Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατήγης Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατήγης Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Η κάμαρά μου



Στη χρυσή μου την νειότη, στον καλό τον καιρό μου
ένα πόθο διψούσα κ είχα πάντα όνειρό μου :
Τη ζωή λαχταρούσα στους αγρούς και τα δάση
στο γαλάζιο το  κύμα, στη σμαράγδινη πλάσι
και της φύσεως χωρούσαν όλα τότε τα πλάτη
στης πλατειάς της καρδιάς μου το μεγάλο παλάτι.
Αγαπούσα τον κόσμο κι είχα μόνη χαρά μου,
Να πετάξω μακρυά σου, ω στενή καμαρά μου.

Τώρα η άδεια καρδιά μου που τα όλα έχει μισήσει
μόνη εσένα λατρεύει, της ψυχής ‘ρημοκκλήσι
Συ την πλάσι όλη κλείνεις μες στους τέσσερες τοίχους
που βουβά αντιλαλούνε με θανάσιμους στίχους
και θαρρώ πως πλαταίνουν ‘μπρος τριγύρω και κάτου
όσο φεύγω τον κόσμο με λαχτάρα θανάτου.
Μου μαθαίνουν τον τάφο ν’ έχω μόνη χαρά μου
Αχ! Να στένευε ακόμα η μικρή κάμαρά μου.


Στρατήγης Γεώργιος

Στο σπίτι μας (απόσπασμα)

  
     H κάθε σου γωνιά και κάθε σου άκρη
     Aντιλαλεί το γέλοιο μου ή το δάκρυ,
     Tων τραγουδιών μου ήχο ή στεναγμό·
     Σταίς κάμαραίς σου μέσα και ’στούς τοίχους
     Θωρώ τα όνειρά μου και τους στίχους,
     Tον πόνο, την ελπίδα, τον καϋμό.
 
     Kαι τάψυχα όλα ακόμα με γνωρίζουν,
     Kι’ αγάπης λόγια γύρω ψιθυρίζουν
     Tραπέζι, εικονοστάσι, και σκαμνί·
     Xαμόγελο μου δείχνει κάθε εικόνα,
     Kαι την αγκάλη ανοίγει η πολυθρόνα,
     Που κάθονται οι γονειοί μου οι σεμνοί.




Γεώργιος Στρατήγης 

Γεώργιος Στρατήγης (βιογραφικό)

Ο Γεώργιος Στρατήγης γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1860. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα, το Παρίσι και το Βερολίνο. Εργάσθηκε αρχικά ως δικηγόρος και στην συνέχεια  ως συμβολαιογράφος στην Αλεξάνδρεια και στον Πειραιά. Το έργο του είναι κυρίως ποιητικό, αλλά περιλαμβάνει και διηγήματα και θεατρικά μονόπρακτα. Μετέφρασε δραματικά έργα γάλλων και γερμανών λυρικών. Πέθανε τον Νοέμβριο του 1938.
Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό του Βλ. Γαβριηλίδη Μη χάνεσαι. Στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό του 1892 βραβεύθηκε το ποίημά του «Έρως και ψυχή». 
Ποιητικές συλλογές: 
Ροδοδάφνες (1880), 
Δύο επέτειοι (1889), 
Νέα ποιήματα (1892), 
Τραγούδια του σπιτιού (1899), 
Ηρώα και μνημόσυνα (1902), 
Τρόπαια (1914),
Τι λεν τα κύματα (1918) 

και την συλλογή διηγημάτων: Το βιβλίον της ψυχής (1897). 

Δημοσίευσε επίσης τα δράματα: Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος και Αρχίλοχος. Από τα ποιήματά του κάποια παρέμειναν ανέκδοτα.

[Πηγές: Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Χάρης Πάτσης, 1968, τομ. 12· «Στρατήγης Γεώργιος», Live-Pedia.gr Τελευταία επίσκεψη 27/12/06 ]

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

«Κλαίω−Γελώ»

ΑΦΙΕΡΟΥΤΑΙ ΤΗΙ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΙ Φ…

Εἶναι ὁ νέος βίος μου διηνεκὴς τρυτάνη
Καὶ ἔχει ὡς ἀντίρροπον τὸ δάκρυ μου ὁ γέλως.
Ἐντεῦθεν νήπιον φαιδρὸν λικνίζεται μὲ μέλος,
Ἐκεῖθεν μελανὸς σταυρὸς ὑψιτενὴς βλαστάνει.
Ὑψόνονται μετὰ ρυθμοῦ, ἠρέμα κάτω πίπτουν,
Καὶ ρόδων πέταλα ὑγρὰ ἐκ τῶν δακρύων ρίπτουν.
…………………………………………
Πόσον μὲ θέλγ' ἡ παιδικὴ σκηνὴ, ὤ! πῶς μὲ θέλγει,
Ὁπόταν βλέπω εὔθυμος ὁμάδα συμπαικτόρων!
Γελῶν πρὸ βρέφους ἵσταμαι ὅπερ ζωὴν ἀμέλγει,
Καὶ ἐκμυζᾷ μετὰ τρυφῆς τοῦ οὐρανοῦ τὸ δῶρον.
Ὁ γνάθων! πῶς τὸ νέκταρ του ὅπως οἰνόφλυξ πίνει,
Καὶ δὲν λυπεῖται τὴν μαμμὰ ποῦ μειδιῶσα κλίνει.
Πολλάκις εἶναι δι' ἐμὲ γλυκὺ νἀνοηταίνω!
Ἕκφρων νὰ παίζω, νὰ γελῶ, νᾅδω, νὰ παίζω πάλιν.
Μὲ τοὺς μικρούς μου ἀδελφοὺς νὰ συγκροτοῦμεν πάλην,
Καὶ ἐννοεῖται πάντοτε ὁ ἡττηθεὶς νὰ μένω.
Νὰ ἵστανται ἐπάνω μου ὡς τρόπαια ἀλύπως
Καὶ νὰ τοὺς φέρω κεκυφὼς ὡς Δὸν Κισσώτου ἵππος.
Ἄλλοτε πάλιν γέλωτας, ὡς κεραυνούς μου ρίπτω,
Εἰς σοβαράν τινα μορφὴν καὶ φεύγω παραφόρως.
Καὶ ἄλλοτε λιπόθυμος ἐκ τῶν γελώτων πίπτω,
Πρὸ φίλου μου, πρὸ συγγενοῦς, πρὸ.. πρὸ .. ἀδιαφόρως!
Μάτην οἱ τάλανες ζητοῦν νὰ μάθουν τὴν αἰτίαν
− Βλέπω πετῶντα κώνωπα, βλέπω πετῶσαν μυῖαν! −
Ἄλλοτε χαίνω θεωρῶν ἱπτάμενον στρουθίον,
Καὶ εἰς τὸν δρόμον ἵσταμαι, Νιόβη πετρωθεῖσα.
Καὶ ἄλλοτε ὡς χρυσαλλὶς ἐκ μύρων μεθυσθεῖσα,
Ἔνθους πετῶ ἐδῶ − ἐκεῖ, εἰς διεθνὲς τοπίον
Καὶ μόνον ἡ καρδία μου ἀσπαίρει πρὸ τοῦ κάλλους,
Καὶ τότε… τότε θεωρῶ εὐδαίμονας τοὺς ἄλλους!
Τοὺς ἄλλους ὅσοι πρὸ ἐμοῦ εὐδαίμονες περῶσι,
Κρατοῦντες τὴν θεὰν αὐτῶν εἰς τὸν βραχίονά των.
Ἄ! τότε εἶναι δυνατὸν θνητοὶ νὰ λογισθῶσι,
Ἀφοῦ οἱ ἄγγελ' εἰς αὐτοὺς δανείζουν τὰ πτερά των;
Καὶ βλέπω, βλέπω φεύγοντα, καὶ δύοντα τὰ ζεύγη,
Ὡς ὅταν βλέπω ὄνειρον γελόεν νὰ μὲ φεύγῃ!
Ἑγείρομαι καὶ τὄνειρον ζητῶ ἀπὸ τὴν μνήμην,
Νὰ τὸ ἐνδύσω μἔνδυμα παιδίσκης νεφελώδους,
Πλὴν ἡ ἠχὼ μοὶ ἀπαντᾶ μὲ μουσικὴν πενθίμην,
Καὶ μάτην εἰς τὴν ὄασιν πετᾶ τοῦ ἰδεώδους!
Μάτην μὲ δάκρυα τὴν γῆν τῆς φαντασίας βρέχω!
Ὄνειρα μόνον φύονται πλὴν ἄνθος ζῶν δὲν ἔχω.
Ὤ! πῶς τὸ ἄνθος μου τὸ ζῶν ἐκεῖνο θὰ λατρεύω!
Εἰς τῆς φαντασιώσεως τὴν ἀτμοσφαίραν πλέων,
Μ' ἐκείνην εἰς ἓν πλαίσιον θὰ ζήσω ἐξ ἀνθέων,
Καὶ μὲ τὸ θεῖον μῦρον της τὸν βίον μου θ' ἀρδεύω.
Ὤ! ἐὰν πρός με ἤρχετο ὡς τὴν ἐφανταζόμην,
Μὲ ὄμμα δῦον, μελανὸν καὶ μ' ἐρεβώδη κόμην!
Μικρὰν ἱεροφάντιδα τὴν θέλω τῶν παιγνίων
Πετῶσαν ὅπως μ' ἀσπασθῆ, τὰς φίλας της πλαγγόνας
Εἰς τὸ ἁγνόν μας αἴσθημα, τὸ παιδικὸν, τὸ θεῖον,
Μόνον ἐκείνας ἔχουσαν ἐξ ἀπορρήτων μόνας.
Καὶ νὰ ταῖς λέγῃ: μετ' ἐμὲ θὰ ἀγαπᾷ ἐκείνας!
− Ὤ! ἂς κοιμῶνται ἥσυχοι εἰς τὰς μικράς των κλίνας! −
Ἐρατεινὸν ἀμφίβιον θέλω ἐγὼ τὴν φίλην.
Παιδίον εὔχαρι τῆς χθὲς, τῆς αὔριον παρθένον.
Μὲ πτέρυγας ὡς ἄγγελον νὰ τὴν λατρεύω θῆλυν,
Νὰ ἵπταται καὶ νὰ πετῶ κατόπιν της ἀσθμαίνων.
Νὰ πλέκῃ τοὺς χλιδίζοντας καὶ μελανοὺς βοστρύχους,
Ὅπως ὁ Βύρων ἔπλεκεν δύο πυρώδεις στίχους!
Τοιοῦτον ἔρωτα ἁγνὸν καὶ τὶς καὶ τὶς δὲν θέλει,
Ὁπόταν εἶναι ἔμβλημα αἰώνιον ὁ γέλως,
Καὶ συσταυροῦτ' ἐρωτικῶς ἡ μῦρτος μὲ τὸ βέλος,
Ἐν ᾧ πληροῦται ὁ ἀὴρ μὲ φιλημάτων μέλη;
Τοιοῦτον ἔρωτα ἐγὼ ἐπόθησα τοιοῦτον!
Γελώτων, μέθης, οὐρανοῦ, καὶ αἰσθημάτων πλοῦτον!
Σεπτέμβριος, 1870.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Ὁ Ματρόζος

Ἕνας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια,
μὲ κάτασπρα μακριὰ μαλλιά, μὲ πύρινη ματιά,
σὰν πλάτανος θεόρατος γυρμένος ἀπ᾿ τὰ χιόνια,
περνοῦσε πάντα στὸ νησὶ τὰ μαῦρα γηρατειά.
Εἶναι ἀπὸ κείνη τὴ γενιὰ κι ὁ γερο-καπετάνος
ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν ὕπνο του τὴν ἔτρεμε ὁ Σουλτάνος.

Εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ ἔχυσαν τὸ ἀθάνατό τους αἷμα,
ἀπὸ τοὺς χίλιους ποὺ ἔβγαλες, πατρίδα μου χρυσή,
εἶναι ἀπὸ κείνους ποὺ ἔβαλαν στὴν κεφαλή σου στέμμα
καὶ ἄγνωστοι σβηστήκανε στὸ δοξαστὸ νησί.
Εἶχες ἀστέρια ὁλόλαμπρα στὸν οὐρανό σου κι ἄλλα,
μὰ ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἔλαμψαν ἤσανε πιὸ μεγάλα.

Σὰν ἔγραψαν μὲ τὸ δαυλὸ τῆς ἱστορίας μόνοι,
χωρὶς γι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἥρωες μία λέξη αὐτὴ νὰ πεῖ,
μὲ τὴν πληγή τους γιὰ σταυρὸ κι ἀτίμητο γαλόνι,
ἄλλοι στὰ δίχτυα ἐγύριζαν καὶ ἄλλοι στὸ κουπί.
Κι οἱ στολοκάφτες τῶν Σπετσῶν, τ᾿ ἀτρόμητα λιοντάρια,
μὲ τὶς βαρκοῦλες ἔπιαναν στὸ περιγιάλι ψάρια.

Ὁ γέρος μας παράπονο ποτὲ δὲ λέει κανένα,
μὰ καπετάνους σὰν ἰδεῖ μὲς στὰ βασιλικά,
ἐκείνους πού ῾χε ναῦτες του μὲ μάτια βουρκωμένα
στὰ περασμένα ἐγύριζε καὶ στὰ πυρπολικά,
καὶ ξαπλωμένος δίπλα μου, μοῦ ῾λεγε ἐκεῖ στὴν ἄμμο
πόσα καράβια ἐκάψανε στὴν Τένεδο, στὴ Σάμο.

«Παιδί μου, τώρα ἐγέρασα, παιδί μου θ᾿ ἀποθάνω»,
στὸ τέλος πάντα μοῦ ῾λεγε μ᾿ ἕν᾿ ἀναστεναγμό,
«Ἕνας Ματρόζος δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ζητιάνο,
μὰ νὰ βαστάξω δὲν μπορῶ τῆς πείνας τὸν καημό.
Κλαίω ποὺ ἀφήνω τὸ νησί, θὰ πάω στὴν Ἀθήνα,
πρὶν πεθαμένο μ᾿ εὕρετε μία μέρα ἀπὸ τὴν πεῖνα...

Μοῦ λέν, ὁ καπετὰν Κωνσταντῆς, ἀπ᾿ τὰ Ψαρὰ κεῖ πέρα,
πὼς ὑπουργὸς ἐγίνηκε μεγάλος καὶ τρανός,
κι ἂν θυμηθῇ πὼς τὴ ζωὴ τοῦ ἔσωσα μία μέρα
ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὴν Τένεδο, μποροῦσε ὁ Ψαριανὸς
νὰ κάνει τίποτε γιὰ μὲ κι ἴσως νὰ δώσουν κάτι
σ᾿ ἐκεῖνον πού ῾χε τάλαρα τὴ στέρνα του γεμάτη».

Πέντε ἕξι ἡμέρες ὕστερα ἐμπῆκε στὸ βαπόρι
κι ἀκουμπιστὸς περίλυπος ἐπάνω στὸ ραβδί,
ὡς ποὺ στὴν Ὕδρα ἔφθασε, ἐγύριζε στὴν πλώρη
τὸ λατρευτό του τὸ νησὶ ὁ γέροντας νὰ δεῖ.
Καὶ σκύβοντας τὰ κύματα δακρύβρεχτος ἐρῶτα,
πῶς φεύγει τώρ᾿ ἀπ᾿ τὸ νησὶ καὶ πῶς ἐρχόταν πρῶτα.

«Ἐδῶ τί θέλεις, γέροντα;» ρωτᾷ τὸν καπετάνο
στὸ ὑπουργεῖον ἐμπροστὰ κάποιος θαλασσινὸς
ντυμένος στὰ χρυσά. «Παιδί μου, εἶναι πάνω
ὁ Κωνσταντής;». «Ποιὸς Κωνσταντής;». «Αὐτός... ὁ Ψαριανός».
«Δὲ λὲν κανένα Ψαριανό, ἐδῶ εἶναι Ὑπουργεῖο,
νὰ ζητιανέψῃς πήγαινε μὲς στὸ φτωχοκομεῖο!».

Ὁ γέρος ἀνασήκωσε τὸ κάτασπρο κεφάλι
καὶ τὰ μαλλιά του ἐσάλεψαν σὰν χαίτη λιονταριοῦ
καὶ μὲ σπιθόβολη ματιὰ μὲς ἀπ᾿ τὰ στήθια βγάνει
μὲ στεναγμὸ βαρύγνωμο φωνὴ παλληκαριοῦ:
«Ἂν οἱ ζητιάνοι σὰν κι ἐμὲ δὲν ἔχυναν τὸ αἷμα,
οἱ καπετάνοι σὰν καὶ σὲ δὲν θὰ φοροῦσαν στέμμα!»

Τότε ὁ Κανάρης ποὺ ἄκουσε φιλονικία κάτου,
στὸ παραθύρι πρόβαλε νὰ δεῖ ποιὸς τὸν ζητεῖ
καὶ τὸ νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε ἡ καρδιά του
καὶ νά ῾ρθει ἐπάνω διέταξε μὲ τὸν ὑπασπιστή.
Κάτι ἡ φωνὴ τοῦ γέροντα τοῦ ἐξύπνησε στὰ στήθη,
κάτι ποὺ μοιάζει μὲ ὄνειρο μαζὶ καὶ παραμύθι.

Τὸν κοίταξε τὰ μάτια του μὲς στὰ μακριά του φρύδια,
Ποὺ μοιάζανε σὰν ἀετοὺς κρυμμένους στὴ φωλιά,
στὸν καπετάνο ἐφάνηκαν μὲ τὴν φωτιὰ τὴν ἴδια,
ὅταν τὰ ἐφώτιζε ὁ δαυλὸς τὰ χρόνια τὰ παλιά.
Κι ἕνας τὸν ἄλλο κοίταζε κατάματα οἱ δυὸ γέροι,
ὁ ἡμίθεος τὸν γίγαντα, ὁ ἥλιος τὸ ἀστέρι.

«Δὲν μὲ θυμᾶσαι, Κωνσταντή;» σὲ λίγο τοῦ φωνάζει,
«γρήγορα σὺ μὲ ξέχασες, μὰ σὲ θυμᾶμαι ἐγώ!...».
«Ποιὸς τό ῾λπιζε νὰ δεῖ ποτές», ὁ γέροντας στενάζει,
«τὸν καπετάνο ζήτουλα, τὸ ναύτη ὑπουργό!...».
Καὶ σκύβοντας τὴν κεφαλὴ στὰ διάπλατά του στήθη,
τὴ φτώχεια του ἐλησμόνησε, τὴ δόξα του ἐθυμήθη.

«Ποιὸς εἶσαι, καπετάνο μου; Καὶ ποιό ῾ναι τὸ νησί σου;»,
ὁ Ψαριανὸς τὸν ἐρωτᾷ μὲ πόνο θλιβερό,
«πενήντα χρόνια, μιὰ ζωή, περάσανε, θυμήσου
ἀπ᾿ τῆς καλῆς μου ἐποχῆς, ἐκείνης τὸν καιρό.
Μήπως στὴν Σάμο ἤσουνα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη;
Στὴν Κῶ, στὴν Ἀλεξάνδρεια, στὴ Χῖο, στὴ Μυτιλήνη;»

Ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὴν Τένεδο ...πενήντα πέντε χρόνια
ἐπέρασαν ἀπ᾿ τὴν στιγμὴν ἐκείνη, σὰν φτερό.
Σὰν νὰ σὲ βλέπω Κωνσταντή, δὲ θὰ ξεχάσω αἰώνια...
Ἀκόμα στὸ μπουρλότο σου καβάλα σὲ θωρῶ...
Χρόνος δὲν ἦταν πού ῾καψες στὴ Χιὸ τὴ ναυαρχίδα
κι ἦταν ἡ πρώτη μου φορὰ ἐκείνη ποὺ σὲ εἶδα...

Ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὴν Τένεδο, θυμᾶσαι; Μιὰ φρεγάδα
σ᾿ ἔβαλε ἐμπρὸς μ᾿ ἀράπικου ἀλόγου γληγοράδα
μ᾿ ὀχτὼ βατσέλα πίσω της ἐμοιᾶζαν περιστέρια
κι ἐσὺ γεράκι γύρω τους... ἐπάνω στὸ μπουρλότο,
ποὺ τὴν κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ᾿ ἀστέρια,
σὰν δαίμονας μὲς στὸν καπνὸ γλυστροῦσες καὶ στὸν κρότο.

Σὲ καμαρώνω ἀπὸ μακριά... κι οἱ ναῦτες κι ὁ λοστρόμος
μ᾿ ἐξώρκιζαν νὰ φύγουμε τοὺς εἶχε πιάσει τρόμος,
γιατὶ ἡ ἁρμάδα ζύγωνε ἐπάνω στὸ τιμόνι
θάρρος στοὺς ναῦτες σου ἔδινες... δὲν βάσταξε ἡ καρδιά μου,
σὲ μιὰ στιγμὴ χανόσουνα, σὲ μιὰ στιγμὴ καὶ μόνη
καὶ «ὄρτσα! μάϊνα τὰ πανιά!» φωνάζω στὰ παιδιά μου.

Στὸ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ μᾶς σίμωσες... μ᾿ ἀντάρα,
ὁ Τοῦρκος κοντοζύγωνε ἡ μαύρη μου καμπάρα
ἀστροπελέκια καὶ φωτιὲς καὶ κεραυνοὺς πετοῦσε,
μὰ σὰν δελφίνι γρήγορα κι ἐκεῖνος ἐγλιστροῦσε.
Οἱ ναῦτες μου φωνάζανε: «Τί κάνεις καπετάνο;»
Κι ἐγὼ τοὺς λέω: «Τὸν Ψαριανὸ νὰ σώσω κι ἂς πεθάνω...».

Καὶ σοῦ πετῶ τὴ γούμενα... καὶ δένεις τὸ μπουρλότο...
κάνω τιμόνι δεξιά... τὸ φλογερὸ τὸ χνῶτο
τοῦ Τούρκου θὰ σὲ βούλιαζε - θυμᾶσαι; Σοῦ φωνάζω,
«Πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους ν᾿ ἀνεβεῖς», μὰ δὲν μ᾿ ἀκοῦς κι ἀφήνεις
ἄλλοι ν᾿ ἀνέβουν... ἔσκυψα κι ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ σ᾿ ἀδράζω,
καὶ σ᾿ ἔσωσα κι ἐφύγαμε... μὰ δάκρυα βλέπω χύνεις!...».

«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ὁ Κωνσταντὴς φωνάζει
καὶ μὲς στὰ στήθη τὰ πλατιὰ σφιχτὰ τὸν ἀγκαλιάζει.
Κι ἐνῷ οἱ δυὸ γίγαντες μὲ τὰ λευκὰ κεφάλια
στ᾿ ἄσπρα τους γένεια δάκρυα κυλοῦσαν σὰν κρυστάλλια,
δυὸ κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα ἀπὸ τὸ χιόνι,
ὅταν τοῦ ἥλιου τὸ φιλὶ τὴν ἄνοιξη τὸ λειώνει.-

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.