Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαλακάσης Μιλτιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαλακάσης Μιλτιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

Τὸ δάσος / Μιλτιάδης Μαλακάσης



Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Μιὰ αὐγινή, τὸ κούρσεψαν
ἀνίδρωτοι λοτόμοι,
κι ἐκεῖ εἶναι τώρα δρόμοι
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Τὸ τρίσβαθο ἀναστέναγμα
ποὺ ἄγγιζε τὴν καρδιά σου
κι ἔσπαε τὰ γόνατά σου
δὲ θὰ τ᾿ ἀκούσεις πιά,

τὸ πήρανε στὰ διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
καὶ τό ῾καμαν λαλιά τους
τὰ νύχτια τὰ πουλιά.

Καὶ κάτι ποὺ βραχνόκραζε
μὲ μιὰ φωνὴ ἀνθρώπου,
στὸ ἡμέρωμα τοῦ τόπου
βουβάθηκε κι αὐτό.

Τὸ σιγαλὸ τραγούδισμα
ποὺ σ᾿ ἔσερνε διαβάτη
σὲ μαγικὸ παλάτι
δίχως ἐλπίδα αὐγῆς,

τὸ πήρανε -γιὰ κοίταξε-
στερνὴ ἀνατριχίλα
τὰ πεθαμένα φύλλα
ποὺ ἀπόμειναν στὴ γῆς.

Κι ἡ ἅρπα μὲ τὸν ἦχο της
ποὺ σὲ γλυκομεθοῦσε
μὰ κρύφια σοῦ χτυποῦσε
θανάτου μουσική,

χάθηκε μὲ τὴν ἄγγιχτη
ποὺ τὴν κρατοῦσε κόρη,
στὰ πέλαγα, στὰ ὄρη,
νὰ μὴν ξανακουστεῖ.

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ,

γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ᾿ ἄγρια δεντρά του τώρα
καὶ θὰ τὰ βρεῖς στὴ χώρα
διαβάτη ἀποσπερνέ.


Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Τραγουδάκι

Παίζει απόψε το φεγγάρι
μέσα στην κληματαριά, 
που΄ ναι να το πιείς, αλήθεια 
στο ποτήρι,

κι όχι γιατί παίζει 
στην κληματαριά, 
όσο γιατί φέγγει δίπλα
σ΄ ένα παραθύρι....

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

λιγόστιχα αφιερώματα

Γ. Μαρκοράς
 
Στον κήπο Του, νοσταλγική ψυχή μου, όποτε μπαίνεις,
μες σε δρομάκια αχνόφωτα, όπου ευωδούν νωπά,
σε παίρνει το Παράπονο της Νέας του Πεθαμένης,
κι ο κόσμος των ονείρων του, που πάσχει κι αγαπά.

Στη μνήμη του Κώστα Χατζόπουλου
 
Γύρω από κάποιο πράσινο κλωνί, που θα σε στέψει
-μ’ όλο που σε πολυκαιρνή ψυχρότη αποξενέψαμε-
σου πλέκω με βαρειά καρδιά και πικραμένη σκέψη
τα ρόδα μιας τριανταφυλλιάς, που νέοι μαζί φυτέψαμε.

Λ. Μαβίλης
 
Μνήμη ιερή! Όσον ο θάνατος με τη ζωή παλεύει,
τόξο λαμπρό σελάγιζε στον αξεθύμαστο ουρανό.
Ψηλότερα, στον έβδομο, κανένας δε θ’ ανέβη.
Παρά όποιος, απαρόμοιαστος, χάρισμα θεϊκό,
το στοχασμό του πρόσφερε σε θαυμασμό και χλεύη
και το αίμα του για δύστυχων ανθρώπων λυτρωμό.

Στην εικόνα του Παπαδιαμάντη
 
Ο κάθε στοχασμός σου
ασμάτων άσμα
Στον κόσμο το δικό σου
κόσμος το κάθε πλάσμα.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Ο Μπαταριάς



Ο Μπουκουβάλας ο μικρός κι ο Κλής του Τσαγκαράκη
κι ο Νίκος του Βρανά
Σάββατο βράδυ κάποτε το ΄ριχναν στο μεράκι
στου Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά.

Κι ως ήσανε αρχοντόπουλα κι οι τρεις, στο κέφι επάνω
στέλναν για τα βιολιά,
και να, σε λίγο βλέπανε τον Κατσαρό τον Πάνο,
και πίσω το Γιωργή το Μπαταριά.



Κι αμέσως με το βιολιτζή και με το λαουτέρη
και μ’ έναν πιφιρτζή,
για το βελούχι κίναγαν του Κώστα Καλιαντέρη,
που σίγουρα τον έβρισκαν εκεί.

Κι ο Κώστας λαγοκοίμητος, πάντα με την ποδιά του,
τους δέχονταν ορθός,
και το τραπέζι ετοίμαζε προς τ’ αρμυρίκια κάτου,
στης άπλας λιμνοθάλασσας το φως.

Κι ως να στρωθεί και να σιαχτεί, και να συγκαιριστούνε
τ’ άργανα σιγαλά
τα λιανοτράγουδα άρχιζαν, τα γιαρεδάκια, oπού ‘ναι
καθώς τα προσανάμματα στη στιά.

Μα στο τραπέζι ως κάθουνταν, κι άνοιγεν η φωνή σου,
μεγάλε Μπαταριά!
στο τρίτο κρασοπότηρο, πουλιά του Παραδείσου
ξυπνούσανε κι αηδόνια στα κλαδιά.

Και λίγο λίγο ως γύριζες μες το τραγούδι, ώ θάμα!
παλληκαριές, καημούς,
τ’ αρματολίκι ανέβαζες και την αγάπη αντάμα
στ’ αστέρια, στο φεγγάρι, στους θεούς.

Και κείθε που δεν έφτανε κανένας, κι η ανάσα
πιάνονταν ως κι αυτή,
κι εκείθε, αλέγρα, παίζοντας, σκαλί σκαλί τα μπάσα
κατέβαινε η γαλιάντρα σου η φωνή.

Κι όπως ετύχαινε συχνά σε τέτοια γλέντια να ‘ναι
καλοκαιριού χαρά,
και ο κόσμος έξω, τα νερά κι οι κάμποι να ευωδάνε,
κι όλα μαζί να σπρώχνουν δυνατά

και την πιο λίγο ανάθαρρη παρέκει να πατήσει,
ν’ ακούσει και να δει –
δεν έμενε εικοσάχρονη που να μη ξεπορτίσει
και χήρα νιά στο δρόμο να μη βγει.

Κι όσες ακόμα, οι άπλερες, δε βόλειε να φτερίσουν
σε μάντρες και σε αυλές,
τα κοχυλάκια αυτάκια τους στυλώναν να γρικήσουν,
τα μάτια τους να ρίξουν σαϊτιές.

Και τα τραγούδια, αέρηδες δροσιάς μαζί και λαύρας,
- ο δόλιος ο σεβντάς!
πότε τις φλόγες έφερναν και πότε μιας ανάβρας
το ράντισμα στα φύλλα της καρδιάς.

Μα εκεί που πέλαγο η φωνή σάλευε πια τα φρένα,
κι ο πλανταγμένος νους
που πήγαινε δεν ήξερε, με τα φτερά χαμένα
σ’ αναθυμιές και πόθους ωκεανούς,

καθώς η νύχτα εθάμπιζε και της αυγής η χάρη
σπίθιζ’ αντικρινά,
ξάμωνε ο Μπαταριάς μεμιάς και πέταε το δοξάρι,
με το στερνό του βόγκο, στα νερά.

Και ασηκωμένος, γνεύοντας να ετοιμαστούν και οι άλλοι,
και σκύβοντας στους τρεις
νιόβγαλτους καλεστάδες του, που ‘χανε το κεφάλι
γεμάτο από καπνούς αποβραδίς,

τους έλεγε, ξενέρωτος, πως δεν ήταν η τάξη
πρωί και Κυριακή
να δουν παιδιά που τάχανε μη βρέξει και μη στάξει
μπλεγμένα στα βιολιά και στο κρασί.

Κι ενώ τους έλεγεν αυτά, κι οι γύρω παρωρίτες,
σαν σ’ υπνοφαντασιά,
παίρναν το δρόμο του γιαλού, οι απανωπαζαρίτες,
κι οι κάτω στα ντερσέκια τα στενά,

μέσα στ’ ανάφλογο το φως άρχιζαν κι οι καμπάνες,
που φάνταζαν χρυσές,
και τα κορίτσια μπαίνανε να κοιμηθούν, κι οι μάνες
ξαλλάζανε να παν στις εκκλησιές…

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Βροχή

Ἔξω βροχὴ κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποῦ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ ἀνεμοδέρνονται
Καὶ σιγαλὰ βογκοῦν καὶ κλαῖνε,
Δὲ σέρνουν τὴν ψυχή μου σκλάβα τους,
Μ᾿ ὅλα τὰ μυστικὰ ποὺ λένε.

Κάποτε μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ παράθυρον,
Ὅπως καθόσουν στὸ πλευρό μου,
Κύτταζα στὰ γλαρὰ τὰ μάτια σου
Τὴ θλιβερὴ βροχὴ τοῦ δρόμου.

Κ᾿ ἔβλεπα ἀκόμα, πιὸ μακρύτερα,
Μέσα στὰ μάτια σου καὶ πάλι,
Τὰ σύγνεφα ποὺ τὰ ταξίδευε
Στὸν οὐρανὸ ἡ ἀνεμοζάλη.

Ἔξω βροχή, κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποὺ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ τώρα κρέμονται,
Καὶ χαμηλώνουν κι ὅλο βρέχουν,
Δὲν καθρεφτίζονται στὰ μάτια σου,
Κι ἄλλους κρυφοὺς καϋμοὺς δὲν ἔχουν...

Τὸ τραγούδι τοῦ Χάρου

Ξυπνήσετε ὅλοι, μάγισσες καὶ μάγοι,
Καὶ θέλω τώρα κάτι νὰ σᾶς πῶ.
Νὰ βγῆτε ἀπὸ τὰ μνήματα χτυπῶ,
Νὰ ῾ρθῆτε πάλι στὸ δικό μου πλάγι,
Ξυπνήσετε ὅλοι, μάγισσες καὶ μάγοι,
Καὶ θέλω τώρα κάτι νὰ σᾶς πῶ.

Ξυπνῆστε καὶ ντυθῆτε γιορτινά,
Νυφάδες καὶ γαμπροὶ ξαναγενῆτε
Κ᾿ ἐλᾶτε πάλε δόξες νὰ χαρεῖτε
Μαζύ μου, σὲ ταξίδια μακρινά...
Ξυπνῆστε καὶ ντυθῆτε γιορτινά,
Νυφάδες καὶ γαμπροὶ ξαναγενῆτε.

Μὴ σᾶς τρομάζει κι ἂν φορῶ στεφάνι
Σκεβρό, καὶ μὲ κλαδόφυλλα ξερά,
Τὸ χέρι σας μ᾿ ἀστέρια, μιὰ φορά,
Καὶ μὲ ξανθοὺς ἀνθούς μοῦ τό ῾χε κάνει,
Μὴ σᾶς τρομάζει τ᾿ ἄραχνο στεφάνι,
Γιὰ σᾶς θὰ λουλουδίζει ἀστραφτερά.

Καὶ τὰ γυμνά μου κόκκαλα κι αὐτὰ
Μὴ σᾶς τρομάζουν, σηκωθῆτε, πᾶμε,
Χρυσελεφάντινος καὶ πάλι θά ῾μαι
Στὰ μαγεμένα μάτια σας μπροστά...
Καὶ ἀντὶς δρεπάνι, ρόδα θὰ βαστᾷ
Τὸ χέρι μου, ξυπνήσετε, καὶ πᾶμε.

Ἐλᾶτε, πᾶμε, ὁ κόσμος σᾶς προσμένει
Στοὺς κάμπους, ἄτια τώρα χλιμιντροῦν,
Καράβια στὸ γιαλὸ πριμοπλωροῦν,
Στοὺς γάμους σας εἶναι ὅλοι καλεσμένοι,
Ἐλᾶτε, πᾶμε, ὁ κόσμος σᾶς προσμένει,
Στοὺς κάμπους, ἄτια τώρα χλιμιντροῦν.

Ξυπνῆστε, μὴν ἀργεῖτε, καρτερῶ,
Ὢ γειά σας, γειά σας καὶ χαρά σας τώρα!
Πᾶμε, καὶ κάθε τόπο, κάθε χώρα,
Τὸ φῶς σας θὰ μαγέψει τὸ λαμπρό...
Τὴν νύχτα τώρα θά ῾χουμε χορό,
Καὶ τὴν ἡμέρα τὰ ταξίδια τώρα...

Ἆσμα ᾀσμάτων

Ἔλα καὶ γεῖρε τὸ τετράξανθο κεφάλι
Μὲς στὴ λαχταρισμένη μου ἀγκαλιά.
Ἔχω τραγούδια νὰ σοῦ πῶ καὶ πάλι,
Τώρα ποὺ δὲ σὲ νανουρίζουν τὰ πουλιά.
Ἡ νύχτα, ἰδές, γυρνᾷ μαυροντυμένη,
Ὅλα σιωπηλὰ κοιμοῦνται γύρω,
Ἔλα, ἀκριβή μου, ὀνειροπλανεμένη,
Νὰ μὲ μεθύσεις μὲ τ᾿ ἀπόκρυφό σου μύρο.
Ἔλα τραγούδι νὰ σοῦ πῶ καὶ πάλι·
Ἔλα καὶ γεῖρε τὸ τετράξανθο κεφάλι
Μὲς στὴ λαχταρισμένη μου ἀγκαλιά·
Τώρα ποὺ δὲ λαλοῦνε τὰ πουλιά,
Ἔλα τραγούδια νὰ σοῦ πῶ καὶ πάλι.

Ὁ Μπαταριᾶς

Ἕνα Σάββατο βράδυ,
Μιὰ Κυριακὴ πρωί...
Ὁ Μπουκουβάλας ὁ μικρὸς κι ὁ Κλὴς τοῦ Τσαγκαράκη
Κι ὁ Νίκος τοῦ Βρανᾶ,
Σάββατο βράδυ, κάποτε, τὸ ῾ρίχναν στὸ μεράκι,
Στοῦ Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά.
Κι ὡς ἤσανε ἀρχοντόπουλα κ᾿ οἱ τρεῖς, στὸ κέφι ἀπάνω,
Στέλναν γιὰ τὰ βιολιά,
Καὶ μὲς σὲ λίγο βλέπανε τὸν Κατσαρὸ τὸν Πάνο,
Καὶ πίσω τὸ Θανάση Μπαταριᾶ.
Κι ἀμέσως μὲ τὸ βιολιτζὴ καὶ μὲ τὸ λαουτέρη,
Καὶ μ᾿ ἕναν πιφιρτζῆ,
Γιὰ τὸ βιλούχι κίναγαν τοῦ Κώστα Καλιαντέρη,
Ποὺ σίγουρα τὸν εὕρισκαν ἐκεῖ.
Κι ὁ Κώστας, λαγοκοίμητος, πάντα μὲ τὴν ποδιά του,
Τοὺς δέχονταν ὀρθός,
Καὶ τὸ τραπέζι ἑτοίμαζε πρὸς τὰ᾿ ἁρμυρίκια κάτου,
Στῆς ἅπλας λιμνοθάλασσας τὸ φῶς.
Κι ὡς νὰ στρωθῇ καὶ νὰ σιαχτῇ, καὶ νὰ συγκαιριστοῦνε
Τά ῾ργανα, σιγαλὰ
Τὰ λιανοτράγουδα ἄρχιζνα, τὰ γιαρεδάκια, ὁποῦ ῾ναι
Καθὼς τὰ προσανάμματα στὴ στιά.
Μὰ στὸ τραπέζι ὡς κάθουνταν, κι ἄνοιγεν ἡ φωνή σου,
Μεγάλε Μπαταριᾶ!
Στὸ τρίτο κρασοπότηρο, πουλιὰ τοῦ Παραδείσου
Ξυπνούσανε κι ἀηδόνια στὰ κλαδιά.
Καὶ λίγο λίγο ὡς γύριζες μὲς στὸ τραγούδι, ὢ θάμα!
Παλληκαριές, καϋμούς,
Τ᾿ ἀρματολίκι ἀνέβαζες καὶ τὴν ἀγάπη ἀντάμα,
Στ᾿ ἀστέρια, στὸ φεγγάρι, στοὺς Θεούς.
Κ᾿ ἐκεῖθε, ποὺ δὲν ἔφτανε κανένας, κ᾿ ἡ ἀνάσα
Πιάνονταν ὡς κι αὐτή,
Κ᾿ ἐκεῖθε ἀλέγρα, παίζοντας, σκαλὶ σκαλὶ τὰ μπάσα,
Κατέβαινε ἡ γαλιάντρα σου ἡ φωνή.
Κι ὅπως ἐτύχαινε συχνά, σὲ τέτοια γλέντια νά ῾ναι
Καλοκαιριοῦ χαρά,
Καὶ ὁ κόσμος ἔξω, τὰ νερὰ καὶ οἱ κάμποι νὰ εὐωδᾶνε
Κι ὅλα μαζὺ νὰ σπρώχνουν δυνατά,
Καὶ τὴν πιὸ λίγο ἀνάθαρρῃ, παρέκει νὰ πατήσει,
Ν᾿ ἀκούσει καὶ νὰ δεῖ, -
Δὲν ἔμενε εἰκοσόχρονη ποὺ νὰ μὴν ξεπορτίσει,
Καὶ χήρα νιὰ στὸ δρόμο νὰ μὴ βγεῖ.
Κι ὅσες ἀκόμα, οἱ ἄπλερες, δὲ βόλιε νὰ φτερίσουν,
Σὲ μάντρες καὶ σὲ αὐλές,
Τὰ κοχυλάκια αὐτάκια τους στυλῶναν νὰ γροικήσουν,
Τὰ μάτια τους νὰ ρίξουν σαϊτιές.
Καὶ τὰ τραγούδια, ἀέρηδες δροσιᾶς μαζὺ καὶ λαύρας,
- ὁ δόλιος ὁ σεβντᾶς!
Πότε τὶς φλόγες ἔφερναν, καὶ πότε μιᾶς ἀνάβρας
Τὸ ράντισμα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς.
Μὰ ἐκεῖ ποὺ πέλαγο ἡ φωνὴ σάλευε πιὰ τὰ φρένα,
Κι ὁ πλανταγμένος νοῦς,
Ποῦ πήγαινε, δὲν ἤξερε, μὲ τὰ φτερὰ χαμένα,
Σ᾿ ἀναθυμιὲς καὶ πόθους ὠκεανούς,
Καθὼς ἡ νύχτα ἐθάμπιζε, καὶ τῆς αὐγῆς ἡ χάρη
Σπίθιζ᾿ ἀντικρινά,
Ξάμωνε ὁ Μπαταριᾶς μὲ μιᾶς καὶ πέταε τὸ δοξάρι,
Μὲ τὸ στερνό του βόγκο, στὰ νερά.
Καὶ ἀσηκωμένος, γνεύοντας νὰ ἑτοιμαστοῦν καὶ οἱ ἄλλοι
Καὶ σκύβοντας στοὺς τρεῖς
Νιόβγαλτους καλεστάδες του, πού ῾χανε τὸ κεφάλι
Γεμάτο ἀπὸ καπνοὺς ἀποβραδίς,
Τοὺς ἔλεγε, ξενέρωτους, πὼς δὲν ἦταν ἡ τάξη,
Πρωὶ καὶ Κυριακή,
Νὰ δοῦν παιδιὰ ποὺ τά ῾χανε μὴ βρέξει καὶ μὴ στάξει,
Μπλεγμένα στὰ βιολιὰ καὶ στὸ κρασί.
Κ᾿ ἐνῷ τοὺς ἔλεγαν αὐτά, κ᾿ οἱ γύρω παρωρίτες,
Σὰ σ᾿ ὑπνοφαντασιά,
Παίρναν τὸ δρόμο τοῦ γιαλοῦ, οἱ ἀπανωπαζαρίτες,
Κι οἱ κάτω, τὰ ντερσέκια τὰ στενά,
Μέσα στ᾿ ἀνάφλογο τὸ φῶς, ἄρχιζαν κ᾿ οἱ καμπάνες,
Ποὺ φάνταζαν χρυσές,
Καὶ τὰ κορίτσια ἐμπαίνανε νὰ κοιμηθοῦν, κ᾿ οἱ μάνες
Ξαλλάζανε νὰ πᾶν στὶς ἐκκλησιές..

Ἀγάπη

Ἂς μὴ γυρίζει ὁ λογισμὸς στὰ χρόνια ἐκεῖνα πίσω.
Κάλλιο μιὰ τέτοια θύμηση γιὰ πάντα νὰ χαθῇ,
Ποιὸς ξέρει, τώρα θἄτανε γραφτὸ νὰ σ᾿ ἀγαπήσω,
Καὶ τόσο ποὺ καμμιὰ ποτὲ δὲν ἔχει ἀγαπηθῇ.

Κι ἂν ἔφυγεν ἡ νιότη σου, ποὺ θλίβεσαι γιὰ δαὔτη,
Ὡς γιὰ πουλὶ ποὺ πέταξε μἄλλα μαζὶ πουλιά,
Περσότερο ἀπὸ μία ἄνοιξη τὸν ἔρωτά μου ἀνάφτει
Τοῦ χινοπώρου τἄγγιγμα στὰ ὡραῖα σου τὰ μαλλιά.

Κι ἀκόμα φτάνω ν᾿ ἀγαπῶ σ᾿ ἐσὲ μίαν ἄλλη εἰκόνα,
- Τ᾿ ὁρκίζομαι στὰ μάτια σου ποὺ τόσο λαχταρῶ, -
Τὸν ἥμερο κι ἀνέφελο καὶ τὸ γλυκὸ χειμῶνα,
Ποὺ στὸ χλωμό σου πρόσωπο μία μέρα θὰ θωρῶ.

Καὶ μάθε το, τὶς μελιχρὲς λαμπράδες τοῦ Δεκέμβρη,
Καὶ τὶς φεγγαροσκέπαστες τοῦ Γενναριοῦ ὀμορφιές,
Μήτε στὶς τρέλλες τ᾿ Ἀπριλιοῦ κανένας θὰ τὶς εὕρῃ,
Μήτε καὶ στὶς μονότονες τοῦ Μάη καλοκαιριές..

Τὸ δάσος

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Μιὰ αὐγινή, τὸ κούρσεψαν
ἀνίδρωτοι λοτόμοι,
κι ἐκεῖ εἶναι τώρα δρόμοι
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Τὸ τρίσβαθο ἀναστέναγμα
ποὺ ἄγγιζε τὴν καρδιά σου
κι ἔσπαε τὰ γόνατά σου
δὲ θὰ τ᾿ ἀκούσεις πιά,

τὸ πήρανε στὰ διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
καὶ τό ῾καμαν λαλιά τους
τὰ νύχτια τὰ πουλιά.

Καὶ κάτι ποὺ βραχνόκραζε
μὲ μιὰ φωνὴ ἀνθρώπου,
στὸ ἡμέρωμα τοῦ τόπου
βουβάθηκε κι αὐτό.

Τὸ σιγαλὸ τραγούδισμα
ποὺ σ᾿ ἔσερνε διαβάτη
σὲ μαγικὸ παλάτι
δίχως ἐλπίδα αὐγῆς,

τὸ πήρανε -γιὰ κοίταξε-
στερνὴ ἀνατριχίλα
τὰ πεθαμένα φύλλα
ποὺ ἀπόμειναν στὴ γῆς.

Κι ἡ ἅρπα μὲ τὸν ἦχο της
ποὺ σὲ γλυκομεθοῦσε
μὰ κρύφια σοῦ χτυποῦσε
θανάτου μουσική,

χάθηκε μὲ τὴν ἄγγιχτη
ποὺ τὴν κρατοῦσε κόρη,
στὰ πέλαγα, στὰ ὄρη,
νὰ μὴν ξανακουστεῖ.

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ,

γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ᾿ ἄγρια δεντρά του τώρα
καὶ θὰ τὰ βρεῖς στὴ χώρα
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Ὁ Τάκη-Πλούμας

Στὰ παιδικά μου χρόνια, ὁ πιὸ μεγάλος
Ἀξάδερφός μου μ᾿ ἔπαιρνε μαζὶ
Στὰ πανηγύρια, ποὺ ἤτανε, παρ᾿ ἄλλος,
Πρῶτος στὴν ὀμορφιὰ καὶ στὴν ὁρμή.

Τί ὡραῖος! τὸν θυμοῦμαι, ἀστροβολοῦσε
Καβάλα στὸ φαρί του, βυσσινιὰ
Φέρμελη χρυσοκέντητη ἐφοροῦσε,
Γιουρντάνια ἀπὸ βενέτικα φλουριά.

Τοῦ Καπετὰν πασᾶ φόραε τὴν πάλα
Καὶ τὸ χαρμπὶ τοῦ Μπότσαρη, καὶ δυό,
Στῆς σέλας του δεξόζερβα τὴ σπάλα
Πιστόλια ἀπὸ τ᾿ Ἀλῆ τὸ θησαυρό.

Φουστανελίτσα φόραε ζυγιασμένη
Καὶ κάλτσες καὶ τσαρούχια φουντωτά,
Παραγγελιὰ ἀπ᾿ τὰ Γιάννενα φερμένη,
Γαντζούδια πρεβεζάνικα ἀσημιά.

Ἔτσι σιαγμένος κ᾿ ἔχοντας στὸν ὦμο
Τὸ καριοφίλι, χαίτη καὶ λουριὰ
Στὸ χέρι του, ἐλαμπάδιζε τὸ δρόμο,
Χυμώντας ἀπ᾿ τὴν Πύλη τὴν πλατειά.

Κι᾿ ἐγώ, λίγο ξωπίσω του, ὅλο θάμπος,
Στὸ γρήγορο ἀλογάκι μου κι᾿ ἐγώ.
Δυνόμουν νὰ τὸν φτάνω, κι᾿ ἤμουν σάμπως
Νἄχα φτερά, κορμάκι ἀερινό.

Κι᾿ ὡς τρέχαμε, θυμᾶμαι, τὰ κλεισμένα
Στὸ τουνεζὶ φεσάκι του σγουρά,
Σκόρπια τριγύρα, φέγγανε, σὰν ἕνα
Γνεφάκι ἀπ᾿ ἀναμμένη ἀθημωνιά.

Κι᾿ ὡς πύρωνεν ἀκόμα στὴ φευγάλα
Τρικυμισμένος κι᾿ ὅλος μὲς στὸ φῶς,
Χρυσόχυτος μοῦ ἐφάνταζε καβάλα,
Σὰν τὸν Ἅη-Γιώργη, λίγο πιὸ μικρός.

Ὢ τὸ λεβέντη τοῦ Μεσολογγιοῦ μας,
Τὸν ἥλιο τῆς αὐγούλας μου ζωῆς!
Καὶ νὰ μετρῶ καὶ νἆναι ὁ Τάκη - Πλούμας
Τριάντα τρία χρόνια μὲς στὴ γῆς...

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.