Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Μαρίνα των βράχων

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου' λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
'Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
'Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
'Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας

'Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
'Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
'Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Μαρίνα

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω,
Λουίζα και βασιλικό
Μαζί μ'αυτά να σε φιλήσω,
και τι να πρωτοθυμηθώ

Τη βρύση με τα περιστέρια,
των αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια,
και το πηγάδι το βαθύ

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα,
στην άλλη άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα,
σαν αδελφή του αυγερινού

Μαρίνα πράσινο μου αστέρι
Μαρίνα φως του αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
Και κρίνο του καλοκαιριού

Κυρά των αμπελιών

Κυρά των αμπελιών
που σ' είδαμε πίσω απ' το δίχτυ του πευκόδασου
να συγυρίζεις με το χάραμα
τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων.
Πάνω στη φούστα σου ο Αυγερινός.
Δύο αγουροξυπνημένες μέλισσες
κρεμούσανε στ'αυτιά σου σκουλαρίκια
και τα πορτοκαλάνθη σου έφεγγαν
τη μαύρη την καμένη στράτα.

Κυρά μελαχρινή
που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια
σαν της Παναγιάς το κόνισμα
πίσω από το χνούδι το σγουρό
σπίθιζε το δροσό της νύχτας
σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας
και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου
να χυθεί στη ζεστασιά του κόρφου σου.

Κι ήταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα
και τ' οργωμένο χώμα ευώδιαζε σαν εκκλησιά
τη μέρα των βαγιώνε.
Κυρά τρανή
κι έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του
καθώς που βγαίνει ο κάβουρας από το νερό
στο περιγιάλι
κι αστράφτει το νωπό καβούκι του
γαλάζιο πρωινό με δυο κουκκίδες άστρα.

Κυρά τρανή
τι σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα
τι σιγανό το βήμα σου κι ανάσα του ψαριού
πλάι στο φεγγάρι.

Ά! τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα
στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η Πούλια σου κρεμάει
στο μέτωπο

Τι σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα
μπροστά στης μαργαρίτας το ξωκλήσι

Ά! τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα
στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η Πούλια σου κρεμάει
στο μέτωπο
το εφτάκλωνο κλαδάκι της γαζίας.

Πόση λουλουδόσκονη στριμώγνεται
στης μέλισσας το σώμα για το μέλι.
Πόση σιωπή μες τη καρδιά σου για τραγούδι.

Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή
σ' άτρεμο ρίγος
και σένα τα δυο σου χέρια δετά
γύρω το γόνα της γαλήνης
φέγγουν σάμπως δυο περιστέρια φως
ασάλευτα πάνω απ' το δάσος.

Η δροσιά τ’ ουρανού

Η δροσιά τ’ ουρανού στο μέτωπό σου
οι αντιφεγγιές της θάλασσας στα μάτια σου.

Περπάτησες βαθιά βαθιά στα φύκια
περπάτησες ψηλά,ψηλά στα σύγνεφα.

Ψάρια κι αστέρια, σπόροι και πουλιά
είπαν τα μυστικά τους στη σιωπή σου.

Δεν ξέρεις να τα ξαναπείς.

Φυλάς το μυστικό τους μες στα μάτια σου.

Η αγιότητα πριν απ' την αμαρτία

Την αγιότητα πριν απ` την αμαρτία δεν την πιστεύω.
Ανημπόρια τη λέω, δειλία τη λέω.
Τ`αφιερώματα στους θεούς, προσχήματα
για ν` αποφύγουμε τη δοκιμασία.

Αόρατοι οι θεοί, δε δίνουν αποδείξεις.
Πιθανόν αυτό να ζητάμε: όχι την ίδια την αγιότητα,
έναν ίσκιο μονάχα να κρυφτούμε.

Ωστόσο και τώρα θα` θελα να στο ξαναπώ:
Την αγιότητα πριν απ` την αμαρτία δεν την πιστεύω.
Τίποτα δεν πιστεύω. Δεν καταλαβαίνω τίποτα.


(από τη Φαίδρα)

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Έχεις ακόμα να κλάψεις πολύ

Τώρα το δέντρο σε κοιτάει κατάματα μέσα απ' τα φύλλα του,
η ρίζα σου δείχνει όλο το δρόμο της,
εσύ κοιτάς κατάματα τον κόσμο δεν έχεις τίποτα να κρύψεις.
Τα χέρια σου είναι καθαρά, πλυμένα με το χοντρό σαπούνι του ήλιου,
τα χέρια σου τ' αφήνεις στο συντροφικό τραπέζι ξέσκεπα,
τα εμπιστεύεσαι στα χέρια των συντρόφων σου.
Η κίνησή τους είναι απλή, γεμάτη ακρίβεια.
Κι όταν ακόμη βγάζεις μια τρίχα απ' το σακάκι του φίλου σου,
είναι σαν να βγάζεις ένα φύλλο απ' το ημερολόγιο
επιταχύνοντας το ρυθμό του κόσμου.
Μ' όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.

Έφυγες

Συννεφιάζει χαμηλά,
όπου να 'ναι πάει να βρέξει,
κι ένας ίσκιος μου μιλά,
μοναχά μια λέξη.

Έφυγες και τα πουλιά,
τα πουλιά, φύγαν μαζί σου.
Τα παλιά μας τα φιλιά
σε καλούν, θυμήσου...

Το παράθυρο κλειστό
απομένει ακόμα, ακόμα.
Σιωπηλό αναφιλητό
στης ερημιάς το στόμα.

Έτσι μικρό ήταν τ' όνειρό μας

Έτσι μικρό ήταν τ' όνειρό μας.
Μα τούτο τ' όνειρο ήταν τ' όνειρο
όλων των πεινασμένων και των αδικημένων.

Κι οι πεινασμένοι ήταν πολλοί
κι οι αδικημένοι ήταν πολλοί
και τ' όνειρο μεγάλωνε σιγά-σιγά.

Μεγάλωνε πάντοτε
το ίδιο στρογγυλό σαν το ψωμί
και το ίδιο στρογγυλό και σαν τον ήλιο
και το ίδιο στρογγυλό και σαν τη γη
και το ίδιο στρογγυλό σαν τον ορίζοντα.

Ετούτο τ' όνειρο των πεινασμένων,
τ' όνειρο των αδικημένων
όλου του κόσμου.

Επιτύμβιο

Το παλικάρι που 'πεσε
με ορθή την κεφαλή του
δεν το σκεπάζει η γης ογρή
σκουλήκι δεν τ' αγγίζει

Φτερό στη ράχη του ο σταυρός
κι όλο χυμάει τ' αψήλου
και σμίγει τους τρανούς αϊτούς
και τους χρυσούς αγγέλους

Απόψε σου μιλάει το σπίτι

Απόψε σου μιλάει το σπίτι
που σ' έχει γι' αναμνηστικό
κι εγώ στην πόρτα σαν σπουργίτι
διωγμένο κι αποκλειστικό

απόψε σου μιλάει το σπίτι
σ'εκείνο λείπεις πιο πολύ
κι εγώ που κάνω τον μεσίτη
δεν ξέρω πια αν ωφελεί

για σένα κλαίει το κρεβάτι
που ψάχνει σώμα αληθινό
μα εγώ να πω,δεν βρίσκω κάτι
που να 'ναι για παντοτινό

απόψε σου μιλάει το σπίτι
σ' εκείνο βρίσε με όσο θες
αχ να 'χα στην καρδιά μαγνήτη
το σκόρπιο να πιανα το χθες

απόψε σου μιλάνε όλα
και μόνο ο χρόνος δεν μιλά
και δάκρυα σου έδωσα κι απ' όλα
μα εκείνος ξέρει πιο καλά

Απόψε σου μιλάει το στρώμα
το μαξιλάρι και το φως
κι εγώ σε φίλαγα στο στόμα
κι ας έφυγες κι ας ξέρω..πως

Μαρία Νεφέλη

Ω μουσική, ω Κυριακή συννεφιασμένη
στον μέσα κόσμο του καθρέφτη
εκεί που βηματίζω ψάχνοντας την αληθινή μου μέρα
που κρατώ και ανοίγω σαν ομπρέλα παλαιή
την θάλασσα πάνω απ' το κεφάλι μου
λάμπει ο βυθός με τα χρωματιστά του βότσαλα σαν άστρα.

Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη
πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα.

Μακριά χτυπούν καμπάνες

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο -

λένε γι' αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα
για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
ενώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη
για τη νυφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κ' εσβήστη
τότες ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
και πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

το μαγισσάκι

Από τους χρόνους τους παλιούς τό 'χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες να βρω το μαγισσάκι

Τ' άπιαστο σαν αερικό στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς αλίμονό σου εκάεις

Έβγα έβγα μαγισσάκι χτύπα χτύπα το ραβδάκι
ντο και ρε και μι και φα μες στα ροζ τα σύννεφα

Τι ζουμπούλια και τι κρίνα τι και τούτα τι κι εκείνα
ντο και ρε και φα και μι φούχτα μου και δύναμη

Ποιος θα μου δώκει δύναμη κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες να βρω το μαγισσάκι

Που 'ναι σπηλιά του ο ουρανός άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του στην άκρια του κυμάτου

Χτύπα χτύπα το ραβδάκι γίνε το νερό στ' αυλάκι
φα και ρε και μι και ντο μες στο μπλε το ξάγναντο

Τα παπιά και τα βαπόρια παν μαζί και πάνε χώρια
έξι τέσσερα κι οχτώ γούρι μου και φυλαχτό

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές ν' ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά για με το μαγισσάκι

Που να κοιμάμαι ξυπνητός να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά μα να 'μαι ερωτευμένος

Έβγα έβγα μαγισσάκι χτύπα χτύπα το ραβδάκι
ντο και ρε και μι και φα μες στα ροζ τα σύννεφα

Τα παπιά και τα βαπόρια παν μαζί και πάνε χώρια
έξι τέσσερα κι οχτώ γούρι μου και φυλαχτό

Κείνοι που επράξαν το κακό

Κείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο
ζωή δεν είχαν πίσω τους μ' έλατα και με κρύα νερά
μ' αρνί, κρασί και ντουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
παππού δεν είχαν από δρυ κι απ' οργισμένον άνεμο
τους πήρε μαύρο σύγνεφο - δεν είχαν πίσω τους αυτοί'
θείο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή.

Κείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο
μα εκείνος που τ' αντίκρισε στους δρόμους τ' ουρανού
ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

Κάτω στης μαργαρίτας

Κάτω στης μαργαρίτας
τ' αλωνάκι, στήσαν χορό
τρελό τα μελισσόπουλα.

Ιδρώνει ο ήλιος, τρέμει το
νερό. Στάχυα ψηλά λυγίζουνε
το μελαμψό ουρανό.

Πέρα μέσα στα χρυσά νταριά
κοιμούνται αγοροκόριτσα.
Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά.
Στα δόντια τους
ο ήλιος σπαρταράει.

Κάτω στης μαργαρίτας
τ' αλωνάκι.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Αλάνα

Κι αν μου δείχνουνε τον κόσμο σε ταινία,
με τον τρόπο μου κοιτάω την κοινωνία.
Κι όπως βλέπω τα στημένα γύρω πλάνα,
βλέπω αυτόματα και πού είν' η μηχανή.
Στην αγάπη μου συστήνω υπομονή
γιατί μέσα μου το "αλλά" θα μείνει αλάνα.

Για να παίζουμε κρυφτό στα φανερά,
κι όχι δήθεν φανερά κι όλα κρυμμένα.
Τί μου λες δημοκρατία φουκαρά;
Για κομπάρσους μας κοιτούν διαβολεμένα.
Τί μου λες δημοκρατία φουκαρά;
Για κομπάρσους μας κοιτούν διαβολεμένα.

Ύψος, μήκος, πλάτος μου,
το κρύβω εγώ το κράτος μου.
Πιάνει χώρο ελάχιστο,
και παίρνει φως απ' τ' άχτιστο.

Κι αν με πιάσει μες στον κόσμο να χορέψω
και με φύλλα λεμονιάς στεφάνι πλέξω.
Κι αγκαλιάσω κι ένα δέντρο στην πλατεία,
πες μου ποιος θα καταλάβει την αιτία.
Κι αγκαλιάσω κι ένα δέντρο στην πλατεία,
πες μου ποιος θα καταλάβει την αιτία.

Αααααα

Ύψος, μήκος, πλάτος μου,
το κρύβω εγώ το κράτος μου.
Πιάνει χώρο ελάχιστο,
και παίρνει φως απ 'τ' άχτιστο.

Αααααα

Ύψος, μήκος, πλάτος μου,
αγάπη μου και κράτος μου.
Πιάνει χώρο ελάχιστο,
και παίρνει φως απ' τ' άχτιστο.

Άγριο μέλι

Ο χρόνος είναι κυνηγός,
που με ουράνιο τόξο
ό,τι πετάξει απ' την ψυχή,
ανθρώπου γέλιο ή προσευχή,
το κυνηγάει για να βγει στο φως
για της ζωής τη δόξα.

Μα εμένα κι αν με βρουν τα βέλη,
για δυο φιλιά απ' άγριο μέλι
θα ξεκινήσω
κι αν είναι ο δρόμος θάνατός μου,
κι ο έρωτας πιο δυνατός μου,
μου φτάνει που έφτασα ως εκεί,
θα συλλαβίσω.

Ειρήνη

Τ’ όνειρο του παιδιού – τ’ όνειρο της μάνας
είναι η Ειρήνη – Ειρήνη.

Τα λόγια της αγάπης κάτ’ από τα δέντρα
είναι η ειρήνη, η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
είναι η ειρήνη - η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι,
ένα ποτήρι με γάλα ζεστό
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί,
στο παιδί που ξυπνάει.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του,
δώστε τα χέρια αδέρφια μου - αδέρφια μου,
αυτό είναι ειρήνη - αυτό είναι ειρήνη,
ΕΙΡΗΝΗ.

Εδώ το φως

Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα
κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού
και στ' αγεριού το πόδι

Εδώ το φως εδώ ο γιαλός
χρυσές γαλάζιες γλώσσες
στα βράχια ελάφια πελεκάν
τα σίδερα μασάνε

Εδώ είναι ένα φως αδερφικό

Εδώ είναι ένα φως αδερφικό, απλά τα χέρια και τα μάτια.
Εδώ δεν είναι να 'μαι εγώ πάνω από σένα, ή εσύ πάνω από μένα.
Εδώ είναι να 'ναι ο καθένας μας πάνω από τον εαυτό του.

Εδώ είναι ένα φως αδερφικό, που τρέχει σαν ποτάμι δίπλα στον μεγάλο τοίχο.
Αυτό το ποτάμι το ακούμε ως και μέσα στον ύπνο μας.
Κι όταν κοιμόμαστε, το 'να μας χέρι κρεμασμένο απ' όξω απ' την κουβέρτα,
βρέχεται μέσα σε τούτο το ποτάμι.

Εαρινή συμφωνία

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ
Χίλια εννιακόσια τριάντα οκτώ. Ο Ρίτσος τελειώνει την εαρινή συμφωνία.
Η εαρινή συμφωνία είναι ένα ποίημα κοινωνικό-ερωτικό, γεμάτο με όλα
τα χρώματα της ίριδος. Ο ποιητής δίνει ένα παγκόσμιο μήνυμα εναντίον
του επερχομένου πολέμου, αντιπαραθέτοντας την ομορφιά της ζωής.
"Ανοίχτε τα παράθυρα να μπει το σύμπαν ανθισμένο μ' όλες τις παπαρούνες
του αίματός μας", μερικές φράσεις. Και.......

Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο-στον ήλιο
και τραγουδάμε και τραγουδάμε.
Το φως κελαηδάει, άιντε κελαηδάει
στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας.
Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε.

Αγαπούμε τη γη, τους ανθρώπους και τα ζώα.
Τα ερπετά, τον ουρανό και τα έντομα.
Είμαστε, είμαστε κι εμείς όλα μαζί.
Μαζί κι ο ουρανός και η γη.

Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο-στον ήλιο
και τραγουδάμε και τραγουδάμε.
Ο ήλιος με φωνάζει, ο ήλιος με φωνάζει.
Χαρά, χαρά. Δεν μας νοιάζει τι θ' αφήσει
το φιλί μας μες στο χρόνο και στο τραγούδι.

Κάμποι της Σαλονίκης

Κάμποι της Σαλονίκης
κι όρη του Μοριά
πού ‘ ν ‘ τα παρμένα κάστρα,
πού ‘ναι τα χωριά.

Μες στον αέρα κοίτα μισοφέγγαρο
κοίτα κορίτσι πράμα, που να το χαρώ.
Δευτέρα μεγαλώνει, Τρίτη πολεμά
Τετάρτη γονατίζει, Πέμπτη ξεψυχά.

Θέλω καράβια σπρώχνω

Θέλω καράβια σπρώχνω
θέλω σταματώ
τα δυο βουνά χωρίζω
και τα περπατώ.

Μες στις αγάπες μπαίνω
και ζαλίζομαι
κι από τα μυστικά τους
αντραλίζομαι.

Σ' όλους το παραγγέλνω
σ' όλους το μηνώ
τρώγεται ο νους του ανθρώπου
μόνο αλίμονο.

ήταν ωραίο παιδί

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε
σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του
βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα
ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
κ' ήρθαν από της γης τα πέρατα
οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια.

Ήταν γερό παιδί
ήτανε τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης
πιάνοντας ύστερα χορό μ' όλες τις νύφες λεύκες
ώσπου ν' ακούσει και να χύσ' η αυγή το φως μες στα μαλλιά του -
η αυγή που μ' ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατζουνάει τον ήλιο
να βάφει τα λουλούδια
εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά -
εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε
Α, τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
όπου ξεσπούσσαν λευτεριά και θάλασσα!

Ήλιε μου και τρισήλιε μου

Βότσαλο μέσα στα νερά
του κοριτσιού η αποθυμιά

Κύκλοι και πώς ανοίγουνε
και με τα σένα σμίγουνε

ψηλά στη γλάστρα του βουνού
χρυσό γεράνι τ' ουρανού

Ήλιε μου και τρισήλιε μου
ένα σου λόγο στείλε μου.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Μακρύ ταξίδι

Μακρύ ταξίδι μέσα σε μιαν ώρα
ξεκίνησες χωρίς να το σκεφτείς
δουλειά, ψωμί να βρεις σε ξένη χώρα
κρατώντας το κοντράτο της ντροπής

Και πρώτη σου φορά μες στο αεροπλάνο
μαζί με άλλους πέντε ναυτικούς
στη σκέψη μου ναυτάκι θα σε κάνω
κι όχι όπως θέλουν, μετανάστη στους τροχούς

Θαρρείς ο ήλιος δε θα βασιλέψει
κι ενώ ψηλά στα σύννεφα πετάς
σ' αφήσανε μονάχο να διαλέξεις
με δόλωμα που δεν το παρατάς

Και πρώτη σου φορά μες στο αεροπλάνο...

Μια στο καρφί και μια στο πέταλο

Μια στο καρφί και μια στο πέταλο κι αρχίζει η βουή
να γυρνά μες το μυαλό μου σαν ανθρώπινη φωνή

Σέρνεται η μέρα μου στην ψεύτικη χαρά
Έλα ελπίδα να με βάλεις στα δικά σου τα φτερά

Μέσα σ' αυτό το μακελειό που αρχινά
είμαι πλοίο χτυπημένο μ' ανοιγμένα τα πανιά

Μια στο καρφί...

Ψηλώνει ο νους

Απόψε νύχτα μην ξημερώσεις μη δώσεις
πέρασμα στον ήλιο να φωτίσει,
τούτο το βράδυ μες στο σκοτάδι θέλει
η καρδιά μου σ' άλλους κόσμους να γυρίσει.

Ψηλώνει ο νους - ψηλώνει ο νους
κι όλα τα βλέπω να 'ρχονται κοντά μου
και συ ν' αφήνεις άλλες αγκαλιές
να πέσεις λέει γονατιστός στην αγκαλιά μου.

Αστράφτουν όλα τούτο το βράδυ,
το πρόσωπό μου στα μετάξια καμαρώνει.
Πιο μέσα σκάβω, το αίμα σκλάβο με φέρνει
πίσω στη ζωή και με σκοτώνει.

Ψηλώνει ο νους - ψηλώνει ο νους
κι όλα τα βλέπω να 'ρχονται κοντά μου
και συ ν' αφήνεις άλλες αγκαλιές
να πέσεις λέει γονατιστός στην αγκαλιά μου.

Είμαι ένα αγκάθι που περιμένει μέσα στην έρημο
την ώρα του ν' αφήσει, μα αυτό το βράδυ
είμαι ένα χάδι και ζω μες στ' όνειρο
που η μέρα θα το σβήσει.

Ψηλώνει ο νους - ψηλώνει ο νους
κι όλα τα βλέπω να 'ρχονται κοντά μου
και συ ν' αφήνεις άλλες αγκαλιές
να πέσεις λέει γονατιστός στην αγκαλιά μου.

Έλα βράδυ αγαπημένο

Έλα βράδυ αγαπημένο
πέσε πάνω από την πόλη να χαθεί..
Να χαθεί η σκληρή μορφή της
που μου τρώει χρόνια τώρα τη ζωή

Δε μου μένει να διαλέξω,
πέσε νύχτα μην αργείς
κι άσε με να ταξιδέψω
στα πελάγη του μυαλού μου, να χαρείς...

Θάψε νύχτα τις αντένες, τα γιαπιά
θάψε τους δρόμους να χαθούν...
Μες στο μαύρο σου σκοτάδι
μόνο θάλασσες γαλάζιες ν' απλωθούν...

Βαθύ βαθύ το πέσιμο

Βαθύ βαθύ το πέσιμο
βαθύ βαθύ το ανέβασμα
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ`ανοιχτά φτερά του
Βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα
ανάσα ωκεανού, ανάσα ωκεανού, ανάσα ωκεανού.
Βαθύ βαθύ το πέσιμο
Βαθύ βαθύ το ανέβασμα.

Αχ συννεφάκι

Αχ συγνεφάκι από γυαλί και σήμαντρο από σύγνεφο
νταν νταν νταν στα κορφοβούνια οι αλιφασκιές
νταν νταν νταν οι αλιφασκιές κι οι πετροκότσυφοι

Μπαίνουνε τα καράβια στη στεριά με 60 φλόκους όνειρα
μπαίνουν τα πρόβατα και τ΄άλογα στη θάλασσα
κι η θάλασσα ανεβαίνει στ΄άσπρα λιακωτά
να λιάσει τα σεντόνια της

Αχ συγνεφάκι από γυαλί και σήμαντρο από σύγνεφο

Γεια και χαρά σου μορφονιά
που δένεις όλο το ντουνιά
μες στις χοντρές πλεξούδες σου

Νταν νταν νταν στα κορφοβούνια οι αλιφασκιές
νταν νταν νταν οι αλιφασκιές κι οι πετροκότσυφοι

Απάνω στην προβιά του χορταριού
νταν νταν νταν τα κουδουνάκια
μες στο πηχτό γαλάζιο γάλα του γιαλού
τα κίτρινα κουμπιά της Πούλιας

Θαλασσογραφία

Να μας πάρεις μακριά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατιά
φύσα αγέρι φύσα αγέρι

Ήλιε κόκκινε αρχηγέ

Ήλιος κόκκινος ζεστός στάθηκε στην κάμαρά μου
Ξύπνησε όλη η πολιτεία κάτω απ' τα παράθυρά μου
Το παιδί πάει στο σχολειό του κι ο εργάτης στην δουλειά
πρωινά δυο μάτια ανοίγει όμορφη μια κοπελιά

Ήλιε κόκκινε αρχηγέ
δώσ' το σύνθημα εσύ
κι η χαρά ν' αναστηθεί

το σκοτάδι θα πεθάνει και θ' ανάψει η χαραυγή

Ο εργάτης βλαστημάει και τραβάει για τον σταθμό
να ο ήλιος ανεβαίνει σαν σημαία στον ουρανό
μπρος στης φάμπρικας την πύλη ο εργάτης σταματά
όμορφη η μέρα γνέφει κι απ' το ρούχο τον τραβά

Ε ε σύντροφέ μου αχ τι κακό
μέρα μ᾿ ήλιο σαν κι αυτό
να την τρώει τ' αφεντικό

Σήκω ήλιε πιο ψηλά να σε δούνε τα παιδιά
δες χορεύει η κοπελιά με στεφάνι στα μαλλιά
τα παιδιά θα μεγαλώσουν θ' αγαπούν την κοπελιά
κι όλα τότε θα 'ν' δικά μας ήλιος, ουρανός, χαρά

Ε ε σύντροφε ήλιε σε ρωτώ
το ποτήρι αν ξεχειλίσει τι θα γίνει τ' αφεντικό

Ε ε μέρα μ᾿ ήλιο σαν κι αυτό
αλίμονο στ' αφεντικό.

Για το ΟΧΙ

Είναι Φθινόπωρο, Φθινοπωράκι
λάμπω με το άστρο μου σαν προσκοπάκι
κι όπως ζυγώνει η επέτειος του "ΟΧΙ",
λέω ο Έλληνας γούστο που το 'χει.

Όταν αντί να πατά τον πλαϊνό του
ξάφνου εκεί δα ξεπερνά τον εαυτό του
έτσι κι εγώ τους εχθρούς μου συγχωρνάω,
πλένομαι ντύνομαι και τραγουδάω.

Φίλοι παλιοί που τώρα δεν μιλιόμαστε
κι όμως κρυφά πονούμε κι αγαπιόμαστε,
τι κρύβουν τα ρεφραίν μας και μαλώσαμε
πόσες γενιές παιδιών θα μεγαλώσαμε.

Πέφτει το σούρουπο πέφτουν τα φύλλα,
η Ελληνότητα έχει μια βίδα
κι αν στον εμφύλιο σερνόταν σαν δούλα
στην κατοχή ήταν λυμένη ψυχούλα.

Οι Αριστεροί μα και οι άλλοι επίσης
αντισταθήκαν, δεν φέρω αντιρρήσεις.
Τέλος τα μούντζωσαν, οικονομηθήκαν
και με τους δίσκους μας εξελιχθήκαν.

Φίλοι παλιοί που τώρα δεν μιλιόμαστε
μία είναι η τέχνη που αφιερωνόμαστε
πλάι στους Ρωμιούς μας διάλεξε να ζήσουμε,
το άλλοθι της πόλης τους να υπερασπίσουμε.

Αχ, όταν παντρεύτηκα στην εκκλησία
μέρα του "ΟΧΙ" με δικτατορία,
είπα το "Ναι" σαν συνθέτης που ελπίζει
σ' ό,τι απ' αυτές τις γραμμές ξεχειλίζει.

Ζουν κι οι συνθέτες επίσημες φάσεις,
στάσεις, μυστήρια και παρελάσεις
και επιστρέφοντας οι-ποιη-ποιούνε,
τον Ελληνόκοσμο ψυχαγωγούνε.

Φίλοι παλιοί που τώρα δεν μιλιόμαστε
κι όμως κρυφά πονούμε κι αγαπιόμαστε,
ό,τι απεδείχθη γέρικο δεν γέρασε
ζει στο κοινό μας άσμα μας ξεπέρασε.

Για την Κύπρο

Σ' αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ' ακριβό να παραδώσεις
μόν' τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που 'ναι στην άκρη.

Δεν έχεις τίποτ' ακριβό να παραδώσεις
σ' αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ.

Δεν είν' οικόπεδο που το καταπατούνε
ούτε και μούρλα εθνική που επιστρέφει
είναι η Κύπρος που οι εμπόροι τη μισούνε
και η ανάγκη μας που όνομα δεν έχει.

Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μην με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.

Που Δύσην ως Ανατολήν τζι απού βορράν ως νότον,
τζι από τα πέρατα της γης τον κόσμο προσκαλώ τον.
Δώστε μου την ακρόαση για να σας τραουδήσω
τζι ούλλους σας μιάλους τζιε μιτσιούς εννά σας κλαμουρήσω.

Και γιατί, και γιατί δεν μας το λες
μόνο βγαίνεις στον κόσμο
όλο κλάψες και ψευτιές.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Οι παλιοί μας φίλοι

Μη, μην το πεις
οι παλιοί μας φίλοι
μην το πεις
για πάντα φύγαν.
Μη, το μαθα πια
τα παλιά βιβλία, τα παλιά τραγούδια
για πάντα φύγαν.

Πέρασαν οι μέρες που μας πλήγωσαν.
Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.

Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει
τη δική σου μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν' αποφασίσεις
με ποιους θα πας και ποιους θ' αφήσεις.

Πέρασαν για πάντα
οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες
οι κραυγές.
Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.

Όμορφη είναι αυτή η στιγμή, να το ξαναπώ
όμορφη να σας μιλήσω
βλέπω πυρκαγιές
πάνω από λιμάνια πάνω από σταθμούς
κι είμαι μαζί σας.

Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται
εγώ θα είμαι εκεί να σας θυμίζω
τις μέρες τις παλιές.

Μαύρη Θάλασσα

Τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα
φέρνουνε μηνύματα για μιαν αγάπη που 'χα
και στις φλέβες μου βαθιά μαύρη θάλασσα σαν αίμα
λέει λόγια πικραμένα

Κανένα πλάσμα του Θεού δε ζει σε τέτοιο βάθος
όπου σ' αγάπησα πολύ κι απόμεινα μονάχος
Μαύρη Θάλασσα κλειστή και ψυχή μου χαρισμένη
σ' όποιον πιο πολύ σε θέλει

Να πούμε λόγια άγρια, παράξενα κι ατόφια
σάβανα και χώματα στη μούρη της τη τζούφια
η φωνή της η σκληρή λιώνει σα μεγάλο σώμα
μέσα στο δικό μου στόμα

Φταίνε τα τραγούδια του, φταίει κι ο λυράρης
μα φταίει κι ο ίδιος του ο λαός γιατί είναι μαραζιάρης
Μαύρη θάλασσα κλειστή, μακρινές μου πεδιάδες
πίσω από τις συμπληγάδες

Στα μάγια και στα όνειρα, καμπάνα και καντήλα
Πόλη, Βάρνα, Οδησσός, Κωστάντζα και Μπραΐλα
και σε χρόνο μυστικό σαν ηφαίστειο του Αίμου
λεγεώνες του πολέμου

Ζεϊμπέκικο ( Μ' αεροπλάνα και βαπόρια )

401
Αγωνία για ηλεκτροσόκ. Νεκροζώντανοι στο Κύτταρο. Σκηνές ροκ.
Φωτογραφία με την Μπέλλου.

Μ' αεροπλάνα και βαπόρια
και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια
κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε
με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης (Απρόσιτη μητέρα μορφή από χώμα και ουρανό
ήρθε απ' τη Σμύρνη το '22 ( θα χαθώ απ'τα μάτια σου τα δυο)
κι έζησε πενήντα χρόνια (μες στον κόσμο)
σ' ένα κατώι μυστικό (σαν πρόσφυγας σ'ένα κατώι μυστικό)

Σ' αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)
τρώνε βρώμικο ψωμί (τρώνε βρώμικο ψωμί)
(του λόγου σου οι πιστοί)
κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε (κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή)
υπόγεια διαδρομή

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο
σαν ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσικλέτα
και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)
βάλε στα όργανα φωτιά ( βάλε στα όργανα φωτιά)
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά μα τιναχτεί σαν μαυρο πνευμα)
η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερή μας η λαλιά)

Δημοσθένους λέξις

Κι αν βγω απ' αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει
οι δρόμοι θα 'ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ' αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ' αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό
χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ' αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ

Άφησε με να'ρθω μαζί σου

Άφησε με να`ρθω μαζί σου
άφησε με να`ρθω μαζί σου.
Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι.
Δεν θα φαίνεται που ασπρίσαν τα μαλλιά μου
Είναι καλό το φεγγάρι
δεν θα φαίνεται που ασπρίσαν τα μαλλιά μου.
Τι φεγγάρι απόψε!
Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου.
Δεν θα καταλάβει
Άφησε με να`ρθω μαζί σου.
Άφησε με να`ρθω μαζί σου!

Αυτοί που περιμένουν

Έπεσε ο άνεμος, σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας,
ένα αλέτρι συλλογισμένο, περιμένει τ' όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά, το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο,
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας οι δυνατοί,
είναι οι ξωμάχοι κι οι προλετάριοι,
κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.
Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.

ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα, δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών,
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα, είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές,
που διασχίζουν το μέλλον.
Κι η καρδιά μου εμένα, τίποτα πιότερο συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι,
που κάνει καλά τη δουλειά του.

Αυτά τα κόκκινα σημάδια

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να 'ναι κι από αίμα.
Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,
μπορεί να 'ναι κι απ' το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
και ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα,
είναι οι φωνές των παιδιών, και το σφύριγμα του τρένου.

Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα,
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα,
για να βρεις λίγο χώρο να απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες, σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα,
το τσιγάρο κομμένο στη μέση, γυρίζει από στόμα σε στόμα,
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος, βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης, χαμογελάμε.

Η ώρα ξεχάστηκε

Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας.
Δίχως θύμηση,
με το δέντρο της αμίλητο
προς τη θάλασσα.

Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
δίχως φτερούγισμα,
με την όψη της ακίνητη
προς τη θάλασσα.

Βραδιάζοντας, δίχως έρωτα
με το στόμα της ανένδοτο
προς τη θάλασσα.
Κι εγώ - μεσ' στη γαλήνη που σαγήνεψα.

Η τρελή ροδιά

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μεσ’ στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;

Στη μέρα που απ’ τη ζήλια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Πότε θλιμμένη και πότε γκρινιάρα, πεστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;

Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια
Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
Σ’αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που τρίζει τ’άρμενα ψηλά στον διάφανον αιθέρα;

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;

Η ποδηλάτισσα

Το δρόμο πλάι στη θάλασσα
περπάτησα που 'κανε κάθε
μέρα η ποδηλάτισσα.

Βρήκα τα φρούτα που 'χε
στο πανέρι της, το δαχτυλίδι
που 'πεσε απ' το χέρι της.

Βρήκα το κουδουνάκι και το
σάλι της, τις ρόδες,
το τιμόνι, το πεντάλι της.

Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε
μιαν άκρη, μια πέτρα διάφανη
που 'μοιαζε με δάκρυ.

Τα μάζεψα ένα ένα και τα
κράτησα κι έλεγα πού 'ναι
πού 'ναι η ποδηλάτισσα.

Την είδα να περνά πάνω
απ' τα κύματα, την άλλη μέρα
πάνω από τα μνήματα.

Την τρίτη νύχτωσ' έχασα
τ' αχνάρια της, στους ουρανούς
άναψαν τα φανάρια της.

Η Παναγιά των κοιμητηρίων

Πέτρες επήρα και κλαδιά
τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα
το λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρό
έγινε αλήθεια τ' όνειρο
Οι πέτρες μεγαλώσανε
και τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιά
σου τα 'κανα παραγγελιά
Τις πόρτες,τις αμπάρες σου
και τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερό
έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα
γύρω σου τ' άσπρα μνήματα

Έλα κυρά και Παναγιά
με τ' αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό
στον Ήλιο και στον Θάνατο

Η μπαλάντα του στρατιώτη

Την ώρα που ο λεβέντης
στον πόλεμο κινούσε
η αγαπημένη του έκλαιγε
και τον παρακαλούσε:

-Μακριά στη μάχη σαν βρεθείς
καλέ μου, έχε το νου σου
φυλάξου από τη μάνητα
κι απ' το σπαθί του οχτρού σου.

Μπροστά πολύ μην προχωρείς
πίσω μην απομένεις
μπροστά φωτιά, πίσω φωτιά
καταμεσής να μένεις.

Μονάχα ξέρει ο μεσιανός
να τρέξει να πηδήξει
κι αυτός μονάχα σπίτι του
μια μέρα θα γυρίσει.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ από το Άξιον Εστί

Τις ημερες εκεινες εκαναν συναξη μυστικη τα παιδια και λαβανε την αποφαση
,
επειδη τα κακα μαντατα πληθαιναν στην πρωτευουσα
το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει
πουκαμισο
η Ανοιξη
, να βγουν εξω σε πλατειες με: μια παλαμη τοπο κατω απο τ' ανοιχτο, με τις μαυρες τριχες και το σταυρουδακι του ηλιου. Οπου ειχε κρατος.
Και επειδη σιμωνε η μερα που το Γενος ειχε συνηθιο να γιορταζει τον αλλο
Σηκωμο
καταμπροστα στον ηλιο
νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν αλητες
πολλοι
αξαφνα στην οψη τους τοσες χαρακιες
σε λιγην ωρα
, τη μερα παλι εκεινη ορισανε για την Εξοδο. Και νωρις εβγηκανε, με πανου ως κατου απλωμενη την αφοβια σα σημαια, οι. Και ακολουθουσανε αντρες, και γυναικες, και λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα δεκανικια. Οπου εβλεπες, που 'λεγες ειχανε περασει μερες πολλες μεσα.
Τετοιας λογης αποκοτιες
, ωστοσο, μαθαινοντες οι Αλλοι, σφοδρα ταραχτηκαν.
Και τρεις φορες με το ματι αναμετρωντας το εχει τους
εξω σε δρομους και σε πλατειες
πηχη φωτια κατω απ
μητε κλωνος μητε ανθος
, λαβανε την αποφαση να βγουν, με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει: μια' τα σιδερα, με τις μαυρες κανες και τα δοντια του ηλιου. Οπου, δακρυο ποτε δεν εβγαλαν. Και χτυπουσανε οπου να 'ναι,
σφαλωντας τα βλεφαρα με απογνωση
ητανε αλλος δρομος πανω σ
αυτος
της απελπισιας
τους ελεγαν αλητες
και τα δεκανικια
. Και η Ανοιξη ολοενα τους κυριευε. Σαν να μην' ολακερη τη γη, για να περασει η Ανοιξη παρα μοναχα, και να τον ειχαν παρει αμιλητοι, κοιταζοντας πολυ μακρια, περ' απ' την ακρη, τη Γαληνη που εμελλαν να γινουν, οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που, και οι αντρες, και οι γυναικες, και οι λαβωμενοι με τον επιδεσμο.
Και περασανε μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα
. Και θερισανε πληθος τα θηρια,και αλλους εμαζωξαν. Και την αλλη μερα εστησανε στον τοιχο τριαντα.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ από το Άξιον Εστί

Ξημερωνοντας τ' Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε
τη διαταγη να κινησουμε παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν
εχει καθημερινες και σκολες. Επρεπε, λεει, να πιασουμε τις
γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι, απο Χειμαρρα
ως Τεπελενι. Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ' την πρωτη
μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον οι μισοι και δεν
αντεχανε αλλο.
Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια.
Κι απανω που συνηθιζε τ' αυτι μας παλι στα γλυκα τριξιματα
της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το γαβγισμα του σκυλου ή τον
αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη, λεει, να
γυρισουμε στο μονο αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ
των κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των πολυβολων.
Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω
απ' τον αλλο, ιδια τυφλοι. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο
τη λασπη, οπου, φορες, εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη
το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους εξω, καθως μες στην ψυχη
μας. Και τις λιγες φορες οπου καναμε σταση να ξεκουραστουμε,
μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι σοβαροι κι αμιλητοι,
φεγγοντας μ' ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα.
Η φορες παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και
ξυνομασταν με λυσσα ωρες πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα.
Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι ηταν αυτο πιο κι απ' την
κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε στα σκοτεινα η
σφυριχτρα, σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα τραβουσαμε
μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου ξημερωσει και μας βαλουνε
στοχο τ' αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή
τετοια, κι οπως το 'χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε
το φως.
Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το
μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε ονειρα. Και τα πουλια μάς
θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και
που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες,
μ' αλλω λογιω ξιναρια και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα
να 'ναι.
Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει
σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το γυρο του προσωπου μας. Κι απανω
που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια, και δειλα
συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο,
να που τη δευτερη τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη
πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο, δεν ειμασταν οι ιδιοι.
Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις
γενιες και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων,
πού 'χαν λευκανει απ' τα περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το
κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97 ή του 12, μπαλτατζηδες
βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και
σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών.
Ολοι μαζι, διχως μιλια, χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι,
διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να λογαριαζουμε αλλο τιποτε.
Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους
ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το
λεν Γραμμενο ή Μοιρα - ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ'
αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε Ανταρα ή Συννεφο. Με
κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες
εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους
δρομους εξω καθως μες στην ψυχη μας.
Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες
και σκολες, μητε αρρωστους και γερούς, μητε φτωχους και πλουσιους,
το καταλαβαιναμε. Γιατι κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ' τα βουνα,
δυναμωνε ολοενα, τοσο που καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο
και το βαρυ των κανονιων, το ξερο και το γρηγορο των πολυβολων.
Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε τωρα ν' απαντουμε, απ' τ'
αλλο μερος vα 'ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με τους λαβωμενους.
Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι νοσοκομοι, με τον κοκκινο σταυρο
στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι τους αγριο
για τσιγαρο. Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε, κουνουσαν το
κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για σημεια και τερατα. Ομως εμεις το μονο
που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που ανεβαιναν,
καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. "Όι, όι μανα μου","
όι, όι μανα μου", και καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο
ροχαλητο, που 'λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο ρογχος του θανατου.
Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις
πιασμενους λιγες ωρες πριν, στα ξαφνικα γιουρουσια που κάναν τα περιπολα.
Βρωμουσανε κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα ή σοκολατες.
Ομως εμεις δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια
μας κι εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.
Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν
μεριες-μεριες, κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο, το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο, όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος,
παράνομη και η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο,
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας, τη φωτογραφία της αγαπημένης μας,
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς, ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο,
κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

Αυγή

Λιόχαρη μεγαλόχαρη
της άνοιξης αυγούλα
και που 'χει μάτια να σε ιδεί
να σε καλωσορίσει

Δυο κάρβουνα στο θυμιατό
και δυο κουκιά λιβάνι
κι ένας σταυρός από καπνιά
στ' ανώφλι της πατρίδας

Αναβάφτιση

Λόγια φτωχά βαφτίζονται
στην πίκρα και στο κλάιμα
βγάζουν φτερά και πέτονται
πουλιά και κελαηδάνε

Και κειος ο λόγος ο κρυφός
της λευτεριάς ο λόγος
αντίς φτερά βγάζει σπαθιά
και σκίζει τους αγέρες

Αν όλα τα παιδιά της γης

Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

Αν όλα τα παιδιά της γης
φωνάζαν τους μεγάλους
κι αφήναν τα γραφεία τους
και μπαίναν στο χορό
ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και δυο φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

Θα 'ρχόνταν τότε τα πουλιά
θα 'ρχόνταν τα λουλούδια
θα 'ρχότανε κι η άνοιξη
να μπει μες στο χορό
κι ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και τρεις φορές τη Γη μας
θ' αγκάλιαζε θαρρώ!

Η Πούλια

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ' απ' τους ουρανούς περνά.
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.

-Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
-Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
-Τι να σας πω εκεί ψηλά τα
τρώει τ' αγιάζι κι η ερημιά.

-Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά,
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
-Ευχαριστώ μα 'ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά.

-Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή.
-Πάρ' την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θά 'σαι ο άντρας τ' ουρανού.

Λάμπουνε γύρω τα βουνά,
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ' αποχαιρετά.

Ζωγραφιές Ηράκλειες

Έπαιξα με το χιόνι του Χελμού,
μαύρισα μες στης Λέσβος τους ελαιώνες.
Έριξα βότσαλα λευκά σε μια Μυρτώα θάλασσα,
έπλεξα πράσινα μαλλιά στης Αιτωλίας τη ράχη.

Τόποι που με του φεγγαριού το αλησμονάνθι
και με του ήλιου τους χυμούς με θρέψατε,
σήμερα ονειρεύομαι για σας
μάτια που να σας συντροφέψουν μ' ένα φως καλύτερο.

Μάτια για έναν περίπατο καλύτερο.
Οι νυχτιές χαλκεύουνε στα έγκατά σας
ζωγραφιές ηράκλειες.
Εκείνος που θα βγει να πει: ορίζω τη ζωή
δίχως ν' αστροπελεκιστεί απ' το θάνατο,
εκείνος που σε μια φουχτιά καθάριου αγέρα
θα πει να γεννηθεί γυμνό ένα ρόδο και θα γεννηθεί.

Εκείνος θα 'χει μες στα στήθια του εκατό αιώνες
μα θα είναι νέος, νέος ωσάν φωνούλα νιόκοπου νερού
που χύνεται από το πλευρό της μέρας.
Νέος ωσάν βλαστάρι απείραχτου κλαδιού.
Νέος χωρίς ρυτίδα γης μήτε ουρανού σκιά,
μήτε χαράς αμαρτωλού ευφροσύνη.

Ευγενικιά περήφανη μελαγχολία

Ευγενικιά περήφανη μελαγχολία
Ύψος χαμόγελο και λευτεριά
Επιτέλους σας βρίσκω στην όχθη της καρδιάς μου
Ένα βράδυ όπου η θάλασσα εισχωρεί
Βαθιά στις χώρες των βουνών

Ένα βράδυ όπου νιώθεται κανείς πιο νέος από τη νιότη του
Βράδυ όπου πόνεσε πολύ μα όπου πια τίποτε δεν είναι μάταιο
Τίποτε για τη στάχτη

Έπεσα για να κολυμπήσω

Λάμπει τ' ασημί του σπάρου
μες στο μάρμαρο της Πάρου
Στου μεσημεριού το φως
το τραγούδι της Σαπφώς

Λάμπει λάμπει κι η χαρά μου
μες στην άσπρη κάμαρά μου

Κωπηλάτες του θανάτου
να 'χει Ελλάδες κι εκεί κάτου;
Να με πάτε να με πάτε
σαν νησάκι που κοιμάται

Και βουές γεμίζει μόνον
στους αιώνες των αιώνων

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Ακούστε με

Ακούστε με που σας μιλάω,
ακούστε με.
Να μην κοιτάξω μέσα
και το φεγγάρι μια τρύπα
στο κρανίο του κόσμου
Ακούστε με που σας μιλάω,
ακούστε με.
Ακούστε με που σας μιλάω.
Θα πέσετε μέσα στο πηγάδι,
ο ίλιγγος θα πέσει ανάλαφρος.
Θα πέσετε μέσα,
ωραίος,
θα πέσετε μέσα.
ένα μαρμάρινο πηγάδι,
θα πέσετε μέσα,
πηγάδι,
θα πέσετε μέσα.
Βαθύ κρουστό
ίσκιοι,ανάσα,
ίσκιοι σαλεύουν
το πέσιμο,
ίσκιοι σαλεύουν
το φεγγάρι,
τ`ανέβασμα,
ίσκιοι σαλεύουν,
το φεγγάρι,
οι φωνές,
δεν τις ακούτε;

Άιντε και ντε

Άιντε και ντε
άιντε και ντε
άιντε και ντε
άιντε ντε
άιντε και ντε

Άιντε το τραίνο πήγαινε
όρθιος ο μηχανοδηγός
με το κασκέτο του στραβά
καλό τιμόνι κουμαντάριζε
μες στη καπνιά
μες στη βραδυά
με μπλούζα σα λυκοπροβιά
ασίκης μηχανοδηγός
με το μικρό μουστάκι του
καλό τιμόνι οδήγαγε
το τραίνο για τον ουρανό
άιντε και ντε...

Κι όλο στον ουρανό το τραίνο πήγαινε
άιντε και νύχτωνε
πίσω του δάσος ορφανό
άφηνε μιαν ουρά καπνό
στο ματωμένο δειληνό
άιντε ντε

Άιντε και ντε...
μες στην πετσέτα το ψωμί και το κρομμύδι
ώρα για σχόλασμα παιδιά
ένας σπουργίτης μοναχά
τα ψίχουλα τσιμπολογά
άιντε και ντε...

Άιντε και ντε...
άιντε τα τραίνα βούλιαξαν
ένα μονάχο καταμόναχο
έξω απ' τις ράγες πήγαινε
με τους νεκρούς του θερμαστές
και τους νεκρούς εισπράκτορες
μια μαλακιάν ουρά καπνό
άφηνε μες στον ουρανό
μεγάλο δάσος ορφανό
μια μαλακιάν ουρά καπνό
στο μαραμένο δειληνό
άιντε και ντε...

Άιντε και ντε...
κάψα και σίδερο

Να μια, να δυο, να κι άλλη μια
λοστοί ξηνάρια και σφυριά
κι ο δυναμίτης στη βραχόπετρα
στα μάτια σου πέτρα μουγκή
στα μάτια σου πέτρα σκληρή
σπίτι δεν έχτισες εσύ
με τη δουλειά σου τη βαριά
χτίσ' το λοιπόν με την βαρυά
- να δυο, να τρεις να κι άλλη μια
κι ο κόκορας λαλεί μακρυά
άιντε και ντε...

Έντιμο αίμα

Τα παιδιά ξεχύνονται στους κάμπους,
οι φωνές τους δεν είναι πια κουρέλια.
Έντιμο αίμα που ζητάει εκδίκηση.

Ελένη

Σήκωνε το κλουβί μια δω μια κει
κι ο ήλιος πήγαινε απ' την άλλη
Ν'ανάψει τ' όμορφο κεφάλι
μια δω μια κει
ο ήλιος κάθε Κυριακή

Φώναζε στην αυλή και ψι και ψι
κι ο γάτος σήκωνε ποδάρι
Μέσα απ' τα μάτια της να πάρει
και ψι και ψι
την αστραπή τους την χρυσή

Πήγαινε ν' ανεβεί σκαλί σκαλί
την αγκαλιά ρούχα γεμάτη
Κι έλεγαν οι αγγέλοι νά'τη
σκαλί σκαλί
τη πιο μικρή μας αδερφή

Κάτασπρο γιασεμί και μι και μι
και μυστικέ μου αποσπερίτη
πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη
και μη και μη
και μη ρωτάτε το γιατί

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι ανάβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλατάνου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιαζε ψηλά γη και νερό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ' ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί στα πόδια του βουνού
τώρα σαν από στεναγμό θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια.

Είναι νωρίς ακόμη

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτό, μ’ ακούς;
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς;
το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς;
σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς;
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς; Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;
σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς;
που μ’ αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ ακούς;
σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς.

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες,
θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς;
να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς;
Να γυαλίσει απάνω τους η απονιά, μ' ακούς;
των ανθρώπων και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει,
στα νερά ένα-ένα, μ' ακούς;

Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς;
κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς;
όπου κάποτε οι φιγούρες των αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς;
οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω,
περιμένουν οι άγγελοι με κεριά
και νεκρώσιμους ψαλμούς,
πουθενά δεν πάω, μ' ακούς;
ή κανείς ή κι οι δυο μαζί.

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ' ακούς; της αγάπης,
μια για πάντα το κόψαμε, μ' ακούς;
και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς;
σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς;
δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας,
που αγγίξαμε ο ίδιος, μ' ακούς;
και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς.

Από τόσο χειμώνα κι από τόσους βοριάδες μ' ακούς;
να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς;
μες στη μέση της θάλασσας
από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς;
με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς,
άκου, άκου.
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;
ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει, ακούς;
Είμ εγώ που κλαίω, είμ' εγώ που φωνάζω, μ' ακούς;
σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;

Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς;
κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς;
όπου κάποτε οι φιγούρες των αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς;
οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω,
περιμένουν οι άγγελοι με κεριά
και νεκρώσιμους ψαλμούς,
πουθενά δεν πάω, μ' ακούς;
ή κανείς ή κι οι δυο μαζί.

Δρόμοι περπατημένοι

Δρόμοι περπατημένοι κι απερπάτητοι
ποιος τους εδιάβη πέρα ποιος δεν τους πατεί.

Μα ο που τους πήρε κι ήμπε μες στα αίματα
μήτε Θεός μήτ' άλλος δεν τον σταματά.

Κατακαημένη πλάση που σε γήτεψαν
όλ' οι τρελοί του κόσμου κι εστρατήγεψαν!

Δέντρο το δέντρο

Δέντρο το δέντρο,
πέτρα την πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ' αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή
στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό
για να τον δώσουν.

κι όταν χορεύαν στην πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδούνιζαν τα γυαλικά στα ράφια

Φέρναν τη ζωή
στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Γλυκέ μου εσύ δεν χάθηκες

Γιε μου ποια μοίρα στο ’γραφε, ωιμέ
και ποια μου το’ χε γράψει.
Τέτοιον καημό τέτοια φωτιά, καημέ
στα στήθια μου ν’ ανάψει.

Γλυκέ μου εσύ δεν χάθηκες, ωιμέ,
μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών
καημέ έμπα βαθιά και ζήσε.

Βασίλεψες αστέρι μου,

Βασίλεψες αστέρι μου,
βασίλεψε η πλάση.
Κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο,
το φέγγος του έχει μάσει.

Κόσμος περνά και με σκουντά,
στρατός και με πατάει
κι εμέ το μάτι ουδέ γυρνά
ουδέ σε παρατάει.

Την άχνα απ' την ανάσα σου
νιώθω στο μάγουλό μου,
αχ, κι ένα φως, μεγάλο φως
στο βάθος πλέει του δρόμου.

Τα μάτια μου σκουπίζει τα
μια φωτεινή παλάμη.
Αχ κι η λαλιά σου, γιόκα μου
στο σπλάχνο μου έχει δράμει.

Και να που ανασηκώθηκα,
το πόδι στέκει ακόμα.
Φως ιλαρό λεβέντη μου
μ' ανέβασε απ' το χώμα.

Σημαίες τώρα σε ντύσανε,
παιδί μου εσύ κοιμήσου.
Κι εγώ τραβώ στ' αδέρφια σου
και παίρνω τη φωνή σου.

Αγαπημένη

Κοίτα αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Αγαπημένη
κοίτα διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίτα διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ' έπλασες
γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές
ανάμεσ' από των γιαλών τα καλωσόρισες
φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο.

ʼπλωσε μια πρασιά στοργής
για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του.
Ν' ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες,
τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος.
Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου, την αχτίδα,
που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά.
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα.
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη,
διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή.
Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος.
Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα.
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.

Δεν ξέρω πια τη νύχτα

Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου,
στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι, στο ουρανί
αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται
ν' αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο
της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα.

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ' αρνιέται.
Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ' άστρα.
Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ' ουρανού
εξόν κι αν είναι τ' όνειρο που με ξανακοιτάζει
με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα
Έσπερε κάτω απ' την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου,
τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Γεια σου, μωρέ ποτάμι

Γεια σου, μωρέ ποτάμι, οπού 'βλεπες χαράματα
παρόμοιο τέκνο του θεού, μ' ένα κλωνί ρογδιάς
στα δόντια να ευωδιάζεται απ' τα νερά σου
κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ως τα πόδια του
κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του.

Ανοίγω το στόμα μου

Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του τις σπηλιές
και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα
και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών
και σεντόνια στις κοπέλες που αγρυπνούνε
κρυφά για ν' ακούν των ερώτων τα θαύματα.

Άνεμος της Παναγιάς

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο,
είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου.

Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της,
ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα,
η ευχή που λαχτάρησε μεσ' απ' τους κόρφους του βασιλικού
να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Ανάμεσα Σύρο και Τζια

Ανάμεσα Σύρο και Τζια μικρή φυτρώνει νεραντζιά
όμορφή μου κοπελιά που 'χει τις ρίζες στο βυθό
και τα κλαδιά στον ουρανό, το κορίτσι π' αγαπώ.

Άιντε, νύφη της θαλάσσης τι φαμίλιες θα χαλάσεις
με τον ήλιο φορεσιά σου και με τα πουλιά προικιά σου.

Όταν καθίζει ένα πουλί στην κεφαλή της και λαλεί
ωχ φορτούνα μου κι αυτή.Χάνω τιμόνι και κουπιά,
με πλημμυράνε τα νερά, έλα Χριστέ και Παναγιά.

Κι αν γενεί ποτέ το θάμα κι αγαπήσεις, κάνω τάμα
να σου φέρω μια μπρατσέρα και τον Πολικό Αστέρα.

Ανάθεμα την ώρα

Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
το ανάποδο βαφτίζει και λέει το σωστό
Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ' ορκίζεται
Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος

Αγαμέμνων

Γρήγορα που σκοτεινιάζει, φθινοπώριασε,
Δεν αντέχω τους ανθρώπους άλλο, χώρια εσέ.
Που μιλάς και η νύχτα κλαίει σαν το σκύλο σου
Προδομένος απομένει ποιός; ο φίλος σου.

Αγαμέμνων Αγαμέμνων άμοιρε που σου-
που σου '‘μελλε να το βρεις απ' τη γυναίκα σου.
Και το ένα σου Αγαμέμνων και το δέκα σου
θα μετράει στα δάχτυλά της η γυναίκα σου.

Άσ' τον άνεμο να λέει άσ' τον να φυσά
κάποιος θα 'ναι ο Αγαμέμνων κάποια η φόνισσα.
Κάποτε κι εσύ θα φτάσεις - ποιος ο νικητής;
αλλά βασιλιάς μιας χώρας ακατοίκητης

Αγαμέμνων Αγαμέμνων άμοιρε που σου-
που σου '‘μελλε να το βρεις απ' τη γυναίκα σου.
Και το ένα σου Αγαμέμνων και το δέκα σου
θα μετράει στα δάχτυλά της η γυναίκα σου.

Ε σεις στεριές και θάλασσες

Ε σεις στεριές και θάλασσες
τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές
ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου

"Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!"

Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του άλλου πελάγου

"Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!"

Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του
με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές

Ενα το χελιδόνι

Ενα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή
για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα μ' έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα μ' έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού
Το 'χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου
σ' ένα βαθύ πηγάδι το 'χουνε κλειστό
μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος

Θε μου Πρωτομάστορα μέσα στις πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση

η Μάγια

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ' απ' τους ουρανούς περνά.
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.

-Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
-Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
-Τι να σας πω εκεί ψηλά τα
τρώει τ' αγιάζι κι η ερημιά.

-Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά,
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
-Ευχαριστώ μα 'ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά.

-Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή.
-Πάρ' την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θά 'σαι ο άντρας τ' ουρανού.

Λάμπουνε γύρω τα βουνά,
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ' αποχαιρετά.

Ο κόσμος όλος έγινε άνω-κάτω

Μπρος αδελφή δώσε το χέρι
κι εσύ αδελφέ μου πάρε το μαχαίρι
ο κόσμος όλος έγινε άνω-κάτω
οι πλούσιοι, κοίτα, βρέθηκαν στον πάτο.
Απ' τη χαρά τους οι φτωχοί αλαλάζουν
κι αυτός όπου δεν είχε μια μπουκιά ψωμί
το στάρι όλου του κόσμου θα χαρεί.

Τι κάνεις στρατηγέ, δε βάζεις τάξη
όλα εδώ πέρα τα 'χουνε τινάξει
πεντάρα το αρχοντόπουλο δε δίνει
μιας παρακατιανής παιδάκι εγίνει.
Σκλάβοι που δε σφαλούσανε το μάτι
τώρα κοιμούνται σε ζεστό κρεβάτι,
τώρα κοιμούνται σε ζεστό κρεβάτι.

Στίχοι: Μπέρτολτ Μπρέχτ & Οδυσσέας Ελύτης

Μια φορά κι ένα καιρό

Μια φορά κι ένα καιρό
ζούσε ένα παιδί καλό
που το πότιζαν φαρμάκι
κι είχε μείνει ορφανό
δίχως φαΐ, δίχως νεράκι.

Παιδί, παιδάκι της οχιάς
παιδί, παιδάκι μου καρτέρα
κάποτε θα 'ρθει η μέρα
όπου θα φας, όπου θα πιεις
κι όπου θα βρεις άλλη μητέρα.

Στίχοι: Μπέρτολτ Μπρέχτ & Οδυσσέας Ελύτης

Εμβατήριο για λεηλασίες

Γιατί τα παλικάρια μας κι οι κόρες μας γιατί,
πια δεν γνωρίζουνε αίμα και δάκρυα τι θα πει.
Γιατί το μόνο αίμα να 'ναι απ' τα σφαχτάρια,
γιατί τα μόνα δάκρυα που λάμπουν το πρωί
να ΄ναι η βροχή που ανθίζει την ελιά πάνω στη γη με ορμή.

Ο βασιλιάς καινούργιες χώρες θα κατακτήσει
και τη φελλάδα των φτωχών κι αυτήν θα την ζητήσει
Του κόσμου το βασίλειο λαμπρά για να στηθεί
πρέπει το φτωχοκάλυβο να ξεθεμελιωθεί.

Στίχοι: Μπέρτολτ Μπρέχτ & Οδυσσέας Ελύτης

Ανάγκη να σε πάρω εγώ

Ανάγκη να σε πάρω εγώ
που έτσι σε παρατήσανε
μονάχο κι έρμο κι ορφανό
παιδάκι μου, πώς σε πονώ.

Το ρούχο το μεταξωτό
μες στο ποτάμι το 'ριξα
φτωχά κουρέλια σου φορώ
παιδάκι μου, πώς σ' αγαπώ.

Δρόμο σε πήγα, δρόμο μακρινό
νυχτόμερα βαδίζοντας
πείνασα και ματώθηκα
μα να σ' αφήσω δεν μπορώ.

Σε μαύρες μέρες και σκληρές
πλένω σε και βαφτίζω σε
μες στο κατάψυχρο νερό
μην κλαις και μου πικραίνεσαι.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Κάλαντα Χριστουγέννων Τήνου ( Άρχοντες καλησπερίζω ) και γύρω νήσων : Ουσιαστικά στις Κυκλάδες

Άρχοντες καλησπερίζω
και λαμβάνω την τιμήν
να σας χαιρετίσω τώρα
με την πρέπουσαν τιμήν.

Αυτή είναι η ημέρα
όπου ήρθε ο Λυτρωτής
από Μαριάμ μητέρα
εκ Παρθένου γεννηθείς.

Άναρχος αρχήν λαμβάνει
και σαρκούται ο Θεός
ο Αγέννητος γεννάται
εις την φάτνην ταπεινός.

Άγγελοι το νέον λέγουν
εις ποιμένας και βοσκούς
ο Αστήρ το θαύμα δείχνει
εις τους μάγους και σοφούς.

Κάλαντα Χριστουγέννων Πόντου ( Χριστοέ γεννέθεν ) ( Πόντος )

Χριστός γεννέθεν, χαρά στον κόσμον,
α, καλή ώρα καλήν ημέραν,
α, καλόν παιδίν οψές γεννέθεν,
οψές γεννέθεν, ουρανεστάθεν.

Τον εγέννησεν η Παναΐα,
τον ανέσταισεν Αειπαρθένος,
εκαβάλλκεψεν χρυσόν πουλάριν,
εκατήβεν στο σταυροδρόμιν.

Έρπαξαν ατόν οι σκύλ’ Εβραίοι,
σκύλ’ Εβραίοι και μιλ’ Εβραίοι,
ας σ’ αρκρεντικά κι ασ’ σην καρδίαν,
γαίμαν έσταξεν, φλογήν κι εφάνθεν.

Όπου έσταξεν εμυροστάθεν,
εμυρισ' ατόν ο κόσμον όλον,
α, μυρίσ’ ατόν κι εσύ αφέντα,
εκατήβεν στο σταυροδρόμιν.

Διάβα σ'ο ταρέζ κι έλα σην πόρτα,
έξω στέκνε τα παλικάρια,
έβγαλ’ τον κισέ και δώσ’ παράδας,
έξω στέκνε τα παλικάρια.

Και θυμίζνε σ'ον νοικοκύρην,
νοικοκύρην και βασιλέαν.

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα,
πρώτη γιορτή του χρόνου,
για βγάτε, δέτε, μάθετε,
πως ο Χριστός γεννάται.

Γεννάται κι αναθρέφεται,
με μέλι και με γάλα,
το μέλι τρων οι άρχοντες,
το γάλα οι αφεντάδες
και το μελισσοβότανο,
το νίβονται οι κυράδες.

Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή,
κυρά γαϊτανοφρύδα,
κυρά μου όταν στολίζεσαι,
να πας στην εκκλησιά σου,
βάνεις τον ήλιο πρόσωπο,
και το φεγγάρι αγκάλη,
και τον καθάριο αυγερινό,
τον βάζεις δακτυλίδι.

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε,
να φάμε και να πιούμε,
παρά σας αγαπούσαμε,
κι ήρθαμε να σας δούμε.

Εδώ που τραγουδήσαμε,
πέτρα να μη ραγίσει,
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού,
πολλούς χρόνους να ζήσει.

Δώστε μας και τον κόκορα,
δώστε μας και την κότα,
δώστε μας και πέντ’ έξι αυγά,
να πάμε σ’ άλλη πόρτα.

Χριστούγεννα - Πρωτούγεννα της Πελοποννήσου

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου
για βγάτε, διέτε, μάθετε πως ο Χριστός γεννάται.
Γεννάται κι ανατρέφεται με μέλι και με γάλα,
το μέλι τρών' οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες
κ το μελισσοβότανο να νίβονται οι κυράδες.

Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα,
κυρά μ' όταν στολίζεσαι να πας στην εκκλησιά σου
βάζεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αγκάλη
και τον καθάριο αυγερινό τον βάζεις δαχτυλίδι.

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε,
παρά σας αγαπούσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε.
Δώστε μας και τον κόκορα,δώστε μας και την κότα,
δώστε μας και πέντ' έξι αυγά να πάμε σ' άλλη πόρτα.

Κάλαντα Χριστουγέννων Κυκλάδων

Για σένα κόρη όμορφη
ήρθαμε να τα πούμε,
και τα καλά Χριστούγεννα
για να σου ευχηθούμε.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε
φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Αν έχεις κόρη όμορφη
βάλε τη στο τσιμπίδι,
και κρέμασε την αψηλά
να μην τη φαν οι ψύλλοι.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε
φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε
καράβια 'ν' ασημένια,
του χρόνου σαν και σήμερα
να ‘ναι μαλαματένια.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε
φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Για σένα κόρη όμορφη
ήρθαμε να τα πούμε,
και τα καλά Χριστούγεννα
για να σου ευχηθούμε.

Φέρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε,
και του χρόνου να σας πούμε
φέρτε μας κρασί να πιούμε.

Κάλαντα Χριστουγέννων Κέρκυρας : και σε όλα τα Επτάνησα

Σήμερα οι μάγοι έρχονται στη χώρα του Ηρώδη.
Σήμερα οι μάγοι έρχονται στη χώρα του Ηρώδη.

Και ο Ηρώδης ταραχθείς έγινε θηριώδης.
Και ο Ηρώδης ταραχθείς έγινε θηριώδης.

Κράζει τους μάγους και ρωτά: -Μάγοι πού θε να πάτε;
Κράζει τους μάγους και ρωτά: -Μάγοι πού θε να πάτε;

Στης Βηθλεέμ το σπήλαιο την πόλη την Αγία.
Στης Βηθλεέμ το σπήλαιο την πόλη την Αγία.

Που εκεί γεννάει το Χριστό η Δέσποινα Μαρία.
Που εκεί γεννάει το Χριστό η Δέσποινα Μαρία.

Κάλαντα Χριστουγέννων Δωδεκανήσου

Αυτή είναι η ημέρα
όπου ήλθ' ο Λυτρωτής
από Μαριάμ Μητέρα
εκ Παρθένου γεννηθείς.

Άναρχος αρχήν λαμβάνει
και σαρκούται ο Θεός
ο Αγέννητος γεννάται
εις την φάτνην ταπεινός.

Άγγελοι το νέο λέγουν
εις ποιμένας και βοσκούς
ο Αστήρ το θαύμα δείχνει
εις τους μάγους και σοφούς.

Οι τρεις μάγοι ξεκινάνε
τ' άστρο έχουν βοηθό
τη σπηλιά ψάχνουν να βρούνε
με τον άγιο Θεό.

Λίβανο χρυσό και σμύρνα
να του παν' επιθυμούν
τη μικρή γλυκιά μορφή του
σκύβουν και την προσκυνούν.

Όσοι έχετε στα ξένα
να δεχτείτε με καλό
ευτυχία να σας δίνει
το Θεό παρακαλώ.

Βυζαντινά κάλαντα Χριστουγέννων : Ακούγονταν κυρίως στον Πόντο

Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν
Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαί
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε
Δέξαι Βηθλεεμ τον Δεσπότην σου, Βασιλέα πάντω και Κύριον
Εξ ανατολών Μάγοι έρχονται, δώρα προσκομίζοντες άξια
Ζητούν προσκυνήσαι τον Κύριον, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ήνεγγεν αστήρν μάγους οδηγών, ένδον του σπηλαίου εκόμισεν
Θεός, βασιλεύς προαιώνιος, τίκτεται εκ κόρης Θεόπαιδος
Ιδών ο Ηρώδης ως έμαθεν, όλω εξεπλάγη ο δείλαιος
Κράζει και βοά προς τους ιερείς, τους δοξολογούντας τον Κύριον
Λέγετε σοφοί και διδάκαλοι άρα που γεννάται ο Κύριος;
Μέγα και φρικτόν το τεράστιον, ο εν ουρανοίς επεδήμησεν
Νύκτα Ιωσήφ ρήμα ήκουσε, άγγελος Κυρίου ελάλησεν
Ξένον και παράδοξον άκουσμα και η συγκατάβασις άρρητος
Ο μακροθυμίσας και εύσπλαχνος, πάντων υπομένει τα πταίσματα
Πάλιν ουρανοί ανεώχθησαν άγγλοι αυτού ανυμνήτωσαν
Ρήτορες ελθόντες προσέπεσον βασιλέα μέγαν και ένδοξον
Σήμερον η κτίσις αγάλλεται και πανηγύρίζει κι ευφραίνεται
Τάξεις των αγγέλων εξέστησαν επί το παράδοξον θέαμα
Ύμνους και δεήσεις ανέμελπον των πάντων δεσπότην και άνακτα
Φως εν τω σπηλαίω ανέτειλε και τοις εν τω σκότει επέλαμψε
Χαίρουσα η φύσις αγάλλεται και πανηγυρίζει κι ευφραίνεται
Ψάλλοντες Χριστόν, τον Θεόν ημών, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ω Παρθενομήτορ και Δέσποινα, σώζε του εις Σε καταφεύγοντας.

Κάλαντα Χριστουγέννων Αίγινας και γύρω νήσων

Καλημέρα, καλημέρα και πάντα καλημέρα
να τον καλημερήσουμε αυτόν τον νιον αφέντη
αφέντη μου πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη
πέντε βαστούν το μαύρο σου κι οχτώ το σαλιβάρι
και δέκα σε παρακαλούν αφέντη καβαλάρη
εδώ σε τούτες τις αυλές τις μαρμαροστρωμένες
κοιμάται κύμα το φλουρί και κύμα το λογάρι
και στον αφρό του λογαριού κοιμάται νιος αφέντης.
Τονε ξυπνήσω με νερό φοβούμαι μην κρυώσει
Τονε ξυπνήσω με κρασί φοβούμαι μη μεθύσει
Εσένα πρέπει αφέντη μου στα πεύκα να κοιμάσαι,
Με βελουδένιο πάπλωμα να μην κρυολογάσαι
Και πάλι ξαναπρέπει σου καρέκλα καρυδένια
Για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια
Και πάλι ξαναπρέπει σου στις λίρες να καθίζεις
Με το ΄να χέρι να μετράς, με τα’ άλλο να δανείζεις
Δώστε μας και τον κόκορα, δώστε μας και την κότα,
Δώστε μας και δυο τρεις κλωτσιές να φύγομ’ απ’ την πόρτα.

Κάλαντα Χριστουγέννων

Καλήν ημέραν άρχοντες
κι αν είναι ορισμός σας
Χριστού τη θεία γέννηση
να πω στ'αρχοντικό σας
Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ την πόλη
οι ουρανοί αγάλλονται
χαίρει η φύσις όλη,
εν τω σπηλαίω τίκτεται
εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των Ουρανών
και ποιητής των όλων,
πλήθος αγγέλων ψάλλουσι
το Δόξα εν Υψίστοις
και τούτο άξιον εστί
η των ποιμένων πίστης,
εκ της Περσίας έρχονται
οι μάγοι με τα δώρα
άστρο λαμπρό τους οδηγεί
χωρίς να λείψει ώρα...

(σ'αυτό το σπίτι που 'ρθαμε
πέτρα-πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού,
χρόνια, χρόνια πολλά να ζήσει)

Κάλαντα Φώτων

Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθετ' η κυρά μας, η Παναγιά,
όργανο βαστάει, κερί κρατεί
και τον Άη-Γιάννη παρακαλεί
"Άη-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή,
βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί,
Ν'ανεβώ επάνω στον ουρανό
να μαζέψω ρόδα και λίβανο"

Καλημέρα, καλημέρα,
καλή σου μέρα αφέντη με την κυρά...

Κάλαντα του Πάσχα : Ακούγονται στα Επτάνησα και κυρίως στην Κέρκυρα

Κέρκυρα καλορίζικη τρισδυοχαριτωμένη
που τ'όνομά σου ακούγεται σ'όλη την οικουμένη
πέρασε η σαρακοστή που ήταν εφτά βδομάδες
κι ήρθαμε να σας φέρουμε καλές σας εορτάδες

Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή τον τάφο παν να ιδούνε
βρίσκουν τον τάφο ανοιχτό, βρίσκουν και άγγελο λευκό
κι εκεί τον ερωτήσανε που είναι ο Χριστός θαμμένος
και εκείνος αποκρίθηκε πως ο Χριστός ανέστη.

Και τώρα καληνύχτα σας, καλό ξημέρωμά σας
και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού να'ναι βοήθειά σας.

Κάλαντα του Πάσχα

Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπιούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
άνομοι, παράνομοι και τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό των Πάντων Βασιλέα.
Χαλκιά, Χαλκιά, φκιάσε καρφιά, φκιάσε τρία περόνια.
Κι αυτός ο τρισκατάρατος στάνει και φκιάνει πέντε.
Εσύ Χαλκιά, που τ’άφτιακες εσύ να τα διατάξεις.
Εγώ, εγώ που τ’άφτιακα εγώ θα τα διατάξω.
Τα δυο’βαλα στα πόδια του, τ’άλλα τα δυο στα χέρια,
Το πέμπτο το φαρμακερό βάζω μέσ’την καρδιά του.
Η Παναγιά σαν τ’άκουσε βαριά ελιποθύμα
Ζητά μαχαίρι να σφαγεί γκρεμό να παει να πέσει.
Ζητά φωτιά να γκρεμιστεί για τον μονογενή της.
Μαρία η Μαγδαληνή και του Χριστού η μητέρα
Μαρία η Μαγδαληνή και του Χριστού η μητέρα
Παίρνουνε το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το πρωί τους έβγαλε μες του ληστού τη πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου.
Η πόρτα απο το φόβο της άνοιξε μοναχή της
Κοιτά δεξιά, κοιτά ζερβά τίποτε δεν εβλέπει
Κοιτά και δεξιότερα, βλέπει τον Ιωάννη.
-Ιωάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου
Μην είδες τον Μονογενή και σε διδάσκαλο σου;
-Κοίταξε Εκείνον τον χλωμό, τον παραπονεμένο,
όπου φορεί ποκάμισο, στο αίμα βουτηγμένο.
Αυτός είναι ο Μονογενής και με διδάσκαλος μου.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Μακεδονίας

Ήρθε πάλι νέο έτος εις την πρώτη του μηνός
ήρθα να σας χαιρετίσω δούλος σας ο ταπεινός.

Ο Βασίλειος ο Μέγας, ιεράρχης θαυμαστός
εις την οικογένειά σας να ‘ναι πάντα βοηθός.

Τα παιδιά εις το σχολείο να πηγαίνουνε συχνά
να μαθαίνουνε το βίο, της πατρίδας τα ιερά.

Και για τους ξενιτεμένους έχω να σας πω πολλά
σας αφήνω καληνύχτα και του χρόνου με υγειά.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Ικαρίας

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος εκκλησιά με τ' άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκεν ο Χριστός Άγιος και πνευματικός
στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται και εμ μας καταδέχεται
από την Καισαρεία συ σ' αρχόντισσα κυρία.

Βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε.
Και του χρόνου να σας πούμε βάλτε μας κρασί να πιούμε. (Επωδός)

Ηύρα την πόρτα σου ανοιχτή θαρρώ πως έχεις και πηχτή,
φοινίκια, λουκουμάδες και κρασί με τους κουβάδες.
Κατέβηκεμ μια πέρδικα στον ποταμό την εύρηκα
και βρέχει τα φτερά της στα γαλανά νερά της.
Κι έβρεξε τον αφέντη μας το [όνομα νοικοκύρη] το λεβέντη μας.

Επωδός

Εσένα [όνομα νοικοκύρη] πρέπει σου βάλε στραβά τό φέσι σου.
Και πάλι ξαναπρέπει σου καρέκλα κορδονένια,
για ν' ακουμπάς την πλάτη σου τη μαργαριταρένια.
Και πάλι ξαναπρέπει σου στ' άλογο να καθίσεις,
τη γη να μην αγγίζεις.

Επωδός

Πολλά 'παμε τ' αφέντη μας, να πούμε της κεράς μας.
Κερά ψηλή, κερά λιγνή, κερά γαϊτανοφρύδα
πού 'χεις τον ήλιον πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
και του κοράκου τα φτερά τά 'χεις τα πανωφρύδια.

Επωδός

Πολλά 'παμε και της κεράς, να πούμε και του γιου σας.
Έχετε γιο στα γράμματα και γιο εις το κοντύλι,
να τ' αξιώσει ο Θεός, να βάλει πετραχήλι.

Επωδός

Πολλά 'παμε του γιου, να πούμε και της κόρης.
Έχετε κόρην έμορφη, κόρη μαλαματένια
του ήλιου και του φεγγαριού και της αστροφεγγίτας,
γραμματικός τη γύρευε κι ήθελε να την πάρει.
Γυρεύει κάμπους άθερους και κάμπους θερισμένους
γυρεύει και τη θάλασσα με ούλλα τα βαπόρια
γυρεύει και τον κυρ-βοριά, να τα καλαρμενίζει.

Επωδός

Σ' αυτό το σπίτι πού ῤθαμε πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς ( ακούγονται σε όλη την Ελλάδα)

Κάτσε να φας κάτσε να πιεις
κάτσε τον πόνο σου να πεις
κάτσε να τραγουδήσεις
και να μας καλοκαρδίσεις

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
(κι αρχή) κι αρχή καλός μας χρόνος
(Εκκλησιά) Εκκλησιά με τ' άγιο θρόνο

Αρχή που βγήκε ο Χριστός
Άγιος και πνευματικός
(στη γη) στη γη να περπατήσει
(και να μας) και να μας καλοκαρδίσει

Άγιος Βασίλης έρχεται
κι όλους μας καταδέχεται
(από) από την Καισαρεία
(συ σ'αρχό) συ σ'αρχόντισσα κυρία

Βαστά εικόνα και χαρτί
ζαχαροκάντιο, ζυμωτή
(χαρτί) χαρτί και καλαμάρι
(δες κι εμέ) δες κι εμέ το παλικάρι

Το καλαμάρι έγραφε
τη μοίρα μου την έλεγε
(και το) και το χαρτί ομίλει
(άσπρε μου) άσπρε μου Άγιο-Βασίλη

Του χρόνου μας αρχή καλή
και ο Χριστός μας οδηγεί
κακία να αρνηθούμε
μ' αρετές να στολιστούμε

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Κάλαντα Λαζάρου ( Πανελλαδικά )

Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα Βάγια
Ήρθε κι ο Χριστός να πούμε τ’Αγια

Ήρθε ο Χριστός απ’την Καισαρία
Εκεί έβρισκε Μάρθα και Μαρία

-Μάρθα, που’ναι ο Λάζαρος ο αδερφός σας
φίλος του Χριστού και ιδικός μας;

-Λένε αφέντη μου, που είναι απεθαμένος
Και με τους νεκρούς ανταμωμένους.

-Ας υπάγουμε να τον ιδούμε
και στον τάφο του να λυπηθούμε.

Λέγε Λάζαρε, τι είδες στον Κάτω Κόσμο που επήγες;
-Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους.

Όσα φύλλα έχει ο κίσσαρας και η πόλη παραθύρια
Τόσα καλά να δώσει ο Θεός εδώ που τραγουδούμε
και τη Λαμπρή, την Πασχαλιά καλόκαρδοι να βρούμε.

Κάλαντα Λαζάρου ( Ρούμελη )

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια
ήρθε των βαγιών η εβδομάδα.
Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.

-Πού ήσουν Λάζαρε ; Πού ήσουν κρυμμένος ;

-Κάτω στους νεκρούς, στους πεθαμένους.
Δε μου φέρνετε λίγο νεράκι
πουν' το στόμα μου πικρό φαρμάκι ;
Δε μου φέρνετε λίγο λεμόνι
πουν' το στόμα μου σαν περιβόλι ;

Κάλαντα Κρήτης ( Κρήτη )

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας
Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ' αρχοντικό σας
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγάλλονται χαίρετ' η φύσις όλη.

Άψε βαγίτσα το κερί άψε και το δικέρι
και κάτσε και ντουχούντιζε ίντα θα μας εφέρει
απάκι για λουκάνικο
για χοιρινό κομμάτι
γι' από τη μαύρη όρνιθα κανένα αυγουλάκι,
κι αν τόκανε κι η γαλανή ας είναι ζευγαράκι

Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα
και φέρε και γλυκό κρασί να πιούν τα παλληκάρια
κι αν είναι με το θέλημα, άσπρη μου περιστέρα
ανοίξατε την πόρτα σας να πούμε «καλησπέρα»

Κάλαντα Κεφαλλονίτικα Πρωτοχρονιάς ( Επτάνησα )

Άγιος Βασίλης έρχεται
Γενάρης ξημερώνει
ο μήνας που μας έρχεται
το χρόνο φανερώνει.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.

Την άδεια γυρεύουμε
στο σπίτι σας να μπούμε
τον Άγιο με όργανα
και με φωνές να πούμε.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.

Εκοίταξα στον ουρανό
και είδα δυο λαμπάδες
και με το καλωσόρισμα
καλές σας εορτάδες.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.

Και πάλι ξανακοίταξα
και είδα δυο στεφάνια
και με το καληνύχτισμα
καλά σας Θεοφάνεια.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.

Κάλαντα

« Κυρά έχεις όμορφο μικρό στο μόσχο αναθρεμμένο.

Το λούζουν, το στολίζουνε στο δάσκαλο το στέλνεις.

Το καρτεράει ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα,

το καρτεράει η δασκάλισσα με δυο κλωνάρια μόσχο.

Παιδί μου πού ειν' τα γράμματα, παιδί μου πού ειν' ο νους σου;

Τα γράμματά μου στο χαρτί κι νους μου πέρα δέρνει,

πέρα στις νιες τις όμορφες, πέρα στις μαυρομάτες

που 'χουν τα μάτια σαν ελιά, τα φρύδια σαν γαϊτάνι ».

Κάλαντα ( Καππαδοκία )

Έρχιν Άρχιν τα Κάλαντα
Κι άρχιν καλά χρόνια.
Τα πουλιά λαλούν
Και χερολόγια κράζνε
Άγιον Βασίλειομ καλόν ζευγάρι λάμνει
Καλόνε ναφέντημ καλόν κι ευλογημένον.
Έχει και τα βόδια του παραδείσου πουλίτση
Έχει και το τσίφτσι του παν όλιομ παλικάρι.
Έχει και τ’ αλέτρι τ’ Σάγχου βουτυμένο
Έχει και το γύνι του σ’ ασήμι κονωμένο.
Καλόνε ναφέντημ καλόν κι ευλογημένον.
Έχει και το βέρκενιτ κιπρικιού καλέμι
Έχει και τα ζεύγουλατ’ κουκιά μαργαριτάρια.
Έχει και τα ράματα ξανά κλωστιά μετάξια
Καλόνε ναφέντημ καλόν κι ευλογημένον.
Στον ξερόν το πέτρα έσπειρα πολύ φακουδίτσι
Δώκεν ο Θεός και γένεν παρουρίτσι.
Ήρτεν ‘να πουλίτσι τόκα τσάκωσα το κίτσητ’
Ήρτεν μαυρομάνατ’ κλέγ’ και καμουρίτση.
Άκουτα Νουνάκαμ’ αν κείσαι κι αν κοιμάσαι.
Ύψε το τσιρέκι σ’ και σέμα σο κελάρι σ’
Σέμα σο κελάρι σ’ και φώτσε το φενέρι σ’
Φώτσε το φενέρ μας κι όλη τη γεννιά μας
Φώτσε το φενέρ μας κι ασέ φωτίσ’ Θεός.
Και του χρον’

Θα σπάσω κούπες

Θα σπάσω κούπες για τα λόγια που 'πες
και ποτηράκια για τα πικρά λογάκια
αμάν άμαν, πια μικρό μην κλαις
αμάν άμαν, κι έχεις ό,τι θες

Σπάω τα πιάτα για τα δυο σου
μαύρα μάτια

Εψές το βράδυ είδα στ' όνειρό μου
πως είχες τα μαλλάκια σου ριγμένα στο λαιμό μου
αμάν άμαν, πια μικρό μην κλαις
αμάν άμαν, κι έχεις ό,τι θες

Σπάω τα πιάτα για τα δυο σου
μαύρα μάτια

Η τράτα μας η κουρελού

Η τράτα μας η κουρελού
η χιλιομπαλωμένη
όλο την εμπαλώναμε
κι αυτή ήταν ξεσκισμένη

Εβίρα μια στα πανιά
βρε πήρα δυο στο χωριό
βρε πήρα τρεις στο σπίτι της

Αν το ‘ξερε η μάνα μου
πως δούλευα στην τράτα
θα μου ‘στελνε τα ρούχα μου
και την παλιά μου βράκα

Εβίρα μια στα πανιά
βρε πήρα δυο στο χωριό
βρε πήρα τρεις στο σπίτι της

Πήγαμε και καλάραμε
κάτω στα δυο Λισκάρια
και γέμισε η τράτα μας
σουπιές και καλαμάρια

Εβίρα μια στα πανιά
βρε πήρα δυο στο χωριό
βρε πήρα τρεις στο σπίτι της
Πηγάμε και καλάραμε κάτω εις το διαπόρι
πολλά ψάρια πιάσαμε μαζί και ένα χταπόδι

Εβίρα μια στα πανιά....

Την τράτα μου την πούλησα
εις τη Θεσσαλονίκη
και γύρισα στη μάνα μου
με δίχως μεταλίκι

Βρε πήρα μια στα πανιά
βρε πήρα δυο στο χωριό
βρε πήρα τρεις στο σπίτι της

Η Δούλα

Ακούσατε τι έπαθε στο τζάντε
με μια δούλα
για να την μπλέξει σ' έρωτα
του 'καψε την καρδούλα

Μια μέρα την συνάντησε
της έκλεισε το μάτι
και κείνη αποκρίθηκε
στο διάολο χωριάτη

Καρναβαλάκι ήτανε
και βράδυ μοναχούλα
τότε που αποφάσισε
να εκδικηθεί την δούλα

Την έβαλε και έκατσε
σε καναπέ με σούστα
κι ολονυχτίς του έκανε
του έρωτα τα γούστα

Περίπολα τον πήγανε
εις την εισαγγελία
"τη δούλα την παντρεύομαι
χωρίς διαμαρτυρία"

Εισαγγελείς κατάλαβαν
πως είναι ερώτου λύσσα
σε γάμο τον τιμώρησαν
και τόνε απολύσαν

Η βράκα ( Κύπρος )

Ε, σαρανταδκυό πήχες παννίν,
σαρανταδκυό πήχες παννίν,
έκαμαν μου - έκαμαν μου
μια βράκαν.
Τη γ’ έρμην την βράκα
που κάμνει τρίκκι-τράκκα.

Ε, τζι ήρτεν ο κάβαλλος μακρύς,
τζι ήρτεν ο κάβαλλος μακρύς,
τζι εσάριζεν - τζι εσάριζεν
την στράταν.
Τη γ’ έρμην την βράκα
που κάμνει τρίκκι-τράκκα.

Τη βράκα μου στη λίμνην
τζιαι πκοιός να μου την πλύνει,
τζιαι πκοιός να την απλώσει,
στον ήλιον να στεγνώσει,
τζιαι πκοιά εν τζιείνη άξια,
πονά τη σιερώσει,
την βράκαν μου την τόσην
τζιαι πκοιά ‘ννα τη διπλώσει;

Ε, τζι ήμουν δεκατριών χρονών,
τζι ήμουν δεκατριών χρονών,
τζι εφόρουν την - τζι εφόρουν την
βρακού μου.
Τη γ’ έρμην την βράκα
που κάμνει τρίκκι-τράκκα.

Ε, τζι εγύριζα μες στο χωρκόν,
τζι εγύριζα μες στο χωρκόν,
κρυφά τους χω - κρυφά τους
χωρκανούς μου.
Τη γ’ έρμην την βράκα
που κάμνει τρίκκι-τράκκα.

Τη βράκα μου στη λίμνην
τζιαι πκοιός να μου την πλύνει,
τζιαι πκοιός να την απλώσει,
στον ήλιον να στεγνώσει,
τζιαι πκοιά εν τζιείνη άξια,
πονά τη σιερώσει,
την βράκαν μου την τόσην
τζιαι πκοιά ‘ννα τη διπλώσει;

Ε, παρά να πάρεις άδρωπον,
παρά να πάρεις άδρωπον,
τζιαι ναν’ τζιαι με - τζιαι ναν’ τζιαι με
την βράκαν.
Την γέραμην την βράκαν
που κάμνει τρίκκι-τράκκα.

Ε, καλλίτερα πανταλονάν
- καλλίτερα πανταλονάν
τζι ας εν με την - τζι ας εν με την
κομμάταν
Τη γ’ έρημην την βράκα
που κάμνει τρίκκι-τράκκα.

Τη βράκα μου στη λίμνην
τζιαι πκοιός να μου την πλύνει,
τζιαι πκοιός να την απλώσει,
στον ήλιον να στεγνώσει,
τζιαι πκοιά εν τζιείνη άξια,
πονά τη σιερώσει,
την βράκαν μου την τόσην
τζιαι πκοιά ‘ννα τη διπλώσει;

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.