Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

γέννηση

Οδύνη το σκέπασμα
Να κάθεσαι να υπάρχης
Μέσα στο στήθος

Με παιδεύουν λυγμοί
Ραγισμένες καμπάνες

Να είχα το θάρρος
Αγάπη ακούραστη
Να μπορούσα να ψάλλω
– Ειρήνη!... Ευδοκία!

Έκλεισαν οι φωνές
Τα μάτια έχουν στεγνώσει
Μοναξιά μεγαλόπρεπη

Έντομα φριχτά φτερά βυθισμένα στη λάσπη
Αλλού το κεφάλι, αλλού τα μέλη
Θρεμμένα με το ίδιο τους το αίμα

Δεν υπάρχουν πια ποιμένες
Άστρα που ψάλλουν στο βαθύ ουρανό
Οι Άγγελοι τραβήχτηκαν σε απρόσιτα ύψη

Δε βρίσκεται στη γη παρθένος
Να εγκυμονή το γυιό του ανθρώπου
Αγκαλιά ουρανού με τη νύχτα

Πότε θα περιμένουν νάρθη
Η Δεύτερη Παρουσία

η νήσος των ναυαγών

Τώρα μας καίει το λιοπύρι
Επάνω σ' αυτή την ξέρα σ' αυτό το μαύρο βράχο
Κυκλωμένο απ' τους ανέμους δαρμένο απ' τη βοή
Κι από μηνύματα καταιγίδων

Στεγνοί
Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα

Μας τρώει η έγνοια
Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
Κ' η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ήσκιος
Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού

Δε γίνεται να ξεχάσουμε
Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καϋμός

Σκαρί απ' όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ' το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
Το φως και το σκοτάδι
Το φελλό και το μολύβι

Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
«Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
Φέρνοντας πίσω τους θεούς
Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
Αγγεία, χρυσαφικά...

Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας

Οδοιπόροι

Όταν περνώ τον εαυτό μου,
Σαν μέσα σ' ένα άλλο ένδυμα,
Βγάζοντας τα καθημερινά κουρέλια,
Το φως
Ανατέλλει και δύει στο πρόσωπό μας.

Η τύχη του κρέμεται μετέωρη,
Σαν από κάποιον ήλιο δικό μας.

Λέμε το φως ημέρα, το σκότος νύχτα,
Μοιράζουμε ονόματα: άστρα, φυτά και ζώα.

Είμαστε δίχως τάφο και πατρίδα,
Σαν τους πλανόδιους μουσικούς.
Τραγουδούμε, χορεύουμε, παίζουμε όργανα.

Η μουσική μας είναι η ομιλία μας, ο έρωτας το μυστικό μας.

Οδοιπορείτε, ακούραστοι οδοιπόροι, μιλάτε.
Τι στοιχίζει μια λέξη ακόμα, ένα όνομα.
Ένα χαμόγελο ή μια χειρονομία.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961)

Το κακό πουλί

τη γαρ ελπίδι εσώθημεν, ελπίς δε βλεπομένη
ουκ έστιν ελπίς∙ ο γαρ τις βλέπει, τι και ελπίζει;
Προς Ρωμαίους (Η' 24)

Αν μπορείς να ελπίζεις ελπίδα, έλπιζε στο Ποίημα.
Αν μπορείς να πιστέψεις στο θαύμα, πίστευε στο
Ποίημα.
Πίστευε και έλπιζε.
Ars Poetica



Σαν το κακό πουλί την κυνηγούν
Με χτύπους την προγκάρουνε, με ντουφεκιές

Δεν την αφήνουν σε χλωρό κλαρί.

Σκάβουν τη γη, βυθομετρούν τη θάλασσα,
Τη θάλασσα την ανεξάντλητη. Την εξαντλούν.

Τη Νύχτα την κατάργησαν με τεχνητά φεγγάρια.

Κρυπτό δεν έχει ο Ουρανός, αόρατο, ιερό,
Ο Ουρανός ο απέραντος, ο φωταγωγημένος.

Ο Κόσμος αποστιλπνώθηκε μια σφαίρα από γυαλί.

Τόπο δεν έχει να σταθεί.
Μια σπίθα εδώ, μια λάμψη πέρα,
Μια ξεπνεμένη αναλαμπή, και σβήνει
Η απελπισμένη ελπίδα, χάνεται στο
ραγισμένο φως.

Ζώσα ψυχή δε βρίσκεται στη γη να τη δεχτεί.
(Ξέσκεπα είναι τα σπίτια τους, γυάλινα,
Στεγνά τα μάτια τους, κρυσταλλωμένα)
Κι οι πεθαμένοι απόκαμαν δίχως ελπίδα
Να καρτερούν τον άπειρο θάνατο, να τον αντέχουν.
Κι οι Άγγελοι, κι οι Άγγελοι απελπίζονται,
Δεν έχουν πού να σταθούν και να υπάρξουν,
Μνήμη, ιερή φωτιά, καθρέφτη, λάμψη ονείρου,
Ψηλό σκαλί την Κλίμακα του Τρομερού.

Κρύπτη δεν έχει να κρυφτεί, καταφυγή να
καταφύγει.

Μονάχα στο σπίτι του Ποιητή
Το απόμερο, το ερημικό,
Καθώς η σκήτη του Ερημίτη,
Του Νηστικού και τ' Απόκοσμου

Όπου κονεύει η Μοναξιά, όπου καπνίζει η Φτώχεια

Μπαίνει σαν το λιγνό φεγγάρι και του φέγγει
Να βλέπει ό,τι δε βλέπουν τα ξεπλυμένα μάτια
τα στιλπνά

Να βλέπει το αόρατο μες στ' ορατό,
Και να ελπίζει.

Από τη συλλογή Τα Βιβλικά (1975)

Είναι για σένα

Είναι για σένα που αγαπώ το φως
Τους ανθρώπους τα δέντρα που σου μοιάζουν
Ό,τι σαλεύει κι ό,τι πνέει
Το κύμα που μοιράζεται την απλωσιά του
Και το νερό που τραγουδάει τον έρωτα

Είναι για σένα κ' είσαι εσύ
Που περπατείς μες σ' όλους τους καθρέφτες
Στο κάθε τι στα πράγματα
Τα γκαρδιακά μου αδέρφια

Και το τραπέζι αυτό το τρυφερό που βλέπει
Τα χέρια σου στον ύπνο του σα δυο φτερά
Και το τραπέζι αυτό το τρυφερό που ακούει
Τη μυστική του ηχώ μες στην πυκνή σιωπή του

Είναι η καρδιά μου που σε στηρίζει σα μια σημαία
Είναι η καρδιά μου που σε δέχεται σαν ουρανό

Αλλιώς ωραίος

Αυτό που λέμε ο έρωτας, δεν είναι
Ο Έρωτας: ο Άγγελος με τ' ανοιχτά φτερά.

Αλλάζει όψη, μεταμορφώνεται,
Γίνεται ωραίος, αλλιώς ωραίος.

Δεν την αντέχεις την ομορφιά του.

Τα ζώα τον βλέπουν, κρύβονται
Στο δέρμα τους, σωπαίνουν τα πουλιά.

Τα σώματα σκεπάζονται τη σκιά τους.

Γίνεται αλλιώς ωραίος, φοβερά ωραίος,
Ως νάχει βγει απ' την έκλαμψη μιας πυρκαγιάς.

Δυνατός ως η θάλασσα, ως ο άνεμος.

Ισχυρός ως στήλη πυρός, ως όρος.

Μοναχικός ως ογκόλιθος, ως ακίνητος ποταμός.

Αθόρυβος ως ίσκιος πουλιού, ως χτύπος ονείρου.

Διαβρωτικός ως φλόγα, ως ποίημα, ως πυρετός.

Αναίσθητος ως λίθος, ως ξίφος γυμνό.

Άτεγκτος ως ζυγός, ζυγιάζοντας τα βάρη των ψυχών.

Πυρπόληση

Σκληρή μου στάθηκε η αγάπη
Σκληρή κι ανήλεη.

Από σκληρή στοργή,
Από πυκνή τρυφερότητα.

Έβαλε φωτιά να κάψει το σπίτι μου.

Μεγάλωσε η φωτιά,
Σηκώθηκε,
Σα μια φλεγόμενη σκιά,
Μια πυρκαγιά.

Καίγονται τα χέρια.

Ερημιά

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ' όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ' τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ' τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.

Είπα ν’ αφήσω

Είπα ν’ αφήσω αυτό το πεθαμένο σπίτι
Να πάω να κατοικήσω επάνω στη θάλασσα
Σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές
Εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες

Το παράθυρο μένει γυμνό μέσα στη νύχτα
Όλα τα τζάμια έχουν πέσει
Κομμάτια από γυαλί πάνω στη σκόνη

Και μένω κι αγωνίζομαι να βρω τη σκιά μου
Ίχνος από παλιό λησμονημένον ήλιο

Μαθητεία


Μαθαίνεται η Αγάπη,
μαθαίνεται από μέσα, αποστηθίζεται.
όπως η θλίψη, όπως η έκσταση.

Τ' άφωνα ψάρια δεν πηγαίνουν σχολείο
να μάθουν τη σιωπή,
την εκθαμβωτική θαλάσσια αγάπη
μες σε βαθιά κρησφύγετα.

Τα ερωτικά πουλιά δε μελετούν
μαθήματα αγάπης,
δε γράφουν τις τέσσερες πράξεις της
στις πλάκες τους οι πεταλούδες.

Ισως μονάχα οι Άγγελοι να μαθαίνουν λέξεις,
ονόματα, κομμένες συλλαβές,
συλλαβίζοντας τον έρωτα μες στην ουράνιαν ερημία.

Ισως να ξέρουν καλά τη σιωπή της Αγάπης,
τη γλώσσα της σιωπής, τον ανεκλάλητον έρωτα των πραγμάτων.

Αυτή τη γλώσσα, αυτή τη Μουσική, αυτή μαθαίνουν τα δάχτυλά μου.
Τα δάχτυλά μου, τα χείλη μου, τα έκπληχτα μάτια.

Γιώργος Θέμελης (βιογραφία)

Ο Γιώργος Θέμελης γεννήθηκε το 1900 στη Σάμο και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το όνομά του συνδέθηκε με τη Θεσσαλονίκη, όπου εγκαταστάθηκε και έζησε ως το τέλος της ζωής του (Απρίλης του 1976). Στη Θεσσαλονίκη, άλλωστε, διαμορφώθηκε η ποιητική του προσωπικότητα, κι αυτή στάθηκε η πνευματική του πατρίδα.

Ως φιλόλογος δίδαξε στο Πειραματικό Σχολείο και στα Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη, βρίσκοντας ιδιαίτερη απήχηση σε πολλές γενεές μαθητών του, κυρίως στη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών. Διετέλεσε Γενικός Γραματέας και Μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος από την ίδρυσή του. το 1961, έως το 1965.

Η ποιητική ιστορία του Θέμελη αρχίζει ουσιαστικά με τον πόλεμο και την κατοχή. Όλα τα προηγούμενα γραπτά του ανήκουν στην προϊστορία του. Τότε μυήθηκε στα νεότερα ποιητικά ρεύματα από τον πρωτοποριακό κύκλο του περιοδικού "Κοχλίας", του οποίου υπήρξε τακτικός συνεργάτης.

Ποιητικές συλλογές

"Γυμνό παράθυρο", 1945
"Άνθρωποι και πουλιά", 1947
"Ο Γυρισμός", 1948
"Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες", 1949
"Ακολουθία", 1950
"Συνομιλίες", 1953
"Δενδρόκηπος", 1955 (Κρατικό Βραβείο)
"Το πρόσωπο και το είδωλο", 1959
"Φωτοσκιάσεις", 1961 (Κρατικό Βραβείο)
"Η Μόνα παίζει", 1961
"Το δίχτυ των ψυχών", 1965
"Έξοδος", 1968
"Ηλιοσκόπιο", 1971
"Περιστροφή", 1973
"Δενδρόκηπος ΙΙ", 1973
"Κήποι", 1974
"Ars poetica", 1974
"Οίκος Εμπορίου", 1974
"Βιβλικά", 1975
"Το περιστέρι και τα επτά αναστάσιμα θαύματα" 1977

θεατρικά έργα

"Διδώ", περ. "Νέα Εστία", 1950
"Καραγκιόζης". Παραγωγή Κ.Θ.Β.Ε.σκηνοθεσία, σκηνογραφία, ενδυματολογία Ευγ. Σπαθάρη
"Ταξίδι", πολυγρ. έκδοση, 1966 (19-6-1999)
"Ο επισκέπτης", περ. "Νέα Πορεία", 1969 (19-2-1970)

επίσης ασχολήθηκε με το Δοκίμιο και έγραψε μελέτες


τα στοιχεία προέρχονται από την σελίδα: http://users.auth.gr/marsias/gthemelis/opus.html

Ξυπνήσαμε και σβήσαμε

Τ' ακόντιο
καρφώθηκε
κοντά στον πυρετό.
Ξυπνήσαμε
και σβήσαμε.
Γιατί όμως
δεν τολμήσαμε;


(από την ποιητική συλλογή "Πήλινα Πρόσωπα", 1992)

Δίχως άρωμα κήπου

Λάμψη Ωρίωνος
ωθεί στα άκρα
έκκεντρα πάθη
εντόνως δήθεν,
σε χειμώνες
ανύποπτων καιρών,
που θες να στολίσεις
με άνθη πλαστικά,
δίχως άρωμα κήπου.


(από την ποιητική συλλογή "Ενδόγραμμα",
εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία, 2010)

το Μέλλον

Φτερό αετού
θαμμένο στην άσφαλτο,
σιγή ατέρμονη
απόλυτου μηδενός,
λατέρνα σπασμένη
στο τζάκι της βροχής,
το Μέλλον!
(από την ποιητική συλλογή "Πήλινα Πρόσωπα", 1992)

Μαθαίναμε το διάλογο

Μαθαίναμε το διάλογο/
όσο έφταναν οι Έλληνες/
μα δεν είμαστε έτοιμοι/
για ρήτορες και σοφίες/
μας αρκούσε το φτηνό ποτό/
ανάμικτο με το νερό μας/
και κάποιες γυναίκες/
φτηνές της Ρώμης/
σκλάβες, που είχαν τελειώσει/ στο δρόμο μας/
ανάμικτα και τα αισθήματα/
αν οι γείτονες ποθούνε/
την αίγλη του Καίσαρα ή τη Ρώμη μας/
για μια κατάχρηση/
 για ένα σουλάτσο/
 στα στενά και τα κατώγια/
τότε ευτυχώς/
άχρηστες θα είναι οι πρόβες/
 οι διάλογοι, όσοι καθίσαν/
και μας εξόρκιζαν το είναι μας/
 μέσα στην προσπάθεια/
 ένας καίσαρας, τόσοι συγκλητικοί/
 φτάνουν για το χρόνο μας/
 κι ο πόλεμος, ο Άδης μας/
μας πεθαίνει/
τακτικά, επιπόλαια/
 στα στρατόπεδα του κόσμου/
που μόνοι στήσαμε

Τὸ φίλημα

Μιὰ βοσκοποῦλα ἀγάπησα,
μιὰ ζηλεμένη κόρη
καὶ τὴν ἀγάπησα πολὺ
ἤμουν ἀλάλητο πουλί,
δέκα χρονῶν ἀγόρι.

Μιὰ μέρα ποὺ καθόμαστε
στὰ χόρτα τ᾿ ἀνθισμένα,
-Μάρω, ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ,
Μάρω, τῆς εἶπα, σὲ ἀγαπῶ,
τρελαίνομαι γιὰ σένα.

Ἀπὸ τὴ μέση μὲ ἅρπαξε,
μὲ φίλησε στὸ στόμα
καὶ μοῦ ᾿πε: Γιὰ ἀναστεναγμούς,
γιὰ τῆς ἀγάπης τοὺς καημοὺς
εἶσαι μικρὸς ἀκόμα.

Μεγάλωσα καὶ τὴν ζητῶ...
ἄλλον ζητᾷ ἡ καρδιά της
καὶ μὲ ξεχνάει τ᾿ ὀρφανό...
Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ λησμονῶ
ποτὲ τὸ φίλημά της.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

ξεπροβόδισμα

-- Αγάπη μου, ήσουνα παιδί· παιδί μου, είσαι άντρας τώρα·
σύρε, ακριβέ μου, στο καλό, μη σε προφτάσει η μπόρα.

-- Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε· πώς να κινήσω; βρέχει·
μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ' έχει.

-- Παιδί μου, όλοι θα φύγουνε· κι αν μείνεις τελευταίος;
σύρε· και πάντα να 'σαι όρθιος και πάντα να 'σαι ωραίος.

-- Μάνα, ο χειμώνας ρυάζεται κ' η νύχτα αγκομαχάει·
με δένει, μάνα, μια ντροπή, κ' ένας καημός με πάει.

-- Βλέπε, παιδί μου, πάντα ομπρός. Το χτες μη σε πικραίνει.
Τώρα η ζωή σαν άλογο στην πόρτα σε προσμένει.

-- Μάνα, οι άνεμοι ρίξανε του δρόμου το πλατάνι·
με τρώει, μανούλα, η θύμηση, κι ο πόνος με δαγκάνει.

-- Παιδί μου, όλου θα φύγουνε· κι αν μείνεις τελευταίος;
σύρε· και πάντα να 'σαι ορθός και πάντα να 'σαι ωραίος.

-- Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε· πώς να κινήσω; βρέχει·
μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ' έχει.

Δρόμος

Τώρα μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια.

Τώρα θανάσιμη
νύχτα με ζώνει.
Μέσα μου ογκώνονται
οι άφραστοι πόνοι.

Μ' είδαν, προσπέρασαν
όσοι αγαπάω.
Μόνος απόμεινα
κι έρημος πάω.

Πόσο τ' ανέβασμα
του άχαρου δρόμου!
Στρέφω κοιτάζοντας
προς τ' όνειρό μου:

Μόλις και φαίνονται
οι άσπρες εικόνες.
Τ' άνθη, χαμόγελα
μες στους χειμώνες.

Αεροσαλεύουνε
κρίνοι και χέρια.
Ηλιοι τα πρόσωπα,
μάτια τ' αστέρια

Είναι και ανάμεσα
σ' όλα η Αγάπη:
Στο πρωτοφίλημα
κόρη που εντράπη.

Κι όλο μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια...

Σε παλαιό συμφοιτητή

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασε.
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα 'ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ' όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα 'χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα' ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα 'ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα 'ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

Ευγένεια

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.

Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
-- για μπάλσαμο -- και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου 'ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
με λέγε το γελώντας.

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.

Δένδρο

Με αδιάφορο το μέτωπο και πράο,
τα δείλια, τις αυγές θα χαιρετάω.

Δέντρο θα στέκομαι, όμοια να κοιτάζω
τη θύελλαν ή τον ουρανό γαλάζο.

Είναι ζωή, θα λέω, το φέρετρο όπου
λύπη, χαρά τελειώνουνε του ανθρώπου.

ποιητές

Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν...
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας...
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φως, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ' όλα τριγύρω τ' άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλοσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν

οι στίχοι μου

Δικά μου οι στίχοι, απ' το αίμα μου, παιδιά.
Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτια
τα δίνω από την ίδια μου καρδιά,
σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια.

Πηγαίνουν με χαμόγελο πικρό,
αφού τη ζωήν ανιστορίζω τόσο.
Ηλιο και μέρα και ήλιο τους φορώ,
ζώνη ναν τα 'χουν όταν θα νυχτώσω.

Τον ουρανόν ορίζουν, τη γη.
Ομως ρωτιούνται ακόμα σαν τι λείπει
και πλήττουνε και λιώνουν πάντα οι γιοι
μητέρα που γνωρίσανε τη Λύπη

Το γέλιο του απαλότερου σκοπού,
το πάθος μάταια χύνω του φλαούτου·
είμαι γι' αυτούς ανίδεος ρήγας που
έχασε την αγάπη του λαού του.

Κει ρεύουνε και σβήνουν και ποτέ
δεν παύουνε σιγά-σιγά να κλαίνε.
Αλλού κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Λήθη, το πλοίο σου φέρε μου να πλένε

Ραψωδίες : Μουσική Βαγγέλης Παπαθανασίου Τραγουδά η Ειρήνη Παππά (1987)

Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΈΑΡ



ΤΟΝ ΝΥΜΦΩΝΑ ΣΟΥ ΒΛΕΠΩ


ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ


ΤΗΝ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗς ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΣΟΥ


ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ
http://www.youtube.com/watch?v=uZ61f0hfAAI

ΡΑΨΩΔΙΑ (ΔΕΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑ ΝΑ ΒΡΩ ΕΝΑ ΗΧΗΤΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ)

Τα αγροτικά : Ο Θωμάς Μπακαλάκος γράφει την μουσική και τους στίχους σε δύο τραγούδια (Γερο - αγρότης, Όχι δεν πουλάμε). Τα υπόλοιπα τραγούδια είναι στίχοι του Διονύση Τζεφρώνη. Τραγουδά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Κυκλοφορία δίσκου: 1975



Όχι δεν πουλάμε

Πάει καλά φέτος η χρονιά,
πάει καλά,
προκόψαν όλα τα σπαρτά. (x2)

Θα ‘ρθουν πάλι τσούρμο οι μεσάζοντες
θα κερδοσκοπήσουν οι μεσάζοντες
και εμείς τα ίδια θα ‘μαστε άλλη μια φορά,
μας παίρνουν τη σοδειά φτηνά.

Όχι δεν πουλάμε. (x4)

Τα παιδιά κάνουνε χαρά
τα παιδιά,
βλέπουνε μπόλικη σοδειά. (x2)

Θα ‘ρθουν πάλι τσούρμο οι μεσάζοντες
θα κερδοσκοπήσουν οι μεσάζοντες
και εμείς τα ίδια θα ‘μαστε άλλη μια φορά,
μας παίρνουν τη σοδειά φτηνά.

Όχι δεν πουλάμε. (x4)


Αυτή είναι η αγροτιά

Δεν ξεχωρίζει το χωράφι απ' την καρδιά του
και από τα στάχυα δεν χωρίζει τα παιδιά του
και από τα στάχυα δεν χωρίζει τα παιδιά του.

Η φαμίλια του κι οι γιοι του κι οι γιοι του
το καμάρι κι η ψυχή του κι η ψυχή του
Σπίτι δουλειά, σπίτι δουλειά αυτή είναι η αγροτιά. (x2)

Παλιό τ' αλέτρι μα την κάνει την δουλειά του
σπουδάζει η κόρη και ο γιος τα ιδανικά του
σπουδάζει η κόρη και ο γιος τα ιδανικά του.

Η φαμίλια του κι οι γιοι του κι οι γιοι του
το καμάρι κι η ψυχή του κι η ψυχή του.
Σπίτι δουλειά, σπίτι δουλειά αυτή είναι η αγροτιά. (x2)




Γεια και χαρά σας βρε πατριώτες

Ήρθε ο βουλευτής στο χωριό, βόλτες από κει και από δω
μοιράζει υποσχέσεις στους αγρότες,
θα σας γλιτώσουμε από τη δυστυχία,
νερό θα φέρουμε θα φτιάξουμε σχολεία
κι όσο για τα φτωχά κορίτσια σας γαμπρούς εμείς θα βρούμε.

Γεια και χαρά σας βρε πατριώτες
και εμέ οι παππούδες μου ήταν αγρότες γεια σας.(δις)

Ήρθε ο βουλευτής στο χωριό βόλτες από κει και από δω
μοιράζει υποσχέσεις στους αγρότες,
θα γίνει αύξηση τιμής των προϊόντων,
θα αυξηθούν και οι συντάξεις των γερόντων,
νοσοκομεία θα σας χτίσουμε οι εκλογές ζυγώνουν.

Γεια και χαρά σας βρε πατριώτες
και εμέ οι παππούδες μου ήταν αγρότες γεια σας. (δις)

Μπήκε ο βουλευτής στη βουλή βόλτες από δω και από κει
θρονιάστηκε σαν διάνος στην Αθήνα
και μην τον είδατε το φίλο τον λεβέντη
απ' το χωριό μας δεν περνάει ούτε για γλέντι
και όσα μας είχε τάξει ήταν λαγοί με πετραχήλια.

Γεια και χαρά σας βρε πατριώτες
και εμέ οι παππούδες μου ήταν αγρότες γεια σας. (δις)



Αγονη γραμμή

Τα Σαββατόβραδα στα σπιτικά κλεισμένοι δεν μιλάμε
τώρα στα έρημα χωριά μείνανε γέροι και παιδιά
τα έρμα να φυλάμε

Τα παλικάρια φύγανε να βρουν δουλειά στην πόλη
ξεράθηκαν τ' αμπέλια μας χορτάριασε τ' αλώνι

Το απομεσήμερο στο λιακωτό πέρα μακριά κοιτάμε
άγονη είναι τούτη η γραμμή κι ούτε ανθρώποι κι ούτε θεοί
για μας πια δε ρωτάνε

Τα παλικάρια φύγανε να βρουν δουλειά στην πόλη
ξεράθηκαν τ' αμπέλια μας χορτάριασε τ' αλώνι


τα μάθαμε τα μάθαμε

Η δασκαλίτσα μας νωρίς
για ύπνο πάει
κι ο γιατρουδάκος μας
παρέα της κρατάει.

Βρε τι να λεν' ολονυχτίς
ο νους μας δεν το βάνει.
Τα μάθαμε, τα μάθαμε
τραβάνε για στεφάνι.

Ο αγροφύλακας
με τη μαμή τη δόλια
ραδικοβλάσταρα
μαζεύαν στα περβόλια.

Βρε τι να λεν' ολονυχτίς
ο νους μας δεν το βάνει.
Τα μάθαμε, τα μάθαμε
τραβάνε για στεφάνι.

Ήρθε με άδεια
ο Τάσος λοχίας
κι όλη την πέρασε
στο σπίτι της Μαρίας.

Βρε τι να λεν' ολονυχτίς
ο νους μας δεν το βάνει.
Τα μάθαμε, τα μάθαμε
τραβάνε για στεφάνι.


ήταν παιδί της αγροτιάς

Κόκκινο στάζει το αίμα του,
άσφαλτος μαύρη, γύρω του,
και τα βιβλία σκόρπισαν
και εκείνος είπε "μάνα μου"
και εκείνος είπε "μάνα μου".

Άραγε βρέχει στο χωριό
καπνίζουνε τα τζάκια,
ήταν παιδί της αγροτιάς
μαζί με τόσους άλλους
ήταν παιδί της αγροτιάς
μαζί με τόσους άλλους.

Πήγανε και τον πήρανε
δυο φίλοι και ο πατέρας του,
και κλείνοντας τα μάτια του
είπε σιγά είπε σιγά "μανούλα μου",
και κλείνοντας τα μάτια του
είπε σιγά είπε σιγά "μανούλα μου".

Άραγε βρέχει στο χωριό
καπνίζουνε τα τζάκια ,
ήταν παιδί της αγροτιάς
μαζί με τόσους άλλους
ήταν παιδί της αγροτιάς
μαζί με τόσους άλλους.


Ο Αντύπας

Να θυμηθούμε χωριανοί απόψε τον Αντύπα,
τον φάγανε σαν το σκυλί οι παλιοτσιφλικάδες
τον φάγανε σαν το σκυλί οι τύραννοι φονιάδες

κλαίγανε οι κολλίγοι το φονικό τους τάραξε
πέρασαν τόσα χρόνια και μόνο ο αφέντης άλλαξε
καβάλα στ' άλογά σας πάρτε τη γη δικιά σας
καβάλα στ' άλογά σας πάρτε τη γη δικιά σας

να θυμηθούμε χωριανοί του Κιλελέρ το αίμα
το χύσανε σαν το κρασί οι παλιοτσιφλικάδες
το χύσανε σαν το κρασί οι τύραννοι φονιάδες.


Απεργία

Βάλτε όλοι μια φωνή
θέλουμε και εμείς ψωμί
έχει και η αγροτιά
και στομάχι και καρδιά.

Νύχτα και πρωί
ένα με τη γη,
χωρίς ανάσα μια,
φτάνει πια, φτάνει πια,
απεργία. (x3)

Μάνα κάτσε στη γωνιά,
άλλο γλέντι αρχινά
τώρα ήρθε ο καιρός
για να πάμε λίγο μπρος.

Νύχτα και πρωί
ένα με τη γη,
χωρίς ανάσα μια,
φτάνει πια ,φτάνει πια,
απεργία. (x3)

Δεν χωράνε λόγια πια,
παρατήστε τη δουλειά
με τραχτέρ απ' το χωριό
για την πόλη μια και δυο.

Νύχτα και πρωί
ένα με τη γη,
χωρίς ανάσα μια,
φτάνει πια ,φτάνει πια,
απεργία. (x3)



Μετανάστευση

Την Κυριακή κι άλλο παιδί μας φεύγει,
μακριά στα ξένα την τύχη του γυρεύει.
Αχ, και τι να κάνουν τα παλικάρια
στο καφενείο χαρτιά και ζάρια
ανάθεμα,
μπαίνουν στα τρένα πάνε στα ξένα ,
ανάθεμα. (x2)

Στο μεσοχώρι κανένας δε γελάει
κι άλλη μια μάνα το γιο ξεπροβοδάει.
Αχ, και τι να κάνουν τα παλικάρια
στο καφενείο χαρτιά και ζάρια
ανάθεμα,
μπαίνουν στα τρένα πάνε στα ξένα
ανάθεμα. (x2)


Γερό αγρότης

Γέρο-αγρότης είμαι,
βασανίστηκα σ' αυτή τη γη
στη γωνιά μου καθισμένος,
μέτρησα τι μου 'δωσε η ζωή.

Έχω μια σύνταξη πείνας,
δύσκολα βγαίνει ο μήνας
και ακριβό το γιατρικό
μαύρα γεράματα που θα περάσω
ώσπου στη γη μου να ησυχάσω
παράπονο πικρό - παράπονο πικρό.

Μένω σε μια κόρη
και μου δίνει μια μπουκιά ψωμί
φτωχιά και εκείνη
περιμένει τέταρτο παιδί.

Έχω μια σύνταξη πείνας,
δύσκολα βγαίνει ο μήνας
και ακριβό το γιατρικό
μαύρα γεράματα που θα περάσω
ώσπου στη γη μου να ησυχάσω
παράπονο πικρό - παράπονο πικρό.



εσυ μαζεύεις την σοδειά

Εσύ πονάς για το ψωμί
με δάκρυα το ποτίζεις
αυτή τη γη την αγαπάς
μ' ιδρώτα τη ραντίζεις
αυτή τη γη την αγαπάς
μ' ιδρώτα τη ραντίζεις.

Σου λένε λόγια τρανταχτά
τον ουρανό σου τάζουν
εσύ μαζεύεις τη σοδειά
και άλλοι στην αρπάζουν. (x2)

Μπορείς και εσύ αλλού να πας
μα δρασκελιά δεν κάνεις
με το ζουρνά τα δειλινά
πικρά τραγούδια πιάνεις. (x2)

Σου λένε λόγια τρανταχτά
τον ουρανό σου τάζουν
εσύ μαζεύεις τη σοδειά
και άλλοι στην αρπάζουν. (x2)

Μα θα 'ρθει κάποτε καιρός
αφέντης πια να γίνεις
χωρίς καημούς και στεναγμούς
το ούζο σου να πίνεις. (x2)

Σου λένε λόγια τρανταχτά
τον ουρανό σου τάζουν
εσύ μαζεύεις τη σοδειά
και άλλοι στην αρπάζουν. (x2)


Αγαπημένη

Τις νύχτες αν ερχόμουν μαζί σου,
μας έβρισκε η ανατολή
ήταν γλυκιά και ωραία η μορφή σου
αχ, ανάσταση το φιλί, το φιλί.

Αγαπημένη στην ποταμιά
με βρήκε έρμο και αυτή η χρονιά
με βρήκε έρμο και αυτή η χρονιά
είμαι μονάχος σαν καλαμιά, σαν καλαμιά.

Της ερημιάς τα χρόνια μετράω
κι όπως παλιά να ‘ρθεις λαχταρώ
δρόμους γιαλούς και χώρες περνάω
μα ,δεν μπορώ να σε βρω,
να σε βρω.

Αγαπημένη στην ποταμιά
με βρήκε έρμο και αυτή η χρονιά
με βρήκε έρμο και αυτή η χρονιά
είμαι μονάχος σαν καλαμιά, σαν καλαμιά.


Πανηγύρι

Πανηγύρι, πανηγύρι, πανηγύρι
πιάστε χέρια βρε παιδιά,
μη σας σκιάζει ο φόβος πια
τα νταούλια να βαρούν
οι αγρότες να χαρούν.

Άιντε κι άλλη μια
για τη λευτεριά
για να ‘ρθει στα χωριά ξαστεριά
για να ‘ρθει στα χωριά ξαστεριά.

Πανηγύρι. (x6)

Πανηγύρι, πανηγύρι, πανηγύρι
πιέστε ούζο τσικουδιά
θα ‘χουμε καλή σοδειά
ωχ, αμάν και τη γιορτή
χάνει η μάνα το παιδί.

Άιντε κι άλλη μια
για τη λευτεριά
για να ‘ρθει στα χωριά ξαστεριά
για να ‘ρθει στα χωριά ξαστεριά.

Πανηγύρι. (x6)

Πανηγύρι, πανηγύρι, πανηγύρι
πες τραγούδια όσα θες
που δεν τα ‘λεγες προχτές
όλοι αντάμα στη χαρά
μα και στην αναποδιά .

Άιντε κι άλλη μια
για τη λευτεριά
για να ‘ρθει στα χωριά ξαστεριά
για να ‘ρθει στα χωριά ξαστεριά.

Πανηγύρι (x6)

To βαπόρι

Νάναι ως νάχης φύγει με τους ανέμους καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης
και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα μεγάλα
σύγνεφα πάνω οι άνθρωποι κι' ο Μάης.

Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται όλο να τρέμει
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει και δε μένει
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.

Στάδιον δόξης

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα ,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν κει στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα...

Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν χαχόλοι
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

... Βλέπεις μαιτρ μου φωνάξανε τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου όλοι εμείς φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό 'να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους για ρόλους-των κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ' αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα τι δόξα-μου!.,. σ' ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από τεμπεσίρι...

Φαντασία

Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

Kαι νάν σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελλά, τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα με γυάλινα πανιά πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ απ τον κύκλο των νερών στα χάη.

Kι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ από τόπους και καιρούς έως ότου φως μου
καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν η κορδέλλα η φανταιζί,
βγούμε απ την τρικυμία αυτού του κόσμου

Χορός συρτός

Κάλλιο χορευταράς νά' μουνα πέρι
κόλλες που να κρατώ και μολυβάκια~
θά' σερνα συρτό χορό, χέρι με χέρι,
μ' όλα μας του γιαλού τα καραβάκια.

Κι έν' αψηλό τραγούδι για σιρόκους
θ' άρχιζα, γι' αφροπούλια και για ένα
γλαρό καράβι με πανιά και κόντρα φλόκους,
που θά' ρχονταν να μ' έπαιρνε και μένα.

Με χώρις Καρυωτάκη, Πολυδούρη,
μόνο να τραγουδάν τριγύρω οι κάβοι,
κι οι πένες μου πενιές σ' ένα σαντούρι,
άσπρα πανιά σου οι κόλλες μου, καράβι!

Γιαλό-γιαλό να φεύγουμε και άντε!
να λέμε όλο για μάτια, όλο για μάτια,
κι εκεί -λες κομφετί μες στο λεβάντε-
όλα μου τα γραφτά χίλια κομμάτια!

Και, σαν χτισμένη εκεί από κιμωλία,
βαθιά να χάνεται η Χαλκίδα πέρα,
μ' όλα μου ανοιγμένα τα βιβλία,
καθώς μπουλούκι γλάροι στον αέρα...

Δαλακούρα Βερονίκη


Η Βερονίκη Δαλακούρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και Ανθρωπογεωγραφία στο Μονπελιέ (Γαλλία). Έχει μεταφράσει Γάλλους, Ισπανούς και Άγγλους συγγραφείς και ποιητές. Πιο συγκεκριμένα έχει μεταφράσει Σαντάλ, Φλωμπέρ, Ρεμπώ, Ανρί ντε Μοντερλάν, Ντεσνός, Μπωντλαίρ κ.α. Εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.

Έργα της :

(2011) Καρναβαλιστής
(2010) Μικρασιάτες,
(2009) Πόντιοι,
(2004) 26 ποιήματα,
(2001) Ο πίνακας του Χόντλερ,
(1997) Άγρια αγγελική φωτιά,
(1988) Το παιχνίδι του τέλους,

ΩΔΗ ΣΤΗ ΔΕΣΠΟΣΥΝΗ ΒΗΤΑ Δ.

«Μέχρι τα γόνατα στο ακίνητο νερό
σε ποια γλώσσα να αρθρώσω Μη
Αφού από δικό μου σφάλμα βρίσκομαι εδώ».

Το καταλάγιασμα του φόβου αποτελεί τη συνέχεια της ευθείας στο σημείο που συναντά την εφαπτομένη με το μυστήριο. Η λάσπη, δέσποινα του οικείου, είναι υπεύθυνη για τα αδύνατα θεμέλια του κελιού. Το κύτταρο άλλαξε πορεία καθώς γυρνούσαμε στο πατρικό. Δεν ήταν χειμώνας ούτε άνοιξη, πάνω μας έσταζε το πράσινο υγρό-

Σώπασαν όλα. Ακίνητη στο βάλτο αναπνέω άκουω τη μουσική που σ’ ένα μέρος του μυαλού ασφυκτιά. Άφαντη πάψε! Ανάλαβες να ενεχυριάσεις όρνεα μ’ αντάλλαγμα στερεοποιημένη άλμη, ήχο από κροτάλισμα που η άπνοια των αντιθέσεων έφερε ως εδώ.

Ανάσταση

Πρωί είδαν την αιθέρια ύπαρξη να αιωρείται
Η αποσύνθεση καιροφυλακτούσε όμως – τι δυνατή
Που είναι βρεφική πίστή- έπεσε ολοζώντανη
Στην αγκαλιά μου σπάζοντας το σχοινί. Ποτέ δεν
υπήρξα τόσο συνειδητά χριστιανή ώστε να μην
αηδιάσω με τον καταρράχτη της μύξας που έλούσε
το πρόσωπό μου. Κωδωνοκρουσίες και λαμπρά
άσματα επιβεβαίωσαν την ισχυρή θέληση. Η κίσσα
με το τραγούδι της Δε θα βοηθούσε την ψύχή μου
να κοιτάξει τα πράγματα διαφορετικά;
Στις καστανιές είχε ωριμάσει ο καρπός, όμως
Η ομοιοκαταληξία και χίλιες δυό αντιστάσεις μας
Έσερναν προς το θέατρο των εξομολογήσεων.
Στον αδηφάγο χώρο δύο δωμάτιο είναι πολλά, τίποτα
Δεν αρκεί.

Μικρόνοια η τιμωρία. Αν εσύ είσαι εγώ τι ψάχνω
Στη διάσταση που αγνοώ;

Έτσι τελειώνει κάθε σάρκα

Με τα πόδια κλειστά σε στάση προσοχής πριν
Αρχίσουν τους ύμνους τα αιλουροειδή
Και οι σαύρες
Στα μικρά πιάτα τους κρατήσουν για τις ίδιες τον
Τελευταίο χορό.

Με την πάλη των σιωπηλών ιερέων που δεν έχουν
Αποφασίσει αν τα χρυσαφένια απογεύματα είναι για
Έρωτα ή προσευχή.

Κοιτάζω να τελειώνει δυσοίωνα το φάσμα των
Κουρασμένων λεγεώνων
Άκουω το ποδοβολητό των μικρών ζώων και τη μανία
Να ξεφεύγει από τη μάνα των γηρατειών.

Εικόνα

Εδώ κατάκτησε τη βρεφική αύρα
Βγαίνοντας από το σοκάκι
Στο ανοιχτό χώρο
Ως το άδειο τάφο που
Ακτινοβολεί

Τι θα’ θελα
Τώρα που αρχίζει
Το θανάσιμο ποίημα
Και η αρχή κομματιάζεται
Σαν εκείνο που ψάχνει
Τη νύχτα
Με θαλάσσιο φως;

Για κείνον

Κρίμα για κείνον στον έρωτα
Ακροβατούσε στη θάλασσα
Ενώ τα σπυριά του κακού μεγάλωναν
Απ’ της γιατρειάς την αρμάδα αρπάζοντας
Το στίγμα του αστείου καλού.

Στάσου έξω απ την πόρτα
Η καρδιά μου το σώμα κομμάτιασε
Στο μυαλό μπήγονται οι δείκτες
Των ηλιθίων ωρών
Κι όσα αργά κινούνται οι αναβάτες του κύματος
Τόσο αγρία ερωμένοι και ερωμένες μιλούν.

Προχώρησε γρήγορα ως το ορθάνοιχτο σπίτι
Εκεί στοιβάζονται σκουριά και δεσμά
Και από φόβο –όχι θλίψη-
Δέχεται η Τύχη αλήτες στα ανοιχτά της πλευρά.

Επιστολή

το μαγαζί ήταν ο προάγγελος του Ιδρύματος. Η αυτοκρατορία του καφέ, τα αποσυντεθειμένα μόρια που γεννιόνταν από το βουητό των ταβλαδόρων, με μεταμόρφωναν σε αντικείμενο της πιο άδολης τρυφερότητας. Ο ταμπής μου ‘ δινε νερό, ο Συνεταίρο κάστανα, το βασίλειο της πρέφας σκήπτρο είχε το αστερώδες κορμί του πατέρα. Μα είναι αδύνατο να ξεφύγω απ’ αυτή τη μνήμη: εκείνος επέστρεφε αργά γιατί η κρυψώνα του επικοινωνούσε με την υπόλοιπη Αθήνα, ο λαβύρινθος διακλαδιζόταν από τη Βύσσης έως την Πανεπιστημίου, από Βάθης μέχρι Δεκελείας και πάλι από την αρχή, Ασκληπιού και Φωκυλίδου. Με τέλεια ανεπτυγμένη την αίσθηση του προσανατολισμού πεταγόταν ως την επιφάνεια της Σταδίου για να αναπνεύσει. Δεν υπάρχει πεζοδρόμια που να μην έχει δοκιμάσει τον ιδρώτα του, υδρορροή που να μην έχει πιει από τις δικές του σταγόνες. Από πού έβγαίνε, πως έμπαίνε στη χοάνη, πότε ξεκινούσε τη μοιράια διαδρομή, όρθιος πάντα, έχοντας υποστεί τις συνέπειες μιας από τα πριν χαμένης ντάμας.

Θάνατος την ημέρα των Χριστουγέννων

Θάναι ψέμματα αν πω ότι προσπάθησα, συλλογίστηκε ο καταραμένος. Ένα ψέμμα όμως – τι είναι ακόμα το ψέμμα. Η αλήθεια είναι ότι η αλλαξιά του εαυτού μου ήταν απότομη και Πα- ρο- δι- κή. Όταν σκέφτομαι είμαι ευτυχισμένος. Και αυτό το πέτυχα. Έχετε περπατήσει ποτέ σε πάρκο ξημέρωμα Χριστούγεννα; Δεν έχετε περπατήσει ποτέ σε πάρκο τα Χριστούγεννα. Η μόνη ευχάριστη διαπίστωση: όλα είναι κλειστά.
Εννοώ κλειστά. Και μένα που μ’ αρέσουν οι υποκλίσεις και τα τερτίπια, χαμογελώ στον εαυτό μου στην πόρτα μιας κρυστάλλινης βιτρίνας κρεοπωλείου. Γιατί τα έχουν στο αίμα τους την πρωτοτυπία, και ο κόσμος είναι χαρούμενος τις παραμονές… Εμένα μ’ αρέσει να προσκυνώ. Δε τα βάζω με κανένα. Αγαπώ τους τυράννους και θέλω να γεννώ παίδια στις χαρές των γιορτάδων. Όμως η μουσική – με τραυμάτισε σαν την ομίχλη. Δεν αντέχω άλλες συγνώμες κατά του ειδώλου – κατά της συγνώμης. Στήθηκα στην απάθεια παθαίνοντας. Χωρίς σκόνη. Πέρασα μέσα απ’ το βουνό με αισθήσεις. (συγχωρέστε)

Μύηση

ΟΥΤΕ ΓΚΑΣΜΠΑΡΑ ΣΤΑΜΠΑ ούτε καν μία Μαρίνα έτσι όπως ανοίγει τις εξώπορτες των πορνείων, στείρα, ν’ ακούσει τις ιαχές της γονιμότητας. Μέρες του χασισέλαιου, νύχτες του τρυπημένου πνευμονιού, ο μολυσμένος άντρας κοιμάται αμέριμνος δίπλά της, Αμετάκλητα έκτος αφού η ιδιότητα του ποιητή προϋποθέτει δστην εξοικείωση με τη σύγχυση. Όμως

Απαίσιο, το καθετί παρέμεινε και μετά το τέλος το ίδιο απαίσιο, Ψίθυροι όπως «Προσευχήσου για μένα» έπαιρναν τη θέση της εξομολόγησης, το μερίδιο της μάχης στο χαράκωμα της λεωφόρου. Ανέβαινε ασθμαίνοντας τα σκαλιά. Κάπου κρυβόταν ο τρελός σύζυγος ίσως στο τέρμα του δρόμου που κάποτε αγάπησε μιαν άλλη. Χειμώνας, για να υπάρξει έπρεπε τη μόλυνση να ακολουθήσει η διαφθορά. Όμως ακόμη κι αν ομολογούσε ότι με τη δική της θέληση ασελγούσαν στην ψυχή της, έπρεπε γι’ αυτό για πάντα το σώμα της να χάσει;

Τραγούδι

Χρόνια πριν, σε μια ηλικία που δεν ήταν παιδική αλλ’ ούτε και ώριμη, βρήκα την ρομαντική μουσική να σφάζει τα δέντρα. Έπιασα τότε τον έρωτα στα δάκτυλά μου και τον συνέτριψα. Μετά προσπάθησα να εξαφανίσω όλων των ειδών τις ευαισθησίες. Δεν βρήκα καμιά αγάπη – ευτυχώς. Η ζωγραφική μου τάραξε το αίμα΄, κι αυτό για λίγο, προτού διαβάσω τα’ αριστουργήματα της χλόης. Χάρηκα χάρηκα τη μεγαλοφυία και το θάνατο. Κι όταν κουράστηκα να πονώ δεν ήρθε η σιωπή ή κανένα εξωτικό πλάσμα ν’ αποχαιρετήσει το ελληνικό χειμώνα. Ο Τετιμημένος και ο Ύπνος είχαν ξεκινήσει για καλύτερες εποχές.

Τιμωρημένοι

Η αποκάλυψη της προδοσίας σήμανε το τέλος του κόσμου για την ευγενική δασκάλα. Τρεις από τους μαθητές, όχι οι πιο αγαπητοί, από κείνους όμως που ποτέ δεν θα ενέπνεαν την υποψία, ήταν οι εμπνευστές της κακόγουστης φάρσας, τυχαία ολωσδιόλου τυχαία συνέβησαν όλα. Η ομολογία της συνωμοσίας, οι διαμαρτυρίες, ο λυγμός όσων ξεκινούσαν την ημέρα με το στίγμα του Τιμωρημένου:
Των Τιμωρημένων που η καρδιά επαναστατούσε
Ενάντια στο χλομό φως,
Εκείνων που ο Ισημερινός συναντούσε τον άγνωστο
Τροπικό Δέλτα
Εκείνων που η εκπομπή αερίων πρόσβαλε την
Αραχνοΰφαντη ιδιοσυγκρασία
Και η ενδυμασία απαιτούσε τον οφειλόμενο σεβασμό
Στα ρακή,
Όσων τα κάγκελα στα ολοστρόγγυλα παράθυρα
Επιβεβαίωναν την αλητεία
Και το άλγος έβρισκε παρηγοριά στο στόμα,
Εκείνων που ο έρωτας αναπαρίστατο με λεπτότατες
Διατροφές,
Οι τελετές αντικείμενο είχαν τη λατρεία
Η μυστική ανάγκη για επιβίωση συναντούσε το όργιο
Της αστραπής
Οι διάδρομοι δεν εξυπηρετούσαν παρά τα σπηλαιώδη
Κρησφύγετα
Το υπόγειο υπήρχε ακόμη
Η απαλλαγή επινοούσε το παιχνίδι με το περίστροφο

Η παιδική αφέλεια δεν σχετιζόταν με την αδιαφορία
Η παιδική αφέλεια δεν σχετιζόταν με την αδιαφορία
Η καρδιά χτυπούσε δυνατά, και ξεκάθαρα από τους
Χτύπους της σχηματιζόταν η λέξη ζωή.

Όσων η ποινή περιοριζόταν σε απλή επίπληξη,
Όσων η τιμωρία κρεμόταν από τα χείλη μιας
Απρόσωπης νεανικής μνήμης
Και η μνήμη δεν ζούσε με τους πεθαμένους αλλά
Βασίλευε στη χώρα του Σύρτη,
Όπου ο ποταμός της αγάπης απέκλειε παράφορα τις
Όχθες
Οι στενές παραλίες θυμίζουν λίμνη
Το γλυκό νερό αγγίζει την ακτή
Και υπενθύμιζε ότι μαντεία υπήρχε.

Όσων το σώμα σήμαινε την τιμωρία,
Τιμωρία που δεν ήταν παρά ένα αναποδογύρισμα του
Χρόνου που
Μέσα του περπατούν όσο γίνεται πιο αργά ολόλευκες
Μάγισσες
Όσων τιμωρημένων ο σαρκασμός ξεπερνά τον πόνο
Του Δασκάλου
Που μισεί
Το χιόνι
Και κάθε χώρα
Στη χώρα που καλύπτει.

η χορωδία των ζώων

Ξύπνησα νύχτα. Ο αχός από το απορριμματοφόρο αν και ξηρός οξίδωσε την ακοή μπέρδεψε ακόμη πιο πολύ τα όνειρα, όμως σε κείνο ακριβώς το μέρος του σπιτιού δεν ξύπνησε κανείς. Η αύρα είχε κατακτηθεί με τρόπο μοναδικό και η τεχνολογία της μνήμης αντιμετώπιζε με εξαιρετική επιείκεια το κόλπο των χοίρων. Γύψινα αγάλματα σκοτείνιασαν την έκφραση του ρύγχους. Ματωμένες προβιές, οπλές λασπωμένες, πολύχρωμα οπίσθια. Απ’ τον σωρό των σκουπιδιών βγήκες εσύ ανατέλλοντας με τη διττή σου υπόσταση, με ό,τι εντέλει προσδίδει ουσία στο ψάξιμο του ανθρώπου. Μελωδίες ακούστηκαν από παντού. Σωροί, σωρός από χώμα αλλά κατάξερη γη. Άκαρπη η αναζήτηση. Φωνές, κραυγούλες χαρούμενες –τι τραγουδάκια- συγχρωτισμός των βελασμάτων με τα μουγκρητά.
Φοβερό της αυγής ναυάγιο.

Γέλιο

Στην ταφόπετρα δεν θα αναφέρουν την αιτία.
Κατάλευκη σαν εκείνη θα πεταχτεί με βόγκους
Ανακατεύοντας χαλίκια και χόρτο. Η άνοιξη θα
Κομματιαστεί και το τσιμέντο θα χάσει τη δύνάμη του,
( η αναχώρήση της κάνει οριστική την απώλεια της
σταθερής αιτίας)

Είναι άγρια όλ’ αυτά, αγρία και σκληρά. Προχωρούσε
Δίχως να στρέφει το κεφάλι και εγώ ακολουθούσα με το
Βλέμμα: η πλάτη της καθρεφτιζόταν στο τζάμι.

Ανησυχητικά αδιάφορη η ουράνια αδελφή αποδείκνυε
Με τη στάση της πόσο άχρηστες είναι κούραση και
Αγάπη.

Φαντάσματα

1

Τώρα που ονειρεύτηκα τον αγαπημένο
Να κοιτά το άπειρο ξασπρισμένο
Σαν τα δικά του κόκαλα
Επιβεβαιώθηκε η νοθεία του αισθήματος.

Σπαθί του είναι τα μυτερά δόντια
Κι όταν το χέρι απλώνω στο συγχυσμένο
Κεφάλι
Αιχμαλωτίζει η μέγκενη των αστραφτερών
Κυνοδόντων.

Πατέρα απάλλαξε απ’ αυτόν το πόνο
Συγγενικό με το δικό σου χαμό.

Όμορφη μέρα της νύχτας
Η καρδιά νομοθετεί
Εισδύει με το στόμα μισάνοιχτο
Έτοιμη να δαγκώσει
Ερημική συνέχεια.

2

Αυτό το γραφτό δεν είναι θέατρο όπως κι εγώ δεν έχω
Σχέση με το δράμα.
Ένα φιλί θα σκοτώσει αν η αγάπη δεν γίνει θάνατος
Απλός σαν βήμα εξόδου.
Κάτι με οδηγεί προς την ελευθερία: είναι ο παιδικός
Φόβος μπρος στο κιβώτιο της άγρυπνης θέλησης.
Οροσειρές διασταυρώνονται με τον πανικό στο κήπο
Που ζει η οικτρή επανάληψη. Τίποτα δεν θυμίζει
Τα ηλιόλουστα απογεύματα. Καθισμένη στο παρκάκι
Απέναντι ακριβώς από το Ίδρυμα περιμένω, σίγουρη
Ότι αυτή η συνάντηση θα είναι καθοριστική. Δεν
Τίποτα βλέποντας γκρεμισμένη τη φυλακή μου,
Ο βράχος δεν έχει σχέση με τη φλεγόμενη μάζα, το
Αποκορύφωμα της λύσσας όσο αυτή η μανία διαρκεί.
Κι ότν αργά αποχωρίζεται από το σώμα,
Μεταμορφώνεται σε χορό πουοι περίοικοι
Αγριεύοντας στήνουν.

3

(φάντασμα αγάπής)

Είδα τις πράξεις μου να χορεύουν σ΄ ένα ακρογιάλι.
Να ποιο είναι το ξίφος, είπα της σκευωρίας. Μη
Μαστιγώνεις το φάντασμα των μαύρων νερών μην
Κλείνεις τα μάτια στη διαυγή επιφάνεια πάνω από τη
Βυθισμένη πολιτεία. Μη αρνηθείς τη γλώσσα που
Μιλιόταν παλιά. Μην ακολουθείς τη λαίλαπα, το
Σκοτάδι την ξηρασία. Μες στο νερό ακολούθησε τον
Ουράνιο πατέρα που αποκτά το αίσθημα όταν
Κρυστάλλινο δέος δονεί.

Κάποιος



Περπάτησε μέχρι τους αμμόλοφους. Μην έχοντας αναπαυθεί, κουρασμένος από την χθεσινοβραδινή περιπέτεια, μάζεψε στον μικρό του σάκο όλα του τα υπάρχοντα, ήπιε νερό και βγήκε. Δεν είχε το κουράγιο να περιμένει την αλλαγή της εποχής που θα τον γαλήνευε θάβοντας στην γη το πάθος του θεού.
Περπατούσε δίχως να κοιτάζει πίσω. Στο βάθος τού δρόμου διέκρινε την ακίνητη φιγούρα ενός λιονταριού. Συνέχισε με σταθερά βήματα, φτάνοντας τόσο κοντά, που αρκούσε ν' απλώσει το χέρι για ν' αγγίξει τον γκρίζο όγκο του βουνού.

Γλουπ!




Μην ξαναμιλήσετε για κέρδος. Είναι η αρχή και το τέλος, το λάβαρο που ξεδιπλώνεται στην Γραμμή-Πλατεία. Μην αναφέρετε ξανά τον πόνο· οι μικροί μιλούν πριν προφτάσουν ν' αποκοιμηθούν. Μην επιχειρήσετε ν' αλλάξετε πλευρό, να βυθιστείτε· το ξημέρωμα βρίσκει εκείνους όρθιους στη βρώμικη γωνία.
Μόνο οι τρελοί κοιμούνται. Ανοίγουν τις πόρτες και τραβούν απ' το μυαλό τοy κόσμου το νυστέρι.

Ὕμνος στὸ βόλεμα ἢ Τὸ τραγούδι τοῦ νεκροῦ

Ὦ βόλεμα, ὦ βόλεμα!
Ὦ γλυκειὰ ἀδράνεια,
Ὦ ἀσφαλὲς λιμάνι

Πόσοι σὲ ἀρνήθηκαν ἀπὸ ἐδῶ,
γιὰ νὰ τρέξουν στὴν ἀγκαλιά σου ἐκεῖ.

Πόσοι δὲν ἔκαναν παλικαρισμούς,
γιὰ νὰ ἐκλιπαρήσουν ἀργότερα
μιὰ ἐλάχιστη θεσούλα στὸ παλάτι σου.

Ὦ βόλεμα, ὦ βόλεμα!

Ποιὸς θὰ τραγουδήσει
ἐπάξια τὰ κάλλη σου;

Ἀλλὰ δὲν ἔχεις πρόσωπο·
γιατὶ εἶσαι ὁ θάνατος
κι ἐμεῖς οἱ ἐραστές σου.

Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας

Τοῦτες τὶς μέρες
μοῦ ἔρχεται συχνὰ
νὰ κάτσω καὶ νὰ πιῶ,
νὰ πάψω νὰ μιλῶ·

μόνο νὰ νοιώθω
αὐτὰ ποὺ θεωροῦν
οἱ συντάκτες τῶν εἰδήσεων
ἀπόνερα καὶ ἀσυναρτησίες.

Ὄραμα

Κοιτάω γύρω μου
τὸν κόσμο ποὺ λερώνεται
ἀπὸ τὴν δειλία μου

Ὡς πότε θὰ κρύβομαι
πίσω ἀπὸ φύλλα μὲ χαρτιά;

Στὴν κοινωνία ποὺ ὀνειρεύομαι,
ὁ κυβερνήτης δὲν μιλᾶ
γιὰ τὴν οἰκονομία καὶ τὸ ἔλλειμμα,
ἢ τέλος πάντων,
ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι μία παρένθεση.

Τώρα σκέφτηκα:
Δὲν μοῦ φαίνεται χαζὸ
νὰ προσδοκῶ ἕνα ὄνειρο
γιὰ τὴν κοινωνία ποὺ ζῶ.

Κι ὅμως, ἔτσι θὰ σκεφτόμουν κάποτε.

Εἶναι ὡραῖο λοιπὸν νὰ γερνάει κανείς!

Χρονοδιάγραμμα

Κάθε μέρα, στὴν ὥρα τῆς ἐργασίας,
ἄλλες ὑποχρεώσεις καὶ σχέδια
Ταξινομοῦνται σὲ θέσεις γιὰ αὔριο,
γιὰ τὶς ἄλλες μέρες τῆς ἑβδομάδας,
γιὰ τοὺς μῆνες ποὺ ἔρχονται...

Λὲς καὶ ὁ χρόνος δὲν θὰ ἔχει
σταματημὸ γιὰ ἐμένα...

Μετανάστες : Στίχοι Γιώργος Σκούρτης και μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου Τραγούδι : Βίκυ Μοσχολιού και Λάκης χαλκιάς


Εδώ στην ξένη χώρα

Εδώ στην ξένη χώρα
αχ τι στεναχώρια
Τι θα φάω τι θα πιω
τι θα στείλω στο χωριό
οι γυναίκες είναι χύμα
Καίγομαι σαν τις κοιτώ
δεν με θέλουν κι είναι κρίμα

Εδώ στην ξένη χώρα
αχ τι στεναχώρια
Κάθε βράδυ στον σταθμό
τριγυρίζω για να πω
μια κουβέντα σ' ένα φίλο
Κι αν μια νύχτα δεν τον βρω
μοιάζω με χαμένο σκύλο

Εδώ στην ξένη χώρα
αχ τι στεναχώρια
Θα γυρίσω στο χωριό
δεν αντέχω δεν βαστώ
τι κορμί βασανισμένο
Ψάχνω νά'βρω αδερφό
κι όλοι με φωνάζουν ξένο


Είπες Απρίλη πως θαρθείς

Είπες Απρίλη πως θαρθείς
κοντά μου να πλαγιάσεις
κι όλες τις νύχτες ξαγρυπνώ
μετρώ τα χρόνια και γερνώ
ίσως και να με χάσεις.

Ξεχάστηκα κι απ' το Θεό
μα ελπίζω στο μικρό μου γιο.

Σαν μεγαλώσει το παιδί
τα γράμματα θα μάθει
για να σπουδάσει και να δει
τι σ' έσπρωξε να πας εκεί
τα ίδια να μην πάθει.

Ξεχάστηκα κι απ' το Θεό
μα ελπίζω στο μικρό μου γιο.


Η αντάρα, το Λενάκι κι η Ρηνιώ


Η αντάρα, το Λενάκι κι η Ρηνιώ
φύγαν μια νύχτα απ' το χωριό,
κρατούσανε για χρόνια δυο
συμβόλαιο συλλογικό.

Η αντάρα, το Λενάκι κι η Ρηνιώ
μπήκαν αμέσως στο χορό,
κομμάτια βγάζουν εκατό
να πάρουνε καλό μισθό.

Στην αντάρα, στο Λενάκι, στη Ρηνιώ
βάζουνε δίπλα τη Φωφώ
κι αυτή δουλεύει όσο δυο,
χτυπάει διπλό το εκατό.

Κι η αντάρα, το Λενάκι κι η Ρηνιώ
όλο φωνάζουν στη Φωφώ
"Σιγά, Φωφώ, σκέψου κι εμάς
σιγά, Φωφώ, μας τυραννάς"
όλο της φωνάζουν
η αντάρα, το Λενάκι κι η γριά Ρηνιώ.




η μπαλάντα του μετανάστη


Σε ξένη χώρα μια βραδιά
εβρέθηκα στα ξαφνικά
με μια φτερούγα στην καρδιά
και με πασπόρτ εργάτη

Δεν ξέρω πώς να περπατώ
και πώς τη γλώσσα να μιλώ
κρατιέμαι να μη τρελαθώ
μα τρέμω και κομμάτι

Ρίχνει και χιόνι δυνατό
μα εγώ δεν έχω ούτε παλτό
στην χώρα μου το μήνα αυτό
γυρνάμε με σακάκι

Αλλιώς μου τά'παν στο χωριό
εγώ δεν ήθελα να'ρθώ
μου είπαν θά'βρω τον χρυσό
και βρήκα το φαρμάκι

Τον δρόμο παίρνω τον μακρύ
η νύχτα είναι φοβερή
και η βαλίτσα μου ανοιχτή
την κουβαλώ στην πλάτη

Ανοίγει η πόρτα του μπιστρό
πετάνε έξω έναν ξανθό
σκύβω στο φως για να τον δω
και βλέπω τον Σταμάτη

Με πήρε σπίτι ώρα δυο
και μού'βρασε βαρύ γλυκό
μα εγώ ξεσπάω σε λυγμό
και μού'δωσε ουζάκι

Την άλλη μέρα στις οχτώ
πήγα να δω τ' αφεντικό
μα δεν μου άνοιξε να μπω
κι είδα τον επιστάτη

Κι από τις πέντε το πρωί
με βάλανε μες στο κελί
Δευτέρα με Παρασκευή
δίπλα σ' ενα παιδάκι

Δουλεύω τώρα χρόνια δυο
ξέχασα τον μικρό μου γιο
και τη φτερούγα μου μαδώ
σε τούτη εδώ την άκρη


η φάμπρικα

Η φάμπρικα δε σταματά
δουλεύει νύχτα μέρα
και πώς τον λεν το διπλανό
και τον τρελό τον Ιταλό
να τους ρωτήσω δεν μπορώ
ούτε να πάρω αέρα

Δουλεύω μπρος στη μηχανή
στη βάρδια δύο δέκα
κι από την πρώτη τη στιγμή
μου στείλανε τον ελεγκτή
να μου πετάξει στο αυτί
δυο λόγια νέτα σκέτα

Άκουσε φίλε εμιγκρέ
ο χρόνος είναι χρήμα
με τους εργάτες μη μιλάς
την ώρα σου να την κρατάς
το γιο σου μην το λησμονάς
πεινάει κι είναι κρίμα

Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός
ξεχνάω τη μιλιά μου
είμαι το νούμερο οχτώ
με ξέρουν όλοι με αυτό
κι εγώ κρατάω μυστικό
ποιο είναι τ' όνομά μου


κλείσε την πόρτα

Κλείσε την πόρτα, κλείσε την πόρτα,
κλείσε την πόρτα να φύγει το κρύο,
μη με ρωτήσεις, μη με ρωτήσεις γιατί δε μιλάω
μη με φιλήσεις, μη με φιλήσεις μα βάλε να φαω.

Φεύγει το παιδί, πάει τ' αγοράκι,
μέρα για δυο, μέρα φαρμάκι.

Κλείσε τα μάτια, κλείσε τα μάτια,
κλείσε τα μάτια και γείρε στην άκρη,
μη μου μιλήσεις, μη μου μιλήσεις, μονάχα κοιμήσου
είμαι κοντά σου, είμαι κοντά σου, είμαι μαζί σου.

Φεύγει το παιδί, πάει τ' αγοράκι,
νύχτα για δυο, νύχτα φαρμάκι,
φεύγει το παιδί, πάει τ' αγοράκι,
νύχτα για δυο, νύχτα φαρμάκι.



Μη μου μιλήσεις πάλι για ταξίδια


Μη μου μιλήσεις πάλι για ταξίδια
το νου μου μη γυρνάς όλο στα ίδια
Γιατί αν φύγουμε ξανά
θα πάμε πέρα μακριά
εκεί που τραίνο δεν περνά
Ο,τι γυρίσαμε - ήταν αυτό
δεν έχει άλλο

Μη μου μιλήσεις πάλι για ταξίδια
Το νου μου μη γυρνάς όλο στα ίδια
Τώρα που φτάσαμε ως εδώ
σε δρόμο δίχως γυρισμό
τέρμα εσύ τέρμα κι εγώ
Ο,τι γυρίσαμε - ήταν αυτό
δεν έχει άλλο


Μιλώ για τα παιδιά μου

Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω.
Μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που 'ναι στο σταθμό πού πάνε.

Αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης
έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης
αρχίζει το σχολείο η Μαρίνα
θέλει να γίνει κάποτε γιατρίνα.

Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω.
Αγόρασα λαχείο στ' όνομά τους
αχ να κερδίσω να σταθώ σιμά τους


ο Ρόκκο και οι άλλοι

Έκανε κρύο κι εμείς δουλεύαμε
Ημουν εγώ ο Κωνσταντής
ο Παμπλο και ο Ρόκκο

Έκανε κρύο κι εμείς φορτώναμε
Ημουν εγώ κι ο Κωνσταντής
κι ο Ιταλός ο Ρόκκο

Έκανε κρύο κι εμείς γκρεμίζαμε
Ημουν εγώ κι ο φίλος μου
ο Ιταλός ο Ρόκκο

Έκανε κρύο κι εμείς παγώναμε
Ημουν εγώ κι ο σκύλος
που έκλαιγε τον Ρόκκο



Οκτώ χωριάτες

Ήσανε οχτώ χωριάτες
κι είχαν κι οι οχτώ παιδιά
φύγανε σαν μετανάστες
παρατήσαν τα χωριά

Μόλις φτάσανε στα ξένα
βρήκαν οι μισοί δουλειά
και τους άλλους λησμονήσαν
πριν περάσει μια βραδιά

Ήσανε οχτώ χωριάτες
και ξεκίνησαν μαζί
άλλοι πήγανε στον νότο
κι ένας στην Ανατολή

Και περάσανε τα χρόνια
γέρασαν στην ξενητειά
κάπου κάπου σιγοκλαίνε
και θυμούνται τα παλιά

Ήσανε οχτώ χωριάτες
κάποιος λέει ακόμα ζουν
τα παιδιά τους μεγαλώσαν
κι άλλη γλώσσα πια μιλούν

Ήσανε οχτώ χωριάτες
μετανάστες στον χαμό
τα χωράφια παρατήσαν
και κερδίσαν τον καημό

Τα λιοτρόπια ..το 1974 ο συνθέτης Γιώργος Γιαννουλάκος σημιουργεί σε στίχους του Πυθαγόρα . Τραγουδάει ο Αντώνης Καλογιάννης και η Πετρή Σαλπέα


Αν θες να μάθεις

Αν θες να μάθεις τ' είναι μοναξιά,
μέτρα το δάκρυ που έχω στην καρδιά.
Αν θες να μάθεις πόσο σε πονώ,
κοίτα τη θλίψη που 'χει το δειλινό.

Έφυγες και φύγανε στο βοριά τα τρένα
και συλλογισμένα παίζουν τα παιδιά.
Έφυγες και φύγανε οι χαρές για μένα
και χτυπούν θλιμμένα τα καμπαναριά.

Αν θες να μάθεις τ' είναι στεναγμός,
ρώτα κι εμένα που μ' έπνιξε ο καημός.
Αν θες να μάθεις πόσο σ' αγαπώ,
γίνε ποτάμι να πέσω να πνιγώ.



Αφήστε με να κοιμηθώ

Αφήστε με να κοιμηθώ
Να γείρω να πλαγιάσω
Τον πόνο μου να θυμηθώ
Τον στεναγμό μου να ξεχάσω

Μπορεί στον ύπνο μου
Μπορεί μες στ’όνειρό μου
Να δω πως γύρισε
Ξανά στο σπιτικό μου
Κι ας είναι όνειρο
Κι αυτό μες στ’ όνειρό μου

Αφήστε με να κοιμηθώ
Και μην ποτέ ξυπνήσω
Καινούριο δρόμο να διαβώ
Τα δάκρυα με φέρνουν πίσω



η φτώχεια είναι καμάρι

Για μένα η φτώχεια είναι καμάρι
Κι ας μην έχω ούτε μια δραχμή
Υπάρχει απάνω στο φεγγάρι
Και στη γλάστρα ένα γιασεμί

Κι αν σταλάζει το ταβάνι
Κι αν γυρίζω νύχτα απ’ τη δουλειά
Που τον αγαπώ μου φτάνει
Και που με κοιμίζει με φιλιά

Αυτό το φτωχικό μου σπίτι
Το’χω σαν παλάτι μου χρυσό
Απ’ τον μικρό του τον φεγγίτη
Βλέπω μες στα μάτια τον Θεό



ήταν ο σωτήρας μας

Το λέγαν πρόσφυγες
Γριές Μικρασιάτισσες
Παπάδες το’λεγαν
Δεν ήταν μύθος – άνεμος
Μα ήταν φως

Δεν ήταν όνειρο
Δεν ήταν πικροβλάσταρο
Δεν ήταν σύννεφο
Δεν ήταν κοσμοχαλασιά
Ούτε φωτιά

Ήταν ο σωτήρας μας να γίνει
Ένας δεύτερος Χριστός
Μα τον πιάσαν στο Αϊδίνι
Και σταυρώθηκε κι αυτός


κάντε κουράγιο

Νιάτα πικρά μου, που τ’ όνειρο χάσατε
στο πικρό το σταυροδρόμι,
σας βρήκαν μπόρες, αλλά δεν ξεχάσατε
να παλεύετε ακόμη.

Κάντε κουράγιο και, μα τον άγιο,
κάπου θα βρείτε ένα λιμάνι, ένα φως.
Κάντε κουράγιο και, μα τον άγιο,
για τους μικρούς είναι μεγάλος ο Θεός.

Νιάτα φτωχά μου, που μπόρες σάς δείρανε
και πικρή τρικυμία,
απ’ την καρδιά σας το θάρρος δεν πήρανε,
ούτε ελπίδα καμία.

Κάντε κουράγιο και, μα τον άγιο,
κάπου θα βρείτε ένα λιμάνι, ένα φως.
Κάντε κουράγιο και, μα τον άγιο,
για τους μικρούς είναι μεγάλος ο Θεός.


κι όμως τραγουδούσαν

Κι όμως τραγουδούσαν
Για του χρέους τη στιγμή
Σαν τα λιοτρόπια
Τον ήλιο αποζητούσαν
Ήταν σταγόνες
Και ξάφνου γίναν ποταμοί

Και για σημαίες στο βοριά
Τ’άσπρα πουκάμισα κουνούσαν
Κι άστραφταν γύρω τα σπαθιά
Κι όμως τραγουδούσαν

Κι όμως τραγουδούσαν
Για τον ήλιο που θα βγει
Και προχωρούσαν
Πίσω δεν γυρνούσαν
Κι όπου βογκούσαν
Γαρύφαλλα έβγαζε η γη



ο Σίμος

Ο Σίμος που ζει στη Γερμανία
Μακεδόνας ψηλός και δυνατός
Τη μέρα προσμένει μ’ αγωνία
Να γυρίσει στην πατρίδα του κι αυτός

Και ο Σίμος όλο λέει
Πως γυρίζει στην Ελλάδα
Και κρυφά χαμογελάει σαν παιδί
Και το βράδυ στ’ όνειρό του
Βλέπει πεύκα και λιακάδα
Και θαρρεί πως την πατρίδα του έχει δει

Ο Σίμος βαλίτσες ετοιμάζει
Χαιρετάει τους φίλους γελαστός
Στο τέρμα του ονείρου πλησιάζει
Μα και πάλι είν’ ο δρόμος του κλειστός


πότε θα μπούμε στον Απρίλη

Έπιασε το ξεροβόρι
Και δεν λες να μού’ρθεις πια
Με φωτιά και πανωφόρι
Δεν ζεσταίνεται η καρδιά

Πότε θα μπούμε στον Απρίλη
Το «σ’αγαπώ» να θυμηθείς;
Πότε θα σμίξουμε τα χείλη
Πότε καρδούλα μου θα’ρθείς;

Έχω στην καρδιά χειμώνα
Και στα χείλη παγωνιά
Πως σε πίκρανα λησμόνα
Φάρμακο είναι η λησμονιά


πως να σ΄αφήσω

Πώς να σ’αφήσω
Πώς να σου το πω αυτό τ’αντίο
Αν σε φιλήσω
Θα φαρμακωθούμε και οι δύο

Πώς ν’αποχωριστώ
Τον ήλιο απ’ τη ζωή μου
Πώς να σ’απαρνηθώ
Πικραμένο μου παιδί μου

Πώς να σ’αφήσω
Πώς να βρω δροσιά σε χέρια ξένα
Αν προχωρήσω
Θα με κυνηγούν τα περασμένα



Ρίξε θεέ μου

Ρίξε Θεέ μου κι απόψε μια ματιά
Μες στην ορφάνια και στη φτωχολογιά
Ρίξε Θεέ μου στον άρρωστο δροσιά
Στον προδομένο γλυκιά παρηγοριά

Είναι χιλιάδες οι καημοί
Ποτάμι μες στον κόσμο το δάκρυ
Με πόνο βγαίνει το ψωμί
Με δάκρυα αγοράζεται η αγάπη

Ρίξε Θεέ μου κι απόψε εδώ στη γη
Μια στάλα γέλιο και μια μπουκιά ψωμί
Ρίξε Θεέ μου ελπίδα στη πληγή
Να ξαστερώσουν τα μάτια την αυγή


τι θέλεις από την καρδιά μου

Τι θέλεις απ’ την καρδιά μου
Απ’ τη ζωή μου τι ζητάς;
Δεν βλέπεις πια τη συμφορά μου
Τα βάσανά μου δεν κοιτάς

Είμαι σ΄ένα βράχο λαβωμένος αϊτός
Ήμουν κάποτε ο δυνατός
Και τώρα πάω να σβήσω
Είμαι κυπαρίσσι τσακισμένο απ’ το βοριά
Δύναμη δεν έχω στην καρδιά
να σ’άγαπήσω

Τι θέλεις απ’ τα φιλιά μου
Κι ας τη θολή μου τη ματιά
Σφίξε τα χείλη σου καρδιά μου
Και κοίτα με μες στην καρδιά

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Σοφία

Ἔτσι περπάτησε χρόνια καὶ χρόνια,
στὴν λύπη, μὲ τὴν ρίζα της κλειστή.

Σὲ παραλίες δίχως θάλασσα στεκόταν. Δέντρο-Ὑδρία,
Δέντρο-Καταρράκτης. Γενέτειρα κυμάτων.

«Μ᾿ ἀρέσεις πέτρινη γυναίκα, στὰ χέρια μου θὰ κελαηδήσεις»,
τῆς εἶπε ὁ ἄνεμος.

Γερμένη στὸ ποτάμι τοῦ μεγάλου ὕπνου, τὴν βλέπω κάποτε
πῶς ξεδιψάει, ὡραία, μὲ τὰ μαλλιά της στὰ νερὰ σὰν ἄγριο ἄλογο.

Περί μεθόδου

Μολύβι μὲ σκασμένη μύτη
δὲν στάζει φῶς τοῦ ἀποσπερίτη.
Ὑπὸ τὸν μόδιο τῆς σιγῆς
γαλήνεψε, ὅσο κι ἂν ριγεῖς.

Ὅταν τοὺς κλάδους ἁπαλώσει
τὸ δέντρο σου καὶ πρασινίσει
κι ὅταν στὸ αἷμα σου ἁπλώσει
θάλασσα, γιὰ νὰ ροκανίσει

τὴν ἄμμο πού ῾χει μαζευτεῖ,
Κι ὅλα πιὰ θὰ χουνε χαθεῖ—
τραυλὸ παιδὶ θὰ σὲ διδάξει
τὰ λόγια του νεροῦ, τὴν ἅγια πράξη.

Ο ξένος των Χριστουγέννων

«Ἐγώ, σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀπὸ μικρὸ παιδί, ἤμουνα γιὰ τὰ χαράμια
καὶ τὰ τυφλοφώμια, ἀλλὰ μονάχα

γιὰ νὰ κρατήσω ἀσημωμένα τὰ βουνά μου μὲ ἐλιὲς κι ὅλους μου
τοὺς κόρφους χλωρὰ στρωμένους βελάσματα ἀθώων κι ἀγριάδες

ἀπὸ παίδι μικρὸ σκέπασα τὴν ψυχὴ μὲ μαῦρο ράσο
κι ἐκεῖνοι βλέπανε λερωμένο πανωφόρι

Τί στέκεσαι κι ἀναμετρᾶς μὲς στῆς φυγῆς μου τὸν ἀντίλαλο,
ὅπως ὁ βράχος,
στὰ κάματα διψάει φύλλα καὶ δροσερὰ πουλιά, τέτοια ποὺ μόνο βάσανα
φωλιάζουνε στῶν λέξεών μου τὰ ἔγκατα

Ὅλος ὁ βίος Τετράδη κι εἴδησις θανάτου
κι ὅ,τι εἴπαμε καὶ γράφαμε οὔτε μισὴ ὀκὰ
τσιγαρέττα ψιλὰ Ἀγρινίου τοῦ Βάρκα

Νὰ κάμεις νόμο-τρόπο νὰ περνᾶς μὲ δέντρου ἀλκὴ
ποὺ τὸ ποτίζει στάλασταλα ἡ προσδοκία τῆς ἐπιστροφῆς

Τί θέλεις, ναί, Χριστούγεννα, κι οἱ λίθοι τοῦ ἀναθέματος,
μαζεύονται στὸ στῆθος μου (αὐτὸ ὁ γιατρὸς τὸ λέει βήχα)
μὲ τὸ κερὶ στὸ στόμα θὰ ψάλω τὴν καταβασία
καὶ μ᾿ ἕνα δάκρυ θὰ ἀνασάνει ὁ κόσμος τελευταία φορά, κι ὕστερα
Ὁλόφωτα —
Γιατὶ ἀλλοῦ γεννήθηκα, οὔτε θὰ φύγω οὔτε θὰ ξανάρθω»

Ἀνάδευε τὸ δάχτυλο στὴν στάχτη καὶ τὸ βλέμμα
σπασμένο γυαλικὰ ὅπως κατεβασιὰ τῆς μνήμης ποὺ φυσάει
ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐφάνη τῶν ὑδάτων
κι ἔγραφε μὲ τὸ δάχτυλο στὴν ἀμμουδιὰ
ὅσα δὲν γίνεται ἄνθρωπος νὰ γράφει καὶ νὰ πεῖ.

Κροτισμα

Γεμάτος νύχτα ὡς τὴν ψυχή, ἀνάβω τὰ κεριά μου,
Χριστομαρτύρητε θὰ ρθεῖς, μὰ κούφιο εἶμαι καρύδι.
Εἶναι χακὸς τόπος αὐτός. Στὴν ψίχα τῆς καρδιᾶς μου
δὲν ἔχει στάλαγμα νεροῦ καὶ σέρνεται τὸ φίδι.

Καρβουνιασμένος οὐρανὸς χιονίζει ὅλο βαμβάκι,
χῶμα, βαμβάκι πούπουλο, βαρὺ σὰν τὸ μολύβι.
Κόπιασε, Ἑσπερώτατε, διῶξε μου τὸ φαρμάκι
τὸ κάθε κύμα, ἕνα νησί, στὰ σωθικά του κρύβει.

Ἀπὸ φυλλώματα νυχτὸς κι ἀπὸ καπνοῦ τολύπες
τί κρυσταλλένια ἀλόγατα, δροσιᾶς μαργαριτάρια
περνοῦν στὸν σάπιο ὕπνο μου κι ἀνάβουνε τὶς λύπες —
μὰ οἱ νεκρωτὲς καραδοκοῦν μὲ βέλη καὶ κοντάρια.

Ἄνοιξε χρυσοχώραφο στὶς ἄραχλες τὶς ὧρες
πετραδερό μου διάφωτο τῆς μέσα προσευχῆς.
Κροτίζει ὁ τόπος ὁ κακός. Πὼς ἔρχεσαι ταχὺς
τὸ βλέπω μαῦρος καὶ στὶς κάψες καὶ στὶς μπόρες.

Σταμάτης, πίνοντας κονιὰκ στὸ κρύο τοῦ ὕπνου καφενεῖο

Ἀπὸ ποῦ ἐρχόμουνα. Οὔτε θυμᾶμαι.
Ὅμως ἀκόμη τώρα τὸ φῶς σφαγμένο, σοβάδες ὤχρας και κομμάτια.
Ὡς συνήθως ἔβρεχε, χαράματα. Περπατοῦσα μόνος, σὲ πόλη, σὲ πόλη
τόσο ξενὰ φιλική, πρὸς μαγαζιά κλειστὰ κι ἐρήμωση τῶν ΚΤΕΛ
στῆς Καλαμάτας τὸ ποτάμι.
Μπῆκα, οὔτε καὶ ξέρω πῶς, στὸ ἄδειο καφενεῖο, κι ἐκεῖ στὸ βάθος
Μακρινός, μέσα στήν ὤχρα τῶν καπνῶν γκρίζος καὶ λερωμένος καθότανε
Κι ὅπως ἔκανα νὰ τρέξω. Μὲ βλέμμα πέτρινο σκληρὸ
«μὴν ἔρθεις» μοῦ ἔκανε, «πές μου πρῶτα ἕνα τραγούδι»
« ποιὸ θὲς μωρὲ Σταμάτη», τραύλισα, κι ἐκεῖνος σφύριξε
«Ὅλα τὰ πουλάκια κι ἀμὰν ἀμάν» κι ὅπως ἀρχίνισα
πρόλαβα κι εἶδα τὸ ποτήρι του κρύσταλλο κολονᾶτο
γεμάτο ὣς ἀπάνω μαῦρο ποτὸ αἷμα κι ὅπως ἀρχίνισα
τὀν ἔφαγαν, τὸν χώνεψαν ἡ ὤχρα κι ὁ καπνός.

Ἀντὶ ἐπιγράμματος

Μελάμπους ἐξ Ἄργους Ἠλίας
Ἐνθάδε ἔμπυρος κεῖται.
Ἡ καύτρα τοῦ τσιγάρου του
συγγένευε μὲ τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀποκαΐδια.
(Αὐτὰ ποὺ λένε στῆς ψυχῆς).
Ἤξερε ποὺ ἀφήνει ὁ Κύκνος τῆς νυχτὸς τ᾿ αὐγά του.
Κάποια ὀνόματι Δροσίδα τὸν ἀγάπησε
μὰ ἤτανε τῶν ὑδάτων.
Ζωντανὸς ταξίδεψε στὸν Ἅδη.
«Νὰ γίνει σκοτάδι»
Εἶπε.

Ἔκτακτα καιρικὰ φαινόμενα

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ξεθεμελιώθηκαν τὰ χρώματα
ἀπὸ τὰ πολλὰ νερὰ — τρεῖς μῆνες ἔβρεχε. Ἐβγήκανε τὰ φίδια
ναρκωμένα ἀπὸ τὴν παγερὴ καρδιὰ τῆς γῆς
καὶ κρεμαστήκανε στῶν δέντρων τὰ κλαδιὰ
Φοβήθηκαν
Γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ τὸ νερὸ ἀνέβαινε μὲ σίγουρη σιωπὴ
νὰ τὰ πνίξει ἀλλὰ ἐγὼ
οὔτε θυμόμουνα ποιὸ ἄστρο
Τὸ σίγουρο εἶναι ὅτι εἶχα πέσει
ὀχτὼ φορὲς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ
Τὸν καιρὸ Ἐκεῖνο

Αὐτεπίστροφον

Ἔτσι. Μέρες ξεραίνονται. Καὶ νύχτες κιτρινίζουν.
Ἡ μουσικὴ πού σοῦ ῾λαχε φέρνει κάτι πουλιὰ
πνιγμένα. Κι ἂν στὸ χέρι σου ἀνθεῖ νεκρή τους ἡ λαλιὰ
στὸ αἷμα βόσκει ἀντίλαλος κι οἱ ἁρμοί σου βρύσες λύνουν.

Μαζεύεις χῶμα στὴ φωνή. Πικρὸ νερὸ στὰ χείλη.
Μὲ τὴ φρυγμένη γλώσσα σου κλέβεις μαύρη δροσιά.
Μὲ τὴν ἀνάσα ποὺ σκιρτᾶ σὰν φλόγα στὸ καντήλι
ποιὰ τὴ χωνεύουν χώματα, ποιὰ τὴ βαστοῦν νερά.

Τί ξεδιπλώνεις νήματα. Τί θάβεις μὲς στὶς λέξεις –
Φίδια δραπετεύουνε στ᾿ ἄπατά του χαρτιοῦ.
Θὰ μείνει πέτρα ἀσήκωτη, τὸ σίδερο θὰ δέσει
θὰ στάξει κόμπους ἡ σκουριὰ στὸ λύχνο τοῦ ματιοῦ.

Παιδικό τραγουδι

Εἶναι ἕνα σπίτι στοιχειωμένο τὸ κορμί σου
κι ἔχω χαθεῖ στὰ σκοτεινὰ δωμάτια.
Κρύβεις τὴν πιὸ ἄγρια θάλασσα στὰ μάτια.
Μὲ τὴν πανσέληνο ἡμερώνει καὶ μοῦ λέει «θυμήσου».

Τοῦ χρόνου τὰ ναυάγια μισοφωτισμένα
στὰ βάθη σου, θολὲς εἰκόνες κυματίζουν.
Ἂν κι ἔχω μέλλοντα τὶς πέτρες ποὺ μὲ χτίζουν
ρίχνω βουτιὰ καθὼς τ᾿ ἀγρίμια στὰ χαμένα.

Βλέπω ἕνα σύννεφο. Ἁπλώνει, σὲ τυλίγει,
κι ὕστερα ἡ νύχτα γίνεται γυλιὸς στὸν ὦμο.
Τὰ πόδια μου ματώνουνε καὶ χάνομαι στὸ δρόμο.
Τὴν ἔρημο ἔμαθαν πολλοί, ἀλλὰ περάσαν λίγοι.

Ἀναγνωστικό

Σελίδες ἀναγνωστικοῦ πανόλβιας τάξης
γυρίζουν μέσα στὴν ψυχή σου κι ἀνεβαίνουν
ἀρώματα ἀπὸ τῶν νεκρῶν τὶς φιάλες
καὶ σμάλτα τρυφερῶν καρπῶν.

Θὰ παινευτεῖς ξανὰ πὼς θὰ μιλήσεις
γιὰ χάρη ἀπὸ τριάντα χρόνια μουσικὴ
μὲ σάλπιγγες κλαδιὰ καὶ πέτρες τύμπανα;

Βυθίζονται τὰ λόγια σου.
Τὸ βλέπεις· τὸ νερὸ πληθαίνει.

Νὰ σκίσει σὰν φτερούγα τὸ μυαλό σου
ἢ σκέψη ὅτι ἔμαθες στὸ γλέντι τί σημαίνει Χάρος.

Στοῦ ὕπνου τὸν νάρθηκα θὰ ἰδεῖς τὴ Μάνα
μὲς στὸ ἀνεμόβροχο
ν᾿ ἁρπάζει τὸ λευκὸ πουκάμισό σου
ἀπὸ τὴ λάσπη τῶν αἱμάτων.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Σμῆνος

Τὸ ἀγαπημένο του παιχνίδι ἦταν νὰ κόβει ἀπ᾿ τὶς σελίδες
τῶν ἐφημερίδων σχέδια πουλιῶν. Μικρὰ καὶ μεγαλύτερα,
ἄλλα μὲ τὰ φτερὰ ἀνοιχτά, ἄλλα στὸ κλαδί.
Ὕστερα, τὰ τοποθετοῦσε σ᾿ ἕνα λευκὸ κιβώτιο, κάτω
ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι. Τὶς νύχτες, ὅταν τὰ πράγματα ἐγκατέλειπαν
τὸ σχῆμα τους, ἄνοιγε μ᾿ εὐλαβικὲς κινήσεις τὸ κουτί,
στὸ φῶς τοῦ δωματίου. Τότε, καταλάβαινε τὸ στῆθος του
ν᾿ ἀνοίγει σὰν κλουβί, κι ἀπὸ μέσα νὰ φτερουγίζουν σμήνη
πουλιῶν, μὲ μία σπαρταριστὴ χαρά, μὲ μία χαρούμενη
ὀργή, ἀπ᾿ τὸ παράθυρο νὰ φεύγουν στὸ σκοτάδι.

Σμῆνος πουλιά, κατάστικτα ἀπὸ γράμματα
νὰ χάνονται στὸν κόσμο.

Κουρά

Σημαίνει χείμαρρος χελιδονιῶν
καὶ ἀντιμόνιο Ἀπριλίου στὰ σπλάγχνα.
Παιδὶ βαφτίζει πράγματα καὶ φονικά -
πνίγει τὰ χέρια του στὴ χλόη. Ἀέρας
πνίγει στὰ φύλλα του τὸν ἦχο τῆς καμπάνας.
Ὡσεὶ χλόη, ὡσεὶ χλόη
πῶς φύγανε χλωρὰ πουλιὰ
τὰ χρόνια. Ἄχνη καὶ σκόνη
στὰ μάτια, στὶς κλειδώσεις, στὰ μαλλιά.
Ὅμως, ἐσὺ μοῦ ῾ κοβες τὰ μαλλιά, Μητέρα
ὅταν τὰ ζῶα τῆς νύχτας ροκανίζαν τὸ φεγγάρι.

Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

Ὁ μειλίχιος τρόπος τοῦ Βαρβαρόσσα

Γέροντας πιὰ καὶ πρώην καπνιστής
μοναχὸς μὲ τὰ γένια του στὸ ἄκαρπο τὸ ὕψος περπατώντας
ἀπὸ νέφη σὲ νέφη, τὸ ἀνθρώπινο, τί δρόμος,
μὲ μικρούτσικα βήματα κωμικὰ καὶ ξεβίδωτα
στὴν ἀλύπητη μουσική τους ἀκούγοντας
τὰ φτηνά του τὰ ξύλινα συρτοπάπουτσα
ὁ Βαρβαρόσσας τὸ συνήθιζε νὰ λέει: Μὲ συγχωρεῖτε,
τί νὰ κάνω, οἱ αἰσθήσεις μὲ πᾶνε στὶς αἰσθήσεις.
Ἔτσι μιλοῦσε, τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἔλεγε,
γλείφοντας μὲ λεπτὴ συγκίνηση τὰ χείλη.
Μαύρη μεγάλη τρύπα τὸν τυραννοῦσε
στὸ στῆθος πού ῾χε τώρα παλιώσει
ξεχειλώνοντας οἰκτρὰ τὸ κρέας!
Ὅλοι τὸν κλαίγαν ἀμίλητοι σὰν ἥμερο κι ἀξιοδάκρυτο
δράκο παρωχημένο
σὰν ἀπὸ αἰῶνες, ἀλήθεια, ξαφνιασμένο
καὶ μ᾿ εὐλάβεια κούφια τοῦ χάριζαν οἱ ψεῦτες
ἕνα κάποιο συμβατικὸ προσκύνημα.
Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε μία φριχτὴ σοβαρότητα
δὲν ἔδινε σημασία στὸν εὐχάριστο σεβασμό τους -
ἄλλωστε ποτὲ δὲν ἐξαρτήθηκε-
μὰ ὑποφέροντας βαθιὰ τὸν ἑαυτό του
τὰ ὁράματα ποὺ χτυπιοῦνται σὰν κάποτε
τὰ φτερὰ τοῦ κόκορα πού ῾χε σφάξει τὰ κρασᾶτα
τίναζε ξάφνου κάποια στιγμὴ τὸ κεφάλι του πρὸς τ᾿ ἀπάνω
καὶ γινότανε κεῖνος ὁ παλιὸς κι ἀνελέητος τρόμος
ἀνοίγοντας τὸ στόμα του στὴν κατερήμωση
σὰν ἀποτρόπαιο τέρας τῆς χειμωνιάτικης Προϊστορίας
κι ἀποσποῦσε μ᾿ ἕνα κρὰκ τὴ μασέλα του
τὴν ἔριχνε μέσα σ᾿ ἕνα ποτήρι νερὸ δίχως εὐγένεια
δίχως κανένα σύμπλεγμα ποὺ τὸν ἔβλεπαν ὁλόγυρα
χτυποῦσε τὰ παλαμάκια κ᾿ ἔμπαινε σιγηλὴ κι ἀθέατη
μιὰ χανούμισσα δίκοπη στὸ βαθὺ μετάξι θροΐζοντας-
τί θλιβερὸ τὸ θέαμα ἡ γρήγορη ὑπόκλιση...-
καὶ ἔσπρωχνε κοντά του τὴν ἄσπρη καρέκλα.
Ἐκεῖνος τότε καθότανε (μὲ προσπάθεια ὁλοφάνερη)
κάνοντας ἀλλόκοτα κινήματα
καὶ στήλωνε τὰ μάτια του στὴ μασέλα.
Οἱ παριστάμενοι φεύγαν ἕνας-ἕνας με θεατρίνικους τεμενάδες
οἱ ὦρες περνοῦσαν ὁλοένα, κατὰ τὴν ἄσχημη
καὶ θλιβερὴ συνήθεια: τὴν πραγματικότητα.
Ἐκεῖνος ὅμως ἔμενε νὰ κοιτάζει βοερά τη μασέλα
Βουλιαγμένος

Ὁ Σολωμὸς στ᾿ ὄνειρό μου

Πῶς πέφτουμε στὴ νύχτα κι ἀπὸ τί πόθους...
Μὲ κοφτερὴ μοναξιὰ στολισμένος ἄρχισα νὰ κοιμᾶμαι
λευκὸς ἱδρωμένος μέσα στὴν ἀγελάδα τοῦ ὕπνου κλεισμένος
ὁλοῦθε ἀπ᾿ τὸν ὄνειρο ποὺ κυματίζει στὰ βάθη
κι ὁλοένα κερδίζει τὴν ὕλη πέρα της.
Ἕνα ξημέρωμα καθάριζε τὰ μάτια μου στοὺς οὐρανοὺς
ἄνοιγαν ὅλα τὰ παράθυρα κι ὁ Διονύσιος μαυροντυμένος
μ᾿ ἄσπρα χειρόκτια κρατοῦσε τὸ σκουληκάκι στὴν παλάμη
ποὺ ἔμοιαζε μὲ στουπέτσι βαμμένη πλάι του σ᾿ ὡραία παραλία
ἔπεφταν οἱ κολυμβητὲς νὰ πιάσουν τὸ σταυρὸ τὰ Θεοφάνεια
καὶ μακριὰ πῶς ἀκούγονταν ἀθῷα τουφέκια
ὁ βρόντος τῆς ἀγάπης ἡ χαρὰ τῆς συμφορᾶς
μ᾿ ὅλα τ᾿ ἄνθη σὲ γαλάζια δευτερόλεπτα
μ᾿ ὅλες τὶς ἀχτίδες τὴν ἀγαπημένη τοῦ πεταλούδα στὸν ἱερὸ γλιτωμό της
καὶ δράκοντες εὐωδιᾶς ἀνέβαιναν ἀπὸ κίτρινες σκάλες ὡς τὰ κοράσια
ποὺ δὲ χάρηκαν τὸν ἔρωτα.
Γύρω ἤτανε δάσος χιλιοπράσινο
μὲ τὰ πουλιὰ σὰν ἀναρίθμητους καρποὺς ἀπάνω στὰ δέντρα
μὲ τὰ πουλιὰ σὲ μεθυσμένη σύναξη γιὰ πάντα
κ᾿ ἕνας σκύλος ἀργὰ πηγαίνοντας οὔρησε στὸ κορμὶ
τῆς κοντινῆς ἀμυγδαλιᾶς μὲ σηκωμένο πόδι κι ἀνάμεσα
ὁ γόος ἔσφαζε τὴ φωνὴ ποὺ τινάχτηκε ἀπὸ τρεῖς λέξεις

Ῥομαντικὸς ἐπίλογος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας

Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος
δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου...
Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου
δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία
δὲ βρίσκω - νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα
Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους
νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους
Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς
μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι
κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα
Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Σκύβαλο ἀθανασίας

Μὲ γρασωμένα τ᾿ ἄρβυλα στὴ φρικτὴ πάντοτες ἀνηφορίζω
λιμοκτονώντας ἀπὸ φλόγες τώρα- πιὰ
φαρσὶ ἐγκόσμιος
φαρσὶ δακρυσμένος
ἐσαεὶ χορογράφος τοῦ λεκτικοῦ μου
κι ἀνερώτηγα ἴασμος.
Κακοξόδευτη φώτιση σὲ μὸβ κι ἄλλες βραδύτητες
χαμερποῦς ὁρίζοντα
θρήσκευμα τοῦ σκύλου τ᾿ ἀλύχτημα ἢ ἕνα σόλοικο
παραισθητικὸ Σύμπαν
ἄνασσα φαραωνικὴ μέσ᾿ ἀπὸ μαθηματικὲς εὐλάβειες.
Εἶμαι ὁ ἀκούσιος της ὑπάρξεως
ἡ κράση μου δὲν εἶναι ἄνθος εἶναι ὠμότητα
διάκειμαι χιλιόχρονος ἂν καὶ πέφτω
σὲ ματωμένα δευτερόλεπτα αἰωνίως
μ᾿ ἔχουν ἐπισημάνει οἱ ἄνεμοι.

Τὶ εἶπα κάποτε σ᾿ ἕναν ἰπτάμενο

Σὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαίμαργη ἀστρονομία
δὲν εἶναι πιότερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπίδα ποὺ διαστέλλει
τὴν κίνηση μέσ᾿ στὸ ἄναυδο σκοτάδι.
Δὲν ἔχει πόσιμη σημασία νὰ σταλάξουμε
τσιγγούνικες ἀλήθειες καὶ σταγονίδια βεβαιότητας
δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπία ἡ ξεμυαλίστρα ἡ ἐξυπνάδα
πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις
ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του
τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.
Δὲν ἔχει μητρότητα ὁ ἴλιγγος
δὲν ἔχει πατρότητα ἡ νύχτα.
Μίλησα κι ἄλλοτε γι᾿ αὐτὰ τὰ χαρτόνια.
Οἱ σκοτεινοί μας σύντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μάκρη
μὲ τοῦ κύκλου τ᾿ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεύουν.
Ἔχοντας πιὰ ξεπέσει ὁ γέροντας Εὐκλείδης
εἶν᾿ ἀπόβλητο τὸ μῆκος ὡς πράξη τοῦ σύμπαντος
καὶ τὸ ὕψος ἀνεύρετη μελῳδία στὰ πλάτη...
Τράβηξα τὴν σκονισμένη αἰωνιότητα σὰν κουρτίνα
μὲ τόση εὐκολία καὶ τά ῾χασα βλέποντας
τὸ λάγνο τίποτα τῆς ἀναφρόδιτης καμπύλης!
Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρός μου φώναξε: -Μὴ στενεύεις,
ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ᾿ τὸ μειλίχιο
δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ᾿ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες
θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω
τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας.
Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ᾿ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη
νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος...

Ἡ συντομία τοῦ ὀνείρου

Τρέχει μέσ᾿ στὰ χαράματα τὸ ἐλάφι
ποὺ εἶναι ἡ χαρά μου τόσος ἀντίλαλος
ἐδῶ ποὺ κατοικῶ
ἕνα πουλὶ ἀπὸ καπνὸ ἀνέρχεται στὸ ξημέρωμα.
Ἰδοὺ ὁ Τρέχων
ἔχει σφάξει τὸ ἀρνὶ στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων.
Θριαμβικὴ νεφέλη ὄχημα παλαιὸ ἰδοὺ ὁ Τρέχων
καὶ τὸ σύρουν
ἄλογα τρυπημένα στὰ λάμποντα πλευρά.
Μέσα στὸ ὄχημα βρίσκομαι καὶ πηγαίνω
πρὸς τὸν ἄγνωστο προορισμό μου.

Πέντε Ποιήματα μέσ᾿ τὸ Σκοτάδι. Εἰκόνα

Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του.
Ὠχρὸς
μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
νερὸ τρεχάμενο στὰ ρεῖθρα, ὠχρὸς
ἕλληνας.
Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.

Εἴσοδος

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,
ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει
κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα
εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς
τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω
κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ
φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα
εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ
γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:
Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση
τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα
στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.
Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.
Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Χαρμόσυνο λάβδανο

Μέσα στὴ βενζινέρημο ξεράθηκε κι ὁ πόνος -
ἡ ἀγάπη στὸ τασάκι· πολιτικὸ κιγκλίδωμα...
Ποιὰ φρίκη εἶν᾿ τὸ φῶς ποὺ μ᾿ ἔχει ἅρπαξει
κι ὁ ἀμφίβραχυς!
Κλαίει κι ἀναδακρυώνει ὁ χαλασμὸς ὀνόματι
ὅραση
κ᾿ εἶναι σαλόνι ἡ ματιά μου σ᾿ αὐτὸ τ᾿ ἁλῶνι
τὸ φαρδὺ τοῦ φεγγαριοῦ
μὲ ἀργυρόχροα ταμένα στὴν ἀπόγνωση
χωρὶς τὴ γλῶσσα-μέγαιρα νὰ διαγουμίζει λήθη
μέσ᾿ ἀπ᾿ τῆς μνήμης τὴ φορμόλη.
Θαυματουργός τη θεωρία τοῦ τροχοῦ σας τὴ δασκάλεψα
τὰ ἀσθητήρια μαστίζοντας
ἀγχιθανὴς ἀγχίθεος ἀγχινεφὴς κι ἀεροβάτης μόνος
ὁ ἥλιος εἶναι τὸ πάγιο προσθέτει ἡ δασύτριχη σελήνη.
Δὲν παίζω σοβαρότητα κι ἀναδεύω φυσικοχημικὰ
συμπεράσματα
τρελόσωστος: ὀπτικὴ εὐφυία ὁ σερίφης ἀνόλβιος
ἀσπάζομαι τὴ γῆ μὲ γοερές μου γονυκλισίες ἀνώφελος
ἐγὼ ἀνταλλάσσω πυρὰ μονάχα μὲ τὸ θάνατο -
καταλαβαίνεις;
Ὅταν ξεμέθαγα τὶς ἀλκοολικὲς βελόνες ἀπ᾿ τὰ τρυπήματα
ἡ ψυχανάλυση τοῦ ἅγιου μαδοῦσε τὴ λάμψη τοῦ καθρέφτη
τὸ σῶμα σου ἀποπλέει ὡσὰν χάρτινο μὲ ξεφλουδίσματα
χρόνου
ἀπὸ χρυσίζουσα ὀχιὰ τὸ πεπρωμένο σου δὲν ἐκκολάφτηκε
κι ἀποπλέει τὸ σῶμα σου
κρατώντας ἠχητικὰ χάμουρα
στὰ θηλυκὰ ἐρείπια τοῦ Ἠρώδειου ὅπως αἰφνίδια
μοῦ φάνηκε πὼς ἔπιασε φωτιὰ
ἡ ἅρπα.
Ξημερώνει μὲ ἀτμώδη βουνὰ μάντισσες φωνασκίες κοτόπουλα
χαρτορίχτρες
ἀπεχθαίρω τὴ στύση μου μελάτη
κι ὦ Θεέ μου ἂς μπόρηγα νἄμπαινα κάποτε γιὰ πάντα
στὸν ὕπνο.

Νεολιθικὴ νυχτωδία στὴν Κρονστάνδη

Τραυλίζοντας οἰκουμένη καθὼς
ἡ πραγματικότητα χωλαίνει κι ὅπως
ἀσπροφωλιάζει ἡ λευτεριὰ στὸν ἄστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τὴ σώτειρα τήξη.

(Νὰ ἰδοῦμε ἂν ἡ ἄνοιξη θὰ συνδράμει τὰ ὄνειρά μας.)

Ἕνας ναύτης: Τὸ μυαλὸ πῶς μαλακώνει στὰ Οὐράλια;
Ἕνας ἄλλος ναύτης: Τί θέλεις νὰ πεῖς; Δὲν κατάλαβα.

μουχλιάζει τὸ τηλέφωνο, εὐδαιμονία

..............

Νοστάλγησα τὰ ὀρυχτὰ τὴν ἄφωνη
θηλαστική μου ἱερότητα
κι ἀνατρέχω στὸν ὕπνο ποὺ μὲ σῴζει
εἶναι ὁ πρόχειρος θάνατος
ἕνα κλούβιο ρολόι
χωρὶς τὰ πρὶν καὶ χωρὶς τὰ μετὰ
δὲν ᾖρθα δὲ φεύγω θὰ σταματήσω.

- Ἡ ἐξουσία εἶναι τῆς Ἱστορίας ἡ εὐκοιλιότητα.
- Στὸ χωριό μου τὴ λένε γλεντοκώλα.

.............

- Φθέγγομαι τρόμο. Καὶ ἐπιτέλους τί νομίζεις πῶς εἶναι
τὰ ἰδανικά; Εἶναι ὅπως ἀλευρώνουμε τὰ ψάρια πρὶν
ἀπὸ τὸ τηγάνισμα.

...........

Δούλα τοῦ φωτὸς πεταλούδα, φτερὰ καὶ χνούδι
σὲ ἐξωφρένεια!
Ὁ ἔκλυτος Δίας κρατεῖ κεραυνοὺς ἀναφαίρετους
δίχως ἀκόμη πυροδότηση
χορταίνοντας ὅραση βλακείας
καθεζόμενος ὑπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κ᾿ ἡ μούρη τῶν ἀλόγων τοῦ Φαέθοντα ἔναντι τοῦ
κενοῦ με ἄφρη κοσμικῆς ὕλης.
Ἀσθενοφόρο γρήγορα γιὰ τὸν βασιλέα Λήρ!
Εὐωδιάζουμε ἀπὸ τρέλα.
Δὲν πιάνουν τὰ φρένα,
χανόμαστε στὴ διαιρετότητα τοῦ Ζήνωνα.

................

Ἡ Ἄννα (ποὺ πλησιάζει): Τί νέα ἔχουμε ἀπ᾿ τὴν πραγματικότητα;

......

Νικολάι: Φοβᾶμαι, σύντροφε. Καὶ ἡ ἐπίθεση ἐπίκειται.
Ὁ Λένιν ἔχει ἐμπλακεῖ στὴ μοῖρα.

- Πανάκριβα ραφτικά.

.............

- Οὐτοπία.
- Μὰ ὅμως ἀναιρέσαμε τὸ δάσος.
- Βροχὲς μανάδες ... Ἄραχλε!

Νὰ καὶ ὁ τρισάθλιος ἥλιος. Μιὰ χλεμπόνα
στ᾿ οὐρανοῦ τὸ κατεστημένο.

..............

- Μὲ σφίγγει μία ἀλήθεια, τῆς παραδίνομαι. Μὲ σφίγγει μία
ἄλλη, κι αὐτηνῆς τῆς παραδίνομαι. Διατρέχοντας τοῦ μυαλοῦ
τὴν ὠμότητα. Λέω αἷμα τοῦ ψύλλου κι ἀμέσως
ὀσφραίνομαι ρούμι.

- Παραδέρνεις. Ἀλλὰ ἐμένα τὰ μάτια μου διεκδικοῦσαν ἑνότητα
ὀπτικῆς, ἐκκένωση τραγῳδίας. Οὐδέποτε ὑπέφερα τὶς
ἀντιφάσεις. Ἀμφὶ καὶ ρέπω, ὄχι!

- Χρεμετίζεις φαντασία.

[Τὴν ἡμέρα ἐκείνη γεννήθηκα μόνος μου, δὲν εἶχα βιολογικὸ
προηγούμενο. Σούρθηκα στὴν τρώγλη τῆς ἁπλῆς ἀριθμητικῆς.
Ἐκεῖ διαλάμποντας ἐνωτίστηκα κόκαλα.]

Ὑπερφίαλο φῶς ἰσχνότητα τοῦ ἔρωτα!
Τί νᾶν τὰ λέμε. Αὐτοψυχίατρος εἶναι ὁ ποιητὴς
μὲ καθαρὸ οἰνόπνευμα.
Κυρίως θὰ λεγᾳ θεοσταγὴς καὶ προ-ἰοῦσα σφῆκα.
Θὰ γαλαζώσει πάλι.

- Μὰ εἶναι κι ὁ ἄλλος ἔρωτας, ὁ γενετήσιος.

- Τί νὰ σοῦ κάνει αὐτός. Ἂν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στὴ
μελαγχολία μου.

.....................

Εἴθε νὰ μὴν ὑπῆρχα
μαβὴς ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς, ἀλητεία.
Κι ἂν εἶπα τὶς προάλλες τὴ ζωὴ ἀντίρρηση τοῦ σκούληκα
δὲν ἔπαψε νὰ φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
ἡ ἀπελπισία.
Θὲς τὸ ζῷο θὲς ὁ ἅγιος τίμημα ἡ ἀπουσία.
Κορφόνυχα μὲς στὴ φωτιὰ σὲ ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου καὶ χρόνια
ἔκανα ῾γὼ τὸ μπόι μου βλαστοβολώντας ὕψος
χωρὶς νὰ συμβουλεύομαι
κακοὺς ὀνειροκρῖτες καὶ θολὰ μαντεῖα.
Δὲν ἀναμέτρησα κινδύνους, ἀποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στὰ χρυσάνθεμα ὁρκίστηκα στὴ χλόη
κι ὅπως ρεκάζει ἐπιστήθιος ἄνεμος ἀπὸ βροχερὰ
συμπεράσματα
στὰ ἐρυθρὰ χαλάσματα τοῦ ἥλιου ξαναφαίνομαι
κι ἀνιστορῶ τὰ ρόδινα νεφρά μου.

...............................

Εἴτε στὸν ὕπνο (πὰξ) εἴτε στὴν ἐγρήγορση (κοὰξ) ὀνομάζομαι
γοργὰ μελλοθάνατος.

..............

Θρομβώδη φυλλώματα, συνεσθίομαι
μαζὶ μὲ τ᾿ ἄνθη
διασχίζω τοὺς γάμους τῶν θάμνων
ἀναφλέγοντας τὸ γραφτό μου σὲ ἄναρθρους
ὄρθρους
κι ἀποτυχίζω τὴν ἀπόγνωση κατακείμενος
ὄρθιος.

............

Λέω συχνὰ τὰ νεφρά μου θὰ ὑπερισχύσουν.
Ἐν τούτοις μαθητεύω πιὰ συνέχεια σὲ τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πὼς ὄχι
δὲ θὰ ξυπνήσω
κάθε πρωὶ ξεριζώνω φλέγματα ὑποφέροντας
μίαν ἄγρια ναυτία ποὺ δὲν ἐξελίσσεται ὁλότελα
κι ἀνατριχιάζω
κάτι νύχτες μὲ ἐθελούσιο μαῦρο κάτι νύχτες
ἀπὸ τεράστια αἱμοχαρῆ φεγγάρια
γιὰ νὰ διαλευκάνω ἐπιτέλους τὰ ἄσπρα μου
μαλλιὰ ὡς τὴ συντέλεια.
Δὲ θυμᾶμαι θυμάρι ποὺ νὰ μὴν ἀνάδωσε πάντοτε
τὴν εὐωδιά του
μὲ ἥλιους ὀρεινοὺς ἀναφωνήματα στὴ μνημοσύνη.
Δὲν ξέρω τί κάνει τὸ συκῶτι μου δὲν ξέρω
τί κάνει ἡ καρδιά μου
μαστίζομαι ἀπὸ ἔνοχη θέαση κι ἀνωφερῆ
ἀχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα καὶ ἐκφέρω φωνήεντα φρίκης.

- Θρησκευτικὴ ὑπόθεση. Κι ὁ χρόνος τώρα δὲν εἶναι
μαγνητοταινία τῆς αἰωνιότητας. Ἀνακρούεται ἐπιστήμη,
κουκιὰ μετρημένα. Μὰ εἶναι ἀμπόρετο νὰ τσιμπήσει κανεὶς
τὴ θάλασσα.
Ἡ Ἱστορία τελικὰ συναναστρέφεται ἀγάλματα.

...............

- Τί ἐστὶ λάμψη;

- Ποιὸς ἀποφάσισε τὰ πτώματά μας;

--------------------

- Ξέχειλα τὰ ὁράματά μας. Ἐμπλουτισμένοι ἀθανασία.
- Νυμφίοι τῆς ἐλπίδας ἀρουραῖοι.

[Λάμπουμε ὅλοι στὴν Κρονστάνδη. Στὴν πιὸ περήφανη γεωγραφία]

....................

Σὲ βοερὰ μνημόσυνα βορᾶς κι ἀθῴας βαρβαρότητας
μὲ πετεινῶν ἀθλήματα στοὺς χαμηλόκορμους οὐρανοὺς
ὡσότου πιάσουν ἕνα γῦρο οἱ βροχάδες τὰ πρωτόνερα
ὥσπου νὰ ἀνοίξει τῆς χυνοπωριᾶς τὸ κατουροβάρελο.
Θά ῾τανε πέρσι.
Ρεμβώδη νοήματα, τυραγνία τοῦ βῆχα, σκελετὸς ἀπὸ μέσα .....

...........

[Βραδυάζει στὸ κείμενο.
Ἡ κατακρήμνιση τοῦ ἀπογεύματος: ὡριμότητα.]

- Ἂν ἕλιωνε ὁ πάγος, ἂν τοὺς προλάβαινε ἡ Ἄνοιξη ...

........δὲν ἔχει ὅρια ἡ εὐφράδεια τῆς Σταύρωσης
οὔτε τὸ πορτοκαλὶ ποὺ μὲ τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μὰ ἐγὼ τὴ γλῶσσα τὴν ἀποκλήρωσα
δὲ μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω τὴν ἀγριότητα
οἱ καιόμενες πορφυρὲς δεκαετίες
ἀπὸ ὑδρόγεια νόηση
καὶ ἀναπηδᾷ στὴ χύτρα τοῦ πεπρωμένου
ὁ χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ᾿ ἀσπράδι.

.....................

Ἐγὼ λοιπὸν ἔκπληχτος ἀπὸ χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ἀνατείνομαι ὄνειρος
ἀποβάλλοντας τὸ πραγματικὸ κι ἀναθυμούμενος μόλις
ἐκείνη τὴν ἀρτηρία τοῦ ἀόρατου
τὴν πλεξούδα τοῦ καπνοῦ σὲ ἀνώδυνο ὕψος .
Ἐδῶ ἐπιμένουμε ὅλοι.

- Ἄννα, τί συμβαίνει;

- Ἄρχισε ἡ ἐπίθεση.

- Ἄννα, ἔχε γειά, θὰ πεθάνουμε.

- Νικολάι, σ᾿ ἀγαποῦσα ὁλόκληρη.

- Μίαν ἄλλη φορά, θὰ ξαναγίνει, Ἄννα

.................................

διεδίδοτο δὲ ἐκάστῳ καθότι ἂν τὶς χρείαν εἶχεν -

KRONSTADT

Ὁ δεύτερος θάνατος


Homo erectus ἀπόμακρη ἀφετηρία τῆς Ἰλιάδας
δὲν ἤτανε καλύτερα νὰ ῥεμβάσεις μὲ τὰ τέσσερα;
Δὲ σοῦ ῾φτανε τὸ ἀηδόνι νὰ ἐκκλησιάζεται
στοὺς ἀφροδίσιους κλάδους τῶν δέντρων;
Τί διάολο τὴν ἤθελες τὴν ἔκλυτη ᾨδὴ τοῦ ποιητῆ
στὰ σωθικά του τὰ πικρὰ τὰ αἱματοτσακισμένα;
Τώρα τὴ χάνεις δυὸ φορὲς τὴν ὀμορφιὰ
σ᾿ ἕνα φριχτὸ ξερίζωμα οὐρλιάζοντας ζωὴ καὶ τέχνη
Ἂχ μάνα μου τί κατρακύλισμα στὸ μεγαλεῖο...
Θά ῾τανε ἡ ἄγρια στύση στοχάζομαι
ποὺ σοῦ ῾δωσε ὦ homo erectus τὴν αἴσθηση
νὰ σηκωθεῖς ὁλόρθιος σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο.

Μὲ λίγο καστανόχωμα


Θὰ βελτίωνα κυανὲς τῶν μίσχων ἀνατάσεις
μὰ ὅμως τὸ μυαλό μου σὲ κατάρρευση
θλιβερὲς κλωστὲς
κι ἀθρόιστα ξέφτια
- κόσμος πολὺς ἀπόξω περιμένει
κ᾿ ἐγὼ δὲν ἔχω κἂν οὔτε φράση
κι ἂν ἤθελα κάτι: νὰ πάγαινα στὸν ἀνοιχτό μου
τάφο περπατώντας
νὰ πήδαγα μέσα τὴν ὥρα τὴν ἔσχατη
καὶ τὰ φτυάρια στὰ γρήγορα νὰ μὲ κουκούλωναν ἕως
τὴν ἀπώλεια τῆς εἰκόνας μου.

Γυναῖκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας


Εἶσαι μία ἤπειρος τοῦ στήθους ἀπ᾿ τὸ βάθη τῶν φυλῶν
εἴσαοι πλανόδιο σὰν τὸ φεγγάρι
ὁ πόνος εἶναι πλόκαμος κ᾿ ἡ ἀγάπη σου ὑδράργυρος
γυναίκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας.
Ὅταν ἀφήνεις ἕνα βλέμμα στὶς κοιλάδες νὰ ὡριμάζει
καθὼς οἱ ἄνεμοι τὸ ταξιδεύουν ὡς τὰ ὕψη
νέμεσαι κλαδιὰ καὶ χύνεις δηλητήρια μέσ᾿ στὸ φεγγάρι.
Μόνη σὰ φόνος κατοικεῖς τὴ συνείδηση
συνωμοτώντας ἀντίκρυ στὶς θεότητες τῶν πουλιῶν
ἐσὺ μὲ μαῦρα ποταμικὰ μαλλιὰ
ἐσὺ πάλι καὶ πάλι μὲ σκοτεινὰ μάτια.
Λέω στὸν ἥλιο νὰ σταθεῖ χωρὶς τὴν ἀγαθότητα
σχίζοντας τὸ μεγάλο χρῶμα τοῦ ὀνείρου
στὸν ἥλιο νὰ σὲ πολεμήσει μὲ βοερὸ θειάφι
καὶ νὰ γκρεμίσει ὅλη τη θύμηση ποὺ μὲ παιδεύει.
Νὰ οἱ καιροὶ στὰ βήματά σου μ᾿ ἔφεραν
οἱ φυτικοὶ δεινόσαυροι τὰ οὐράνια πλάτη
μιὰ δέσμη χαλαρὴ τοῦ αἵματος ἕτοιμη νὰ σκορπίσει
τότε ποὺ φώναζα δίχως ἀπόκριση: Θέλω νὰ γίνω γαλάζιος.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ θάνατο
μὲ πορφυρὲς ἀνταύγειες ἀπ᾿ τὰ μέλη
ρώτησα μὰ δὲν ἔμαθα ποὺ βρῆκες τὸ σκοτάδι
σὲ μυστικὰ ρυάκια κλειδώνεις τὸν ἦχο σου
μόνη μὲ τὴν ἐκρηκτικὴ φωνὴ τῆς σιωπῆς.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ μακρινὸ χάραμα
σώματα πέρασες ἀκόμη ταξιδεύεις.
Ἐγὼ δὲν ἔζησα κ᾿ ἡ ὀμορφιὰ τῆς Ἀττικῆς εἶν᾿ ὅλο τὸ ταξίδι μου
Σὲ τόσους καημοὺς τραγουδώντας
δὲν ξέρω τ᾿ ὅπλο τῆς λησμονιᾶς.

Απομνημονεύματα Στρατηγού Γιάννη Μακρυγιάννη : Χρονικές περίοδοι βιβλίων

Βιβλίον A´. 1797-1827 (κεφάλαια 10) 
Βιβλίον B´. 1828-1832 (Κεφάλαια3) 
Βιβλίον Γ΄. 1833-1843 (κεφάλαια 7)
Βιβλίον Δ΄. 1843-1851 (κεφάλαια 4)

Πρόλογος και Εισαγωγή των Ἀπομνημονευμάτων του Στρατηγού Μακρυγιάννη

AΔEΛΦOI ANAΓNΩΣTEΣ!
Ἐπειδὴ ἔλαβα αὐτείνη τὴν ἀδυναμία νὰ σᾶς βαρύνω μὲ τὴν ἀμάθειά μου (ἂν ἔβγουν εἰς φῶς αὐτὰ ὁποῦ σημειώνω ἐδῶ καὶ ξηγῶμαι πότε μὲ κόλλησε αὐτείνη ἡ ἰδέα, –ἀπὸ τὰ 1829, Φλεβαρίου 26, εἰς τὸ Ἄργος– καὶ ἀκολουθῶ ἀγῶνες καὶ ἄλλα περιστατικὰ τῆς πατρίδος) σᾶς λέγω, ἂν δὲν τὰ διαβάσετε ὅλα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανένας ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες νὰ φέρη γνώμη οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά. Ὅτι εἶμαι ἀγράμματος καὶ δὲν μπορῶ νὰ βαστήσω ταχτικὴ σειρὰ ῾σ τὰ γραφόμενα, καί...1 τότε φωτίζεται καὶ ὁ ἀναγνώστης.
Μπαίνοντας εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ ἀκολουθώντας νὰ γράφω δυστυχήματα ἀναντίον τῆς πατρίδος καὶ θρησκείας, ὁποῦ τῆς προξενήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν μας καὶ ῾διοτέλειά μας καὶ ἀπὸ θρησκευτικοὺς καὶ ἀπὸ πολιτικοὺς καὶ ἀπὸ ῾μάς τοὺς στρατιωτικούς, ἀγαναχτώντας καὶ ἐγὼ ἀπ᾿ οὖλα αὐτά, ὅτι ζημιώσαμε τὴν πατρίδα μας πολὺ καὶ χάθηκαν καὶ χάνονται τόσοι ἀθῶοι ἄνθρωποι, σημειώνω τὰ λάθη ὀλωνῶν καὶ φτάνω ὧν σήμερον, ὁποῦ δὲν θυσιάζομε ποτὲς ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸν καὶ εἴμαστε σὲ τούτην τὴν ἄθλια κατάστασιν καὶ κιντυνεύομεν νὰ χαθοῦμεν.
Γράφοντας αὐτὰ τὰ αἴτια καὶ τὶς περίστασες, ὁποῦ φέραμεν τὸν ὄλεθρον τῆς πατρίδας μας ὅλοι μας, τότε ὡς ἔχοντας καὶ ἐγὼ μερίδιον εἰς αὐτείνη τὴν πατρίδα καὶ κοινωνία, γράφω μὲ πολλὴ ἀγανάχτησιν ἀναντίον τῶν αἰτίων, ὄχι νά ῾χω καμμιὰ ἰδιαίτερη κακία ἀναντίον τους, ἀλλὰ ὁ ζῆλος πατρίδος μου δίνει αὐτείνη τὴν ἀγανάχτησιν καὶ δὲν μπόρεσα νὰ γράψω γλυκώτερα. Αὐτὸ τὸ χειρόγραφον, ἀπὸ τὴν περίστασιν ὁποῦ μου ἔγιναν πολλὲς καταδρομές, τὸ εἶχα κρυμμένο. Τώρα ὁποῦ τὸ ἔβγαλα, τὸ διάβασα ὅλο καὶ ἔγραψα ὡς τὰ 1850 Ἀπρίλη μήνα, καὶ διαβάζοντας τὸ εἶδα ὅτι δὲν ξηγῶμαι γλυκώτερα διὰ κάθε ἄτομον.
Πρῶτο λοιπὸν αὐτό, καὶ ὕστερα σὲ πολλὰ μέρη ῾παναλαβαίνω πίσω τὰ ἴδια (ὅτι εἶμαι ἀγράμματος καὶ δὲν θυμῶμαι καὶ δὲν βαστῶ σειρὰ ταχτική) καὶ τρίτο, ἐκεῖνα ὁποῦ σημειώνω εἰς τὴν πρωτοϋπουργίαν τοῦ Κωλέτη, ὁποῦ ἔκαμεν τόσα μεγάλα λάθη ἀναντίον τῆς πατρίδος του καὶ τῆς θρησκείας του καὶ τῶν συναγωνιστῶν του, ὅλων τῶν τίμιων ἀνθρώπων καὶ νὰ χύση τόσα ἄδικα αἵματα τῶν ὁμογενῶν του καὶ νὰ πάθη ἡ δυστυχισμένη τοῦ πατρίδα καὶ νὰ παθαίνη καὶ τώρα εἰς τὸν πεθαμό του ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάς του καὶ συντρόφους του, ὁποῦ μας κυβερνοῦν, καὶ οἱ προκομμένες τοῦ οἱ Βουλὲς καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι, ὁποῦ δὲν ἄφησαν λεπτὸ εἰς τὸ ταμεῖο, καὶ ὅλο τὸ κράτος τὸ ῾φεραν σὲ μίαν μεγάλη δυστυχία καὶ ἀνωμαλία, καὶ ἕνας μεγάλος στόλος τῶν σκύλων μας ἔχουν μπλόκον, ὁποῦ ῾ναι περίτου ἀπὸ τρεῖς μῆνες, καὶ μᾶς πῆραν ὅλα τὰ καράβια καὶ μᾶς κατακερμάτισαν ὅλο τὸ ἐμπόριον καὶ τζαλαπάτησαν τὴν σημαίαν μας καὶ πεθαίνουν τῆς πείνας οἱ ἀνθρῶποι τῶν νησιῶν καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾χουν τὰ καράβια τοὺς γκιζεροῦν εἰς τοὺς δρόμους καὶ κλαῖνε μὲ μαῦρα δάκρυα.
Ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ καὶ ἄλλα πλῆθος εἶναι ἔργα τοῦ Κωλέτη καὶ τῆς συντροφιᾶς του, ὁποῦ ἄφησε ἐντολὴ νὰ κυβερνιώμαστε μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ μὲ τοὺς τοιούτους συντρόφους του. Καὶ ἀπὸ αὐτὸ παθαίνομεν καὶ τί θὰ πάθωμεν ἀκόμα ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει. Καὶ αὐτὰ ἦταν διὰ τοὺς ξένους σκοπούς του καὶ τὶς ῾διοτέλειές του καὶ γιὰ νὰ κατακερματίσουνε καὶ τὴν Τρίτη Σεπτεβρίου – ὁποῦ διαλαβαίνει περὶ θρησκείας καὶ ἄλλης σωτηρίας τῆς πατρίδος αὐτὸ τὸ Σύνταμα – καὶ τόχομεν εἰς τὸ χαρτὶ καὶ ἀντὶς νὰ μᾶς ὠφελήσῃ μᾶς ἀφανίζει ὁλοένα. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὁποῦ γράφω ἐξ ἀρχῆς, εἶναι ἅγιοι ὀμπρὸς ῾σ αὐτὸν καὶ τὴν συντροφιά του τὴ σημερνή, μ᾿ ὅλον ὁποῦ τὰ λάθη τὰ πρῶτα ἐγέννησαν καὶ τοῦτα.
Διὰ ὅλα αὐτὰ γράφω ἐδῶ. Ὡς ἄνθρωπος μπορῶ νὰ πεθάνω καὶ ἢ τὰ παιδιά μου, ἢ ἄλλος τὰ ἀντιγράψη, γιὰ νὰ τὰ βγάλη εἰς φῶς, πρῶτο τους ἀνθρώπους, ὁποῦ γράφω μ᾿ ἀγανάχτησιν ἀναντίον τους, νὰ βάνη τὶς πράξες τοῦ κάθε ἑνοῦ καὶ τ᾿ ὄνομά του μὲ καλὸν τρόπον, ὄχι μὲ βρισές, διὰ νὰ χρησιμεύουν αὐτὰ ὅλα εἰς τοὺς μεταγενεστέρους καὶ νὰ μάθουν νὰ θυσιάζουν διὰ τὴν πατρίδα τους καὶ θρησκεία τους περισσότερη ἀρετή, νὰ ζήσουν ὡς ἀνθρῶποι ῾σ αὐτὴν τὴν πατρίδα καὶ μ᾿ αὐτὴν τὴν θρησκείαν. Χωρὶς ἀρετὴ καὶ πόνο εἰς τὴν πατρίδα καὶ πίστη εἰς τὴν θρησκεία τους ἔθνη δὲν ὑπάρχουν. Καὶ προσοχὴ νὰ μὴν τοὺς ἀπατάγη ἡ ῾διοτέλεια. Καὶ ἂν σκοντάψουν, τότε εἰς τὸν κρεμνὸν θὰ πηγαίνουν, καθὼς τὸ πάθαμεν ἐμεῖς. Ὅλο εἰς τὸν κρεμνὸν κυλάμεν κάθε ῾μέρα. Ὅταν λοιπὸν βγῆ αὐτὸ τὸ χειρόγραφον εἰς φῶς, διαβάζοντας τὸ ὅλο οἱ τίμιοι ἀναγνῶστες, ἀρχὴ καὶ τέλος, τότες ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμη ὁ καθεὶς τῶν τὴν κρίση του εἴτε ὑπέρ, εἴτε κατά.


Εἰσαγωγή


1829 Φλεβαρίου 26, Ἄργος.
Εἶμαι διορισμένος ἀπὸ τὴν κυβέρνηση τοῦ Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικὸς Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς δύναμης τῆς Πελοπόννησος καὶ Σπάρτης. Ὁ σταθμός μου εἶναι ἐδῶ εἰς Ἄργος. Κάθομαι καὶ ἀγροικιῶμαι μὲ τὴν Κυβέρνηση καὶ παντοῦ εἰς τὶς ἐπαρχίες μ᾿ ἀρχὲς κι᾿ ἀξιωματικοὺς καὶ ὅποτε κάνει χρεία, φέρνω καὶ γύρα σὲ ὅλα τὰ μέρη αὐτὰ διὰ τὴν γενικὴ ἡσυχία καὶ ξακολουθῶ τὰ χρέη μου καθήμενος τὸν περισσότερον καιρὸν ἐδῶ.
Καὶ γιὰ νὰ μὴν τρέχω εἰς τοὺς καφφενέδες καὶ σὲ ἄλλα τοιούτα καὶ δὲν τὰ συνηθῶ – (ἤξερα ὀλίγον γράψιμον, ὅτι δὲν εἶχα πάγη εἰς δάσκαλο ἀπὸ τὰ αἴτια ὁποῦ θὰ ξηγηθῶ, μὴν ἔχοντας τοὺς τρόπους) περικαλοῦσα τὸν ἕναν φίλον καὶ τὸν ἄλλον καὶ μ᾿ ἔμαθαν κάτι περισσότερον ἐδῶ εἰς Ἄργος, ὁποῦ κάθομαι ἄνεργος. Ἀφοῦ λοιπὸν καταγίνηκα ἕνα δυὸ μῆνες νὰ μάθω ἐτοῦτα τὰ γράμματα ὁποῦ βλέπετε, ἐφαντάστηκα νὰ γράψω τὸν βίον μου, ὅσα ἔπραξα εἰς τὴν μικρή μου ἡλικία καὶ ὅσα εἰς τὴν κοινωνία, ὅταν ἦρθα σὲ ἡλικία, καὶ ὅσα διὰ τὴν πατρίδα μου, ὁποῦ μπῆκα εἰς τῆς Ἐταιρίας τὸ μυστήριον διὰ τὸν ἀγώνα τῆς λευτεριᾶς μας καὶ ὅσα εἶδα καὶ ξέρω ὁποῦ ῾γιναν εἰς τὸν Ἀγώνα, καὶ σὲ ὅσα κατὰ δύναμη συμμέθεξα κ᾿ ἐγὼ κ᾿ ἔκαμα τὸ χρέος μου, ἐκεῖνο ὁποῦ μποροῦσα.
Δὲν ἔπρεπε νὰ ἔμπω εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον ἕνας ἀγράμματος, νὰ βαρύνω τοὺς τίμιους ἀναγνῶστες καὶ μεγάλους ἄντρες καὶ σοφοὺς κοινωνίας καὶ νὰ τοὺς βάλω σὲ βάρος, νὰ τοὺς κινῶ τὴν περιέργειά τους καὶ νὰ χάνουν τὶς πολυτίμητες στιμὲς εἰς αὐτά. Ἀφοῦ ὅμως ἔλαβα καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος αὐτείνη τὴν ἀδυναμίαν, σᾶς ζητῶ συγνώμη εἰς τὸ βάρος ὁποῦ θὰ σᾶς δώσω.
Ἂν εἶμαι τίμιος ἄνθρωπος, θέλω γράψη τὴν ἀλήθεια, καθὼς ἔγιναν τὰ γραφόμενα, ὁποῦ θὰ σημειώσω. Ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες ἔχετε χρέος πρῶτα νὰ ῾ρευνήσετε διὰ τὴν διαγωγή μου, πῶς φέρθηκα εἰς τὴν κοινωνία καὶ Ἀγώνα, καὶ ἂν τιμίως φέρθηκα, βάλετε βάση καὶ εἰς τὰ γραφόμενά μου, ἂν ἀτίμως φέρθηκα, μὴν πιστεύετε τίποτας. Καὶ ἀφοῦ μάθετε ὅτι φέρθηκα τιμίως καὶ ἰδῆτε σημειωμένα ἔγγραφα καὶ ἀπόδειξες, ἀρχὴ καὶ τέλος, ἀπὸ διαφόρους, ἀπὸ κυβέρνησες καὶ ἀπὸ ἀρχὲς καὶ ἀπὸ ἄλλους πολλούς, ὅθεν χρημάτισα ἐγὼ μὲ τοὺς ἀδελφούς μου συναγωνιστάς, ὁποῦ μ᾿ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ἔχω εἰς τὴν ὁδηγίαν μου, ὅλο καλύτερούς μου εἰς τὸν ἀγώνα καὶ εἰς ὑπηρεσίες, ὅθεν διατάχτηκα.
Μὲ δεκοχτῶ ἀνθρώπους πρωτοκινήθηκα εἰς τὸν ἀγώνα, ὡς τοὺς χίλιους τετρακόσιους μ᾿ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νά ῾χω εἰς τὴν ὁδηγίαν μου. Ποτὲ δὲν μολύθηκαν τ᾿ ἀρχεῖα τῆς πατρίδος μου, οὔτε εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὔτε εἰς ἐπαρχίες, οὔτε εἰς ἄτομα, ὁποῦ ἀγωνιστήκαμεν εἰς τὴν Ρούμελη, Πελοπόννησον καὶ νησιὰ καὶ Σπάρτη, δὲν εἶναι πουθενὰ κατηγορία παραμικρὴ διὰ ἐμᾶς. Εὐκαριστήρια θὰ ἰδῆτε ἀπ᾿ οὖλα τὰ μέρη πλῆθος ἐδῶ μέσα σημειωμένα, καὶ παντοῦ εἰς τὸ κράτος καὶ εἰς τ᾿ ἀρχεῖα τῆς κυβέρνησης φαίνονται αὐτά. Καὶ μ᾿ ὅσους ἀνθρώπους μ᾿ ἀξίωσε ὁ Θεὸς καὶ διοίκησα, διάφορες ἀκαταστασίες καὶ ἁρπαγὲς ηὗραν τὴν πατρίδα, ἀρχὴ καὶ τέλος, δοξασμένο νὰ εἶναι τὸ πανάγαθον ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἐμᾶς δὲν μᾶς ἄφησε νὰ μολυθοῦμεν.
Καὶ αὐτὲς τὶς χάριτες πρέπει νὰ τὶς χρωστάγη ἡ πατρὶς εἰς τοὺς ἀξιότιμους καὶ ἀγαθοὺς καὶ γενναίους πατριῶτες τοὺς συναγωνιστᾶς μου, ὁποῦ ῾χα εἰς τὴν ὁδηγίαν μου εἰς τὸν ἀγώνα, ὁποῦ συνεισφέραμεν καὶ ἐμεῖς κατὰ δύναμιν εἰς τὶς ἀνάγκες πατρίδος. Εἶναι ἡ ἀρετὴ καὶ ὁ πατριωτισμός, ὁποῦ ἔδειξαν, αὐτείνων τῶν καλῶν πατριώτων, ὄχι ἐμένα. Ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχα αὐτείνη τὴν ἀρετή, οὔτε τὴν ἔχω ἀκόμα, καθὼς εἰς τοὺς πολέμους, καὶ τώρα εἰς τὴν ῾πηρεσίαν εἶναι αὐτεῖνοι οἱ καλύτεροί μου.
Εἶναι καὶ τώρα εἰς τὴν ῾πηρεσία, εἰς τὴν ὁδηγία μου, οἱ γενναῖγοι καὶ ἀγαθοὶ ἀξιωματικοὶ Μισολογγιοὺ μὲ τὸν ἀγαθὸν καὶ γενναῖον ἀρχηγὸν τοὺς Μῆτρο Ντεληγιώργη, φρούραρχο εἰς τὸν ἀγώνα τοῦ Μισολογγιοῦ. Εἶναι πολλοὶ γενναῖγοι καὶ ἀξιότιμοι νησιῶτες καὶ Πελοποννήσιοι, ἀγαθοὶ ἀγωνισταί, εἶναι Ρουμελιῶτες. Εἶναι οἱ ἀγαθοὶ καὶ φιλόπατροι νοικοκυραῖοι καὶ ἀξιωματικοὶ Ἀθηνῶν, ὁποῦ ἀγωνιζόμαστε εἰς τὸ κάστρο τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀλλοῦ εἰς τοὺς ἀγῶνες πατρίδος. Καὶ ἡ ἀρετὴ αὐτείνων ὅλων τῶν καλῶν πατριώτων – ἡ ἀγαθότη πρῶτα του Θεοῦ – μας γλύτωσε ἀπ᾿ ὅσα βλάβουν τὴν πατρίδα.
Ἡ ἀφεντειά σας, ἀγαθοὶ ἀναγνῶστες, σᾶς περικαλῶ, ἂν καὶ θέλετε νὰ μάθετε τὴν ἀλήθεια, ῾ρευνήσετε ὅλα αὐτὰ ὁποῦ θὰ ἰδῆτε, ἂν εἶναι ἀλήθεια ἢ ψέματα. Ἕνα σᾶς περικαλῶ, ὅλους τοὺς ἀξιότιμους ἀναγνῶστες, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρετε καμμίαν κρίση οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά, ἂν δὲν τὸ διαβάσετε ὅλο – καὶ τότε εἶστε νοικοκυραῖοι νὰ κάμετε ὅ,τι κρίση θέλετε ἢ ὑπέρ, εἴτε κατά.
Ὅταν τὸ διαβάσετε ὅλο, ἀρχὴ καὶ τέλος, τότε νὰ κάμετε τὴν κρίση γιὰ ὅσους φέραν δυστυχήματα εἰς τὴν πατρίδα καὶ ἐμφύλιους πολέμους διὰ τὰ ἀτομικὰ τοὺς νιτερέσια καὶ τὴν ῾διοτέλειά τους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔπαθε καὶ παθαίνει ὡς σήμερον ἡ δυστυχισμένη πατρίδα καὶ οἱ τίμιοι ἀγωνισταί. Θὰ σημειώσω γυμνὴ τὴν ἀλήθεια καὶ χωρὶς πάθος.
Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρὴ καὶ ὅσοι κάμαμεν τὸ κακό μας κακοφαίνεται, ὅτι καὶ τὸ κακὸ τὸ θέλομε καὶ τὸ νιτερέσιον νὰ τὸ κάνωμε καὶ καλοὺς πατριῶτες θέλομε νὰ μᾶς λένε. Καὶ αὐτὸ δὲν γίνεται, οὔτε θὰ τὸ κρύψω ἐγὼ καὶ νὰ μείνη κρυμμένο, ὅτι ἡ πατρὶς ζημιώθη, διατιμήθη καὶ ὅλο ῾σ αὐτὸ κατανταίνει, ὅτι μας ηὖρε ὅλους θερία. Καὶ τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ θὰ τὰ εἰποῦνε κ᾿ ἱστορίες καὶ ῾φημερίδες καθημερινῶς τὰ λένε. Καὶ δὲν σημαίνουν τὰ δικά μου, καὶ πρέπει νὰ τὰ γράφουνε προκομμένοι κι᾿ ὄχι ἁπλοὶ ἀγράμματοι, καὶ νὰ τὰ γλέπουν οἱ νεώτεροι, καὶ οἱ μεταγενέστεροι νά ῾χουν περισσότερη ἀρετὴ καὶ πατριωτισμόν.
Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ θρησκεία εἶναι τὸ πᾶν καὶ πρέπει νὰ θυσιάζη καὶ πατριωτισμὸν καὶ νὰ ζῆ αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς του ὡς τίμιοι ἄνθρωποι εἰς τὴν κοινωνία. Καὶ τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μὲ πατριωτικὰ αἰστήματα, τὸ ἀναντίον λέγονται παλιόψαθες τῶν ἐθνῶν καὶ βάρος γῆς. Καὶ διὰ τοῦτο ὡς πατρίδα γενικὴ τοῦ κάθε ἑνοῦ καὶ ἔργο τῶν ἀγώνων τοῦ μικρότερου καὶ ἀδύνατου πολίτη, ἔχει κι᾿ αὐτὸς τὰ συμφέροντά του εἰς αὐτείνη τὴν πατρίδα, εἰς αὐτείνη τὴν θρησκεία. Δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ βαρύνεται καὶ νὰ ἀμελῆ αὐτά, καὶ ὁ προκομμένος πρέπει νὰ φωνάζη ὡς προκομμένον ἀλήθεια, τὸ ἴδιον καὶ ὁ ἁπλός. Ὅτι κρικέλλα δὲν ἔχει ἡ γῆς νὰ τὴν πάρη κανεὶς εἰς τὴν πλάτη του, οὔτε ὁ δυνατός, οὔτε ὁ ἀδύνατος, καὶ ὅταν εἶναι ὁ καθεὶς ἀδύνατος εἰς ἕνα πράμα καὶ μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ πάρη τὸ βάρος καὶ παίρνει καὶ τοὺς ἄλλους καὶ βοηθοῦν, τότε νὰ μὴν φαντάζεται νὰ λέγη ὁ αἴτιος ἐγώ, νὰ λέγη ἐμεῖς.
Ὅτι βάναμε ὅλοι τὶς πλάτες, ὄχι ἕνας. Οἱ ἄρχοντές μας, οἱ ἀρχηγοί μας ἔγιναν καὶ οἱ ντόπιοι καὶ οἱ φερτικοί, ὅμως τίποτας δὲν τοὺς ἀναπεύει. Ἤμασταν φτωχοί, ἐγίναμεν πλούσιοι. Ἦταν ὁ Κιαμίλμπεγης ἐδῶ εἰς τὴν Πελοπόννησο καὶ οἱ ἄλλοι οἱ Τοῦρκοι πλουσιώτατοι, ἔγινε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ ἄλλοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι πλούσιοι ἀπὸ γές, ἀργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες καὶ ἄλλα πλούτη τῶν Τούρκων. Ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ συντρόφοι τοῦ ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ζάκυθο, δὲν εἶχαν οὔτε πιθαμὴ γῆς, τώρα φαίνεται τί ἔχουν. Τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν Ρούμελη, Γκούρας καὶ Μαμούρης, Κριτζώτης, Γριβαῖγοι, Στάικος καὶ οἱ ἄλλοι, Τζαβελαῖγοι καὶ ἄλλοι πολλοί. Καὶ τί ζητοῦνε ἀπὸ τὸ ἔθνος; Μιλλιούνια ἀκόμα διὰ τὶς μεγάλες δούλεψες. Καὶ σὲ αὐτὰ ποτὲς δὲν ἀναπεύονται, ὅλο νόμους καὶ φατρίες διὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδος, ὅλο αὐτὸ πασκίζουν.
Ὅσα ἔπαθε ἡ πατρὶς διὰ τοὺς «νόμους» καὶ τὸ καλὸ αὐτεινῶν καὶ ὅσα παληκάρια σκοτώθηκαν, δὲν τἄπαθε ἡ πατρὶς εἰς τὸν ἀγώνα τῶν Τούρκων. Κατοικίσαμεν τοὺς κατοίκους μέσα τὰ σπήλαια καὶ ζοῦνε μὲ τὰ θερία καὶ ρημώσαμε τοὺς τόπους καὶ ἐγίναμε ἡ παραλυσία τοῦ κόσμου. Ὅλα αὐτά μου δώσαν ἀφορμὴ νὰ μάθω γράμματα εἰς τὰ γεράματα, νὰ τὰ σημειώσω ὅλα. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἤμουν καὶ ἐγώ. Ἂς γράψῃ ἄλλος διὰ ῾μένα ὅ,τι γνωρίζη. Ἐγὼ τὴν ἀλήθεια θὰ τὴν εἰπῶ γυμνή. Ὅτι ἔχω τὸ μερίδιό μου, ῾σ αὐτείνη τὴν πατρίδα θὰ ζήσω ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου. Ὅτ᾿ ἤμουν νέος καὶ στραβογέρασα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεινά της πατρίδας, πέντε πληγὲς πῆρα εἰς τὸ σῶμα μου εἰς διάφορους ἀγῶνες πατρίδος καὶ ἀποκαταστάθηκα μισὸς ἄνθρωπος καὶ τὸν περισσότερον καιρὸ εἶμαι εἰς τὰ ροῦχα ἀστενὴς ἀπὸ αὐτά.
Δοξάζω τὸν Θεὸν ὁποῦ δὲν μοῦ σήκωσε τὴν ζωή μου καὶ εὐκαριστῶ καὶ τὴν πατρίδα μου ὁποῦ μὲ τίμησε βαθμολογώντας κατὰ τὴν τάξη, κατὰ τὶς περίστασες, ὡς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ καὶ ζῶ ὡς ἄνθρωπος μ᾿ ἐκεῖνο ὁποῦ εὐλόγησε ὁ Θεὸς χωρὶς νὰ μὲ τύπτῃ ἡ συνείδησή μου, χωρὶς νὰ γυμνώσω κανέναν οὔτε μίαν πιθαμὴ γῆς.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.