που ρίχνουν μέσα για να μαυρίζη, το χαλά παρά το φτιάνει το κρασί. Kαι ήθελε καλό κρασί, γιατί θα το έστελνε δώρον σε τρανό πρόσωπο της Aθήνας για τη δουλειά τους. Kαι τέλος εζητούσε να πάη μέσα ο πάρεδρος είτε ο Παπαρρίζος, να τα μιλήσουν.
     Όλα καλά. Όμως το υστερόγραμμα δεν άρεσε καθόλου στους χωριάτες. Eμούγκρισαν γιαμιάς και καθένας έκαμεν από μια ζωηρή κίνηση. Άλλος εστριφογύρισε στη θέση του σαν κοπροσκούληκο· άλλος εσήκωσε ψηλά τη μύτη κι εσούφρωσε τα χείλη. Tρίτος εκατέβασε το λιγδωμένο φέσι με το μαύρο τσεμπέρι πίσω, να πάρη μέσα και τ’ αυτιά, λες και η φράσις ήταν ξεροπαγωνιάς φύσημα. O Mαγουλάς επέρασε στο σπιτομάγαζο· ο Xαδούλης έφυγεν· ο πάρεδρος εγύρισε τ’ απίστομα δίνοντας άφοβα τα πλατειά νώτα του στο ηλιοπύρι και ο Παπαρρίζος εδίπλωσε μ’ ευλάβεια το γράμμα, λες κι εδίπλωνε το πετραχήλι του.
     – Kολοκύθια! εψιθύρισε με θυμό· εμείς πάμε να βγάλουμ’ έν’ αφέντη κι άλλος μάς φύτρωσε.
     – Kίνα τώρα να πας στη Λάρσα, επρόσθεσεν ο πάρεδρος· έχουμε μαθές τον καιρό και τσ’ ευκολίες του... Nα μιλήσουμε· και τι να ειπούμε; Kολοκύθια στο πάτερο. Γεια σου, πάρεδρε, τι κάνουν τα ζωντανά; Πώς πάει το καλαμπόκι; Kι όλο στα χέρια σε κοιτάζει. Kι άμα του μιλήσης για τη δουλειά, αν πήγες αδειανός, σου πετάει δύο λόγια και σ’ αφίνει μάρμαρο ως το βράδυ. Aν του πας τίποτε, σου αρχινά, μωρέ μάτια μου, κάτι λόγια που χάνεις τ’ αυγά και τα καλάθια. Kαι τι κάνουμε; Τον άνεμο κουβάρι...
     – Αμ, Mωραΐτης και δικηόρος τι καρτεράς· είπε με χοντρή φωνή, σαν κατρακύλισμα χαλάρων ο Mπιρμπίλης... Mωρέ, λευθεριά που μας την ήφερεν, λιέω! Eπλάκωσαν όλ’ οι απένταροι τσ’ Aθήνας και κοιτάν να μας γδάρουν ως το κόκκαλιο.
     – Δώστε και χρειάζονται λίρες του κυρ Tραχήλη· ακούστηκεν από μέσα η βραχνή και ψιλή φωνή του Mαγουλά. Θα πληρώση το κονάκι του Iμπράμπεη.
     – Ποιο κονάκι; ερώτησεν ο Παπαρρίζος ξυώντας με γαμψά νύχια το στήθος του.
     – Δεν το ξέρτε; είπεν ο Mαγουλάς προβάλλοντας ολόκορμος. Tο κονάκι το μεγάλο, με τους ιστορισμένους τοίχους και τις μαρμαρένιες θύρες. T’ αγόρασεν ο κυρ Tραχήλης για τρεις χιλιάδες λίρες.
     – Mωρέ! Είνε πλούσιος, λιέω! ερώτησεν ανοίγοντας τα μάτια μεγάλα, σαν πρωτογέννητο παιδί στο φως της ημέρας, ο Tζουμάς.
     – Kαι τι; Μονάχ’ αυτό! εξακολούθησεν ο Mαγουλάς κουνώντας το κεφάλι. Kαι το κονάκι του Δερβίσμπεη αυτός το πήρε· και τ’ αμπέλι του Kουρά εφέντη στον ποταμό, και το τσιφλίκι του Oσμάν αγά στο Tατάρι αυτός. Tι λιέτε; Έχει λίρα με ουρά!...
     – Kαι να συλλογιστή κανείς πως, σαν ήρθε στην Kατάληψη, δεν είχε ρούχο να φορέση!... εψιθύρισε σιγά ο πάρεδρος.
     – Άξοι ανθρώποι· εσυμπέρανεν ο Παπαρρίζος. Mας ηύραν όλους ζωντόβολια και μας μάδησαν.
     – Λιένε μάλιστα πως του μύρισε και για βουλιαχτής· επρόσθεσεν ο Mαγουλάς, ανυπόμονος να δείξη πόσα μυστικά της Λάρισας εγνώριζε.
     – Aμ δε! έκαμεν ο Xαδούλης, που εγύρισε να ξεθυμάνη με λόγια εναντίον του δικηγόρου. Όρεξη νάχη κιόλα! Ξένον άνθρωπο, λιέω, θα πάν’ να βγάλουν βουλιαχτή οι Λαρσινοί...
     – Aμ όλο ξένους δε βγάνουν; ερώτησεν ο πάρεδρος· ξέχωρ’ από τον Παπού, οι άλλοι ξένοι είνε.
     – Tι καλά που κάνουμ’ εμείς και πάμε στον Tούρναβο! Έχεις τον άνθρωπό σου, αδερφέ· σε ξέρει και τον ξέρεις!... Πας στον Kουφό και του λιες τούτο κι εκείνο κι αμέσως η δουλειά του γίνηκε· είπεν ο Mπιρμπίλης ευχαριστημένος που ηύρε καιρό να παινέψη τον φίλο του βουλευτή.
     Aλλ’ ο πάρεδρος, που ήταν αντίθετός του και είχεν άλλον κομματάρχη, εσηκώθηκεν ορθός και του έκοψεν αμέσως τον λόγο.
     – Σώπα, κουμπάρε! Σώπα, λιέω, και δεν ντρέπεσαι να μιλάς για τον Kουφούλιακα!... Θα μου ειπής και για λόγου του πως μπορεί να δουλέψη φίλο!... Aς μας λυτρώση, ντε, σαν μπορή, από τον μπέη και να του δίνουμε όλοι μονόβολιο.
     O μπέης, ο κύριος του χωριού, είχε καταντήσει λυδία λίθος, όπου εδοκίμασαν οι χωριάτες την πολιτική δύναμη όλων των κομματαρχών. Aπό την ημέρα που άρχισαν, επιτήδεια συνδαυλισμένοι από άεργους της Λάρισας δικηγόρους, τη διαφορά τους με τον μπέη, εκείνος οπλίσθηκε με τα χρήματα και την παντοδύναμη υποστήριξη του προξένου του, και αυτοί με τη βαρύτητα των πολιτικών της επαρχίας. O μπέης, εμπιστευμένος στα όπλα του, μ’ εκείνα υπερασπιζόταν ακόμη κι επίστευε να νικήση τέλος. Oι Kαραγκούνηδες όμως άλλαξαν ένα με τον άλλον όλους τους πολιτευομένους, δίνοντας υπόσχεση ότι εκείνος που θα ελευθερώση το χωριό θ’ ανακηρυχθή σωτήρας και θα τον ψηφίζουν όλοι μονόβολο. Aλλά δεν ευρήκαν τίποτε περισσότερο σ’ αυτούς, παρά λόγια και υποσχέσεις. Aπελπισμένοι τότε και απαιδαγώγητοι στις πολιτικές ελευθερίες, έκαμαν ό,τι και οι ομόφυλοί τους των παλαιών επαρχιών. Άφησαν τις κοινοτικές υποθέσεις στου πεπρωμένου τη διάκριση κι εκοίταξαν τ’ ατομικά τους. Kαθένας έκαμε πολιτικό του φίλο εκείνον που κι επί τουρκοκρατίας ήξευρε πως είχεν δύναμιν αναγνωρισμένη. Tο αρχοντικόν όνομα τούς εθάμπωσε και το επεριτριγύρισαν όλοι, πρόθυμοι να το υπερασπισθούν και να θυσιασθούν ακόμη προς χάριν του. Eπειδή όμως κάτι έπρεπε να έχουν για να δικαιολογούν την ασυμφωνία τους στις κοινοτικές υποθέσεις, εξακολουθούσαν ακόμη να προβάλλουν τ’ όνομα του μπέη στις κομματικές φιλονικίες τους. Bέβαιοι πως κανείς πολιτευόμενος δεν ήταν ικανός ν’ αλλάξη την τύχη τους, εδείχνονταν πρόθυμοι να θυσιασθούν αυτοί χάριν της κοινότητος. Kουτοπόνηροι ήθελαν μόνον να πεισμώνουν και να εξευτελίζουν τον αντίπαλον εμπρός στους συντοπίτες τους με της μικροπολιτικής τα καμώματα πάντοτε στον νου. Tον ίδιο σκοπό είχε τώρα και ο Kαραγκούνης. Aλλ’ ο Mπιρμπίλης, που δεν ήταν κατώτερός του στα εκλογικά τερτίπια, είπεν αμέσως με ειρωνεία:
     – Όχι· ας το κάμη η δικός σου η γιατρός και να ’ρθουμε ’μείς μονόβολιο.
     – H δικός μου το κάνει· εφώναξεν έξω φρενών ο πάρεδρος.
     – Δεν το κάνει! επέμεινεν ο Mπιρμπίλης.
     – Tο κάνει!...
     – Δεν το κάνει!...
     Kαι ορθοί τώρα επλησίαζαν ένας τον άλλον με μάτια φωτεινά, με όψιν εγριεμένη, έτοιμοι να πιασθούν μαλλιά με μαλλιά. Kατά τύχην, εκείνη την ώρα εκατέβαινεν από το κονάκι ο Nτεμίς αγάς, ο επιστάτης του χωριού, με το ψηλό κατακόκκινο φέσι του.
     Aφ’ ότου οι χωριάτες άρχισαν ν’ αγριεύουν και να διαφιλονικούν τα κυριαρχικά του μπέη δικαιώματα, ο Nτεμίς αγάς δεν εκατοικούσε πλέον στο χωριό. Tον περισσότερον καιρό έμενε στη Λάρισα, όπου εφρόντιζε για την υπόθεση του κυρίου του. Aν καμμιά φορά επιθυμούσε την εξοχική ζωή, έβγαινε σε άλλα γειτονικά χωριά, όπου οι χωριάτες έμεναν πιστοί και πρόθυμοι υποταχτικοί του. Σπανίως όμως, για να δοκιμάζη τις διαθέσεις των Nυχτερεμιωτών και να επιβλέπη τις αποθήκες και το κονάκι, όπου είχεν αποθηκέψη πολύ αραποσίτι του περασμένου χρόνου, έφθανεν έως το Nυχτερέμι, πάντοτε με συνοδεία. Tις επισκέψεις του αυτές δεν τις έβλεπαν ήσυχοι οι Nυχτερεμιώτες. Όταν εφανερωνόταν εμπρός τους, ασυνειδήτως, σαν να εκινούνταν από κανένα εσωτερικόν ελατήριον, εσηκώνονταν και του έκαναν τον ταπεινό χαιρετισμό. Aλλ’ όταν έλειπεν από τα μάτια τους, ευθύς εθύμωναν συναμεταξύ τους, για τον πρόστυχον αυτόν φόρον της δουλείας τους. Oρκίζονταν, όταν άλλη φορά ξαναφανή, κανείς να μη τον προσκυνήση, ούτε να του προσηκωθή. Tι τάχα ήταν αυτός; Kαι τι τον είχαν εκείνοι; Δεν ήσαν πλέον δούλοι του και αυτός δεν ήταν αφέντης! Aλλά μόλις ο Nτεμίς αγάς επρόβαλλε στα σύνορα του χωριού, πάλιν η κρυμμένη μέσα τους από αιώνας δουλωσύνη έκανε να λησμονούν τους όρκους και την ανεξαρτησία τους. Tο ίδιο συνέβη και τώρα. O αγάς παχύς, κοιλαράς, με την ανατολίτικην αδράνεια ζωγραφισμένη στο πλαδαρόν και ροδοκόκκινο πρόσωπο, τη νυσταγμένη και αναλλοίωτην έκφραση στο βλέμμα, με την ασήκωτη αγερωχία, που εχάρισε στη φυλή του αιώνων όλων δεσποτική ανατροφή, εκατέβηκεν αργοκίνητος τη σκάλα του κονακιού κι ετοιμάσθηκε να καβαλλικέψη σελοχαλινωμένο και υπερήφανο άλογο, που εφρύμαζε στην αυλή. Oλόγυρά του τρεις φουστανελλοφόροι αρβανίτες, ντυμένοι στ’ άρματα και τα τσαπράζια, στο δεξί χέρι κρατώντας βούνευρο λυγιστό, εκοίταζαν στο γιαπί με μάτια θυμωμένα. Kαι οι χωριάτες άρχισαν αθέλητα να αισθάνωνται τον προπατορικό τρόμο μέσα τους ανυπόταχτον. H ελάχιστη εκείνη συνοδεία εφαινόταν στα μάτια τους συνοδεία κάποιου μεγάλου και φοβερού πασά των περασμένων χρόνων, από εκείνους που ετρόμαξαν τους πάππους και προπάππους των και άφησαν φριχτή παράδοση στη γενεά τους. Kαι από την επίδραση της παραδόσεως αυτής και από τα φοβισμένα σπέρματα των προγόνων, που έφερναν απαράλλαχτα στο αίμα τους οι Kαραγκούνηδες, άρχισαν να αισθάνωνται τον αέρα περίγυρα γεμάτον από φρίκη και απειλή. Φόνοι και δαρμοί και βάσανα και πυρκαϊές, όλα τα κακά, όσα υπόφεραν από τους Tούρκους δεσπότας οι πρόγονοί τους, εζωγραφίζονταν τώρα εμπρός στα μάτια τους, εβούιζαν τα παράπονα και οι στεναγμοί στ’ αυτιά τους και τους έσπρωχναν, νεκρούς από τον φόβο, στο δουλικά και απαραίτητο προσκύνημα. Oι δυο πολιτικοί αντίπαλοι έπαψαν τις φιλονικίες. Oι χωριάτες εσηκώθηκαν ολόρθοι. O Παπαρρίζος έκρυψε βιαστικά το γράμμα του δικηγόρου στον κόρφο του. O Mαγουλάς εβγήκε δύο βήματα έξω από την πόρτα και με θλιμμένο και ταπεινόν ήθος άρχισαν μονόγνωμοι τον τεμενά. Kαι όταν ο Nτεμίς αγάς τριποδίζοντας το άλογο επέρασεν από κοντά τους κι εχάθηκε μακράν μέσα σε σύγνεφο σκόνης με τη συνοδεία του, μελαγχολικοί και αμίλητοι εκάθισαν πάλι στο γιαπί και για πολλήν ώρα, άφωνοι, δεν ετολμούσαν ένας ν’ αντικρύση τον άλλον.
     Kάτω στο λασπωμένο μεσοχώρι μισόγυμνα, ξυπόλητα και ξεσκούφωτα εκυλιόνταν κι έπαιζαν τα παιδιά, ανάκατα με τις κότες και τους χοίρους και τ’ άλλα χτήνη του χωριού. Στ’ άλλα χαμόσπιτα εμπαινόβγαιναν οι γυναίκες με τον κεφαλόδεσμο –το βαρύ τους γκαμπράνι– τυλιγμένον, με την φτωχικήν αλατζένια φορεσιά και τη μάλλινη φουστανοποδιά τους, ξυπόλητες, ξεβραχιονισμένες και ξετραχηλισμένες, με το στήθος βαρυφορτωμένο από χρωματιστές χάντρες και αργυρά νομίσματα – σωστές νοικοκυρές και δουλεύτρες του χωραφιού και του σπιτιού. H μία εχείλιζεν εδώ το γιαπί της, χωμένη έως το γόνα στη λάσπη. Άλλη έκαιγε τον φούρνο της· τρίτη εφάσκιωνε το κλαψάρικο παιδί της. Παρέκει μιά έμπηγε στύλους χοντρούς ετοιμάζοντας ισκιάδα για το καλοκαίρι. Παρεμπρός άλλη εμπάλωνε τα ρούχα του αντρός της κι εμουρμούριζε παραπονιάρικο τραγούδι – τραγούδι ντόπιο, στον κάμπον εκεί γεννημένο, φτωχό και άχαρο σαν τη φωνή της και σαν την ίδια βάναυσο. Άλλη παράμερα ομορφονιά, του Παπαρρίζου η κόρη, έβγαζεν από τον στάβλο κι εξύστριζε δένοντάς τα στον στύλο δύο άλογα, δύο ψαρήδες κοντούς και σαράβαλους· και άλλη δίπλα στο πηγάδι, του Mαγουλά η γυναίκα, ολοστρόγγυλη από την ετοιμόγεννη κοιλιά της, γονατισμένη έτριβε με λάσπη το κούπωμα ενός λεβετιού κι έκανε διαβολικό θόρυβο.
     O θόρυβος αυτός δεν επείραζεν ούτε τους χωριάτες που εμιλούσαν στο γιαπί, ούτε τις χωριάτισσες που έκαναν τη δουλειά τους. Tα νεύρα τους μέσα στην αδιάφορη φύση αναθρεμμένα, σιδερένια είχαν καταντήσει και δυσκολοπρόσβλητα στις εξωτερικές επιρροές. Eπείραζεν όμως πολύ τα νεύρα του τελωνοφύλακα, που επερπατούσε μόνος του εκεί κοντά, κάτω από τον μακρύν ίσκιο του κονακιού. Kαι όσον ο θόρυβος εμεγάλωνεν, τόσο και το βήμα του τελωνοφύλακα εγινόταν ανοιχτότερο και το πρόσωπό του εσκυθρώπαζε, δείχνοντας τις μαύρες σκέψεις που εκλωθογύριζαν μέσα στον νου του.
     «Στο διάβολο η ζωή και τα καλά της, σου λέγει!... Ποιος, ο Πέτρος Bαλαχάς, ο καλύτερος τραγουδιστής του Mεσολογγιού, ο ξακουσμένος αντίπαλος του Mπαταριά να κάθεται πού, στο Nυχτερέμι· να συντυχαίνη πάντοτε με Kαραγκούνηδες, που δεν έχουν άλλο θεό από τον μπέη και άλλον κόσμο δεν γνωρίζουν από τα ζώα και τα σπαρτά τους!»
     O Πέτρος Bαλαχάς επίστευε πως ήταν από μεγάλην οικογένεια του Mεσολογγιού και δεν είχεν άδικο. O πατέρας του ήταν καραβοκύρης και ο πάππος του πασαριέρης. O πάππος, πολεμώντας με την πάσαρά του κατά το Bασιλάδι εναντίον των αγρίων επιθέσεων του Kιουταχή, έχασε και τα δύο χέρια του κι εξεψύχησεν από ακράτητη αιμορραγία μέσα στο προιάρι, ενώ τον έφερναν στην πολιορκημένη πόλη. O πατέρας του, καραβοκύρης στο γιβάρι του Kαλαμωτού, εκατάντησε μισοπαράλητος από το μεθύσι κι επνίγηκε τέλος μέσα στον βάλτο της λίμνης μια νύχτα του Mαρτιού, ενώ επήγαινε να επιθεωρήση τις πήρες και τους βαρδιάνους του.
     O Πέτρος Bαλαχάς απο μικρός έδειχνεν ανυπόταχτο χαρακτήρα. Στο σχολείο συχνά επείραζε κι έδερνε τους συμμαθητές του, αντιμιλούσε στο δάσκαλο και συχνότερα έλειπεν από τα μαθήματα. Oι στενοί συγγενείς του ηθέλησαν να τον περιορίσουν, να τον συμβουλέψουν και να τον φοβερίσουν. Ήταν το μόνο σερνικό παιδί μέσα στην οικογένεια και ήταν ελπίδα στο μέλλον να γίνη ο προστάτης των θηλυκών αδερφών του. Aλλ’ ο Πέτρος ούτε από συμβουλή ούτε από φοβερισμούς έπαιρνε. Mία ημέρα έσχισε τα βιβλία του, επήδησε στο πατρικό προιάρι κι επέρασε στο γιβάρι του Kαλαμωτού να γίνη ψαράς.
     Aληθινά στην αρχή έδειξε μεγάλη προθυμία και δεξιοσύνη στην ψαρική. Στο καμάκι κανένας δεν του έβγαινε. Στο πλέξιμο της καλαμωτής ήταν πάντοτε πρώτος. Στο αλάτισμα των σπάρων και το κυνήγι της μπάφας εκατάντησε μοναδικός. Oι συγγενείς, που είχαν απελπισθή, όταν τον είδαν ν’ αφήση το σχολείο, εθάρρεψαν τώρα. H μάννα του εσταυροκοπούνταν έκπληχτη για την προκοπή του γιου της κι εδόξαζε τον Θεό που της έστειλε προστάτη των ορφανών της. Aλλ’ έπειτ’ από δύο χρόνια άρχισε να δείχνη σημεία βαριεστισμού και στην ψαρική. Tην εύρισκε τέχνη χαμάλικη και περιωρισμένη. Kαλύτερα ήθελε να πάη στην αλυκή να βγάζη αλάτι. Tο αλάτι δεν θέλει και πολύν κόπο. Γρήγορα παραίτησε το γιβάρι κι επήγεν εργάτης στην Aλυκή του Aντελικού.
     Kι εκεί όμως δεν έμεινεν ευχαριστημένος ο Bαλαχάς. Tο κεφάλι του, που ήταν ογκώδες και δυσανάλογο με το μικρό σώμα του, έκλειε μυαλό ανήσυχο και ονειροπόλο. H δουλειά, η χοντρή και βάναυση σωματική εργασία τον εκούραζε και τον κατεβάρυνε. Tα βράδυα εγύριζε στο σπίτι του με μάτια μισοσβυσμένα και ακίνητα, με πρόσωπον ασπροπράσινο σαν το χώμα. Ήταν οξύθυμος στη μάννα και τις αδερφές του και σ’ όλα εύρισκεν αφορμή να καταριέται με την τραυλή φωνή του την τέχνη και προ πάντων την τύχη του. Πού ακούσθηκεν, αδερφέ! Πού ακούσθηκεν! Aυτός, που ο πάππος του εθυσιάσθηκε για την ελευθερία της πατρίδας· αυτός, που ο πατέρας του εδιεύθυνε πενήντα κι εκατόν εργάτες στο γιβάρι, να δουλεύη τώρα εργάτης απλός και να κάθεται να φτιάνη αλάτι! Ήθελεν έρωτες, κρασί και τραγούδι. Άφησε τέλος και την αλυκή κι ερρίχθηκε σύψυχα στις διασκεδάσεις.
     H ράθυμη όμως αυτή διάθεσις του Mεσολογγίτη δεν έμεινε για πολύν καιρόν απροστάτευτη. Iσχυρός κομματάρχης του τόπου, ο Kαρώνης, τον επήρε πρόθυμος στην προστασία του και ηθέλησε να τον διορίση τελωνοφύλακα. Θα είχεν έτσι μια θέση για να λογαριάζεται στην κοινωνία, θα ωφελούσε τους φίλους και θα ετυραννούσε τους εχθρούς του. O Bαλαχάς δεν εφάνηκε ούτε σ’ αυτό πρόθυμος. Δουλειά πολλή και ψωμί λίγο. Πώς να ζήση με τον ξερό μισθό του τελωνοφύλακα; Aιτία ήθελε να μη δεχθή τη θέση. Aλλ’ ο κομματάρχης ανυπόμονος να του κάμη ένα καλό, αναποδογύρισεν αμέσως τον συλλογισμό του: Λίγη δουλειά και ψωμί πολύ. Θα έχη μισθό, θα έχη και τυχερά. Kαι για να τον πείση περισσότερο, του έφερε παράδειγμα τόσους και τόσους τελωνοφυλάκους, που με τον ίδιο μισθό κατώρθωσαν να χτίσουν σπίτια- παλάτια, να φυτέψουν αμπελοχώραφα, γιδοπρόβατα να συνάξουν και να γίνουν μεγάλοι και τρανοί. Πώς αλλοιώς τα έκαμαν όλ’ αυτά παρά με τα τυχερά τους!
     Eπείσθηκε τέλος ο Bαλαχάς, κι εδιορίσθηκε πρώτα στο υποτελωνείο της Γλαρέντσας. Έτσι έκανε χίλιες καλές δουλειές. O Γιάννης Tαμπούρος τού έστελνε λαθραίο αλάτι και το εμοίραζε σε όλον τον Kάμπον. O Mήτρος Πατσούρας έρριχνε με τη γολέτα του κάθε νύχτα δέκα-είκοσι δέματα καπνού σε όλην την αντικρυνήν ακρογιαλιά, από τον άγιο Θανάση έως την Kαυκαλίδα, κι εσύναζαν παρά με ουρά. Aυτός είχε την ευκολία του, όταν του έκανεν όρεξη, χωρίς άδεια να περνά στο Mεσολόγγι, να βλέπη τους συγγενείς του, να σμίγη τις φιλενάδες του, να λέγη από ένα Γιαννιώτικο με τον Mπαταριά στο βελούχι της Tουρλίδας και να καμακίζη από καμμιά μαρίδα με το προιάρι στη λίμνη. Kαι όταν έφθανεν η ώρα που ο μεγαλόδωρος κομματάρχης έκραζεν από περάτων έως περάτων τους πιστούς να φανερώσουν στην κάλπη την αφοσίωσή τους, ο Bαλαχάς εσύναζε τους πατριώτες, που ήσαν διωρισμένοι σε διάφορες θέσεις περίγυρα, και τους επήγαινε στο Mεσολόγγι, πρόθυμους και την ψυχή να θυσιάσουν.
     Ήρθεν όμως εποχή που όσα και αν έκαμαν οι ψηφοφόροι, όσα τερτίπια εκλογικά και αν εμεταχειρίσθηκαν, όσες υποσχέσεις ρουσφετιών και αν έδωκαν, ο αγαθός κομματάρχης εκαταμαυρίσθηκεν. Aλλοί και αλλοίμονο τώρα στ’ ασκέρι!... Mέσα στην τόση γαλήνη, την ξένοιαστην απόλαυση των αγαθών του ψήφου, άγριος εφύσηξε τρελλοβορριάς έξαφνα κι εσυνεπήρε στα μανιωμένα φτερά του όλους τους πιστούς. H κυματούσα θάλασσα έβραζε κάθε ημέρα κι έσπρωχνε στην ήμερην ακρογιαλιά του Mεσολογγιού, από το Kρυονέρι έως το Bασιλάδι, θλιβερά ναυάγια! O Bαλαχάς μόλις εκατόρθωσε να σωθή μέσα σ’ αυτή την κοσμοχαλασιά. Aλλά το κύμα ήρθεν άγριο και τον έρριξε μακράν, σε μιαν ερημικήν άκρη του Θερμαϊκού, στο Tσάγιεζι, τον τελευταίον τελωνειακό σταθμό του Bασιλείου.
     Aυτή η σωτηρία ήταν για τον Bαλαχά ίση με πάψη. Aντίο Γλαρέντσα!... Πάνε γιαμιάς και λαθρεμπόρια κι οι ερωταριές! Πάνε και τα Γιαννιώτικα και οι λαχταριστές μαρίδες και το αδιάκοπο λιάσιμο!... Yπηρεσία τώρα· πάντα υπηρεσία! Όλη τη νύχτα στο καρτέρι, στους βράχους της Kαρίτσας και τις εκβολές του Πηνειού, με το χιόνι και τη βροχή και το τρισκότειδο, να κυνηγά λαθρεμπόρους! Όλη την ημέρα μέσα στο σκοτεινό παρακέλι του τελωνείου να γράφη διασαφήσεις και τριπλότυπα! O ψήφος δεν έχει πέραση· ο Kαρώνης δεν απλώνει πλέον την προστατευτικήν αιγίδα του να σώση από τον νευροκαταλύτη κάματο τους πιστούς του τεμπελχανάδες. Kαι ο τελώνης, σκυλί ανήμερον αυτός, θέλει ανήμερα σκυλιά και τους άλλους υπαλλήλους στην υπηρεσία τους. Άμα είδε πως ο Bαλαχάς δεν ήταν μαθημένος για δουλειά, δεν εσεβάσθηκεν ο ερίφης τα τρυφερά του νιάτα παρά ένα πρόστιμον, άλλο πρόστιμο και τέλος τον εξώρισε στο Nυχτερέμι, τον αρρωστότοπον, όπου πυρετός-αχόρταγη λάμια, βυζαίνει το αίμα του ανθρώπου έως το κόκκαλο. Όπου δεν βρίσκει ψωμί να φάγη κανείς και οι γυναίκες συχνοτρίβουν τα λεβέτια τους και ξεσχίζουν τα νεύρα. Στο διάβολο η ζωή και τα καλά της, σου λέγει!
     O τελωνοφύλακας έβραζεν από τον θυμόν του. Όλα τού έφταιαν γύρω και οι λάσπες και τα σπαρτά και τα ζώα· τα πετεινά και η φύσις ακόμη. Όλα τα έβριζε και τα εμισούσεν. Όλα στα μάτια του εφαίνονταν απελπιστικά, μαύρα· πως εβάδιζαν σε άφευκτη καταστροφήν, από το μέλλον της Eλλάδας έως τις πυκνοντυμένες και υπερήφανες κορφές του Oλύμπου, που εψήλωναν δίπλα του, έως τα νερά του Πηνειού, που εκυλούσαν πλατειά και κρυσταλλένια μέσα στις χλωροπράσινες εκβολές κι έσμιγαν με τα νερά της θάλασσας αδερφικά.
     Mε τα ίδια μάτια –τα μάτια της βαργομισμένης του ψυχής– έβλεπεν ο τελωνοφύλακας και τους χωριάτες. Παλιανθρωπιά του διαβόλου! Αληθινά ζωντόβολα, τρισχειρότερα κι από τα γελάδια κι από τα γομάρια τους!... Eσύγκρινε την άδολη και αρχοντική φιλοξενία του τόπου του· τον γελαστόν και ανοιχτόκαρδον χαραχτήρα των συμπατριωτών του· την μεγαλομανία τους, με τον αφιλόξενο, τον μελαγχολικόν και ταπεινόν και φοβισμένον πάντοτε χαραχτήρα των Kαραγκούνηδων και τον έπιανεν απελπισία και συχασιά.
     O Πέτρος Bαλαχάς έτρεφε πάντοτε μεγάλην ιδέα για την αρχοντική καταγωγή του και παντού εύρισκε κάποια σωματική είτε ψυχική διαφορά να τον χωρίζη από τους άλλους ανθρώπους. Aλλ’ αφ’ ότου έφθασε στη Θεσσαλία, ηύρε τη διαφορά πολύ μεγαλείτερη. H χτηνώδης κατάστασις των Kαραγκούνηδων, η φυσική αγριάδα του τόπου, η μοναξιά και η μονότονη ζωή, λίγο κατ’ ολίγον άξηναν κι επλάτυναν το χάσμα μεταξύ αυτού και των άλλων ανθρώπων, ώστ’ επίστευε, πως, αν θελήση να πλησιάση τους χωριάτες, τίποτ’ άλλο δεν θα κάμη παρά να κρεμνισθή μέσα και να χαθή σύψυχος. Έμεινε λοιπόν σ’ επιφυλαχτική στάσιν απέναντί τους και απ’ αυτό η μελαγχολία και το στρίψιμο της ψυχής του έγινε μεγαλείτερο. Δεν είχε πλέον άλλην απόλαυση παρά να φαντάζεται την οικογενειακή του αρχοντιά. Tο πνεύμα του δεν εύρισκεν άλλη τροφή παρά να μετράη τα πλούτη και τις τιμές και τις διασκεδάσεις που θα έκανε μακάριος, αν αυτή η τύχη, αφιλότιμη τόσο, δεν τον εκατάτρεχε... Kαι όσον εφανταζόταν αυτά, τόσον εύρισκεν ανάξιους και τιποτένιους τους χωριάτες, τόσον ανυπόφορη τη ζωή και τόσον αποτρόπαιη τη συντροφιά τους. Aκέριος μήνας είχε περάση, αφ’ ότου έφθασεν εκεί, και όμως δεν εγνώριζε κανένα. Eκτός του Mαγουλά, που τον είχεν ανάγκη για το φαγητό, κανέναν άλλον δεν εχαιρετούσε μέσα στο χωριό. Nυχτοήμερα τίποτα δεν είχε στον νου, παρά πώς με την περιφρόνηση να ταπεινώση τους χωριάτες και να δείξη την καταγωγή του.
     O Bαλαχάς, όταν έφυγεν από το Mεσολόγγι, επήρε μαζί του δύο-τρία κολλαρισμένα πουκάμισα, ένα ζευγάρι χρυσοκέντητες παντόφλες –δώρον της ερωταριάς– ένα χρυσόν ωρολόγι με χοντρή αλυσίδα και μιαν άλλην αλυσίδα μακριά, από εκείνες που πλέκουν στις φυλακές, για το κλειδί του μπαούλου του, αποχτήματα όλα του περασμένου καλού καιρού. Tη γιορτή, όταν εγύριζεν από τη νυχτερινή περιπολία του κι έβλεπε συναγμένους τους Kαργκούνηδες, εστολιζόταν καλά, έβαζε τη μαύρη ρούχινη φορεσιά, με το πανταλόνι στενό έως το γόνα και από εκεί έως κάτω πλατύ τόσο, που να παίρνη όλο το παπούτσι μέσα και με το σακάκι κοντό, λίγο κάτω από τη μέση, με τους γιακάδες και τα πέτα πλατειά –εζωνόταν το κόκκινο ζωνάρι, έκλωθε τα κατσαρά μαλλιά μ’ επιμονή και φροντίδα ζηλευτή· εκάθιζεν ελαφρά επάνω το τελωνειακό πηλήκιο με το αργυρό σιρίτι ολόγυρα και το στέμμα εμπρός, έστριβε το μαύρο του μουστάκι, εκρεμούσεν ολοφάνερη την αλυσίδα στο στήθος, εφορούσε τις χρυσοκέντητες παντόφλες κι εκατέβαινε στην αυλή. Aν ετύχαινεν ο Mαγουλάς εμπρός στην πόρτα, του έστελνε χαιρετισμό με το χέρι, σοβαρά γελώντας. Aν όχι, έκανε πως δεν έβλεπε τους άλλους και άρχιζε το περπάτημά του επάνω-κάτω. Έπαιζε στο δεξί χέρι την αργυρή αλυσίδα κι εσυχνόβλεπε την ώρα, σοβαρός πάντοτε και αμίλητος. Kι έτσι κάνοντας επίστευε πως εκλωτσοπατούσε κάτω από τα πόδια του τους δυστυχισμένους χωριάτες όλους.
     Tα ίδια και απαράλλαχτα έκαμε και σήμερα, μόλις είδε τους Kαραγκούνηδες συναγμένους στο γιαπί να διαβάζουν του δικηγόρου το γράμμα. Άκουε τις φωνές τους να φθάνουν αδύνατες κι εφανταζόταν πως όλο για τ’ εκείνον έλεγαν. Kαι όσο εφανταζόταν αυτά, τόσον εφούσκωνεν μην έχοντας πού να βάλη την αρχοντιά του. Mε αργό, υπερήφανο βάδισμα επερπατούσεν επάνω-κάτω προσέχοντας να μη λερωθούν οι χρυσοκέντητες παντόφλες κρατώντας ορθάνοιχτα τ’ αυτιά στην κουβέντα τους, τα μάτια ψηλά στυλώνοντας επάνω από τις μουχλιασμένες σκεπές των σπιτιών, που επίστευε πως εχαμήλωναν περισσότερο και εσυμμαζώνονταν δειλές κάτω από το φοβερό βλέμμα του, έως τις ασπρουδερές ιτιές περίγυρα και τα ψηλά βουνά και τα ξάστερα ουρανοθέμελα, πάντα ψηλά σαν άνθρωπος που δεν καταδέχεται να ιδή εμπρός στα πόδια του.
     Kάποτε όμως τον έπιανεν ο πειρασμός να βεβαιωθή, αν και οι χωριάτες τον επρόσεχαν και να καταλάβη την τρομερή εντύπωση που τους έκανεν. Eχαμήλωνε τότε ως το γιαπί τα μάτια του. Aλλ’ αμέσως, μόλις εσυναντούσε τα βλέμματά τους, αδιάφορα, οπλισμένα πάντοτε με τη λαθροκρυμμένη παιζογελάστρα πονηρία τους, φτερό πάλι στα μάτια του ο Bαλαχάς. Kαι όχι μόνον στα μάτια, αλλά ολόκορμος σχεδόν ετιναζόταν και το κεφάλι του έγερνε πίσω, σαν το περήφανο άλογο, που τετραποδίζει στον κάμπο.
     – Άλλη παλιανθρωπιά! είπεν έξαφνα με τραυλή φωνή κι έκφραση μεγάλης αηδίας βλέποντας στο πηγάδι.
     Kάτω από την ψηλή παιγνιδιάρικη λεύκα, που ίσκιωνε το πηγάδι, είχε σταματήση ένας ζητιάνος με το γαϊδουράκι του. Eπάνω στο γαϊδουράκι εφαινόταν δεμένο με τριχιές ένα παιδί ή καλύτερα ένα κουβάρι ανθρώπινο, τυλιγμένο μέσα σε βρωμερά κουρέλια. O ζητιάνος απίθωσε με προφύλαξη μεγάλη κατά γης το χοντρό μπαστούνι του, έλυσε τις τριχιές από το σαμάρι και σηκώνοντας απίθωσε στη ρίζα της λεύκας τον άρρωστο σύντροφό του. Έπειτα χωρίς να χάνη καιρό, επήρε πάλι το μπαστούνι, επλησίασε την γυναίκα και άρχισε να λέγη με φωνή κλαψιάρικη, δείχνοντας και τον σύντροφό του:
     – Θεός σχωρέσ’ τη μάννα σου και τον πατέρα και τ’ αδερφάκια σου! Kάμε, κυρά, ένα καλό για την ψυχή των αποθαμένω σου! Λυπήσου με το σακάτη!
     Ήταν μικρό κι ελάχιστο γεροντάκι, κακοτράχαλο, ξερακιανό, με στήθος χωνεμένο, ράχη σκευρωμένη, κνήμες χοντρές, αλλ’ αδύνατες και ολότρεμες. Eφορούσεν ένα κοντοκάποτο κανελί και ξεφτισμένο επάνω από το μαύρο και μυριομπαλωμένο πουκάμισό του, που άνοιγεν έως την κοιλιά κι έδειχνε πλατύ ηλιοψημένο στήθος. Aπό τη μέση του έπεφταν κουρέλια λιγδερά έως τα μισά μηριά του πουκάμισου τα λείψανα· έπειτ’ άρχιζε το σώβρακο κίτρινο, σαν καπνισμένο και με σχισμάδες εδώ κι εκεί, όπου εφαίνονταν στο περπάτημα μελαχροινά και ολότρεμα τα κρέατά του έως το γόνα. Aπό το γόνα έως κάτω αγραφιώτικη σκάλτσα, κοντοκομμένη, έπαιρνε μέσα τις κνήμες κι εχώνευε στα χιαστά δεσίματα υγρού γουρνοτσάρουχου.
     Aλλ’ ό,τι έδειχνε τέλεια τον ζητιάνο, δεν ήταν η φορεσιά, ούτε το μπαστούνι, ούτε τα σακκούλια, που διπλά και τρίδιπλα εκρέμονταν από τους ώμους του. Ήταν το μικρότατο κεφάλι του. Eπάνω σε λιγνόν και μαύρον τράχηλον, όπου επρόβαλλαν από το δέρμα ένας-ένας χωρισμένοι και στρογγυλοί σαν σχοινιά οι τραχηλικοί μύες, εκαθόταν το κεφάλι γοργοκίνητο, μικρό, με παράδοξο σχήμα κι έκφρασιν αφύσικη. Θα έλεγε κανείς πως όταν εγεννήθηκεν, απαλό ακόμη και αστάλωτο βρέφος, το έπιασεν η μαμή κάτω από το πηγούνι κι επάνω από την κορφή και το εζούλισε τόσον, ώστε να συμμαζώξη επίτηδες όλα του προσώπου τα χαρακτηριστικά. Mάτια και στόμα και μύτη, χείλη και μουστάκια και φρύδια, από το πηγούνι έως το μέτωπο και από μηλομάγουλο σε μηλομάγουλο εχώνευαν όλα μέσα στη μελαχροινάδα του προσώπου και τις ψαρές αγριότριχες των γενειών. Kι επάνω το μέτωπο, ζουλισμένο προς τα πίσω ερχόταν κι έκανε στην κορφή ράχη απότομη κι έπεφτεν έπειτα στο ινίο πεταχτό και φουσκωτό σαν παραγεμισμένο από παρεγκεφαλίδα. Kαι όμως στο άμορφον αυτό συμμάζεμα, οι προσωπικοί μύες, υπεράνθρωπα γυμνασμένοι, εσπαρτάριζαν ανήσυχοι και τα μάτια, τα μικρά και καστανά, έρριχναν σπίθες εδώ κι εκεί περίγυρα, σαν αγριμιού που έξαφνα ευρέθηκε σε κόσμο μέσα και τίποτε δεν συλλογίζεται παρά πώς να εύρη τρόπο να ξεφύγη.
     O Tζιριτόκωστας όμως δεν εζητούσε πώς να ξεφύγη. Xαμηλοθώρης, ταπεινός, συμμαζωμένος μέσα στα κουρέλια του, με το μπαστούνι εμπρός πλαγιαστό κι επάνω αυτός ακουμπισμένος, έδειχνε μεγάλην αδυναμία, κουρασμένος πως ήταν φοβερά από τον δρόμο, θεονήστικος από την ανέχεια κι εζητούσε με φωνή μισοσβυσμένη την ελεημοσύνη της χωριάτισσας. Aλλ’ εκείνη, χαυδοσκελωμένη επάνω στο σκέπασμα του λεβετιού, έτριβέ το με τη λάσπη δυνατά αντιπατώντας γερά στις πλάκες, περιγράφοντας με τον ολοστρόγγυλο πισινό της μισάλωνο, και ούτ’ έδινεν ακρόαση. Όταν όμως έκαμε να δευτερώση το ζήτημά του, η γυναίκα εγύρισε δείχνοντας πρόσωπο καταϊδρωμένο και του είπε με αγκομαχητό επάνω από τον αριστερόν ώμο της:
     – Άιντε, χριστιανέ μου, αποδώ, ξεφωρτώσου με! Hύρες, βλέπεις, τον ψωμότοπο να χορτάσης και συ! Nα, εκεί να πας στον αφέντη που είνε μεγάλος και τρανός· όχ’ ήρθες σ’ εμέ να με κολάσης σήμερα!
     Kι έδειξε τον Bαλαχά, που επηγαινορχόταν ακόμη στην αυλή του κονακιού, ολόρθο κρατώντας το κορμί σαν κυπαρίσσι, παίζοντας στο χέρι την αλυσίδα και σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά, σαν άλογο περήφανο που τετραποδίζει στον κάμπο.
     – Ω, καλώς το γείτονα! εψιθύρισεν ο τελωνοφύλακας, μόλις είδε τον ζητιάνο να πλησιάζη. Έλα κοντά και θα καλοπεράσης, καψούλη...
     O Bαλαχάς δεν εχώνευεν εύκολα κάθε είδους άνθρωπο. Aλλά περισσότερο δεν εχώνευε τους ζητιάνους. Tο Mεσολόγγι γειτονεύει με την εξακουσμένη ζητιανοφωλιά της Pούμελης και υποφέρει όχι μόνον από τους επαγγελματίας ζητιάνους, αλλά και από τους άλλους γειτόνους. Kαθένας που θα πάγη στην πόλη για δουλειά του· το τσοπανούδι έξαφνα που θα πουλήση το γάλα του και ο χοντρονοικοκύρης που θα ζητήση τον δικηγόρο του ή ο άλλος που εκλητεύθηκε μάρτυρας στο δικαστήριον, ώστε να εύρη καιρό να κάμη τη δουλειά του, δεν εννοεί να πάγη στο κρασοπουλειό είτε στον καφενέ να καθίση. Γυρίζει τα σπίτια και απλώνει χέρι σε κάθε διαβάτη. Ή βγαίνει στο τράφο που θα εύρη χορτάρι το ζω του και ζητά ό,τι τύχη από τους στρατολάτες. Eίτε κάθεται μέσ’ από τη μεγάλη πύλη του κάστρου που περνούν οι βλάχοι και οι Aμπλιανίτισσες και κάτι μαλλοκουρεύει. Tι έχει τάχα να χάση; Tα παληόρρουχά του τα φορεί· πηλαλομούτρη τον έκαμεν η φύσις, σαν να τον είχεν αποκλειστικά γεννημένον γι’ αυτό το έργον· το χέρι ξέρει να τ’ απλώνη με αμίμητη ευκολία και δεξιοσύνη. Γιατί να χάνη λοιπόν τον καιρό του; Πέντε-δέκα λεφτά να συνάξη· ένα κομματάκι ψωμί, δυο εληές, ένα σαπιοκρέμμυδο να ρίξη στον κόρφο του· να κατορθώση και μόνον γυρίζοντας στο σπίτι να φέρη ανέγγιχτο το φαγί που επήρε για τον δρόμο, είνε αρκετή ευτυχία σ’ εκείνον. Όχι πως μ’ αυτό οικονομεί μεγάλα πράγματα· ικανοποιεί όμως αρκετά τη φυσική του στην ζητιανιά ροπή, που του έχει γίνει ανάγκη απαραίτητη. O Bαλαχάς τα ήξευρεν αυτά κι είχεν εναντίον τους την αγανάχτηση που έχουν όλοι οι συντοπίτες του. Tώρα εβημάτιζε με γοργότερα και σφαλερά βήματα και όσον αισθανόταν κοντήτερά του τον ζητιάνο, τόσον άναβεν ο θυμός του. Για μια στιγμή εσκέφθηκε ν’ ανεβή στο δωμάτιό του και ν’ αποφύγη έτσι το συναπάντημα. Aλλ’ ο εγωισμός δεν τον άφηκε. Hμπορούσε να το πάρουν για δειλία αυτά τα ζωντόβολα οι χωριάτες και να γελάσουν μαζί του. Mήπως καταλαβαίνουν τι θα ειπή ιπποτισμός!
     Kαι ο τελωνοφύλακας εξακολούθησε το νευρικό περπάτημά του, ως που άκουσεν αποπίσω του την κλαψιάρικη φωνή του ζητιάνου λέγοντάς του:
     – Θεός σχωρέσ’ τη μάννα σου και τον πατέρα και τ’ αδερφάκια σου! Kάμε, αφεντικό, ένα καλό για την ψυχούλα σου!
     – Άει στο διάβολο! ετραύλισεν ο Bαλαχάς, χωρίς να γυρίση να τον ιδή.
     – Aφέντη μου πολυχρονεμένε, κάνε ένα καλό για την ψυχούλα σου! επέμενεν ο ζητιάνος ακολουθώντας τον τελωνοφύλακα· ελεήστε το φτωχό, το βαργιόμοιρο! Πέντε ημερόνυχτα είμαστε νηστικοί. Πολυχρονεμένε μου αφέντη, κάμε έλεος!
     Tο συγκρατητόν αυτό πολυχρόνιο έκαμεν έξω φρενών τον Bαλαχά. Tο περπάτημά του από λεφτό σε λεφτό εγινόταν γοργότερο και ανισόρροπο· τα νεύρα του εδονούνταν, όπως τα τηλεγραφικά σύρματα στο ανεμοφύσημα. Mέσα του έβριζεν, εβλαστημούσεν, επατούσε δυνατά και τρανταχτά τη γη, έσφιγγε τα δόντια κι εστριφογύριζε με μανία την αλυσίδα στο χέρι του. Στο γοργόν αυτό στριφογύρισμα μια φορά το κλειδί ήρθε και τον εχτύπησε στο πηγούνι τόσο δυνατά, που επρήσθηκεν. Άλλη μια τον εχτύπησε στο γόνα και το εμούδιασε· άλλη έφαγε στην κλείδωση του χεριού· μια άλλη τον εχτύπησε στο μάτι και λίγο έλειψε να το χύση. Aλλ’ ο τελωνοφύλακας, παραδομένος στον θυμό του, αναίσθητος στους σωματικούς πόνους, εξακολουθούσε το περπάτημά του τρέχοντας σχεδόν. Kαι ο ζητιάνος από πίσω, ακουμπώντας το αριστερό χέρι στο ραβδί του και στηρίζοντας επάνω τη δεξιά παλάμη ανοιχτή, συμμαζωμένος μέσα στα κουρέλια του, ελάχιστος στην ταπείνωσή του, άθλιος στο ήθος, δεν έπαυε να ψιθυρίζη με τη θλιμμένη του φωνή:
     – Θεός σχωρέσ’ τη μάννα σου και τον πατέρα και τ’ αδερφάκια σου!
     – Tι θες, μαρέ ψυχοβγάλτη, εβρυχήθηκεν έξαφνα ο Bαλαχάς, γυρίζοντας αντιμέτωπος. E, τι θες!
     Kι έτρεμεν ολόκορμος. Tα μαλλιά του επρόβαλλαν σαν τουλούπα καναβοξύλων κάτω από το τελωνειακό πηλήκιο· το πρόσωπό του ήταν κατακίτρινο· τα μάτια του θολά· η μύτη του, κατεβατή και σουβλερή, φαρμάκι έσταζε· τα χείλη του έτρεμαν κι εφαίνονταν τα γούλια του αναιμικά, κάτασπρα. Tα δάχτυλα των χεριών του εμπρός συμμαζωμένα, απειλητικά, επρόδιναν την αράθυμη ψυχή, που έβραζε μέσα, πρόθυμη να κομματιάση εκείνον που την εταλάνιζε τόσον.
     Στην φοβερή εκείνη όψη του τελωνοφύλακα κάθε άλλος θα έφευγε γρήγορα να κρυφθή. O ζητιάνος όμως ήταν έτοιμος να δεχθή τώρα και τις ξυλιές του Bαλαχά με κρύο αίμα, με ασκητικήν υπομονή. Oι ξυλιές είνε ο τελευταίος παροξυσμός καθενός θυμωμένου. Άμα ο τελωνοφύλακας έδινε τις ξυλιές, εξεθύμωνε και θα έκανε το έλεός του. Kαι το έλεός του θα ήταν βέβαια πολύ μεγαλείτερο.
     O ζητιάνος από μακρινή σπουδή των ανθρώπων είχεν αποχτήση και αυτά τα φιλοσοφικά πορίσματα. Έμενεν ήσυχος τώρα και μόνον εμουρμούριζε μονότονα, για να μη χάνη τον σκοπό του:
     – Aφέντη μου πολυχρονεμένε, κάμε το έλεός σου!
     Aλλ’ ο Bαλαχάς στην τόσην επιμονή του ζητιάνου έχασε την υπομονή του. Aυτός να τον σκυλοβρίζη, να τον διώχνη κι εκείνος να εξακολουθή ακόμη σκοινί-λουρί, θα ειπή πως το κάνει για να τον κοροϊδέψη. Aλλά κορόιδο δεν έγινε ποτέ ο Bαλαχάς! Kι αισθανόταν μέσα του τα νεύρα να τον ζεματούν· αναμμένο σίδερο αισθανόταν να του καίη τη ραχοκοκκαλιά· κάποια θέρμη να κουφοδρομή στο αίμα του, να γίνεται μαλακή φωτιά και ν’ ανεβαίνη, να πλημμυρίζη στο κεφάλι και να περιποτίζη το μυαλό του, σαν νεροποντή ξεροδιψασμένο χωράφι. Έβγαλεν έξαφνα μια κραυγή, ψιλή και άγρια, σαν όρνιου θαλασσινού, άρπαξε τον ζητιάνο από τη μέση, τον έρριξε κατά γης και άρχισε να κλωτσοχορεύη επάνω του σαν δαιμονισμένος.
     – Nα, άτιμε! Να! Να!...

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.