Έσταζε το ανθρώπινο αίμα,
Στο κατόπι, χάνονταν στις θάλασσες
Ένα δελφίνι χαίρεται,
Πριν φύγουν από τα πλυσταριό,
έκαναν κι αυτές μπάνιο σαν τις αμαρτωλές στο κρεματόρια.
Κοίταζαν απ' τις τρύπες των τοίχων,
οι ξεχασμένοι στρατιώτες των μετόπισθεν,
την ύστερη γυναικεία σάρκα, υγρή και τσαλακωμένη, βρώμικη κι αηδιαστική.
Πως μυρίζει εγκατάλειψη το ανθρώπινο αίμα! Και πόσο η κιβωτός του!
Ένα γουρούνι στο πλυσταριό, ένας λύκος τριγύρω,
μια αλεπού μυρίζει το αίμα!
«Τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης,
τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον»
Μάνα! Να των ανθρώπων τ αδέλφια.
Οι μεγαλόσταυροι κρεμασμένοι μαζί με τον εσταυρωμένο.
Στο σπίτι σαν έφταναν, πάντα αγέλαστες και πάντα σκεβρωμένες,
μύριζαν αίμα, φλέγμα, ιδρώτα και θάνατο.
Το νερό δεν καθάριζε το σώμα. Ουδεμία βάπτιση, ουδεμία Ανάσταση!
Μέλανα ζωμό, μια φέτα ψωμί κι ένα όνομα μνημονευομένου
ότι κρατούσαν στο νου, σαν μπάλωναν τις κάπες, στο φως του λυχναριού.
Στις άκρες τα ποντίκια και στα πόδια τους,
οι γάτες νηστικές, τα σκυλιά δεν βγάζανε άχνα!
Όλα τριγύρω κι ως τα ουράνια. Μυρωδιά καμένης σάρκας.
Μυρωδιά παιδιών στρατιωτών που χάθηκαν.
Μυρωδιά λήθης και αναστεναγμών.
Πριν κοιμηθούν δεν αρκούσε ο σταυρός κι η προσευχή.
Μια θηλιά κάτω από το προσκέφαλο για ώρα ανάγκης,
ακόμα και στα όνειρα, οδηγούσε στην Ελευθερία!
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου