Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα για τα Ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα για τα Ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Το σκυλί

Γεώργιος Βιζυηνός

Κάθε νύχτα στην αυλὴ
γάβου-γάβου το σκυλί,
δωσ᾿ του και γαβγίζει.
Του σπιτιού εδώ αυτός
είναι φύλακας πιστός,
ποιός δεν τον γνωρίζει;

Αψηλά τ᾿  αφεντικά
κοιμηθήκανε γλυκά,
πέρασε ἡ ώρα.
Το γνωρίζει το σκυλὶ
και φωνάζει απ᾿  την αυλὴ
γάβου, γάβου τώρα.

Για να ξέρουν οι κακοί,
που γυρνούν εδώ κι εκεί
κάτι να σουφρώσουν,
πώς σαν  έμπουν στην αυλή,
θα τους πιάσει το σκυλὶ
και δε θα τη γλυτώσουν.

Tο μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό

Δημήτριος Γρ. Kαμπούρογλου


Ένα μεγάλο ψάρι, ψάρι φοβερό,
τα δόλια τα μικρά εκυνηγούσε·
παρά να κοπιάζει μέσα στο νερό
τον όμοιο του να τρώει προτιμούσε...

Kαι νά! ένα ψαράκι ξάφνου πέφτει παπ...
στο στόμα του μπροστά το πεινασμένο·
δεν άργησε ο φίλος κάνει μία χαπ...
και στην κοιλιά του βρέθηκε θαμένο.

Aλλ’ όμως δεν εχάρη και πολύν καιρό
για το μεγάλο αυτό κατόρθωμά του,
γιατ’ ένιωσε να τον τραβά σκοινί γερό...
και σίδερο τρυπάει τα σωθικά του...

Kοιτάξτε... πώς παιδεύεται, πώς σπαρταρά
φαρδύ-πλατύ στη βάρκα ξαπλωμένο...
γιατ’ ήταν το ψαράκι δόλωμα ψαρά,
και είχε αγκίστρι μέσα του κρυμμένο...

Εφτά μαύροι γάτοι

Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου

Εφτά μαύροι γάτοι, εφτά αλήτες,
λιάζονται και πλύνονται στα κεραμίδια,
εφτά μαύροι γάτοι, εφτά ερμοσπίτες,
που κλειδιά δεν έχουν κι αντικλείδια.

Μερικοί νυστάζουν και κοιμούνται,
με ήλιο ευλογημένο σκεπασμένοι,
κι άλλοι όλο νωχέλεια περπατάνε
στο άσπρο φως, που γύρω τους πληθαίνει.

Τώρα ένας μικρός ανακλαδίζεται
τεμπέλικα, ως να ξύπνησε από νάρκη,
κι ένας άλλος την ουρά του εστριφογύρισε,
μαύρο φίδι ακέφαλο, στιλπνό, χωρίς φαρμάκι.

Όλοι εδώ στο ερμόσπιτο εγεννήθηκαν
και τους τρέφει η γειτονιά με τ’ αποφάγια.
Δόξα να ’χει τ’ όνομά σου, Θεέ Πανεύσπλαχνε.
Δόξα και στον ήλιο τον καλόβολο και στ’ άγια
τα χεράκια του φτωχού τού νοικοκύρη,
που ’φτιαξε τα κεραμίδια στη σκεπή του,
κι έχει κάπου κι ο παλιόγατος να γείρει
σήμερα να κάμει τη γιορτή του.

Πάντα να ’χει και παντού, ο Θεός να δώσει,
σπίτια χαμηλά με κεραμίδια.
Η ταράτσα είναι ψηλά και παγωμένη!
Πώς ν’ ανέβει εκεί; Πού να ξαπλώσει
όλη ετούτη η συντροφιά η αγαπημένη,
που κλειδιά δεν έχει ούτ’ αντικλείδια;

O γάτος

του Ηλία Τανταλίδη 

Στην θερμάστραν εμπρός
     ένας γάτος χονδρός
          πάντ’ απλώνεται,
     με τα μάτια κλειστά
     αγαπά στα ζεστά
          να τεντώνεται.

Tεμπελιά κανταριά,
     ρωθωνίζει βαριά,
          τον ακούετε;
     Kάπου κάπου ξυπνά
     και με πόδια στιλπνά
          ξερολούεται.

Πλην το πτώμα αυτό
     που ’ν’ εδώ ξαπλωτό,
          τι νομίζετε;
     Eν καιρώ της νυκτός
     ωσάν λέων φρικτός
          αγωνίζεται.

Kάτω χθες στην αυλή
     χύθηκ’ αίμα πολύ
          απ’ το νύχι του·
     στα ποντίκια σφαγή.
     Tον φθονούν στρατηγοί
 για την τύχη του.

Το τραγούδι της Ψιψίνας

της Λίνα Κάσδαγλη


Καλημέρα, Ψιψίνα,
Μ’ αρέσεις πολύ.
Έχεις μαύρα μουστάκια
Και γούνα απαλή.
Όταν ψάρι μυρίζεις
Που ψήνει η κυρά,
Τριγυρνάς, νιαουρίζεις,
Μ’ ορθή την ουρά.

Καληνύχτα, Ψιψίνα.
Σιμά στη φωτιά
Με τις σπίθες αστράφτει
Η χρυσή σου ματιά.
Τα ποντίκια κρυφτήκαν,
Ο αέρας περνά.
Κουλουριάσου, Ψιψίνα,
Κοιμήσου ξανά.

Μαλλιαρός

του Αλέξανδρου Πάλλη 


Έχουμε ένα σκύλο
μαύρο μαλλιαρό
κι αγαπάει να μπαίνει
στο νερό.

Τι φωνές, τι πήδους
κάνει σα με δει
πως στο χέρι παίρνω
το ραβδί!

Το πετάω; Τεντώνει
μια στιγμή τα αυτιά
και σα σπίθα ρίχνει
μια ματιά·

και με κρότο πέφτει
παφ! μες στο νερό,
κι αψηλά τινάζει
τον αφρό.

Μες στα δυο πώς λάμπει
μάτια του η χαρά
σα γυρνάει κουνώντας
την ουρά!

Το ραβδί πώς δίνει
με την κεφαλή,
για ναν τον χαϊδέψω,
χαμηλή!

Κι όταν ναν τ’ αρπάξει
πίσω προσπαθεί,
πώς και με λασπώνει…
να χαθεί!

Ο καημένος

του Ζαχαρία Παπαντωνίου 

Στο λιβάδι ξεχασμένος
  ένας γάιδαρος βοσκούσε·
τίποτ’ άλλο δε ζητούσε
  ο καημένος.

Το χορτάρι του μασούσε
  κι ήταν τρισευτυχισμένος
και το ξύλο λησμονούσε
  ο καημένος.

Και την τύχη ευχαριστούσε,
  που δεν ήταν φορτωμένος,
και τα δυο του αυτιά κουνούσε
  ο καημένος.

Τους εχθρούς του συχωρούσε
  κι ήτανε συχωρεμένος,
και τον κόσμον αγαπούσε
  ο καημένος.

Το Θεό παρακαλούσε
  για να μείνει εκεί δεμένος
και να βόσκει όσο θα ζούσε
ο καημένος.

Bάτραχος, χελώνα και φίδι (απόσπασμα)

Δημήτριος Γρ. Kαμπούρογλου

Ένας βάτραχος σηκώθη
απ’ τον ύπνο του, και νιώθει
τη μυτίτσα του κλεισμένη,
τη φωνή του βραχνιασμένη·
είχε τρομερό συνάχι...
― αρρωσταίνουν κι οι βατράχοι. ―

Kι επειδ’ ήτον ο καημένος
λίγο καλομαθημένος,
κι εφοβείτο, μην αυξήσει
― αν κατάχαμα πατήσει ―
η βραχνάδα, το συνάχι,
ανεβαίνει εις τη ράχη
μιας χελώνας, που περνούσε
από κει που κατοικούσε.

Mε τα τέσσερα πιασμένος
κάθεται σαν κολλημένος·
να μην πέσει εφοβείτο,
σα θαλασσινός που ήτο.

H χελώνα περπατούσε,
μα αυτός δεν το κουνούσε...
πότε έσκυβε λιγάκι,
για να βρει λίγο φαγάκι,
ή να πιει λίγο νεράκι
σε κανένα χαντακάκι,
πότε πότε τραγουδούσε,
όσο δυνατά μπορούσε,
πότε πάλι βλαστημούσε
τη χελώνα που αργούσε,
κι έλεγε πως το συχάθη
τ’ άλογό του, και σα μάθει
την καβάλα, θά ’βρει άλλο
γρήγορο και πιο μεγάλο.

Ο μικρός ο Ποντικούλης

του Ζαχαρίου Παπαντωνίου 

Στο σκοτάδι μαστορεύουν
  πέντε ποντικοί.
Τι σκεπάρνια! Τι πριόνια!
  Τι μαστορική!
Σε ντουλάπι νοικοκύρη
  βάλθηκαν να μπουν·
κρατς! ο ένας, κριτς! ο άλλος
  κόβουν και τρυπούν.

Είναι νύχτα και στο σπίτι
  τό ’ριξαν βαριά.
Ετεμπέλιασεν ο γάτος
  δίπλα στη φωτιά.
Μόνο η φάκα στο ντουλάπι
  κάθεται ξυπνή
κι αφουγκράζεται τον κλέφτη
  κι ώρες αγρυπνεί.

Με τα δόντια τους ανοίξαν
  τρύπα φοβερή.
Νά τους! μπαίνουν ένας ένας,
  βόσκουν στο τυρί
παξιμάδια ροκανίζουν
  στο γλυκό βουτούν,
κουβεντιάζουν, σουλατσάρουν,
  σιγοπερπατούν.

Κι ο μικρός ο Ποντικούλης,
  που όλο τριγυρνά,
μες στη φάκα μπαινοβγαίνει
  και τηνε κουνά·
φραπ! εκείνη τον γραπώνει
  και τον έχει εκεί.
Για τους πέντε ο Ποντικούλης  μπήκε φυλακή.

Ένας πελαργός

του Γεωργίου Αθάνα 

Ένας πελαργός
είχε μείνει αργός,

και στο μπουχαρί
βγήκε να χαρεί,

πάνω απ’ τη φωλιά,
τη χρυσή αντηλιά.

Σα μικρός θεός,
στο ’να πόδι ορθός,

ώρες θα σκεφτεί
ποιος το ξέρει τι!

Κούκος

του Τέλλου Άγρα

«Κούκου! Κούκου!» Κούκος και λαλεί.
Τι χαρά! Τ’ ακούσατε, παιδιά;
Άνοιξη φωνάζει το πουλί!

«Κούκου! Κούκου!» δεύτερη φωνή.
«Δέντρα, ανθίστε, βγάλετε κλαδιά!
Χαίρεστε και λάμπετε, ουρανοί!»

«Κούκου! Κούκου!» τρίτωσες, πουλί.
– Αγαθή, χαρούμενη καρδιά,
Σ’ αγαπώ (να το ’ξερες!) πολύ.

Το καναρίνι

του Βασίλη Ρώτα

Το καναρίνι στο κλουβί
με πόση χάρη κελαηδεί!
Μα εγώ τον όμορφο σκοπό
πώς τον ακούω θλιβερό!
Χωρίς ν’ απλώνει τα φτερά
πού τήνε βρίσκει τη χαρά;
Πώς η μικρούλα του η ψυχή
τήνε βαστάει τη φυλακή;

Το κοριτσάκι ζωηρό
του κάνει χάδια ένα σωρό,
του δίνει ζάχαρη πολλή
και του λαλεί και το φιλεί,
μ’ αυτό με κομπιαστή λαλιά
σάμπως παράπονο αρχινά.
Πώς η μικρούλα του η ψυχή
τήνε βαστάει τη φυλακή;

Χρόνο το χρόνο, ολοζωή
μόνο του μέσα στο κλουβί;
Και να θωρεί τον ουρανό
από δωμάτιο σκοτεινό;
Και να μην παίζει στα κλαδιά
μαζί με τ’ άλλα τα πουλιά;
Πώς η μικρούλα του η ψυχή
τήν ε βαστάει τη φυλακή;

Tο πουλάκι

του Ηλία Τανταλίδη 

Παίζει πουλάκι,
     ψάλλει πουλάκι,
φύλλο, φυλλάκι
     αντιλαλεί.

Πάνου πουλάκι,
     κάτου πουλάκι,
πού ’ν’ το πουλάκι;
     Πάει το πουλί!

Aχ το πουλάκι!
     Πού ’σαι πουλάκι;
πού ’σαι ψαλτάκι;
     Στα μακρινά!

Σ’ άλλα κλαδάκια
     λες τραγουδάκια,
μ’ άλλα πουλάκια
    παίζεις ξανά

Ο μεταξοσκώληκας

του Στέλλιου Σπεράντζα 

– Μικρέ μεταξοσκώληκα,
τι θέλεις να σου στείλω;

– Θέλω της άσπρης της μουριάς
να φάω εγώ το φύλλο.

– Τώρα τι θες; Το σώμα σου
δεν είναι πια μικρούλι.

– Θέλω ησυχία και κλαδί,
να πλέξω το κουκούλι.

– Μες στο χρυσό κουκούλι σου,
πες μου, τι κάνεις τώρα;

– Μια πεταλούδα γίνομαι
και θά ’βγω κάποιαν ώρα.

Τα τζιτζίκια

του Οδυσσέα Ελύτη 

Η Παναγιά το πέλαγο
  κρατούσε στην ποδιά της
Τη Σίκινο την Αμοργό
  και τ’ άλλα τα παιδιά της

Από την άκρη του καιρού
  και πίσω απ’ τους χειμώνες
Άκουγα σφύριζε η μπουρού
  κι έβγαιναν οι Γοργόνες

Κι εγώ μέσα στους αχινούς
  στις γούβες στ’ αρμυρίκια
Σαν τους παλιούς θαλασσινούς
  ρωτούσα τα τζιτζίκια:

– Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
  γεια σας κι η ώρα η καλή
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
  κι όλ’ αποκρίνονται μαζί:

– Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει

Οι καλύτεροί μου φίλοι

Ρένα Καρθαίου

Πάπιες, κότες, γάτες, σκύλοι
είναι οι πιο καλοί μου φίλοι.

Στην εξώθυρα, στον κήπο,
με προσμένουν όταν λείπω.

Το πρωί, σαν πάω σχολείο,
μου φωνάζουν: «Φίλε, αντίο!»

Κι όταν εύκαιρο με βρούνε,
όλο ευγένεια θα μου πούνε:

«Γαβ, παπά, κοκό» και «νιάο»
δηλαδή μου λεν «πεινάω».

Τότε, τρέχω στο λεπτό
και μαζεύω ό,τι κι αν βρω.

Και τα πιάτα τους γεμίζω
και περίσσια τα ταΐζω.

Πάπιες, κότες, γάτες, σκύλοι
είναι οι πιο καλοί μου φίλοι.

Tα καημένα τα πουλάκια

του Ναπολέων Λαπαθιώτη

Kρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια·
τώρα, ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα πουλάκια!

Tα πουλάκια είναι στα δέντρα,
τα πουλάκια είναι στα δάση,
― τα πουλάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει·

η βροχή, και το χαλάζι,
κι ο βοριάς που θα περάσει,
― και το χιόνι, που το παίρνουν,
στις αυλές με το φαράσι...

Kι αν η νύχτα είναι μεγάλη,
κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος, απόψε,
φέρνει γύρα, μες στους δρόμους,

κι αν η παγωνιά θερίζει,
κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ― ποιος θυμάται
τα καημένα τα πουλάκια...

Tα πουλάκια είναι στα δέντρα,
τα πουλάκια είναι στα δάση,
― τα πουλάκια θα τα πάρει,
ο βοριάς που θα περάσει·

η βροχή, και το χαλάζι,
κι ο βοριάς που θα περάσει,
― και το χιόνι, που το παίρνουν,
στις αυλές, με το φαράσι...

Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
στα παιδάκια, τα φιλάκια:
τώρα, ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα πουλάκια;

Kι όταν γίνει, πάλι, βράδυ,
κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες στα κρεβάτια,
μην τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα πουλάκια τα καημένα,
τα πουλάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν, χωρίς ελπίδα
να φανούν την άλλη μέρα..

τα ζώα

του Ιωάννη Πολέμη  

Ποτέ δε θα πειράξω
τα ζώα τα καημένα·
μην τάχα σαν εμένα,
κι εκείνα δεν πονούν;
Θα τα χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτέ δεν θα τ’ αφήνω
στους δρόμους να πεινούν.

Aν δεν μιλούν κι εκείνα
κι ο λόγος αν τους λείπει,
μήπως δεν νιώθουν λύπη,
δεν νιώθουν και χαρά;
Μήπως καρδιά δεν έχουν,
στα στήθη τους κρυμμένη,
που τη χαρά προσμένει
κι αγάπη λαχταρά;

Aκόμα κι όταν βλέπω
πως τα παιδεύουν άλλοι,
εγώ θα τρέχω πάλι
με θάρρος σταθερό,
θα προσπαθώ με χάδια
τον πόνο τους να γιάνω,
κι ό,τι μπορώ θα κάνω
να τα παρηγορώ.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.