Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pablo Neruda. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pablo Neruda. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Γενικό Άσμα



Τη γη τη λένε Χουάν 
XIII

 Ο ΑΜΑΔΟΡ ΣΕΑ Επειδής είχανε πιάσει
 (Της «Κορονέλ», τον πατέρα μου, και πέρασε
 Χιλή, 1949) ο Πρόεδρος που είχαμε ψηφίσει
 εμείς, και είπε πως ούλοι μας 
 ήμασταν λεύτεροι, εγώ τους εζήτησα
 να βγάλουνε το γέρο μου.
 Μ’ αρπάξανε και με βαράγανε
 μια μέρα ολάκερη.
 Κανέναν δεν ξέρω στο γραφείο.
 Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να θυμηθώ
 ούτε τα μούτρα τους. Ήταν αστυνομία.
 Κάθε που λιποθύμαγα μου χύναν
 σ’ όλο το κορμί νερό και ξανάρχιζαν
 να με βαράνε.
 Το βράδυ πριν να φύγουνε
 με πήγαν σούρνοντας 
 σ’ ένα αποχωρητήριο, μου χώσαν 
 το κεφάλι σε μια λεκάνη
 του απόπατου γεμάτη
 από κοπρίσματα. Πνιγόμουνα.
 «Τώρα, βγες να ζητήσεις
 ελευθερία απ’ τον Πρόεδρο,
 και θα στο στείλει το δώρο»,
 μου λέγανε. Νιώθω χίλια κομμάτια.
 Τούτο δω το πλευρό μού τό ’σπασαν. 
 Από μέσα μου όμως είμαι
 σαν και πρώτα, σύντροφε.
 Εμάς δε μας σπάνε παρά 
 σκοτώνοντάς μας.


Πάμπλο Νερούδα, Γενικό Άσμα, τ. Α΄,
μτφρ. Δανάη Στρατηγοπούλου, Τυπωθήτω – Γ. Δαρδανός, Αθήνα 2004

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Είμαστε πολλοί



Από τα πολλά άτομα τα οποία είμαι, από τα οποία είμαστε,
Δεν μπορώ να κατασταλάξω σε ένα μόνο.
Έχουν χαθεί για μένα υπό την κάλυψη της ένδυσης
Έχουν αναχωρήσει για μια άλλη πόλη.

Όταν τα πάντα φαίνεται να έχουν καθοριστεί
για να με αναδείξουν ως νοήμων άνθρωπο,
ο ανόητος που κρατώ μέσα μου κρυμμένο
αναλαμβάνει να μιλήσει για εμένα.

Σε άλλες περιπτώσεις, λαγοκοιμάμαι ανάμεσα
σε ανθρώπους με κάποια διάκριση,
και όταν καλώ τον θαρραλέο εαυτό μου,
ένας δειλός εντελώς άγνωστος σε μένα
τρέχει να καλύψει τον σκελετό μου
με χίλιες καλές δικαιολογίες.

Όταν ένα αξιοπρεπές σπίτι τυλιχτεί στις φλόγες,
αντί να καλέσω τον πυροσβέστη,
ένας εμπρηστής εμφανίζεται στη σκηνή,
και αυτός είναι εγώ. Δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω.
Τι πρέπει να κάνω για να ξεχωρίσω τον εαυτό μου;
Πώς μπορώ να συμαζέψω τον εαυτό μου;

Όλα τα βιβλία που διάβασα
είναι γεμάτα εκθαμβωτικές ηρωικές μορφές,
γεμάτες αυτοπεποίθηση.
Πεθάνω με φθόνο για αυτές·
και, σε ταινίες όπου σφαίρες πετούν στον άνεμο,
Ζηλεύω τους καουμπόηδες,
θαυμάζοντας ακόμη και τα άλογα.

Αλλά όταν καλώ το τολμηρό μου είναι,
έρχεται ο παλιός τεμπέλης εαυτός,
και έτσι ποτέ δεν ξέρω ποιος είμαι ακριβώς,
ουτε πόσοι είμαι, ούτε πόσοι θα είμαστε.
Θα ήθελα να είμαι σε θέση να αγγίξω ένα κουδούνι
και να πρόσκλέσω τον πραγματικό εαυτό μου,
γιατί αν χρειάζομαι τον πραγματικό εαυτό μου,
δεν πρέπει να εξαφανιστώ.

Ενώ γράφω, βρίσκομαι μακριά·
και όταν γυρίσω, έχω ήδη φύγει.
Θα ήθελα να δω αν το ίδιο συμβαίνει και
σε άλλους ανθρώπους όσο και σε μένα,
για να δούμε αν υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι
όσοι εγώ είμαι,
και αν μοιάζουν στον εαυτό τους με τον ίδιο τρόπο.
Και όταν σιγουρευτώ,
μαθαίνω τόσο ωραία πράγματα
που, όταν προσπαθώ να εξηγήσω τα προβλήματα μου,
θα μιλάω για γεωγραφία.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Σκυφτός στο δειλινό.



Σκυφτός στο δειλινό, ρίχνω τα θλιμμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνεια μάτια σου.
Εκεί γιγαντώνεται και καίει στην πιο ψηλή φωτιά

η μοναξιά μου που χτυπάει τα χέρια σαν το ναυαγό.
Κάνω σινιάλα κόκκινα, στ’ αφηρημένα μάτια σου
που κυματίζουν σαν τη
θάλασσα στα πόδια κάποιου φάρου.
Μόνο σκοτάδια κρύβεις μέσα σου γυναίκα μακρινή, δική μου,
στιγμές από το βλέμμα σου προβάλλει η ακτή του τρόμου.
Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα θλιμμένα δίχτυα μου
σ’ εκείνη τη θάλασσα που φουρτουνιάζει τα ωκεάνεια μάτια σου.
Τα νυχτοπούλια ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που σπιθίζουνε σαν την ψυχή μου όταν σ’ αγαπώ.
Στη σκοτεινή φοράδα της καλπάζει η νύχτα
σκορπώντας γαλάζια στάχυα πάνω στον κάμπο.

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

το κλεμμένο κλαδί

Στη νύχτα θα μπούμε
για να κλέψουμε
ένα κλαδί ανθισμένο.

Θα περάσουμε τον τοίχο,

στον ερεβώδη ξένο κήπο,
δυο σκιές μες στο σκοτάδι.

Ακόμα δεν έφυγε ο χειμώνας,

και ξαφνικά η μηλιά
μοιάζει να έγινε
καταρράχτης αστεριών ευωδιαστών.

Στη νύχτα θα μπούμε

ως το τρεμουλιαστό της στερέωμα
και τα μικρά σου χέρια και τα δικά μου
θα κλέψουν τ΄αστέρια.

Και σιωπηλά,

στο σπίτι μας,
στη νύχτα και στο σκοτάδι,
με τα βήματά σου θα μπει
το άηχο βήμα της ευωδιάς
και με τα πόδια μ΄άστρα γεμάτα
το διάφανο σώμα της άνοιξης.

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Αγάπη

Τόσες μέρες, άι, τόσες μέρες
να σε βλέπω τόσο ακλόνητη και τόσο κοντά μου,
πώς πληρώνεται αυτό, με τι το πληρώνω;


Η αιμόχαρη άνοιξη
στα δάση ξύπνησε,
βγαίνουν οι αλεπούδες απ’ τις σπηλιές τους,
τα ερπετά πίνουν δροσιά,
κι εγώ πάω μαζί σου πάνω στα φύλλα,
ανάμεσα σε πεύκα και σιωπή,
κι αναρωτιέμαι αν τούτη την ευδαιμονία
πρέπει να την πληρώσω, πώς και πότε.


Απ’ όσα πράγματα έχω δει,
μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,
απ’ ό,τι έχω αγγίξει,
μονάχα το δέρμα σου θέλω ν’ αγγίζω:
αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,
μ’ αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.


Πώς να γίνει αγάπη, αγαπημένη,
δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,
δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,
εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω,
φυσικότατα ερωτευμένος.
μ’ αρέσεις κάθε βράδυ και πιο πολύ.


Πού να ‘ναι; όλο ρωτάω
αν λείψουν μια στιγμή τα ματιά σου.
Πόσο αργεί! σκέφτομαι και με πειράζει.


Αισθάνομαι φτωχός, ανόητος και θλιμμένος,
και φτάνεις εσύ κι είσαι θύελλα
που φτερούγισε μέσα απ’ τις βερικοκιές.


Γι’ αυτό αγαπώ κι όχι γι’ αυτό,
για τόσα πράγματα και τόσο λίγα,
κι έτσι πρέπει να ‘ναι ο έρωτας
μισόκλειστος και ολικός,
σημαιοστόλιστος και πενθηφορεμένος,
λουλουδιασμένος σαν τ’ αστέρια
και χωρίς μέτρο – όριο, σαν το φιλί

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

οι λυτρωτες

Εδώ φυτρώνει το δέντρο
ένα δέντρο της θύελλας, ένα δέντρο του λαού.
...Από τη γη ανεβαίνουν οι ήρωές του
όπως τα φύλλα από το χυμό
κι ο άνεμος τσακίζει τα φυλλώματα
της βουερής πλέμπας
ώσπου να πέσει ο σπόρος του ψωμιού ξανά στη Γη.

Εδώ φυτρώνει το δέντρο
το θρεμένο από τους γυμνούς νεκρούς,
από τους νεκρούς μαστιγωμένους, πληγιασμένους
νεκρούς με αδύνατα πρόσωπα,
από νεκρούς σουβλισμένους σ' ένα κοντάρι,
από νεκρούς αναλωμένους από τη φωτιά,
από νεκρούς αποκεφαλισμένους με το τσεκούρι
πάνω σε άλογο πετσοκομμένους νεκρούς
νεκρούς σταυρωμένους στην εκκλησία.

Εδώ φυτρώνει το δέντρο
που οι ρίζες του είναι ζωντανές.
Έβγαλε νίτρο απ' τον παιδεμό
οι ρίζες του ήπιανε αίμα
κι έβγαλε δάκρυα απ' το χώμα
τ' ανέβασε ως τα κλωνάρια του
τα μοίρασε στην αρχιτεκτονική του.
Ήταν λουδούδια αόρατα πολλές φορές,
λουλούδια θαμμένα
κι άλλες φορές φωτίσανε τα πέταλά τους σαν πλανήτες
κι ο άνθρωπος εμάζεψε απ΄τα κλαριά τους σκληρούς κάλυκες.
Τους έδωσε από χέρι σε χέρι
και ξαφνικά άνοιξαν τη γη
σαν μαγνόλιες, σα ρόδια
και ως τ' αστέρια μεγάλωσαν.

Αυτό είναι το δέντρο των λεύτερων
το δέντρο Γη, το δέντρο σύννεφο
το δέντρο ψωμί, το δέντρο βέλος
το δέντρο γροθιά, το δέντρο φωτιά.
Το πνίγει η νεροποντή
των δικών μας των σκότεινων χρόνων
μα ο κορμός του ανατρεμίζεται
δοκιμάζοντας τον κύκλο της δύναμής του
ξαναπέφτουν, άλλες φορές, τα κλαριά
απ' την οργή τσακισμένα
και μια τέφρα απειλητική σκεπάζει το διαιώνιο μεγαλείο.

Έτσι διάβηκε κι άλλους καιρούς
έτσι ξεκεφάλωσε απ' την αγωνία
ως που ένα χέρι μυστικό
κάμποσα αμέτρητα μπράτσα,
ο λαός, φύλαξε τα κομμάτια του
έκρυψε κορμούς ακέριους
και τα χείλια του ήταν τα φύλλα
του πελώριου, του μοιρασμένου δέντρου
που 'ναι σκορπισμένο παντού
που έχει περπατήσει με τις ρίζες του.
Αυτό είναι το δέντρο
το δέντρο του λαού
του κάθε λαού
το δέντρο της Ελευθερίας και του αγώνα.
Σκύψε πάνω στην κόμη του
άγγιξε τις αστραπές τις ξανανιωμένες
βύθισε το χέρι μέσα στις φάμπρικες
όπου δονούμενος ο καρπός
πληθαίνει το φως κάθε μέρα.

Σήκωσε αυτό το χώμα στα χέρια σου
γίνε ένα με τούτη τη λάμψη
πάρε το ψωμί σου και το μήλο σου
πάρε το άλογο και την καρδιά σου
κι ανέβα φυλακάτορας στα σύνορα
στην άκρια της φυλλουριάς του.

Διαφέντεψε το τέλος των καλύκων του
πάρε μέρος στις εχθρικές νύχτες
μείνε άγρυπνος στον κύκλο της αυγής
ανάσανε στην αστερωμένη κορφή του
και κράτησε ετούτο το δέντρο, το δέντρο μας,
το δέντρο που μεγαλώνει στη μέση της Γης.

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Αργοπεθαίνει


Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα του
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά
στα λάθη και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι”
όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του,
για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του,
έστω για μια φορά στη ζωή του,
να ξεγλιστρήσει απ’ τις πανσοφές συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει
,όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζε
ιή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.

Μονάχα με μιά φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Όταν γέρνω στα βράδια


Όταν γέρνω στα βράδια
ρίχνω τα δίχτυα της θλίψης μου
στα ωκεάνια μάτια σου
Όταν γέρνω τα βράδια
βρίσκω τη μοναξιά μου
να καίει στην πιο ψηλή φωτιά
Και σάμπως νά΄ναι ναυαγός
τα χέρια της χτυπά - τα χέρια της.

Πάνω από τα μάτια σου που χάνονται
σου στέλνω κόκκινα σινιάλα
σινιάλα που χτυπούν όπως τα κύματα
στην άκρη κάποιου φάρου

Μα εσύ είσαι τόσο μακρινή
τόσο δικιά μου είσαι
κορίτσι εσύ που μέσα σου
μόνο σκοτάδια κρύβεις
κι από το βλέμμα σου, στιγμές
προβάλλει αχτίδα φως

Όταν γέρνω στα βράδια
ρίχνω τα δίχτυα της θλίψης μου
στο κύμα που βογκά
στα ωκεάνια μάτια σου

Τα νυχτοπούλια δακρύζουν
κάτω από τα αστέρια
που λάμπουν - όπως η ψυχή μου
να σ΄αγαπάει

Η γη θα καλπάζει
;
φωτίζοντας τους τάφους
γαλάζια στάχυα

ο άνεμος στο νησί





Ο άνεμος είν' ένα άλογο
άκου τον πώς τρέχει
για την θάλασσα, για τον ουρανό
θέλει να με σηκώσει

Άκου τον άνεμο
πώς τριγυρνάει τον κόσμο
για να πετάξει μακριά

Κρύψε με μες στα μπράτσα σου
γι' αυτήν την νύχτα μόνο
γι' αυτήν την νύχτα που η βροχή
κόντρα σε θάλασσα και γη
τα μύρια στόματά της
σπάει

Ο άνεμος τρέχει καλπάζοντας
άκου με φωνάζει
θέλει ο άνεμος
να με πάει μακρυά
- δεν θέλω να με πάρει

Με το κεφάλι σου
σιμά στο μέτωπό μου
και με ενωμένα τα κορμιά

Τον άνεμο να τρέξει άφησε
μες στην θάλασσα
με στεφάνι αφρού

Άκου τον με φωνάζει

Τρέχει καλπάζοντας
και στις σκιές με ψάχνει
μέσα στα σκοτάδια
με ζητά

Πατρίδα ζητάμε

Πατρίδα ζητάμε για τους ταπεινωμένους
κι εσύ με το μαχαίρι σου Ζαπάτα Εμιλιάνο
δίκαια μας μοιράζεις
των πατεράδων τις κληρονομιές

Πατρίδα ζητάμε κι οι ντουφεκιές τρομάζουν
και τ΄άλογα τρομάζουν τα γένεια των δημίων
κι όλες τις φυλακές

Μην περιμένεις λασπωμένε χωρικέ
μερίδιο τ΄ουρανού - γονατιστός αν μείνεις...
Σήκω και τρέξε - τρέξε καβαλάρη
μαζί με τον Ζαπάτα - τον αρχηγό μαζί

Μπορασίτα Μπορασίτα
μαζί μου ήθελα νά΄ρθεις
μα εσύ μου είπες όχι


μελοποημένο από τον Γιάννη Γκλέζο 

το σπίτι

Τούτο ειν' το σπίτι , η θάλασσα , η σημαία
Που σ' άλλους μακριούς τριγυρνούσαμε τοίχους
Την πόρτα δεν τη βρίσκαμε κι ούτε ήχο
Από την απουσία σου σαν πεθαμένοι

Μερόνυχτα έκλαιγε , έκλαιγε το σπίτι
Μισάνοιχτο μ' αραχνοιστούς όλο θρηνούσε
Ξεκάρπισε απ' τα μαύρα του τα μάτια
Και να που τώρα στη ζωή ξανάρθε

Μερόνυχτα έκλαιγε , έκλαιγε το σπίτι
Μισάνοιχτο μ' αραχνοιστούς κι όλο θρηνούσε
Το ζούμε , μα δε μας αναγνωρίζει ,
ώρα γι' ανθούς , μα δεν τ' αποφασίζει

Το σπίτι τέλος λύνει τη σιωπή του
Μπαίνοντας εγκατάλειψη πατάμε
Τους ψόφιους ποντικούς , το άδειο αντίο
Το νεράκι μέσα στα κιούγκια που έχει κλάψει


μελοποιημένο από τον Σάββα Σάββα

Το φεγγάρι κοιμάται

Το φεγγάρι κοιμάται
πάνω από τις πόλεις
ο θάνατος κοιμάται
στα ίσα μοιρασμένος

Μαζί με τους στρατιώτες του Ζαπάτα
κάτω από την ασπίδα της νύχτας
κρύβει ο ύπνος την μοίρα του
σαν πάνω στο θυμό
γεμάτο συμφορές

Η φωτιά τον άγρυπνο αγέρα συμμαζεύει
αγέρα που ευωδιάζει
λίπος και μπαρούτι
ιδρώτα αρσενικό

Μπορασίτα Μπορασίτα
φεύγω από δω
για να σε λησμονήσω

 

Ψωμί μοιράζεις και γη

Ψωμί μοιράζεις και γη
κι εγώ σ' ακολουθάω
για χάρη σου απαρνήθηκα
τα ουράνια τσίνορά της.

Φεύγω Ζαπάτα
με την δροσιά των πρωινών καβαλαρέων
Φεύγω Ζαπάτα
σε μια ντουφεκιά από τους κάκτους
για τα σπίτια με τους κόκκινους τους τοίχους

Μπορασίτα - Μπορασίτα
μεταξωτές κορδέλες
φέρνω για τα μαλλιά σου
Για τον Πάντσο σου μην κλαις



μελοποιημένο  από Γιάννη Γκλέζο

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

(Σ' αυτή τη χώρα)

Σ' αυτή τη χώρα,
από τα πόδια
έως το μέτωπό σου,
θέλω να πηγαίνω,
όλο να πηγαίνω,
εκεί θέλω συνεχώς
να πηγαίνω,
ώσπου να μου στερέψει
επί τέλους ο βιος...


 Πάμπλο Νερούντα, μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Ψωμί μοιράζεις και γη

Ψωμί μοιράζεις και γη
κι εγώ σ' ακολουθάω
για χάρη σου απαρνήθηκα
τα ουράνια τσίνορά της.

Φεύγω Ζαπάτα
με την δροσιά των πρωινών καβαλαρέων
Φεύγω Ζαπάτα
σε μια ντουφεκιά από τους κάκτους
για τα σπίτια με τους κόκκινους τους τοίχους

Μπορασίτα - Μπορασίτα
μεταξωτές κορδέλες
φέρνω για τα μαλλιά σου
Για τον Πάντσο σου μην κλαις

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Η νύχτα στο νησί

Ολη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
‘Ησουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ισως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,
στα ψηλά ή στα βαθιά,
στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος,
στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.

‘Ισως το όνειρό σου
χωρίστηκε από το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με έψαχνε
όπως πρώτα
όταν δεν υπήρχες ακόμα,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλάι σου,
και τα μάτια σου έψαχναν
αυτό που τώρα
- ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό -
σου δίνω με γεμάτα χέρια,
γιατί εσύ είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα, ενώ
η σκοτεινή γη γυρίζει
με ζωντανούς και νεκρούς,
και σαν ξύπνησα ξάφνου
καταμεσής στη σκιά
το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου.
Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

Κοιμήθηκα μαζί σου
και ξύπνησα με το στόμα σου
βγαλμένο από τον ύπνο
να μου δίνει τη γεύση από τη γη,
από τη θάλασσα, από τα φύκια,
από το βάθος της ζωής σου,
και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σαν να έφθανε
από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Αργοπεθαινει...

Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο " ι " αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια , που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές. Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

"Αργοπεθαίνει..."



Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο " ι " αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια,
που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο,
που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό γεγονός της αναπνοής.

Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει
στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

Η εις το άπειρον τείνουσα

Τα βλέπεις τούτα τα χέρια; Έχουν μετρήσει
τη γης, έχουν ξεχώσει, ξεχωρίσει έχουν
τα ορυκτά, τα δημητριακά της,
τον πόλεμο έχουν ζυμώσει και την ειρήνη,
έχουν καταργήσει τις αποστάσεις
όλων των ποταμιών και των θαλάσσιων δρόμων,
μόνο όμως που,
όταν τρέχουν,
απάνω σου, μικρό μου,
απάνω σου, σπυράκι του σταριού, χελιδονάκι μου,
δεν φτάνουν τα φτωχά να σε χωρέσουνε
και μέχρις εξαντλήσεως πλήρους
αγκαλιάζουν τις δίδυμες περιστερές
που φωλιάζουν ή πετάνε στο στήθος σου,
ταξιδεύουν όλο το μάκρος των ποδιών σου
και τυλίγονται στο φως του ζωστήρα σου.
Για μένα ε σ ύ είσαι ο θησαυρός ο αληθώς αμύθητος,
ο από τη θάλασσα και τα κοράλλια της όλα πλουσιότερος,
έτσι όπως είσαι άσπρη και γαλάζια και απέραντη
σαν τη γη την ώρα του θέρου.
Σ’ αυτή τη χώρα,
από τα πόδια έως το μέτωπό σου,
θέλω να πηγαίνω, όλο να πηγαίνω,
ε κ ε ί θέλω συνεχώς να πηγαίνω,
ώσπου να μου στερέψει επί τέλους ο βίος.


Αν με ξεχάσεις


Ενα
θέλω να ξέρεις

Ξέρεις πως είναι αυτό :
κοιτάζω
το κρυστάλλινο φεγγάρι , το κόκκινο κλαδί
του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου ,
αγγίζω
πλάι στη φωτιά
την ατάραχη στάχτη
ή το ρυτιωμένο σώμα του ξύλου ,
κι όλα με φέρνουν σε σένα ,
λες κι ότι υπάρχει ,
αρώματα φως ,μέταλλα ,
είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν
προς τα νησιά σου που με περιμένουν .

Ωστόσο
αν λίγο λίγο πάψεις πια να μ΄αγαπάς
θα πάψω κι εγώ να σ΄αγαπώ λίγο λίγο .

Κι αν ξαφνικά
με ξεχάσεις
μην ψάξεις να με βρεις,
θα σ΄έχω λησμονήσει .

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.