Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

ΜΆΤΑΙΗ ΑΝΑΖΉΤΗΣΗ / Γιάννης Παρασκευόπουλος


Πνίγηκε η ελπίδα
Σ ένα δάκρυ σου που αργοκυλουσε
Κι η ζωή
δεν μπόρεσε να αντέξει την ανάσα της
Ακούγοντας την βαριά
Στο θρόισμα τ ανέμου
Πώς ν αναρωτηθεί η ανύπαρκτη ψυχή
Πώς να καλέσει
την χιλιοσκορπισμενη καρδιά
Απ' τα σημεία του ορίζοντα;
Έμεινες εκεί χωρίς ελπίδα,
πνοή ψυχή και καρδιά
Σε σώμα καθαρτήριο συναισθημάτων
Αέναα περιπλανομενη
Αναζητώντας άραγε τι

Γιάννης Ποταμιάνος / Ταξιδιώτης του φωτός

Ταξιδιώτης του φωτός
====================
Πλαταίνει ο ορίζοντας
----------- καθώς το καράβι της ποίησης
οιακίζει πλησίστιο 
--------------- στης γλώσσας τον ωκεανό
Ο βιγλάτορας δεμένος στο κατάρτι
-------------------------- ανιχνεύει το βυθό
κι ακούει τους ανέμους
---------- να παίζουν φλάουτο
-------------------- στ’ αυτιά των κοχυλιών
Η γλώσσα είναι η θάλασσα
όπου το μυστήριο του βυθού αδελφώνει
---- με την απεραντοσύνη του ορίζοντα
έτσι που η αφωνία να είναι καρπερή
--------------- και να γεννοβολάει κάλος
Απ τις θαλασσινές σπηλιές η φώκια
στέλνει το μοιρολόγι της στον άνεμο
----------- για να κοινωνεί τη μοναξιά της
έτσι ακριβώς, γιατί η αγωνία του εγώ
με την κραυγή απαλύνεται
---------------- σε πληθυντική συναγωνία
Πως αλλιώς αφού
η συν-αίσθηση με το αλλότριο,
----- η συνομιλία με το ανείπωτο
-------------- κι η συνουσία με το ποθητό
θρυμματίζουν τα εγώ στις ψηφίδες τους
και τα αναδομούν
----- μειγνύοντας τα ψήγματά τους
--------- με την ελπίδα της αναγέννησης;
Η γλώσσα είναι έρημος
------- κι ο ποιητής ταξιδιώτης του φωτός
περπατάει στους κατοπτρισμούς της,
----- ξαγρυπνά στην αμφιλύκη της
-------------------- ψηλαφίζοντας τ’ αστέρια
τουτέστιν
διαχέεται στην απεραντοσύνη της
--------------- συνομιλώντας με το άρρητο
Η γλώσσα είναι έρημος
έτσι που καβάλα στο στίχο να πορεύεσαι
------------ διευρύνοντας και διερευνώντας
Η γλώσσα είναι έρημος
κι η ποίηση ένα ταξίδι στη απουσία της
--------- ψάχνοντας ελπίδα και συνεύρεση
Η γλώσσα είναι έρημος
----------- κι η μοναξιά ενδημικό πουλί της
που έχτισε φωλιά στο στήθος μου απόψε
--------- και κελαηδάει λυπητερό τραγούδι
------------------------

Χριστόφορος Τριάντης, Το σκλαβοπάζαρο

Στην αγορά, στην αγορά.
Νέο εμπόρευμα, νέοι δούλοι έφτασαν στην πολιτεία,
από πολλά μέρη.
Ξελαρυγγιάστηκαν οι ντελάληδες.
Σαν τ’ άκουσαν οι κυβερνήτες, τα δόντια τους
καθάρισαν –γρήγορα – με οδοντογλυφίδες
κι ετοιμάστηκαν να πάνε στο σκλαβοπάζαρο.
Οι γριές πόρνες (συνηθισμένες στην αναισχυντία)
τα σακατεμένα σκέλια τους ξεσήκωσαν κι έτρεξαν
να δουν τις νέες σάρκες.
Όμως, πρώτος έφτασε ο μέγας ποντίφηξ,
κρατώντας εικόνες του αγίου Λαυρεντίου
(το ιερατείο εμφορείται από χριστιανικές αρχές).
Στην παράταξη των ξεδιαλεκτών, ένας εφοπλιστής
που οι μύγες τρυγούσαν το κεφάλι του,
γύρευε ν’ αγοράσει κωπηλάτες.
Και δίπλα του ο έπαρχος – σταθμάρχης,
ο μέγας ελεγκτής των μέτρων
(στα πόδια του φορούσε εκμαγεία,
πίστευε ότι οι γάμπες του ήταν εξαίσιες)
ξεδιάλεγε το ζωντανό εμπόρευμα.
Να τοι κι οι νοικοκυραίοι, μύρισαν εκπτώσεις
και μαζευτήκανε: ένας δούλος είναι χρήσιμος
(κι αν είναι μορφωμένος, καλύτερα ακόμα)
Και οι νέες πόρνες (ήρθαν αργότερα)
την ώρα τους περνούσαν, λέγοντας στους μεταπράτες:
όλοι κι όλα πωλούνται κι αγοράζονται
σε αυτόν τον κόσμο.
Οι θιασάρχες προχώρησαν μπροστά (κι αποφασιστικά).
Έπρεπε να ξαναρχίσουν οι αγώνες
και να κυλήσει αίμα.
Κι ας μην είχε διέξοδο το αίμα των σκλάβων,
στις αρένες έμενε άταφο, σαν σκοτεινή θάλασσα
γεμάτη μαύρα φύκια.
Αλλά κι οι καλλιτέχνες πρόκαναν το σκλαβοπάζαρο
(δεν άργησαν διόλου).
Άλλωστε τους θεωρούσαν
συστατικό της πολιτείας.
Αναρωτήθηκαν: γίνεται να ‘χουμε καιρόν
για σοφίες και καλλιτεχνήματα,
δίχως δούλους;
Ω, τι μεγαλειώδης διαπίστωση.
Την πιάσανε όμως οι ρήτορες κι αμέσως
φορτωθήκανε παπαγάλους,
παινεύοντας το πολίτευμα: που εξασφαλίζει
πράγματα (στα εργοτάξια
και τους χώρους εργασίας).
Να τος ένας Νούβιος κι άλλοι Αφρικανοί και Ασιάτες,
Θράκες ένα σωρό
και πολλοί Δάκες, Πόντιοι, Πέρσες,
Αρμένιοι ως και λίγοι Βαταβοί.
Ω, όλες οι ράτσες προσφέρουν στη δημιουργία.
Κάπως έτσι αποφάνθηκε ένας σοφός,
που φορούσε φτερά παγωνιού.
Τον λέγανε Ιάκωβο, μα ήταν υπερήφανος
που τον παρομοίαζαν με τον Θεμιστοκλή.
Κι αφού το ξεδιάλεγμα τελείωσε, ο μέγας ποντίφηξ
ευλόγησε πουλημένους και απούλητους
και προχώρησε προς τις τράπεζες
(περίεργη επιλογή).
Τ’ αλητόπαιδα στις γωνιές
αρχίσανε τα τραγούδια κι οι ραβδούχοι
με τα ξυρισμένα κεφάλια,
μοίραζαν ψωμί και θεάματα
στους πάγκους με τα κρέατα.
Εκεί καταγράφονταν κι οι δούλοι.
Με το αίμα τους βάζανε υπογραφή και χώνονταν
στα υπόγεια,
παρέα με τους νυχτοφύλακες
της ιστορίας και τα σκοτωμένα χελιδόνια.

Ο ΚΟΜΠΟΣ / ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


Το χωριό ένας κόμπος που μ' έσφιγγε.
Δε θα γινόταν πόλη ποτέ.
Μοιάζει με νάνο που γέρασε χωρίς να ψηλώσει..
Τώρα η πόλη πλέκει δίχτυα γύρω μου.
Σφίγγει τα πλευρά,
στενεύει τα πόδια.
Η πόλη δεν είναι το χωριό που τη ζήλευε,
μα ένας κόμπος ζορίζει πάλι το λαιμό μου.

"Λεπτομέρειες" / Ελεύθερος Νικήτας


Απαλογάλανο Φθινοπωρινό,
απόγεμα ποu στέκει,
διάφανο σαν οπτασία,
πιο πάνω προστριβές νεφών 
κι ότι ανόητο
σ'ένα άχρονο μέσα,
μεθuστική ονειροπόληση
σαν τρέλλα διδαχής
ποu εγγίζει εκ νέοu την αρχήν της ψuχής και τοu καθετί
ταπεινός με τον οuρανό και μαζί το μεγαλuτερο
και το πιο περήφανο κι ακριβό κομμάτι τοu
ελέγχω,κηρuττοντας,το αόρατο ποu γίνεται ορατό,
τ'αθώα μάτια μοu ζωή των πάντων και σποuδή
της αναπόλησης,στοu Έρωτος το κάτεργο εστεμμένος
σ'άπιαστη ώρα.....Λεπτομέρειες....

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

Η θάλασσα του Ουρανού σου / ~Στέλλα Βρακά~


Οι ρίζες βαθιές, πεισματάρες,
τρέφονται στο αλφαβητάρι της ψυχής,
αφού για σπίτι τους έχουν, 
το ευχετικό της καρδιάς.
Ανασαίνουν τα χρώματα τα εαρινά,
τα φθινοπώρια,
εισπνέουν του ονείρου την αντοχή,
εκπνέουν την λαχτάρα του,
γεύονται την μουσική των σφαιρών.
Εξερευνούν την πατρίδα σου,
διαπερνούν τις ομίχλες σου,
οσμίζονται τα μύρα σου,
κολυμπούν στους ηλιόλουστους
κυματισμούς σου.
Οι ρίζες βαθιές, αλαζονικές,
έχουν φτερά και ταξιδεύουν
στη θάλασσα του Ουρανού σου!

Η ΠΛΑΝΗ / Γιάννης Τάτσης


Σε θάλασσα μαγευτική, άγνωστη, ομιχλώδη
ταξιδεύοντας ανήσυχος, ψάχνω γι’ αγκυροβόλι.
Στο βάθος του ορίζοντα νησάκι αρμενίζει
ελπιδοφόρο μήνυμα στη μέση του πελάγους.
Άνεμος ούριος, που φυσά, ελπίδες με γεμίζει.
Πλησιάζω και μαγεύομαι απ’ την εξωτική του θέα.
Μουσικές που έρχονται από παντού,
μαγεύουν την ψυχή μου…
μα άρπας αόρατης η μουσική
μου φέρνει στο μυαλό μου,
την πλάνη που σχημάτισαν στον Οδυσσέα οι Σειρήνες
και ήθελαν να τον κρατούν παντοτινά δικό τους.
Ως Οδυσσέας άλλοτε δεμένος απ’ τη σκέψη
δεν στέκομαι στη θέα του, ψάχνω για αγκυροβόλι.
Η θάλασσα είναι πολυπρόσωπη, δεν ξέρεις τι θα φέρει,
τα λάθη μας δε συγχωρεί, σε περιπλάνηση μας βάζει.
Αφήνω αυτά τα θέλγητρα που η τρικυμία τα σβήνει,
βάζω πλώρη γι’ αλλού, άλλου να πάω ν’ αράξω.
Να βρω λιμάνι απάνεμο να δέσω το άρμενο μου,
να μου χαρίζει σιγουριά στης θάλασσας τα κύματα.

Από την ποιητική συλλογή "Γη των Ελλήνων"

«Με το π της Ποίησης - Δεκατρείς λογοτέχνες για την τρίτη ηλικία»

Πρώτη παρουσίαση του ομαδικού βιβλίου 
«Με το π της Ποίησης - Δεκατρείς λογοτέχνες για την τρίτη ηλικία»
την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018, ώρα 10.30 π.μ. 
στην αίθουσα της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (Γενναδίου 8, Αθήνα, 7ος όροφος)
Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο Γεώργιος Ν. Λεοντσίνης, ομότιμος ΕΚΠΑ- Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Κώστας Καρούσος, εικαστικός, λογοτέχνης,πρόεδρος της Ε.Ε. Λ.
Θανάσης Βαβλίδας, συγγραφέας, μέλος Ε.Ε.Λ.
Θα διαβάσει αποσπάσματα η Μέμη Αναστασοπούλου, ηθοποιός, πρόεδρος του Διεθνούς Πολιτιστικού Συλλόγου ‘ΟΡΙΖΩΝ’.
Την εκδήλωση θα ντύσει με τις μελωδίες του στο πιάνο ο Νίκος Φυλακτός, συνθέτης, μαέστρος.

"Λειψή Ζωή" / Σαρδέλης Πέτρος


Αβάσταχτη η μοναξιά
Κάτω από το φως του φεγγαριού
Και της ψυχής το αντιφέγγισμα.
Στην αμμουδιά η νύχτα τη σκέψη διαφεντεύει
Και εσύ αργοδιαβαίνεις πάνω στα χνάρια του παιδιού.
Λευκό πανί που λιώνει στο αχνόφωτο
Ανέλπίδος ταξιδευτής το άσαρκο κορμί
Μοιρολογάς, σε πένθιμη αρμονία
Με του γιαλού τα βογγητά.
Λειψή ζωή ρηχή και ακύμαντη,
Ανημπορος της Ζήσης εραστής
Σταλιά σταλιά μέσα στις φούχτες σου Θρηνείς χαμένα όνειρα,
της νιότης τα ιδανικά...



Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

Εδώ Πολυτεχνείο ... / Ρώτας Βασίλης




Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
Πολυτεχνείο! Εδώ καλώ
βοήθεια, πρόφτασε,λαέ,
σκοτώνουν τα παιδιά σου, οϊμέ!
Τα νιάτα που έστησαν εδώ
του Αγώνα τραγικόν χορό
και τραγουδούν τη λευτεριά,
σου τα σκοτώνουν τα παιδιά.
Της βίας ο δούλος ο μωρός
δουλέμπορος,φονιάς μιαρός,
σκοτώνει, λαέ, τα τέκνα σου,
τ' αγόρια, τα κορίτσια σου.
Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
τα νιάτα σέρνουνε χορό.
Της Επιστήμης τα παιδιά
και τραγουδάν τη Λευτεριά.
Εδώ της νιότης ο άξιος νους,
που χτίζει θέατρα, ναούς,
σκεδιάζει ιδέες και μηχανές
και δένει το αύριο με το χτες,
Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
μέσα στης Τέχνης το ιερό
σκοτώνει η βία τα παιδιά
που τραγουδάν τη Λευτεριά.
Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
γίνεται ανήκουστο κακό!
Της βίας ο δούλος ο μωρός
του Χάρου μαύρος έμπορος,
σφάζει τα τέκνα του λαού.
τη νιότη, την ελπίδα του,
το άνθος του αύριο, τον καρπό
της τέχνης και της γνώσης, ω!
Εδώ Πολυτεχνείου κραυγή
καλούν το Χρέος κι η Τιμή
Λαέ μας, βοήθα τα παιδιά.
Ο αγώνας για τη Λευτεριά.

Ο παππούλης / Ρώτας Βασίλης

Ο παππούλης σαν κοπέλι
κάθε μέρα πάει στ’ αμπέλι .

Το σκαλίζει , το ποτίζει
και το διπλοκαθαρίζει .

Και το Μάη με τους ανθούς ,
κορφοκόβει τους βλαστούς .

Κι ως να διπλοξεφυλλίσει ,
η αγουρίδα έχει γυαλίσει .

Τώρα κάθεται δραγάτης
ο παππούς ανοιχτομάτης

και του πάμε το φαί του
και μας δίνει την ευχή του .

Μας φιλεύει και σταφύλια
σε καλάθια και μαντίλια .

Βασίλης Ρώτας 

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Σε κλειστά βιβλία: Παρουσίαση της Ποιητικής Συλλογής του Ντέμη Κωνσταντινίδη


Ο Χρόνος και ο Λόγος (Συλλογικό έργο)

ΜΕ ΤΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΑΙΝΕΙΑ: Ποιητική Συλλογή του Κώστα Ριζάκη εκδοθείσα το έτος 1986

θ’ ανατείλεις ξανά

μια οθόνη τα μάτια σου θερινού σινεμά
μια αλάνα σπαρμένη με βρώμικους βώλους
(δες ο ψίθυρος στίχος τη φωνή σου πώς άντεξε
λίγη χλόη και φύτρωνες στην ακλόνητη πίστη
—ά ή ανάσα σου φίλε πολύ με τυράννησε)
μια οθόνη τα μάτια σου να προβάλουν το φόβο
του θανάτου ενδεχόμενα ν’ απειλούν την αλάνα
-το παιδί πού υπήρξα μην πιστέψεις πώς χάθηκε
μεγαλώνει η απόσταση και πετρώνει ο χρόνος
στην καρδιά μου στηρίχτηκε προαιώνιος εχθρός
παγωμένο το αίμα μου άλλα πάλι σου γράφω
νοτισμένο το χώμα μου
θ’ ανατείλεις ξανά!

*

με τον τρόπο του Αινεία

ως και ή ψυχή μου χώνεψε
στα περιγράμματα τους

μια που επιμένω στη θολή του σχήματος ανάγκη
προετοίμασα τον χώρο μου σε δύσκολες στιγμές
ήλιου προσφιλέστερες εκλάμψεις ν’ αναδίνουν
συχνά αγκάλης μητρικής την άχνα να σκορπούν
ολόκληρα ένα χάδι ανέστησα τα πράγματα
έτσι απαλά ν’ αγγίζετε στην ηδονή ριγώντας
της λείας επιφάνειας υποψιασμένοι ασφαλώς
πως μόνη η επαφή αρκεί να ρίχνει στο βυθό μου
βραχνής φωνής στηρίγματα εγκόσμιες ρυτίδες
να ασελγώ στον τύψη σας
να μη γλυτώνω μόνος

*

όσο υπάρχουν μάτια

είδα κι αυτόν τον ποταμό να εκβάλει μες στην άσφαλτο
τον αετό ν’ ακροζυγιάζεται χωρίς
ένα υποψήφιο θύμα
κ’ είδα ξανά την πέτρινη δίχως παλμό συνέχεια
τη μέσα μέσα σιωπή
είδα των ασωμάτων
εντούτοις πάλι πέρασα από σύνορο σε σύνορο
από σταθμό σε νέο σταθμό δε ρήμαξα
δεν έσβησα κοιτώντας
δε ναυαγεί προσπάθεια
όσο υπάρχουν μάτια

Ο ΒΥΘΟΣ ΜΟΥ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ: Ποιητική Συλλογή του Κώστα Ριζάκη εκδοθείσα το έτος 1985

με χρώμα το σκοτάδι

εκεί που σύχναζε σχεδόν τον είχα χάσει
σκάλες τα χρόνια μου δεν έφταναν ν’ ανέβω
κι άρχισα να του ρίχνω πέτρες τις πληγές μου
ώσπου έδυσε στα νέφη ή γαλάζια του έπαρση
πήρε δειλά να κοκκινίζει απ’ τα χτυπήματα
λίγο αργότερα έγινε μαβής
και καταστάλαξε στο γνώριμό μου μαύρο
σκιά τού ύπνου στον εφιάλτη πρόλογος
όχι τυχαία ο ουρανός αφέθηκε στη νύχτα
μπορεί πια να στεγάζει τις ανάγκες μου
να δικαιώνει τη σιωπή πού γέννησε κραυγή
με χρώμα το σκοτάδι να αιτιολογεί
την κάθετή μου πτώση

*

πολύ μόνο το φως

τα μάτια καρφωμένα στις παλάμες μου
ούτε μια χειραψία σου δε χάρηκαν
και ξιφολόγχες χώθηκαν βαθιά στο χώμα
άπλωσαν ρίζες με τα χρόνια τίναξαν κλαριά
λίγο ακόμα και θα βγάλουν φύλλα
λίγο ακόμα και θα δουν ξανά
κι όπως το φως στην πρώτη αίγλη του βουρκώνει
και η μορφή σου χάδι αποζητάει
πρόσεχε μη σκοντάψεις στον κορμό τους
και τυφλωθείς από το χτες που σκουριασμένη
τώρα ξιφολόγχη αγρυπνάει

*
η φωνή μου το χιόνι


μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου
έχει το ράγισμα απύθμενου βυθού
αφετηρία της την άναρθρη κραυγή
ένα παιδί κλεμμένο βάναυσα να κλαίει
παιδί νύχτα και μέρα οδοιπορώντας
στη δύσβατη της ηλικίας πέτρα
με ματωμένα πέλματα επιστρέφει
την ένθεη μνήμη φέρνοντας στο φως

μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου
χιόνι που χώνεψε ως τη ρίζα μου λυγμός
παγώνει κάποτε και ξεκουφαίνει

Επιτάφιος: Ποιητική Συλλογή του Κώστα Ριζάκη εκδοθείσα το έτος 2015

Ατλαντίδα 

ψηλά πετά της μνήμης αετός 

τι περιούσια στη στέρηση 
η μακ ορινή του οργή 
-κορμός- 
να επιμένει στη φωνή σου 

της επιφάνειας ναυάγια να λυπάσαι 
θραύσματα του βυθού να κλαις 
φύλλο με φύλλο να δοξάζεις στη σπορά 

τις πιο δικές μου ρίζες


Κώστας Θ. Ριζάκης (μικρή αναφορά)

Ο Κώστας Θ. Ριζάκης γεννήθηκε το 1960 στη Λαμία. 

Ποιητικές Συλλογές:

  • Ο βυθός μου τα πράγματα (1985), 
  • Με τον τρόπο του Αινεία (1986),
  • Τα επόμενα πένθη (1997), 
  • Χωρίς χρονολογία (2004), 
  • Ο κυρίως ναός (2006), 
  • Τα τελευταία ονόματα (2010)
  • Επιτάφιος Δρόμος (2011) Συγκεντρωτική έκδοση

Μήλο μου της αγάπης / Ριζάκης Κώστας

κι ως δεν υπάρχει λησμονιά μέσα στον εαυτό
ξέπλυνε από τα αίματα καλά το πρόσωπό της
κι ανήσυχη έγειρε και ωχρή
στην ασημένια τής σελήνης αιώρα


σ’ όσα ποιήματα στο άπειρο μέλλεται να γραφούν
θα καίει η κάφτρα μιας σβησμένης αγκαλιάς
η μυρωδιά καπνού στο άστρο δυό σωμάτων


στον ουρανό οι μνήμες μας σαν ψίθυρος σταθμεύουν

την πρόδινε το μυστικό τού φεγγαριού της λίκνισμα


βράδυ κρεμάει στο κάνιστρο τα μήλ’ απορημένη
πριν την αυγή μαζεύει τα κι ούτε ματιά τούς ρίχνει


ας το καλάθι έγερνε να σκόρπιζαν τα μήλα

κι εκειό το κατακόκκινο το γλυκομελωμένο


με την πολλή λαχτάρα της στα δάχτυλα να κλείσει
να ξεθολώνει στ’ όνειρο το πούσι που τυφλώνει


πάνω στο θαλερό καρπό τον κόσμο της να λύσει
να ιδεί βαθύ το δάγκωμα και της δικής μου αγάπης!

Άνθρωποι / Αξαρλής Αρτέμης



Σπυρί, σπυρί, συλλέξανε
σπόρους ανοησίας
τους σπείρανε, ξεφύτρωσαν
φυτά αλλοκοτιάς,
στον τρύγο πάνω τρύγησαν
καρπούς υποκρισίας
γεμάτους δηλητήριο,
φθόνου και πονηριάς…
…Μ’ αντί φθοράς, στιγματισμού,
της σκάρτης εσοδείας
απτόητοι μεθύσανε
από οίνο απανθρωπιάς
όποτε, στα πικρόχολα
άσματα ευθυμίας
σκέφτηκαν υποχθόνιους
τρόπους, διασποράς…
...Αφήνοντας χαιρέκακα
την μολυσμένη …γέννα,
να εξαπλωθεί επίτηδες
σε άσπιλους ναούς,
προσβάλλοντας ανήθικα
κάθε αθώο βλέμμα,
κάθε ζεστό χαμόγελο,
με πόθους, σκοτεινούς.
Ωστόσο, εκεί στης έπαρσης
και αφροσύνης μείγμα,
η φύση, άγρυπνος φρουρός
σε πείσμα όσων την βρίζουν,
για των ανέμων την φθαρτή,
αρρωστημένη ρίζα,
έφερε στείρες εποχές
και …θύελλες, θερίζουν!

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Larry Cool: «Οι εκδότες ας πάρουν τ’ αρχίδια μου…» Μια συνέντευξη που μπορείτε να διαβάσετε στη σελίδα:

("Τα σονέτα της καρδιάς μου") / Χαραλάμπους Φρόσω

Μες στο λιμάνι των ματιών σου θα 'ρθω για ν' αράξω
κει που φουρτούνες, κεραυνοί και θύελλες δεν πιάνουν
όνειρα, αγάπη, ιδέες και χαρές δεν αποκάμνουν
αργά, κωπηλατώντας, με τη βάρκα μου θα φτάσω.
Πέρασαν πια τα ξέγνοιαστα τα χρόνια της ραστώνης
που χίμαιρες και ουτοπίες ψάχναμε στο πουθενά.
Τώρα που η καρδιά μου κουράστηκε πια να πονά
τάμα της έκανε, από λόγια να μην μαραζώνει.
Μια αγκαλιά, ένα φιλάκι κι ένα "σ' αγαπώ"
δε φτάνουν για να σκαρφαλώσουμε πια στα ουράνια
Οι χείμαρροι στερεύουν, γίνονται στενά ποτάμια
ήρεμη ρέει, μελωδία, της ζωής μας ο σκοπός.
Σβύσε το φάρο, ξέρω πια το που με περιμένεις·
κάθε γωνίτσα που με φώναζες αγαπημένη·
ψηλαφιστά γνωρίζω κάθε σου μικρό βραχάκι·
Στο βάθος της καρδιάς σου κάνε τόπο να χωρέσω
κι αν κάτι μου 'φταιξες ξέρω πως να σε συγχωρέσω
γιατί τη βάρκα μου έχω μάθει πια να την πλευρίζω.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

η μεγάλη έξοδος : Παρουσίαση του βιβλίου του Πέτρου Τσερκέζη


"Μπλέ:"(19) / Σαρδέλης Πέτρος


Στάζει μπλέ ο ουρανός
Σαν κλαίν' τα μάτια σου,
Δάκρυ πικρό σκεπάζει τη ψυχή
Η φλόγα που σου φώτιζε το προσωπο
Σβησμένη απ'των ματιών σου τη βροχη.
Τα παθη σου, φαρμάκωσαν τον Ήλιο μου,
Ο έρωτας βουβός μεσ' το σκοταδι,
Δακρύβρεχτη Ζωή και ανηφοριά,
Ο δρόμος μας ο ανθόσπαρτος αγκάθια,
Βαρύς ο φόρτος της αγάπης σου
Η γκρίνια σου,εσύ, και τα γινάτια ..

Στα χρόνια της θύελλας / Μαρία Νάντη

Στα χρόνια της θύελλας,
τα όνειρα ρίζωναν
πάνω στα βράχια ...
Έκρυβαν τα φύλλα τους
στα ξεχασμένα κοχύλια
κι έδεναν της ελπίδες τους,
στο απάνεμο αραξοβόλι
της προσμονής ...
Κι ώσπου τα κύματα,
να μην μαστιγώνουν
τα φοβερά μας ταξίδια ...
Κι ώσπου οι καιροί να γυρίσουν
και να πάψουν οι Ορίζοντες
να γεννιούνται σε Δίσεκτους Ουρανούς ...
Ένας φάρος στεκότανε πάντα,
στην άκρη του μάταιου ,
να θυμίζει στου κόσμου την πλώρη ,
πως στο Πέρασμα της ζωής
προς τον Θάνατο ,
χειμώνες πολλοί
θα δοκιμαστούν
στο σκαρί μας ...
-Μαρία Νάντη -

Τὸ ἀνθεκτικὸ μου φρᾶγμα / Ιωάννης Μασμανίδης

Τὸ ἀνθεκτικὸ μου φρᾶγμα
Ὑποχωρεῖ
Γίνανε ραγισματιὲς οἱ διαβρώσεις
Μικρὴ γῆ μὲ κόλαση μεγάλη γύρω μου
Κινῶ μιὰ φράση σου ἀγαπημένη
Μέσα της
Κρύβομαι
Ὅμοια μὲ τὸν ἦχο ἀπὸ σπασμένα ὄστρακα
Καὶ μέσα της
Ἠχεῖς
Θρηνοποιεῖς τὸν οὐρανὸ μου
Ἀπεγνωσμένα βήματα κάνω
Σωπαίνω
Ἀλλὰ ἡ κραυγὴ μου
Γυάλινο ἐρημητήριο φτειάχνει
Τὴν Ἀπώλειὰ σου μαρτυρεῖ
Ἀπελπισμένα
Μύχιους οἴστρους μέσα μου
Στηθοσκοπεῖ
Μικροὺς σεισμοὺς εὔφρανσης
Στὸν ποιητικὸ λυγμὸ μου
Θυμιατήρι ἀναμμένο ἡ λύπη σου
Περιδινεῖ τὴν ψυχὴ μου
Καθαγιάζει τὸν πόνο
Εἰς βάρος μου σκευωρεῖ ξανὰ
Μέσα ἀπὸ τὰ σβηστὰ παράθυρα
Σκουριασμένα ἀσημικὰ τῆς μνήμης σου
φωσφορίζουν ἀκόμη
Σπασμένα ἀγγίγματὰ σου
Μάταιες ἁφὲς
Στὸ τεφρὸ μου
Κι ὁ πόνος
Σὲ κάτι παλιές πληγὲς σου
Στὴ μοναξιὰ τῆς μοναξιᾶς μου μέσα
Μὲ στροβιλίζει
Ἄδικα φεύγω
Ἡ ψυχὴ δὲν ἀκολουθεῖ
Σκάφτηκε
Σωρεύτηκε κόκκινο χῶμα πολὺ
Κοντεύει νὰ τσακιστεῖ τὸ στηλιάρι
Γιὰ λίγη ζεστασιὰ
Στὸ θυμωμένο ψάξιμο τῆς παλάμης μου
Στὸ ἄδειο σχῆμα σου
Χιμαιροκυνηγὸς
Καθὼς σκιὰ
Κινῶ μιὰ φράση σου ἀγαπημένη πάλι
Μέσα στὴ μοναξιὰ τῆς μοναξιᾶς μου

Δεν κοιμήθηκα χθες / Στέλλα Βρακά

Δεν κοιμήθηκα χθες
παμφάγο μου φως.
Ήθελα να συνομιλήσω
μαζί σου
να με κοιτάει κατάματα
η αγάπη.
Μα κατάκλειστο το μάγεμα
στο πιο μεγάλο σημείο
της σιωπής
κι εγώ να χασομεράω στην ειρωνεία
του όλου πράγματος.
Θέλω να παλιώσεις κλεισμένο μου
φως
μα εσύ ολοκαίνουριο κι αθάνατο
με γδύνεις
με γυμνώνεις
με ερημώνεις.
~Στέλλα Βρακά~

Μοναξιά δωματίου / Ποταμιάνος Γιάννης


Ένα πρόσωπο μπρος στο παράθυρο
Απέναντι στο πάρκο η ζωή
-------------------------- καλλικέλαδη
Τα παιδιά παίζουν, οι φωνές τους
------------ αντιλαλούν χαρούμενες
Οι μητέρες στα παγκάκια άγρυπνες
-------- καμαρώνουν και προσέχουν
Ώρα πολλή τα κοιτώ, κουράστηκα
Ένα σύννεφο σκέπασε τον ήλιο
Οι πρώτες σταγόνες πέφτουν
------------------- το τζάμι θολώνει
Οι μητέρες με τα παιδιά φεύγουν
---------- το παιγνίδι μένει ατέλειωτο
Εγώ ακόμα μπρος στο παράθυρο
--------- κοιτάζω τ’ άδεια παγκάκια
Ώρες ατέλειωτες, το σύννεφο φεύγει
----------------------- ο ήλιος φεύγει
Ένας άστεγος έρχεται, ψάχνει
---------- στεγνό μέρος να κοιμηθεί
Τελικά φεύγει κι’ αυτός μες τη νύχτα
Έξω σκοτάδι
Εγώ ακόμα μπρος στο παράθυρο
Κοιτάζω τώρα το πρόσωπό μου
---------- να καθρεφτίζεται στο τζάμι
Η νύχτα έξω απλώνεται στην πόλη
-------------- κι αργεί να ξημερώσει

Καταμεσής του Ιουλίου / Ποταμιάνος Γιάννης



Τα λουλούδια
που φύτευα ολημερίς
ανθίζουν μες στον ύπνο μου
απόψε
Ανοίγουν
τα μεγάλα μάτια τους
και ψάχνουν στις σκιές μου

Αχ! αυτές οι μυρουδιές
που τραγουδούν τα γιασεμιά
χαϊδεύουν τα όνειρά μου
Αχ! αυτές οι γυναίκες
με τ’ αλαβάστρινα στήθη
χορεύουν ολονυχτίς
στα ξέφωτα του ύπνου μου

Όταν κάτω απ’ τ’ άστρα
στα καπούλια των ανέμων
καλπάζουν πολύχρωμες νεράιδες,
ξαπλώνουν οι πόθοι
στο μπαμπάκι τ’ ουρανού
και μυθεύουν όνειρα απατηλά.
Τότε εγώ μηρυκάζω
ονειρόψωμο
ορέγομαι θαλάσσιες αύρες
και ταξίδια
στις γραμμές των οριζόντων

Ολονυχτίς απόψε,
καταμεσής του Ιουλίου
κόβω τις φλέβες τ’ ουρανού
να κολυμπάει ο γλάρος
στις ματωμένες θάλασσες
Ολονυχτίς απόψε,
καταμεσής του Ιουλίου
στον αμνιακό μου σάκο
εμβρυακός
παραληρώ ζωή

Ένα κλωνάρι αμυγδαλιάς / Ποταμιάνος Γιάννης


===============

Το άσπρο φέτος μας μισεί
Λίγες λυμφατικές νιφάδες του χιονιού,
αρκούν για να γκρεμίσουν
----------- την αυτοκρατορία του ήλιου
Μες το καταχείμωνο ήρθε
-------------- κι ο καινούργιος χρόνος
κατάκοπος, μίζερος, στριφνός
-------------- σαν τρεμουλιάρης γέρος
Στο βάθος η άνοιξη ξεχασμένο όνειρο

Όμως εγώ κρατιέμαι ακόμα
καθώς τρελή η αμυγδαλιά
---------------- μοιράζει υποσχέσεις
Μεγάλη στο στήθος ταραχή
----- της μυγδαλιάς ο ανθισμένος κλώνος
βγήκε στους χειμωνιάτικους αέρηδες
--------------------- κραδαίνοντας
ελπίδα κι επιθυμία για ζωή
-------------- βαθύτερη απ’ το θάνατο

Ας μυρίζουν οι ξυλόσομπες
--------------- μιζέρια και απόγνωση,
το αρχέγονο ξύλο πάλι σώζει το λαό
------------------------- στη νυχτωδία
Ας τρέχει το αμέριμνο παιδί
------------------ σαν το μικρό ζαρκάδι
να ρουφάει στα πάρκα άπληστα
--------------------- τον βρώμικο αέρα
Ένα κλωνάρι μυγδαλιάς όμορφο
-------------------------- σαν νυφούλα
βγήκε σε χειμωνιάτικους αέρηδες
------------------- να τραγουδήσει ελπίδα

Η Ανάσταση (απόσπασμα) / Ποταμιάνος Γιάννης

Με την αγάπη αντέχω
την μοναξιά
Αντέχω τον θάνατο
Ξεδοντιάζω το χάρο
Και σαν ακολουθήσει
η μεγάλη έκρηξη
Θα ξετυλιχθούν τα κουβάρια των ονείρων
Ώστε η αγάπη μου
να γίνει ύπαρξη
Έτσι για να πάρουν τα όνειρά μου εκδίκηση
Περιμένω να γίνω φως
ανέσπερο
στις γειτονιές του κόσμου

Σ’ αυτή την πόλη / Ποταμιάνος Γιάννης


===========

Στη μεγάλη λεωφόρο βαδίζουν
------- όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος

Όλοι βλέπουν
τα ίδια δένδρα, τα ίδια πρόσωπα
---------------- τους ίδιους δρόμους
Σ’ αυτή την πόλη
ο καθένας έχει τ’ όνειρό του
------------------- κι όλοι μαζί το ίδιο
Ο καθένας ζει το δικό του εφιάλτη
----------------- κι’ όλοι μαζί τον ίδιο

2.
Σ’ αυτή την πόλη
----------- οι μυλόπετρες της μέρας
μας αλέθουν
όλους μαζί και τον καθένα μόνο του
Σ’ αυτή την πόλη
τα σκυλιά κι οι άνθρωποι
---------------- έχουν θλιμμένα μάτια
Σ’ αυτή την πόλη
------------- άνθρωποι και σκυλιά
--- ψάχνουν αποφάγια στα σκουπίδια
Σ’ αυτή την πόλη τη σκληρή
------------ αυτό που δίνεις παίρνεις
μοναξιά στη μοναξιά
-------- φτώχεια στη φτώχεια
------------------- θάνατο στο θάνατο

3.
Αυτή η πόλη πρέπει ν’ αλλάξει
Στη μεγάλη λεωφόρο πρέπει
------------------------ να βαδίσουμε
--------- όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος
με τα ίδια όνειρα γραμμένα
-------------------- στο μέτωπό μας
με τα ίδια συνθήματα
------------ γραμμένα στα πανό μας
Αυτή η πόλη σου επιστρέφει
-------------------------- ό,τι της δίνεις
αγάπα τη να σ’ αγαπήσει
-------------- κάψε τη για να σε κάψει
να φυτρώσουν στ’ αποκαΐδια της
---------------------------- λουλούδια
Αυτή η πόλη είσαι εσύ
------------- άλλαξε λοιπόν, ν’ αλλάξει
Βγες επιτέλους στη μεγάλη λεωφόρο
μ’ ένα όνειρο στο μέτωπο
------------------- έτοιμος για να καείς

4.
Σ’ αυτή την πόλη οι ήρωες είναι
----------------------- άνθρωποι απλοί
προχωρούν σκυφτοί στα σκοτεινά
----------------- του φόβου μονοπάτια
Ο ήρωες σ’ αυτή την πόλη
--------- φοβούνται αλλά προχωρούν
είναι πολλοί
------ μα δεν διστάζουν να γίνουν ένας

Σαν έρθουν οι καιροί
σ’ αυτή την πόλη οι άνθρωποι
------- γίνονται δέντρα, γίνονται δάσος
ριζωμένοι βαθιά στο χώμα
δρασκελούν πολλά χιλιόμετρα ιστορίας
----------------------------- σε μια νύχτα

Σαν έρθουν οι καιροί
Αυτοί που δεν έχουν τίποτα να χάσουν
------------------ θα δείξουνε το δρόμο
Αυτοί π’ αρνούνται τη ζωή
----------------------- που τους χαρίζουν
και διαλέγουν μόνοι το δρόμο τους
----------------------- και το θάνατό τους
Αυτών το μπόι, θα μετρήσει η ιστορία,
-------------- με τη μεζούρα των αιώνων

τα σύννεφα / Ποταμιάνος Γιάννης

Ολημερίς βλέπω τ’ άσπρα σύννεφα
να δολιχοδρομούν ράθυμα
----------------- για άλλους ουρανούς
Μόνο το ηλιοβασίλεμα
------ στέκονται λίγο στις βουνοκορφές
να κόψουν ένα μπουκέτο
------- κόκκινα τριαντάφυλλα
-------------- στο περιβόλι τ’ ουρανού
Τότε εγώ ουρανόπληχτος
-------------- τα βλέπω καθημαγμένα
Να λούζονται στο αίμα
--------- που άφησε η μέρα φεύγοντας
για να βλαστήσει στα όνειρα
------------------------ η εκδίκηση

Η νύχτα όμως έρχεται βαθύσκιωτη,
τα αλεξικέραυνα
------- παραμονεύουν στα καμπαναριά
Γι’ αυτό κι’ εγώ
τάζω στ’ άσπρα σύννεφα
---------------------- απάνεμο λιμάνι,
ένα κρεβάτι θολωτό με κόκκινο ουρανό
και σαν πέσει το σκοτάδι ύπνο βαθύ
------ ως το πρωί μ’ ονειρικό φεγγάρι

Τ’ άσπρα σύννεφα που φεύγουν
-------------------- δεν θα τα ξαναδώ
Γι’ αυτό πριν έρθει το πρωί τους στέλνω
---------------------- κορίτσι όμορφο
μ’ ένα μαντήλι αποχαιρετισμού
------------ και γλάστρες στο μπαλκόνι
Να χαιρετάει ώσπου να βγουν
---------------- στης μοίρας το ταξίδι

Τα χαιρετώ κι εγώ μαζί
------------ τα σύννεφα που φεύγουν
Γιατί
ακούω απ’ το βοριά να ‘ρχονται
----------------------------- καταιγίδες
που φέρνουν άλλα σύννεφα
---------------- τα σύννεφα της μέρας

Μεσάνυχτα και κάτι / Ποταμιάνος Γιάννης



Μεσάνυχτα και κάτι
το φεγγάρι μπήκε απ’ το παράθυρο
------------ και τον πήρε απ’ το χέρι
Αυτός άφησε το σώμα του
----------------- μέσα στις κουβέρτες
κι έφυγε για τον ουρανό πετώντας
-------- πάνω απ’ τις βουνοκορφές
Κανένας δεν κατάλαβε πως έλειπε
Η γυναίκα του τον αγκάλιασε
------------- κι έκανε έρωτα μαζί του
Το πρωί γύρισε κρατώντας
------------------ μες τη χούφτα του
ένα σμάρι αστέρια
------- περασμένα σε χρυσοκλωστή
Χώθηκε σιωπηλά
----- μες στο ακίνητο σώμα του
---------------------- κι αποκοιμήθηκε
Όταν ξύπνησε,
η γυναίκα του τον κρατούσε ακόμα
--------------------- στην αγκαλιά της

Ολημερίς
φορούσε στο μέρος της καρδιάς του
-------- μια χρυσοκλωστή μ’ αστέρια
και περίμενε να ‘ρθει το φεγγάρι
----------------- μεσάνυχτα και κάτι

Η μεγάλη Αγκαλιά / Ποταμιάνος Γιάννης




Μιλούσε για τα μεγάλα όνειρα
------------------ για τις μεγάλες ιδέες
για το επιτακτικό καθήκον...

για το βάρος του μέλλοντός μας
---------------- που συνθλίβει το παρόν
Μιλούσε
Και τα παιδιά έπαιζαν στο πάρκο
------------ με αφηνιασμένα ποδήλατα
σηκωμένα στην πίσω ρόδα τους
Μιλούσε για τα μεγάλα όνειρα
Όταν οι ανασφάλιστοι τεχνίτες
------------------ έκοβαν τα χέρια τους
και στα μάτια του τρεμόπαιζε
------------------------- η μέσα φλόγα
Μιλούσε και το ρέμα που κυλούσε
--------μινυρίζοντας στις πλατανόριζες
έδειχνε το μεγάλο δρόμο,
το αναπόφευκτο ταξίδι
----------------- για την αιώνια θάλασσα
με τα σιωπηλά τέρατα
--- και τους ανεξερεύνητους βυθούς της
Μιλούσε και το ρέμα τραγουδούσε
------------------------ το μεγάλο ταξίδι
για τη μεγάλη μητέρα των όντων
τη μεγάλη αγκαλιά των ποταμών
---------------------- και των ονείρων

Σύννεφο με νυφικό / Ποταμιάνος Γιάννης


=============
Το σύννεφο φορούσε άσπρο νυφικό
----- ήταν διάφανο όπως γυάλινο ενυδρείο
και μέσα του κολυμπούσαν 
---------------------------- όμορφα κορίτσια
γυμνά, με τον ήλιο ανάμεσα
--------------- στους ανοιχτούς μηρούς τους
Κι ο αέρας έφερνε τον εύοσμο οίστρο
--------------------------- της υγρασίας τους
Κι ορθώνονταν το φλογοδίαιτο ορμέφυτο
------------------- των νυμφόληπτων νεαρών

Ένας ψαλμός ανέβαινε ως τα ουράνια
------------- μακάριοι οι ιπτάμενοι άγγελοι,
------------------- μακάριοι κι οι νηφμόληπτοι
Ίσως αυτοί μυρίσουν τα λευκά στήθη
--------------------- μες τα διάφανα σεντόνια
Εκεί κοντά στο λυκαυγές
----- που τα χέρια ασυναίσθητα
-------------------------- ψάχνουν άλλα χέρια
τα σώματα άλλα σώματα,
----------------------- τα όνειρα άλλα όνειρα
Όταν ο βραχνός τζίτζικας τραγουδάει
------------------------- μόνο για το τραγούδι
κι ο πόθος γυρεύει απεγνωσμένα πόθο,
ίσως κι ο ξαγρυπνισμένος ποιητής βρίσκει
----- τον έρωτα στην άκρη της γραφίδας του
Κι όλα αυτά πριν το ξημέρωμα
----------- που ξυπνάει ο ανθρωποφύλακας,
αυτός ο ληξίαρχος των πόθων
----- που τακτοποιεί το χάος του βυθού
----------------------------- πριν την κάθε αυγή
Ποιος ξέρει; Ίσως ο έρωτας
----------------------- είναι μύστης των σκιών
φυτρώνει σε μέρη σκιερά κι απρόσιτα
όπως αγριολούλουδο στα κρημνά των βράχων
Εκεί ανθίζει και σκορπάει την ομορφιά του
να τη φοράει το άσπρο σύννεφο,
------ που ταξιδεύει στους γλαυκούς ορίζοντες
Έτσι για να κολυμπούν μέσα του,
όμορφα κορίτσια με ανοιχτούς μηρούς
-------------------- και μακροβούτια του βυθού

Διαρρήκτης της νύχτας / Ποταμιάνος Γιάννης

Διαρρήκτης της νύχτας
==================
Η εικόνα σου στο σεντούκι της μνήμης
-------- παλιώνει μαζί με τις επιθυμίες μου
που ξεχάστηκαν εκεί με τα υπόλοιπα 
----------------------------------- τιμαλφή μου
Κιτρίνισαν, οξειδώθηκαν
-------- παρέα με τα παλιά μου γράμματα
Με τον καιρό χάθηκε και το κλειδί
Μερικά βράδια της αγρύπνιας
------ ακούω τριξίματα και μακρινές φωνές
Κι ένα αεράκι νοιώθω να ‘ρχεται
------------ απ’ τη μεριά αυτή της κάμαρας
Φαίνεται πως έφτασε ο καιρός να ελέγξω
μήπως και κάποιο τρωκτικό μπήκε
----------------------------- στο συρτάρι μου
Αλλά φοβάμαι να το διαρρήξω
Ξέχασα τι φυλάω εκεί μέσα
--------------------- μαζί με την εικόνα σου
Ίσως παλιές ελπίδες που διαψεύστηκαν
Ίσως προδομένες ιδέες που μας έταξαν
---------- κόσμους ιδανικούς και δίκαιους
Μα πιο πολύ φοβάμαι ν’ αντικρίσω
------------------- στην παλιά φωτογραφία
τον ονειροπόλο νέο που σου κρατάει
---------------------- το χέρι κι ονειρεύεστε
Τι ν’ απαντήσω σ’ εκείνη
------------------ την λάμψη των ματιών μας
Προκρούστης ανελέητος ο χρόνος,
----------------------------------- των ονείρων
φοβάμαι τη διάψευση
--------------------- αυτών που αγαπήσαμε
Μα κάποιο βράδυ της αγρύπνιας
----------------------- διαρρήκτης των σκιών
ίσως σπάσω τη σκουριασμένη κλειδαριά
και στην άσβεστη σπίθα που σιγοκαίει
------------------------------ στο στήθος μου
ρίξω ιδέες και όνειρα και την
------------------ παλιά φωτογραφία μας
έτσι που να κορώσει ξανά η φλόγα της
------------- να μην πάει η ζωή μας στράφι
Γιάννης Ποταμιάνος

Ο κόσμος είσαι εσύ / Στίχοι:Ηρακλής Κριεζής

Μ’ανοίγει ο κόσμος το παράθυρό του πάλι Στα δυο σου χέρια ν ανταμώσω τη ζωή Να πάρω αγάπη που αγάπη δεν ειν άλλη Να γίνω δρόμος στη δική σου διαδρομή Μου δίνει ο κόσμος μιαν υπόσχεση και πάλι Να βρω κουράγιο απ’ το πρωτο σου φιλί Να βγω στου ονείρου μου τη ρότα τη μεγάλη Να ξανατρέξω τη ζωή μου απ’την αρχή Ο κόσμος εισαι εσύ και τη ζωή μου αρχίζω Στα χέρια σου μαθαίνω ν αγαπώ Ο κόσμος εισαι εσύ κι εγω τον αρμενίζω Σε πέλαγο με παίρεις φωτεινό Ο κόσμος εισαι εσύ κι εγώ σε σένα ελπίζω Στα χέρια σου κρατώ τον ουρανο Μου δίνει ο κόσμος την ελπίδα του και πάλι Με των ματιών σου το γαλάζιο ουρανό Ζωή που στέκεις στης ζωής μου τα’ακρογιάλι Να μ’αρμενίσεις στα ταξίδια που διψώ Μ’ανοίγει ο κόσμος μια καινούργια του σελίδα Να μελετήσω στης καρδιάς μου τον παλμό Να βρω τον ήλιο που για χρόνια δεν τον είδα Κι από τη φλόγα του να πιω να ζεσταθώ Ο κόσμος εισαι εσύ και τη ζωή μου αρχίζω Στα χέρια σου μαθαίνω ν αγαπώ Ο κόσμος εισαι εσύ κι εγω τον αρμενίζω Σε πέλαγο με παίρνεις φωτεινό Ο κόσμος εισαι εσύ κι εγώ σε σένα ελπίζω Στα χέρια σου κρατώ τον ουρανό


Στίχοι:Ηρακλής Κριεζής Μουσική: Μάκης Αϊβάζογλου Από το δίσκο "Λαμπυρίδα " του Μάκη Αϊβάζογλου


το ακούτε: https://www.youtube.com/watch?v=GyPKbvNvT1Q

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Δημήτρης Αρμάος (μικρή αναφορά)


Ο Δημήτρης Αρμάος γεννήθηκε στην Άμφισσα το 1959. Υπήρξε  φιλόλογος. Ασχολήθηκε με την  θεωρία και την ερμηνεία της λογοτεχνίας, στην κριτική και την εκδοτική των κειμένων, στην πρόσληψη και τη διδασκαλία τους.

Ποιήματά του έχουν εκδοθεί σε συλλογές, σε περιοδικά και άλλα είναι ανέκδοτα.
Εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων έως το 1994.


Έφυγε από τη ζωή στις 31 Μαΐου 2015, μετά από μάχη με τον καρκίνο.

Ποίηση: 

Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007 / έκδοση: 2009


Διαδρομές και πηγές: 

https://www.oanagnostis.gr/apocheretontas-ton-dimitri-armao/



https://poiimata.com/category/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%82/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AC%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82/

φονικό / Αρμάος Δημήτρης


Στον Κώστα Κουτσουρέλη ανθ’ εκατονταπλασίων


Ως ήμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι
Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα
Μας είδε απ’ το κατάστρωμα κάποιος με κανοκιάλι
Μα το λεπίδι πρόφταξε      κανείς δεν το καρτέρα


Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα
Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι
Μα το λεπίδι πρόφταξε      κανείς δεν το καρτέρα
Ήσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει


Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι
Με τι κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη;
Ήσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει
Ξέραμε      και ρωτιόμασταν πώς θα ’ρτει πότε θα ’ρτει


Με τι κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη
Κοπήκαμε απ’ τις ρίζες μας σα θλιβερά τραγούδια
Ξέραμε      και ρωτιόμασταν πώς θα ’ρτει πότε θα ’ρτει
Η μέρα που οι παλιοί καρποί θα ρέψουν με τα φλούδια


Κοπήκαμε απ’ τις ρίζες μας σα θλιβερά τραγούδια
Που νοσταλγοί ψελλίζουνε παράφωνα ενώ θάλλει
Η μέρα που οι παλιοί καρποί θα ρέψουν με τα φλούδια
Ως ήμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι.

Τραγούδι των μικρών συνόλων / Αρμάος Δημήτρης

Στον Νίκο Ξυδάκη

Ας πούμε αυτοί      γεράσαν μόνοι τόσο βιαστικά
Κι αντάμα τους γεράσαν κι οι αναμνήσεις
Σε μαύρα μπάρκαραν μεγάλα μεταγωγικά
Και παν      και σ’ ανταρσία πώς να τους κινήσεις
Όταν προσμένουν με γαλήνη κι αίσια θλίψη
Να ’ρθεί βαρύ πειρατικό να τους συνθλίψει;

Ripresa ….. Φεγγάρι που ’βρεχες φωτιά
Δεν τους αντάμωσες ποτέ καθώς ερχόσουν;
Πες μου      μ’ αλήθεια ή με ψευτιά
Τι περιμένουν πια για να θυμώσουν;

Των αλλουνών έχει η ζωή μεβίας ανατραπεί
Απρόσμενα      μες στο βαθύτερο σκοτάδι
Έχει ο καθένας τους πολλά να κάμει και να πει
Γι’  αυτό κι η λάμπα του αναιρεί το εξαίσιο βράδι
Με τόση σκόνη στης ψυχής τους το στημόνι
Ό,τι κι αν βγει ενοχή καμιά δε ρυτιδώνει

Ετούτοι πάλι που  ’σβησαν το μάτι του φιδιού
Γκρεμίζονται κοπαδιαστά και καταμόνας
Συνεπαρμένους απ’ την αύρα του εύκολου καιρού
Τους διαφεντεύει ο κάθε ανίσχυρος τυφώνας
Σχίζουν τα πέλαγα του μήκους και του πλάτους
Μουρλά πουλιά που καψαλίσαν τα φτερά τους

Μα υπάρχουνε και τα πολλά καλόβολα παιδιά
Του Λεβϊάθαν που μπορούν και ξεχωρίζουν
Ποιο το καλό ποιο το κακό και ποια η αναποδιά
Που συνηθίσαν να επιζούν χωρίς να ελπίζουν
Όλους τους πόνους έχει ο χρόνος απαλύνει
Αυτός ο αϊτός που τώρα κρύβει τη σελήνη.

Πραμάτεια της αναδρομής / Αρμάος Δημήτρης


από του καφενείου το μέσα μέρος
Στην Τίνα τον Μίλτο


Βουτάς με το κεφάλι κι ανασύρεις την αθωότη
Λάθη σωρό που εγίνανε από απειρία και νιότη
Που οφείλονταν σε αδάμαστα      θαρρούσες      πάθη
Που η υποχωρητικότητα ίσως διευκόλυνε μα παραμέναν λάθη
Που δυναμώσανε ως δια μαγείας
Καθώς μεγάλωναν μες στο κλουβί της εμπειρίας
…………………..Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
…………………..Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος
Λάθη όπου η αφετηρία έδωσε χώρο
Και τη διαβίου υιοθετήσαν ανθηρότητα ως όρο
Λάθη που γιγαντώσαν με του λύκου την προβιά
Λάθη-σκυλιά και λάθη-αρνιά
Που αρκούσε να τα δεις με ό,τι γεννήσαν
Κι αμφιβολία μην έχεις ότι λάθη σου δεν ήσαν
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη που τα ποτίσαν δάκρυα πολλά
Και που γρασάρει το σαρκίο όπως γερνά
Που τα προστάτεψαν οι πιο αναρμόδιοι       σα φαμέγιους τους ……………τα νιώθω
Που φίμωσαν και πνίξαν τη ζωη τ’ όνειρο και τον πόθο
Που βλάστησαν όπου είχε θέση μοναχά η συνωμοσία
Και το άπειρο κατέλαβαν διάστημα με βία
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος
Λάθη που αναίσχυντα λικνίζονται στον άγριο καιρό
Με τις κεραίες ανυψωμένες προς το βέβηλο και προς το ιερό
Λάθη χωρίς διαλείμματα που ακόμα καρτερώ
Λάθη που απομυζούν ευθύνη εκκρίνουν πλάνη
Και που κρατώντας άθραυστη αμοιβαία την πλεχτάνη
Βοηθούν έν’ απ’ τους δυο μας να πεθάνει
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.