Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βότση Όλγα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βότση Όλγα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Κρύπτη και σύνορο: Ποιητική Συλλογή της Όλγας Βότση που τιμήθηκε με το Β΄κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1971 (Δύο Ποιήματα)



Κραυγές του έρωτα

Κραυγές του έρωτα μες στ’ απόμακρο,
Της αγάπης κύμα που έχει τον κόσμο τυλίξει,
Ν’ αγγίζουνε τα πουλιά τα πουλιά,
Ο αγέρας τη θάλασσα,
Οι άνθρωποι τους ανθρώπους.

Μυστήριο που έχει σ’ όλη την πλάση απλωθεί,
Μες σ' ένα κύμα χαράς
Η ζωή να πηγαίνει πιο πέρα.

Γύρη χρυσή που πέφτει απ' τα πέδιλα των θεών
Κι οι ψυχές ανοίγουνε τις μαλακές αστραπές να δεχτούνε,
Την αόρατη καρδιά της σιωπής,
Την έκταση ενός και καινούριου φωτός.


Κάποτε υπήρξαμε εδώ

Φωνές, του θανάτου ταγμένες.
Πρόσωπα απόμακρα,
Κάποτε κοντινά,
Που σαν πανί σας παίρνει ο χρόνος μακριά του
Και μένει μετέωρο κουρέλι το γέλιο σας.

Πρόσωπα, που μαζί τον ήλιο αγαπήσαμε,
Τα δάχτυλά μας βυθίσαμε στη ζέστη της γης,
Σταθείτε ακόμα για λίγο μπροστά μου,
Πριν άλλοι τρέξουν να πάρουν τη θέση σας.

Κάποτε εμείς υπήρξαμε εδώ,
Κάποτε εμείς εδώ δοκιμάσαμε
Τα σημάδια ν' αποτυπώσουμε της ψυχής μας
Σ' αυτόν τον πηλό που τώρα μας παίρνει.

Μια στιγμή σταθείτε,
Να κοιταχτούμε ακόμα στο πρόσωπο,
Ν’ ακούσουμε πάλι το γέλιο μας,
Της αγάπης τα ονόματα να φωνάξουμε.
Μια φορά ακόμα το σχήμα μας να χορτάσουμε.

Από μακριά να δακρύσουμε.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Όλγα Βότση «Τα ποιήματα, τόμος Α»,Οι εκδόσεις των Φίλων/ Βραβείο Ποίησης έτους 1990



Πληγές γιομάτη, ξέσκλιδη, γυρίζω 
απ' των ανθρώπων τον αχό και γέρνω
στην πόρτα της σπηλιάς μου κι αργοκλαίω.

Φτωχός μαντύς η ταπεινότη μου είναι!

Κανείς δε μ' είδε ουρανική να πλέκω, 
σα λιόγεννη ψυχή, τα ονειρεμένα 
κι αστρόφωτα τραγούδια μου στην άκρη 
της αργυρολιμνιάς.

Κανείς δε μ' είδε,
σα σκιά αλαφριά, μακριάθε ν' ακλουθάω
το βήμα του θεού, στ' αποσπερνό του 
περδιάβασμα, σα βγαίνει ν' ανασάνει 
της γης την ομορφιά και των ανθρώπων! 



Ποιήματα της Όλγας Βότση: http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=159

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Όλγα Βότση «Τα ποιήματα, τόμος Α»,Οι εκδόσεις των Φίλων/ Βραβείο Ποίησης έτους 1990

Πληγές γιομάτη, ξέσκλιδη, γυρίζω 
απ' των ανθρώπων τον αχό και γέρνω
στην πόρτα της σπηλιάς μου κι αργοκλαίω.

Φτωχός μαντύς η ταπεινότη μου είναι!

Κανείς δε μ' είδε ουρανική να πλέκω, 
σα λιόγεννη ψυχή, τα ονειρεμένα 
κι αστρόφωτα τραγούδια μου στην άκρη 
της αργυρολιμνιάς.

Κανείς δε μ' είδε,
σα σκιά αλαφριά, μακριάθε ν' ακλουθάω
το βήμα του θεού, στ' αποσπερνό του 
περδιάβασμα, σα βγαίνει ν' ανασάνει 
της γης την ομορφιά και των ανθρώπων! 



Ποιήματα της Όλγας Βότση: http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=159

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Κρύπτη και σύνορο: Ποιητική Συλλογή της Όλγας Βότση που τιμήθηκε με το Β΄κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1971 (Δύο Ποιήματα)

Κραυγές του έρωτα

Κραυγές του έρωτα μες στ’ απόμακρο,
Της αγάπης κύμα που έχει τον κόσμο τυλίξει,
Ν’ αγγίζουνε τα πουλιά τα πουλιά,
Ο αγέρας τη θάλασσα,
Οι άνθρωποι τους ανθρώπους.

Μυστήριο που έχει σ’ όλη την πλάση απλωθεί,
Μες σ' ένα κύμα χαράς
Η ζωή να πηγαίνει πιο πέρα.

Γύρη χρυσή που πέφτει απ' τα πέδιλα των θεών
Κι οι ψυχές ανοίγουνε τις μαλακές αστραπές να δεχτούνε,
Την αόρατη καρδιά της σιωπής,
Την έκταση ενός και καινούριου φωτός.


Κάποτε υπήρξαμε εδώ

Φωνές, του θανάτου ταγμένες.
Πρόσωπα απόμακρα,
Κάποτε κοντινά,
Που σαν πανί σας παίρνει ο χρόνος μακριά του
Και μένει μετέωρο κουρέλι το γέλιο σας.

Πρόσωπα, που μαζί τον ήλιο αγαπήσαμε,
Τα δάχτυλά μας βυθίσαμε στη ζέστη της γης,
Σταθείτε ακόμα για λίγο μπροστά μου,
Πριν άλλοι τρέξουν να πάρουν τη θέση σας.

Κάποτε εμείς υπήρξαμε εδώ,
Κάποτε εμείς εδώ δοκιμάσαμε
Τα σημάδια ν' αποτυπώσουμε της ψυχής μας
Σ' αυτόν τον πηλό που τώρα μας παίρνει.

Μια στιγμή σταθείτε,
Να κοιταχτούμε ακόμα στο πρόσωπο,
Ν’ ακούσουμε πάλι το γέλιο μας,
Της αγάπης τα ονόματα να φωνάξουμε.
Μια φορά ακόμα το σχήμα μας να χορτάσουμε.

Από μακριά να δακρύσουμε.

(Κρύπτη και σύνορο, 1970)

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Η αιωνιότητα


Όλγα Βότση


Άφηνε πάντα τα δάχτυλά σου ανοιχτά
να μπαίνει η αιωνιότητα σα γύρη φωτός.
Πάνω στ' αλύγιστα χέρια σου, σα σε βράχια σκληρά,
άφηνε να τσιμπάνε τα χρυσά πουλιά της,
που θέλουνε στ' άγνωστο κορμί σου να περπατήσουν.

Ύψωσε τα βαριά σου τα βλέφαρα
στις άλλες ζώνες εκείνες τις άγιες. το δάκρυ χόρτασες,
τον πόνον όλο τον διάτρεξες.

Σήκω να ερευνήσεις τους άγνωστους τούτους τόπους,
όπου βέλη πια δεν υπάρχουνε, ούτε πληγές.
σπεύσε στις κρυστάλλινες βρύσες να συναντήσεις,
τα πελώρια δάση του ελέους τα μυστικά,
κι ας είναι μέσα από της ψυχής σου τιναγμένα το θόλο,
κι ας είναι από τον απελπισμό της κραυγής σου.
γιατί πολύ το πόθησες
μες στ' άχραντα φορέματα να τυλιχτείς,
γιατί πολύ το θέλησες
τη μουσική μόνο του φωτός στ' αυτιά σου ν' ακούσεις.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Οι πράξεις μας

Μες απ' τον ήρεμο χαοτικό βυθό
Ξεπετάγονται ξαφνικά οι πράξεις μας,
Λόγια, παραπατήματα και ζαλισμένες χειρονομίες,
Σα μαχαίρια απρόσμενα που παν ίσια στην καρδιά μας να καρ-
φωθούνε.
Τις κοιτάμε, σαν πουλιά να 'χουνε από κοντά μας φύγει,
Να 'χουνε ξεκολλήσει απ' το δέρμα μας,
Από της καρδιάς μας τη θέρμη που δεν τις πρόφτασε,
Αφήνοντας πίσω τους της λαβωματιάς τη σύσπαση,
Την ουλή του ανόσιου τραύματος που με τίποτα πια δε γιαίνει.

Ο κύκλος

Ελιωσε η δύναμη μες στη γλυκύτητα του μελιού.

Μες από τις σκοτεινές τρύπες
Δεν προβάλλουν πια του πάθους τα βασανισμένα κεφάλια,
Μέλισσες μόνο βουίζουν γύρω από το νερό.
Ο κόσμος ιριδίζεται στην ανάερη αυτή νερένια κλωστή.

Ολα μες στο γουδί του πόνου λιώσαν,
Γίναν πολύτιμη γνώση.
Τώρα κι οι νεκροί τολμούνε μες απ’ τα’ αυλάκια της γης ως τον
Αέρα να βγούνε
Να οσφρανθούνε την υπερούσια τούτη στιγμή.
Η ουρά του φιδιού βρήκε την κεφαλή του,
Ο κύκλος σα στεφάνι έκλεισε.

Ο γιος του ανθρώπου

Τον σήκωσε στα χέρια ψηλά,
Σαν τεράστιο φορτωμένο κλαρί, που λυγούσε κι έπεφτε.
Ανοιξε το πιο καθαρό πανί
Τις θανάσιμες πληγές να σκεπάσει.
Τα ιερά μέλη έσκυψε να φιλήσει,
Αυτά που θα κοιμόνταν ακίνητα, χρόνια ακόμα,
Ως να μπορέσουν στη χώρα της αγάπης ν’ αναστηθούνε.

Η αγάπη, που τώρα κρεμόταν
Αχρηστο τρυπημένο κουρέλι απ’ τη μέση του.

Τώρα το κορμί σα νεκρό κοιμάται
Ο γιος του ανθρώπου τώρα κοιμάται,
Μα βαθιά του, σα στήθος θάλασσας τρυφερής,
Ανασαίνουν οι άγνωστοι άνεμοι, οι άγνωστοι κόσμοι,
Αυτοί, που το φως τους ίσως μια μέρα πατήσει.

Ανοιξη

Στους ίμερους πάλι παραδίνεται το σώμα της άνοιξης.
Τα πουλιά σα σπόρους σκληρούς
Τσιμπολογούνε το θάνατο.

Ακόμα μια φορά
Από τα δόντια του χάους η ζωή ανατέλλει.
Ακόμα μια φορά
Κάλεσε η ζέστα τις σαύρες απ’ τις σχισμές τους.


Μια φορά ακόμα
Από της αμαρτίας του και της θλίψης του το σταυρό
Προσπαθεί ο άνθρωπος τ’ αστέρια ν’ αρπάξει
Και δεν το μπορεί.

Οι λέξεις

Οι λέξεις σου:
Βέργες που σφηνώνονται στο λαιμό,
Ποταμοί που πνίγουν,
Αίμα που σταλάζει από σπηλαίων πληγές,
Ζώα που σφαδάζουν στα χέρια σου.

Στις κρύπτες τους βουβαμένη,
Πόνο γεμάτη του χάους,
Τ' αγκάθια τους πατάς ‘ένα-ένα
Και στο ρόδο ποθείς ν' ανεβείς,
Μακριά από τις διχάλες,
Μακριά απ' τους τρόμους του σώματός σου,
Τη μέρα πάλι ν' αδράξεις,
Μες από τα νερά που ποντίζουν να βγεις.

(Γυμνά πέλματα, 1973)

Κάποτε υπήρξαμε εδώ

Φωνές, του θανάτου ταγμένες.
Πρόσωπα απόμακρα,
Κάποτε κοντινά,
Που σαν πανί σας παίρνει ο χρόνος μακριά του
Και μένει μετέωρο κουρέλι το γέλιο σας.

Πρόσωπα, που μαζί τον ήλιο αγαπήσαμε,
Τα δάχτυλά μας βυθίσαμε στη ζέστη της γης,
Σταθείτε ακόμα για λίγο μπροστά μου,
Πριν άλλοι τρέξουν να πάρουν τη θέση σας.

Κάποτε εμείς υπήρξαμε εδώ,
Κάποτε εμείς εδώ δοκιμάσαμε
Τα σημάδια ν' αποτυπώσουμε της ψυχής μας
Σ' αυτόν τον πηλό που τώρα μας παίρνει.

Μια στιγμή σταθείτε,
Να κοιταχτούμε ακόμα στο πρόσωπο,
Ν’ ακούσουμε πάλι το γέλιο μας,
Της αγάπης τα ονόματα να φωνάξουμε.
Μια φορά ακόμα το σχήμα μας να χορτάσουμε.

Από μακριά να δακρύσουμε.

Κραυγές του έρωτα

Κραυγές του έρωτα μες στ’ απόμακρο,
Της αγάπης κύμα που έχει τον κόσμο τυλίξει,
Ν’ αγγίζουνε τα πουλιά τα πουλιά,
Ο αγέρας τη θάλασσα,
Οι άνθρωποι τους ανθρώπους.

Μυστήριο που έχει σ’ όλη την πλάση απλωθεί,
Μες σ' ένα κύμα χαράς
Η ζωή να πηγαίνει πιο πέρα.

Γύρη χρυσή που πέφτει απ' τα πέδιλα των θεών
Κι οι ψυχές ανοίγουνε τις μαλακές αστραπές να δεχτούνε,
Την αόρατη καρδιά της σιωπής,
Την έκταση ενός και καινούριου φωτός.

Η σιωπή

Τούτη η σιωπή
Που σφίγγει σα χέρι γιγάντιο τα σωθικά σου
Πιο πέρα απ' τις μικρές φωνές να σε φέρνει,
Στην καρδιά του κόσμου για να σε φέρνει,
Τούτη η σιωπή, πώς λόγος στέρεος βαθιά σου αντηχεί,
Ν' ακούς, ν' ακούς, σα στήλη νερού να ορθώνεσαι ν' αφουγ-
κράζεσαι,
Να έχει κρεμαστεί η ψυχή σου ένα ζούδι στο μεγάλο κλωνάρι
Του κόσμου.

(από την συλλογή: Ο μεγάλος ήχος, 1965)

Κύμα του αγνώστου

Τι ανέμους πέρ' από τις ακτές σου μου ξεσηκώνεις,
Τι μέθη για να βυθίσω ολόκληρη την ψυχή μου!
Έρχεσαι σα μεγάλο πάτημα από τη θάλασσα πάνω
Και δεν ξέρω πώς να σε πω,
Τεράστιο κύμα του αγνώστου,
Μουσική που κινάς απ' την κρυφή του κόσμου καρδιά
Με τα δυο χέρια να με κυκλώσεις,
Απ' τη μυστική σου ευτυχία να μου δώσεις να πιω.

Τη γνώση αυτή του θανάτου που γεύτηκα

Τη γνώση αυτή του θανάτου που γεύτηκα,
Στη χλωμιά, βαθιά, της καρδιάς μου αποθέτω
Στα μονοπάτια τα μυστικά της σιωπής μου,
Στο δώμα τ' απόρθητο της ψυχής.
Κάθε μέρα πιο πλατιά ν' ανοίγω τα μάτια μου,
Βουβή, σκοτεινιά γεμάτη, να την αντικρίζω.

Κύκλοι της ύπαρξης

Κύκλοι της ύπαρξης-
Στον ένα να μείνουμε, στον απάνω, στον πιο φωτεινό, λαχταρούμε,
Αυτόν που ασταμάτητα παίζει με τον ήλιο, με τα φύλλα, με τη
Δροσιά.
Μα όλο πιο κάτω μας τραβούν τα νερά,
Αλλους να βρίσκουμε, πιο πλούσιους από κείνον, πιο σκοτεινούς,
Με τα χέρια, τρεμούλα γεμάτα, τις πρώτες ρίζες ν' αγγίζουμε
Της ζωής,
Στο ρέμα να φτάνουμε, όπου τα δάκρυα πηγάζουνε, οι φωνές
Οι πηχτές.

(Πρώτη ρίζα, 1962)

Πώς έμαθα να προχωρώ μονάχη στο θάνατο

Πώς έμαθα να προχωρώ μονάχη στο θάνατο,
Να βυθίζω κάθε μέρα στα νερά της ζωής,
Στα νερά τα βαθιά της ψυχής μου.
Εκεί που πηγάζουν τα δάκρυά μου,
Εκεί που αναβρύζουν οι πικροί στεναγμοί.
Πώς έμαθα τη σιωπή του βάθους μου να γρικώ
κι από κείνη μόνο να τρέφομαι.
Στον κόσμο να σφαλίζω τα χείλη μου,
στην άπειρη θάλασσα να βυθίζω του νικημού.

Τούτο το βάρος του χρόνου που σηκώνω στους ώμους μου

Τούτο το βάρος του χρόνου που σηκώνω στους ώμους μου,
Σαν την αιωνιότητα σιωπηλό,
Σκοτεινό σαν την άβυσσο.
Τούτο το βάρος που ώς το θάνατο μ' ακλουθεί.
Πότε θα το σείσω από πάνω μου,
Να φωτίσει το πικρό μου χαμόγελο,
Ν' αστράψουν τα μαύρα μαλλιά.
Ω αιωνιότητα, σα βουβαμένο πρόσωπο σιωπηλή. 

Ιερό σκοτάδι που με γέννησες

Ιερό σκοτάδι που με γέννησες,
Πηγή που σκίρτησα να πιω,
Ερημο που περπάτησα
Φύσα μου πάλι στα μαλλιά
Στη ζέστα σου να περπατώ! 

Αγέρι που μου πήρες την ψυχή

Αγέρι που μου πήρες την  ψυχή
Κι όλο με σένα χάνομαι
Κι όλο με σε γλιστρώ.
Λιγοθυμιά της κάθε μου στιγμής.
Ω, μη με παίρνεις πια στα πέπλα σου
Ασε να γίνω χώμα, λούλουδο, νερό,
Να γίνω θρήνος μες στα πλάσματα,
τη μοίρα μου μαζί τους να θρηνώ.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.