Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εισβολή Κύπρου 1974 (μέσα από την ποίηση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εισβολή Κύπρου 1974 (μέσα από την ποίηση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Κερύνεια

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

Πόλη
με τις νεκρωμένες θάλασσες
και την κατακόρυφη θλίψη
καρτέρι
της ανερμάτιστης σιωπής
πόλη
με τα γυμνά παράθυρα
και τις λεηλατημένες πλατείες
πόλη
της απουσίας και του χαμού
εδώ
που οι νεκροί
αναζητούν την τελευταία περίπτυξη
της μέρας
πόλη των σκοτωμένων περιπλανήσεων
εδώ η σφαγμένη σου θύμηση
μας αναθεματίζει.

15.7.1974

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Οι νεκροί βρομούσαν από ’να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι –
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη-Γιάννη,
δεν τους φορούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του– άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ώς το μέλλον.


Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΙΙ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΛΗΣΗΣ

Να μνημονεύονται


Να μνημονεύονται
Ακάμας, Αίπεια, Σόλοι, Λάμπουσα,
Λάπηθος, Κερύνεια, Χύτροι, Αφροδίσιον,
Ουρανία, Αχαιών Ακτή, Σαλαμίς, Αλάσια.


Να μνημονεύονται
Άγιος Αντιφωνητής, Γλυκιώτισσα, Κανακαριά,
Απόστολος Ανδρέας, Απόστολος Βαρνάβας,
Άγιος Επιφάνιος. 


Να μνημονεύονται
προς δόξαν και υπερηφάνειαν
των ενδόξων και πεπολιτισμένων γειτόνων μας
και των ευγενών τέκνων της Εσπερίας
καθώς και των γενναίων τέκνων
του Αγάλματος της Ελευθερίας.

Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΣΤΕΛΛΑΣ


«ες δάκρυα έπεσε το θέητρον» (Ηρόδοτος)

Καθώς βγήκε στο φως από τον Υπόγειο της Ομόνοιας
σαν από σκοτεινή καταπακτή
από ξεχασμένη γαλαρία ορυχείου
με χιλιάδες αμίλητους νεκρούς συντρόφους
να ταξιδεύουν μαζί του,
δεν είχε στο κεφάλι του στεφάνι
καμωμένο από λίγα χορτάρια
που ’χαν μείνει στην έρημη γη.
Με τσουρουφλισμένα βλέφαρα
μάτια θολά και κόκκινα απ’ τους καπνούς
τη στάχτη στα μαλλιά
απ’ τα καμένα κέδρα
πυρπολημένης γειτονιάς πατρίδας μακρινής,
χωρίς ακοή απ’ τις στριγγές φωνές
σφαγμένων αγρινών,
με χέρια απλωμένα
αόμματος επαίτης
γωνία Σταδίου και Αιόλου
στάθηκε
μπροστά στην υποχθόνια βοή που ερχόταν
κατηφορίζοντας
σαν από άλλο κόσμο χαρισάμενο στο πεζοδρόμιο.
— Έλληνες αδελφοί…
Από ηχείο στήθους ραγισμένου
βραχνή βγήκε η φωνή σαν ξένη
σε άσημα θρύψαλα ήχου σκορπίστηκε
σαν πατημένα φέιγ-βολάν
στην άκρη του δρόμου
ή σαν άχρηστα εισιτήρια λεωφορείου
στο λερωμένο πλακόστρωτο.
— Έλληνες αδελφοί…
η φωνή χάθηκε στο βάθος ξεραμένου πηγαδιού.

Κάποιος περνώντας δίπλα
του ’χωσε βιαστικά στη χούφτα
ένα τάληρο.

ΓΕΥΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΚΡΑΛΗΣ ΜΑΝΟΣ

Χ
Η πλατεία ήταν έρημη εκείνη τη νύχτα
Με τα κλειστά περίπτερα, τις ξεσκισμένες αφίσες.
Μύριζε καμένο ρούχο, στάχτη, πυρκαγιά.

Πηγαίναμε μαζί μα οι λέξεις στέγνωσαν στα χείλη.
Μόνο κοινό σημείο επαφής ήταν ο φόβος
Εκείνος ο πρωτόπλαστος, απροσδιόριστος φόβος
Που γνώρισε ο άνθρωπος σ’ ένα χωράφι τριβόλων.

Μετρούσαμε τους οβολούς της πίκρας μας
σκαλίζαμε την τέφρα της ψυχής.

Κι άξαφνα πέρασαν με ορμή, μουγκρίζοντας
Τα στρατιωτικά αυτοκίνητα, κατάφορτα κλαδιά των ευκαλύπτων κι ακακίες,
Κι εχάθηκαν γοργά σ’ ένα πυκνό σκοτάδι.

Όμως σ’ αυτό το ελάχιστο διάστημα, για λίγα δευτερόλεπτα μονάχα
Το μάτι πρόφτασε να ιδεί στο δυνατό το φως των προβολέων
Ένα κεφάλι εφηβικό, που με ανάστροφη ματιά εκοίταζε το χάος
Τα στοιβαγμένα σώματα κομμάτια.

- Τι γρήγορα που χάθηκαν τούτα τα νέα παιδιά
Απροετοίμαστα για θάνατο, γι’ αυτό το είδος του θανάτου…

ΧΙΙ
Καθόμαστε πλάι πλάι σε καρέκλες καφενείων
Παίζουμε τάβλι, φυλλομετρούμε τις εφημερίδες
Με τις Γεννήσεις και τους Θανάτους
τους βιασμούς και τις λεηλασίες, πράματα καθημερινά.
Κουβεντιάζουμε, φλυαρούμε σε μια παράξενη γλώσσα
Που κανείς δεν ακούει, δεν την καταλαβαίνουμε και ρωτούμε
Αν φάνηκαν καθόλου τα πανιά
Ας ήτανε και τα ιστία του πένθους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΛΙΑΣΙΔΗΣ ΠΑΥΛΟΣ

Τουρτζιά, στην Κύπρον πού ’ρτες τζι έκαμες χωρισμόν,
ποττέ σου εν τζι εννά ’βρεις μ’ εσού λοαρκασμόν.
Το μούτιν εν το κόβκουν με Τούρτζοι, με Ρωμιοί,
θέλουν να πάσιν πίσω, δά έν’ ποριξιμιοί.
Ο ξένος βάρκα μοιάζει πόν’ με χωρίς κουπιά
τζαι των πουλλιών που ζούσιν για πάντα στα κλουβκιά.
Αφήστε μας να πάμεν στους τόπους μας, γιατί
σεισμόν εννά ’σει πάντα ή γη που μας κρατεί.



μούτιν, το= επιθυμία σφοδρή
ποριξιμιός= εγκαταλειμμένος, παραμελημένος< !

Τουρκική Εισβολή ΙΙ

 Κώστας Μόντης

 
Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού
ποιο παιδάκι ήθελε ν᾽ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν᾽ ανεμίσει το χέρι και της το᾽ κοψαν;
 

Γλυκό του κουταλιού

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

 
Να ιδώ ποιος είμαι ζύγωσα και πούθε το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα στο σπίτι τ’ αλμυρό, σιμά σε λάκκο.
 
Μια μαντιλοδεμένη μου ‘φερε νερό, μου πρόσφερε γλυκό· ευχαριστώ την.
 
Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη πραγματικά και μέλη εμποτισμένα στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.
 
Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.
 
«Και βέβαια επιτρέπεται», μου λέει· «μπορείς να ‘ρθεις και στην κρεβατοκάμαρα». Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο να με κοιτάει από ‘να κάδρο. Αφήνω την εντροπή και γύρεψα να πάρω τη μάνα μου ο δόλιος απ’ την Τροία.
 
«Πάρτηνε», λέει αυτή σαν καλογέλαστη, «τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω; Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη που την ομπρέλα της κρατεί».
 
Άξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι που γαντοφορεμένο, ραδινό σε καναπέ ακουμπούσε· αλλά τι περιμένεις;
 
Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη γλυκό του κουταλιού; μεγάλο θέμα.
 
Πάλι καλά που μ’ άφησε και μπήκα στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα. Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει. Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό να ‘χω την άδειά της να ξανάβλεπα την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου.
 

Το σπίτι, β΄

Θεοδόσης Νικολάου

 
Το πότε χτίστηκε το σπίτι δεν μπορώ να το ξέρω. Η χρονολογία στο υπέρθυρο* φθαρμένη Και σε γλώσσα ίσως ακατάληπτη. Ξέρω μονάχα πως τα θεμέλιά του Είναι στρώματα από κόκκαλο Αγίων, πορνών, καλλιμαρτύρων, ηρώων και φαύλων, Στρώματα από κόκκαλο Ψαριών και άλλων εναλίων* ζώων Όστρακα αγγείων και ονείρων Μαζί με αίμα πολύ που έπηξαν και έγιναν ένα. Γιατί ποταμοί παπαρούνες Χύνονται από τις γύρω πλαγιές Διαρρέουν τον κάμπο Και το πολιορκούν στα στενά με τον ερχομό της ανοίξεως. Οι άνεμοι και η θάλασσα Αφρίζουν, φυσούν, αλλά το σεβάζονται. Και το μαύρο σύγνεφο που τη στέγη του απειλεί Τα χελιδόνια το ξεσχίζουν με το ράμφος σε λωρίδες Και με θριάμβου αλαλαγμούς τις διαλύουν Μέσα στο γαλάζιο του ουρανού. Το σπίτι δεν είναι παρά ένας εξώστης Λίγο πιο πάνω από τη γη Λίγο πιο πάνω από τα κύματα Διαρκώς αιωρούμενος. Και μέσα στον καύσωνα, σχεδόν πάντα, Ο Δυτικός άνεμος έρχεται κινώντας αργά τις πτέρυγές του, Σαλεύει τις κουρτίνες των δωματίων Σαλεύει τα γιασεμιά, Τα κόβει Και στολίζει το καιόμενο μέτωπο των ενοίκων. Εδώ γεννήθηκα.

Ονήσιλος

 Παντελής Μηχανικός

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.
 
Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:
ένα καύκαλο
―το δικό του κρανίο―
γεμάτο μέλισσες.
 
Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.
 
Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.
 
Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.
 
Κ’ έγυρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

Η συμμετρία του Κόσμου

 Φοίβος Σταυρίδης

Όλα εντάσσονται στη συμμετρία του Κόσμου.
 
Το κόκκινο πουκάμισο του δειλινού
μουσκεμένο στη δίψα της στεριάς
πλάι σε γυμνό κορίτσι που λιάζεται
 
ήχοι που ξεθυμαίνουν στο φως
 
αυτή η γριά που κάποτε πενθούσε το γιο της
και τώρα δεν ελπίζει ούτε στο θάνατο
κοιτώντας ένα σκυλί να τριγυρίζει άσκοπα στη γειτονιά
 
τα χρόνια που δεν περιμέναμε και ήρθαν
κι άλλα που περιμένουμε και δεν θα’ ρθουν
 
ψηφίσματα, ψηφιδωτά, ψιμυθιωμένα είδωλα
μύθοι, πληγές, το ίσιο και το ανάποδο
μας ανεπίδοτης ζωής
 
η άφωνη κραυγή
η πολυέλεη ανυπαρξία
 
η Μιράντα, ο Χάρης, ο Στέφανος
κι η παραισθητική σφραγίδα της δωρεάς.

Στα στέφανα της κόρης του

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Είχε τρακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.
 
Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.
 
Κατά την τελετή του μυστηρίου δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της. Μπήκε απ΄το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε πίσω από μια κολόνα και καμάρωνε. Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ. Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού και τον αφήκανε στην ησυχία του.
 
Τελειώνει ο γάμος και να χαίρεστε τα στέφανα. Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν καθένας στ΄αυτοκίνητό του, χάνονται.
 
Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτος στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.
 

Παιδί με μια φωτογραφία

 Κυριάκος Χαραλαμπίδης

 
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
 
Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.
 
Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.
 
Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ’χαν παγώσει και δεν σάλευε καμιά.
 
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.
 
Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

Ύστερη Εποχή του Χαλκού

 Κυριάκος Χαραλαμπίδης

 
Θ’ ακούσατε θαρρώ και για το ρήγα
Της Αλασίας που κυπροσυλλάβισε
Στον «αδερφό» του Φαραώ: «Καϊρέττιν!
Αντέχω τζι εν αντέχω τρεις μηνάες.
Σαρατζηνοί εσκουλλίσαν την αγίαν
Νήσον της Τζύπρου τάνα τζι εσού νάκκον».
 
Για να τον φχαριστήσει στέλλει δώρο
Λίγο χαλκό συμβολικά, «επειδή», λαλεί του,
«τζιείν” του θεού Νεργκάλ της Ασσυρίας
Εσσέπασεν το σιέριν του την χώραν
Τζιαι πλάσμαν εν αφήκεν στα λαούμια».
 
Ο Φαραώ Αμένοφις ο Δ΄
Κυλούν τρεις μέρες και κυλούν τρεις μήνες
Προθύμως δε στον «αδελφό» του στέλλει
Δυο τενεκέδες λάδι κι ένα βόδι,
Στέλλει και μπύρα Αιγύπτου, πρώτης ποιότητος.
«Δικά σου και τα πώματα», του γράφει.

Τρίτο Γράμμα στη Μητέρα

του Κώστα Μόντη

 
Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς
και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.
 
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!

Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»
 
Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο,

ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.
 
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…
 
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.
 

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.