πόχεις πεποίθηση πολλή
στα μαδημένα τα φτερά σου,
είν’ ο αγέρας δυνατός
κι ανάλαφρ’ η χαρά σου.
Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε,
στον πόνο μας πιστοί,
– ξένοι, που νοσταλγήσανε
πατρίδα όλη τη γη –
κάποια αγωνία μάς έδερνεν
από το βράδι ως την αυγή,
πως το κουράγιο μας γοργά σαν
κύμα θα σβυστεί,
σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε,
στον πόνο μας πιστοί.
|
Νύχτα ήταν τρισκότεινη,
δίχως μια λάμψη έστω μικρή,
κ΄ είχε η ζωή μας
αιστανθεί μεγάλο απαυδημό·
κ΄ είχε η καρδιά μας
σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό
και λέγαμε στενάζοντας :
«Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;»
Νύχτα ήταν τρισκότεινη,
δίχως μια λάμψη έστω μικρή.
|
Μα, ως τόσο, κι αν
γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά,
και το ιστιοφόρο μας
επνίγη στο βυθό,
-ν- η τρικυμία εδιάβηκε
–γιατί να λυπηθώ;–
και να! που φτάσαμε γεροί
σε φως κι απανεμιά,
κι ας μείνανε στο πέλαγο
κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά.
|
Δω πέρα θα ησυχάσουμε,
συντρόφοι, τώρα μια στιγμή,
κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε
καράβι πιο γερό,
να μην τρομάζει κύματα
βαριά κ΄ ενάντιο καιρό,
γιατί η ψυχή μας το ποθεί
πάντα να πελαγοδρομεί,
προς νέες χαρές, νέους
καημούς, προς νέους ωκεανούς.-
|
Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με,
|
|
Ο δάσκαλος στον πίνακα «τα
ρήματα
εις –μι» και τα «υγρόληκτα»
αραδιάζει.
Οι μαθητές, σα γηρασμένοι,
γράφουνε,
και κάθε τόσο : «Προσοχή!»τους
κράζει.
|
|
|
|
Τελειώνει. Τα «φυτά της
Ινδοκίνας»
και τ’ άνθη των θερμών χωρών»
διδάσκει.
Κάθε παιδί περίφοβο ακροάζεται
και νυσταγμένο, αφηρημένο,
χάσκει.
|
|
|
|
Αρχίζει να διδάσκει περί «Πρόγονοι!»,
περί «Θεός!», και «τάφοι
των αγίων!».
Κ΄ οι ψύλοι, τα κουνούπια,
οι σκυλόμυγες,
οι ψείρες πλημμυρίζουν το
σχολείον.
|
|
|
|
Ο πίνακας τα βλέπει σα φιλόσοφος,
τρομάζει και, μορφάζοντας,
φωνάζει :
«Τον κακομοίρη! τον εφάγαν
τα ζωΰφια
κι ακόμη τα υγρόληχτα
αραδιάζει;»
|
|
|
|
Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με
|
Τα φρύδια σου : δυο τίτλοι
στη σειρά,
με κεφαλαία αρχαϊκά στοιχεία·
υπότιτλοι με γράμματα μικρά
:
Τα βλέφαρά σου.
|
|
|
|
Κι ακολουθούνε δυο προτάσεις,
που αρχινάνε και τελειώνουν με στιγμές.
Στο μέσο κάθε μιας και μια
τελεία.
Κείμενο με των 12 ελζεβίρ
:
Τα μπιρμπιλά τα δυο σου μάτια.
|
|
|
|
Λίγο πιο κάτω δυο προτάσεις
άλλες,
με κόκκινο μελάνι τυπωμένες
–
– ρητορικές, μακρόσυρτες
προτάσεις καθαρευουσάνου :
Τα μάγουλά σου.
|
|
|
|
Κ΄ η μύτη, σα λεπτότατη
γραμμή, χωρίζει
τις δύο στήλες.
Υπογραφή : Σατάν και Σαβαώθ
:
Τα σκανδαλιστικά τα δυο
σου χείλη.
|
|
|
|
Την ώρ΄ αυτή, που ξενυχτώ
στη συλλοή σου
κι έχω μπροστά μου την υπέροχη
μορφή σου,
οι στοχασμοί μου με ενοχλούν.
Δίχως ελπίδα
γιατί μέσα στον πόνο σου
να ρέβω;
– Αφήστε να διαβάσω εφημερίδα!
...Κι αγριεύω.-
|
|
|
|
Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με
|
Φέρε μας κάπελα, κρασί
κ’ έλα με μας να πιεις και
συ.
Ήρθαμε τώρ’ απ΄ τη δουλειά,
μ΄ άδειο μυαλό κι άδεια
κοιλιά,
μες το πιοτό να ξεχαστούμε.
(Ζωή που κάνουμε και μεις,
μαρτύρια που τραβούμε!)
Φέρε μας ένα κατοστάρι
-ν- απ΄ το στερνό σου
γιοματάρι.
Κι αφού το πιούμε, στο
λεφτό,
το δοκιμάζουμε κι αυτό
που μας το λες για φίνο πράμα.
(Ως πόσο πια να λυώνουμε
στον πόνο και στο κλάμα;)
Φέρε μαρίδες για μεζέ
κ΄ έλα να πιεις και συ,
χαζέ!
Τι; Μας λυπάσαι τα λεφτά;
Δεν έχουμε κι άλλ’ απ΄ αυτά,
που φτάνουν όσο για να πιούμε.
(Μα όπως κι αν είναι, δώσε
μας πιοτό… να ξεχαστούμε).-
|
|
|
|
Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη
|
Ελέησόν με, άγιε Σατάν, το
βράδι αυτό,
κι άκουσε, αν θέλεις, της
κοιλιάς μου το γουργουρητό.
Κλαρίνα, πίπιζες,
ταμπούρλα, τα έντερά μου,
μια χλαλοή, ένα πανηγύρι
διοργανώνουν.
Σαν εφιάλτες οι αναμνήσεις
με κυκλώνουν,
γελούν, σα μέγαιρες,
τριγύρω τα όνειρά μου...
|
Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ
κάποια φορά
κ΄ έγινα ζώο, απ΄ των
πραγμάτων τη φορά.
Ναι, κάποιο χτήνος, με τα
πόδια του δεμένα,
που δε μπορεί μες το
λειβάδι να βοσκήσει,
δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό
του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες
του, ωιμένα!
|
Κόλαση γύρω μου η ζωή με
τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου
και φωνή.
Μα, ως τόσο, κάτι
περιμένω, που όταν φτάσει,
μέσα στο φως, μες τη χαρά
θα ξεχυθώ,
μια νέα αυγή, μια μέρα
ολόφωτη θα ιδώ.
|
Κάθε μου δάκρυ, που απ΄ τα
μάτια μου έχει στάξει,
φωτιά θα γίνει, που ό,τι
με σφίγγει θα ρημάξει.
Γαλάζια η νύχτα θα χορεύει
ολόγυρά μου,
λαμπρά τ΄ αστέρια θα
οργιάζουν μες το φως.
Άγιε Σατάν, τώρα που
γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ,
τα βήματά μου.-
|
Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με
|
|
Άγιος,
άγιος, άγιος,
Κύριος
Σαβαώθ,
πλήρης
ο ουρανός
και
η γη της δόξης σου.
Ωσαννά!
ο εν τοις υψιστοις.
|
|
|
|
|
|
Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες
και κοιτώ
τον ουρανό, που συγνεφιάζει,
ο αλιτήριος!
Θα ΄χει θυμώσει ο Θεός, ο άγιος
Κύριος,
με κάποιον άγγελο, ασφαλώς
λίγο κουτό.
|
|
|
|
|
|
Θα ΄ν΄ ο βοριάς καλός
γιατρός, ω ναι, ασφαλώς·
και κάνει ενέσεις «θανατίνης»
στο κορμί μου.
Το κόκκαλά μου ροκανίζουνται
κι οι αρμοί μου...
– «Θεέ τρισάγιε! μην είμαι
αμαρτωλός;
|
|
|
|
|
|
»Εγώ δεν έκλεψα ποτές –μ΄ όλο
που θα΄ πρεπε–
δεν εγκλημάτησα, μαθές –καθώς
ποιείται
υπό τα σήμερον κρατούντα ήθη
και έθιμα. –
Γιατί, λοιπόν, αγαπητέ, με
τιμωρείτε;
|
|
|
|
|
|
»Χα χα! Γελάω, ναι, γελάω
σατανικά,
γιατί δεν πας ν΄ αυτοχτονήσεις,
αν υφίστασαι.
Αφού, φιλάνθρωπε δυνάστη,
δεν εξίστασαι,
από του ύψους σου ορών...
τόσα κακά».
|
|
|
|
|
|
Τρέμουν ακόμα δυο αλήτες
στη γωνιά.
με μιαν ευλάβεια και πόνο
τους σιμώνω.
Ω! μας κυκλώνει και τους
τρεις η παγωνιά...
Θέλω να σφίξω τις γροθιές
μου... αλλά... κρυώνω..
| |
Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή,
που με κυκλώνουνε οι λυγμοί,
και πάω να κλάψω δυνατά,
να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα,
σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά,
να κλάψω για όλα τα παιδιά
που μες τους δρόμους
τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα.
Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής
κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής,
στο πεζοδρόμι κάθουνται,
χαζεύουν και καπνίζουνε,
πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός,
που τους παιδεύει ο πυρετός,
βρωμολογούν και βλαστημούν,
γελούνε και δακρύζουνε.
Και κάποιος μορφινομανής,
γιος της μαντάμας της Φανής,
– σκιάχτρο και φάντασμα
χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο –
περνάει μπροστά τους σιωπηλά,
τους αντικρύζει και γελά,
με τ΄ άθλιο παντελόνι του
και το πουκάμισο το τρύπιο.
Και μες τη σάλαν η κυρά,
πλημμυρισμένη από χαρά,
παίζει Μπετόβεν και Σοπέν,
πιανίσσιμο και φόρτε,
μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει
στο πλάι το λαδά,
που προσπαθεί πολύ κουτά
να της σερβίρει κόρτε.-
|
Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη
|
Όλο ξεπέφτεις – και ξεπέφτεις
δίχως τέλος –
για τιποτένια πραγματάκια της
ζωής.
(Είσαι παλιάτσος κι όμως δείχνεσαι
για Οθέλος,
με τις αστείες προσωπίδες
που φορείς).
|
|
|
|
Το ποιο φινάλε θάχει τέτια
μια ιστορία,
το κατρακύλημά σου αυτό πού
σε οδηγεί,
πάντα το σκέφτεσαι με πόνο
και πικρία,
μα δε γιατρεύεις τέτια επίφοβη
πληγή.
|
|
|
|
Πάντοτε λες : «Θαρθεί μια
μέρα να ξεφύγω,
απ΄ των πραγμάτων το μηδέν
να λυτρωθώ,
και με το πέρασμα του χρόνου,
λίγο-λίγο,
κάπως ψηλά με περηφάνια να
υψωθώ».
|
|
|
|
Κι όμως το χάος σα μαγνήτης
σε τραβάει
και απειθάρχητος, στη σκέψη,
πάντα ζεις,
το κατρακύλημα ποτές δε
σταματάει,
για τιποτένια πραγματάκια της
ζωής.-
|
|
|
|
Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη,
|
«Τι τρομερός, τι τρομερός,
πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»
Τέτια μιλώ, παραμιλώ,
την κάθε μέρα και γελώ
με τον ανόητο εαυτό μου,
|
||
πόχει πιστέψει στη ζωή και
την ερμιά του κόσμου.
|
||
«Σήμερις έχουμε ψωμί,
κι αν δεν υπάρχει, θα βρεθεί!»
Με τέτια σκέψη τριγυρνώ
εδώ κι εκεί κι όλο περνώ
πάντα μες τ΄ όνειρο, στην
πλάνη,
|
||
και το κουφάρι μου γερνά,
κοντεύει να πεθάνει.
|
||
«Κάποιαν αγάπη καρτερώ
και θάρθει σύντομα, θαρρώ».
Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελή,
πόχεις πεποίθηση πολλή
στα μαδημένα τα φτερά σου,
|
||
είν΄ ο αγέρας δυνατός κι
ανάλαφρη η χαρά σου.
|
||
«Δεν ήρθε απόψε. Τι μ΄ αυτό;
Στη μοναξιά θ΄ αναπαυτώ».
Ίσως και νάρθει την αυγή,
εδώ στον πάγκο να με βρει,
μ΄ ένα φιλί να με ξυπνήσει.
|
||
Τάχα γιατί ν΄ απελπιστώ κι
αν λίγο ακόμη αργήσει;
|
||
«Ω τι γλυκός, ω τι γλυκός,
πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»
Τέτιον επίλογο θα πω,
σα μια νυχτιά θα κοιμηθώ
στον ουρανό από κάτου
|
||
και θ΄ απλωθεί τριγύρω μου
το σκότος του θανάτου.-
|
||
Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη,
| ||
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.