Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013
Στέλιος Δουμένης (μικρή αναφορά)
Θάλασσα
σκληρή, μπαμπέσα, άπονη, φόνισσα του παιδιού μου.
Θάλασσα μαύρη θάλασσα, κακιά λεβεντοπνίχτρα
μ' άφησες χήρα με ορφανά τη μαύρη κείνη νύχτα.
Θάλασσα άπιστη γιατί; τί σού 'χω καμωμένα
κι έσταξες δηλητήριο τόσο πολύ σε μένα;
Ο άνθρωπος με τόσο νου τα πράγματα συγχέει
κατηγορεί τη θάλασσα χωρίς αυτή να φταίει.
Ο άνεμος την τυραννά, τη σπρώχνει και τη δέρνει
κι αυτή αγκαλιάζει ό,τι βρει να κρατηθεί η καημένη.
Κι ο πεισματάρης άνεμος σκάφτει ως τα βάθεια
και την πετάει στη στεριά και τη χτυπάει στα βράχια,
κι η θάλασσα αδύναμη αφρίζει και βογκάει
για να σωθεί ζητάει να βρει απάνεμα να πάει.
Κι όταν ξεσπάει ο άνεμος ούτε που καν σαλεύει
στη ράχη της η χάρτινη βαρκούλα ταξιδεύει.
Χορτάσαν;
τίμιοι και απατεώνες,
πλην εκείνων που πεινάσαν,
– ποιός μου λέει πως χορτάσαν;
Η Λεύκα
την ώρα που κοιμότανε δίπλα από το πηγάδι.
Κι όπως ήταν θεόρατη και φορτωμένη χρόνια
οι ρίζες δεν την κράτησαν σαν έγειραν τα κλώνια.
Κι η δύστυχη γκρεμίστηκε στ' ανέμου τα γινάτια
και το πρωί την κλαίγανε παιδίσια αθώα μάτια.
Τι όνειρο να έβλεπε η δόλια αυτό το βράδυ;
πως παίζανε στον ίσκιο της τριγύρω απ' το πηγάδι;
Όλα της ρούγας τα παιδιά, εγγόνια, δισεγγόνια
και τους παππούδες πού 'σερναν τις θημωνιές στ' αλώνια;
Ή μήπως τους αμπελουργούς που τρύγαγαν τ' αμπέλια
κι ερχόντανε οι κοπελιές με χωρατά και γέλια;
Με της αυγής το πρώτο φως, το ύστερο αστέρι
κι άλλες κρατούσανε ασκιά κι άλλες σταμνιά στο χέρι.
Και ζώνανε το πέτρινο πλατύγυρο πηγάδι
τραβάγαν και γιομάγανε για νά 'χουν ως το βράδυ.
Ή θά 'βλεπε της γειτονιάς κάθε κρυφό καμάρι
πως παίζαν και τραγούδαγαν στου Άη-Λια τη χάρη;
Ούτι ο Προκόπης και βιολί ο Φώνης κι ο Σιδέρης
λαγούτο και τραγούδαγε τρανά ο Παπασιδέρης.
Αν ήταν τούτο τ' όνειρο που έβλεπε η καημένη
θα έφυγε χορεύοντας και τρισευτυχισμένη.
Ο καθρέφτης
οι παλιές καλλιγραφίες, οι καινούργιες μουντζαλιές.
Δίπλα μου ήταν ο καθρέφτης έριξα μια ματιά
κι είδα κάρβουνα και στάχτες πού 'χαν μείνει απ' τη φωτιά.
Είπα να τον κάνω σκόνη να μην έμενε γυαλί
μα το σκέφτηκα λιγάκι και τον βρήκα μπεσαλή.
Τί κι αν γύρω μου μού λέτε “Στέκεσαι μια χαρά”;
ο καθρέφτης μου το είπε και μου τόπε καθαρά.
Ψέματα μου λέτε όλοι, άλλος λίγο άλλος πολύ
κι έμεινε να λέει αλήθεια μόνο ετούτο το γυαλί.
Το βουνό
κι όσο πιο θαμπά θωρώ τόσο διακρίνω το Θεό,
κι όσο πιο τα πόδια σέρνω, στο Θεό γοργά πηγαίνω.
Δεν θα τ' ανέβω το βουνό μα θα ανεβώ τον ουρανό.
Νά τι θα πει Ελλάδα
έγινε αντιδήμαρχος και παραλίγο δήμαρχος,
νά τι θα πει Ελλάδα!
Σαν δαύτον βλέπεις στη Βουλή πολλούς σε κάθε αράδα,
κοιμούνται, ροχαλίζουνε, ξυπνάνε και ψηφίζουνε,
νά τι θα πει Ελλάδα!
Σαν τράτα καταντήσαμε που σέρνει την καλάδα,
στον πάτο πάει το άκρο της και ό,τι βγάλει ο σάκος της.
νά τι θα πει Ελλάδα!
Ό,τι ζητήσεις θα το βρεις στην κάθε μια καλάδα,
μα πάντα έχει όσα θες: χάνους, χταπόδια και σουπιές,
νά τι θα πει Ελλάδα!
Εάν σκοτώσεις ένανε
|
Παράξενα μεσ’ το ντουνιά!
δεν δίνουν πέτρα στο φονιά να κάτσει και βλέπεις ώμους σκαλιστούς, ασημοχρυσοκεντητούς, και κάθονται κι ευφραίνονται, ντουνιά που έχουν κάψει. Εάν σκοτώσεις ένανε αλίμονο σε σένανε. Σκότωσε κόσμο και ντουνιά να μη σε πουν ποτέ φονιά – να σε θαυμάζουν. Και να σου κάνουν εορτή κάθε χρονιά τη μέρα αυτή, κι όλοι να σε δοξάζουν. Εάν σκοτώσεις ένανε αλίμονο σε σένανε. Κάψανε πόλεις και χωριά –στον φόνο είχαν απλοχεριά μεγάλη– για μετά θάνατο τιμή, χρυσή τους κάνουν προτομή οι όμοιοί τους οι άλλοι. Εάν σκοτώσεις ένανε αλίμονο σε σένανε. Ακόμα και στις εκκλησιές, στις τρεις καμάρες ιερές τους ευλογάνε. Και με καντήλια ασημωτά και με ντουζίνες θυμιατά, τους μοσχοθυμιατάνε. Εάν σκοτώσεις ένανε αλίμονο σε σένανε. |
Το σήμερα
|
Αυτό που σήμερα είναι εχτές
ήταν σήμερα εχτές, μα και το σήμερα μαθές δεν θά 'ναι αύριο χθες; Ή μήπως και το αύριο δεν θά 'ναι χθες μεθαύριο; Κι όλα μαζί μεθαύριο αν θες, σήμερα, χθες, προχθές, αντιπροχθές. |
Ο αδελφός
κουρέλια πάνω στα κλαδιά
θεέ μου τι ανατριχίλα
λίγο πιο πέρα μια καρδιά.
Την είδα κι είπα πως χτυπούσε
είχε τα φύλλα χιαστί
μου φάνηκε πως με καλούσε
την πήρα κι ήτανε ζεστή.
Τ' όπλο, το κράνος, η αρβύλα
τα πάντα γύρω του εχθρού
μα η καρδιά... θεέ μου φύλα
ήτανε κάποιου αδελφού.
Την κράτησα στα δυό μου χέρια
κι άρχισα να μονολογώ
για των εμπόρων τα δεφτέρια
σήμερα εσύ, αύριο εγώ.
Δευτέρα 21 Μαΐου 2012
Κυριακή 20 Μαΐου 2012
Ο ζητιάνος κι ο Σουλτάνος
και τα φορέσαν του ζητιάνου
κι όσοι δεν ξέραν το Σουλτάνο
μετάνοιες κάναν στο ζητιάνο.
Μα κι όσοι ξέραν το Σουλτάνο
και δεν γνωρίζαν πως και τι
μετάνοιες κάνανε κι αυτοί,
Κι ύστερα ντύσαν το Σουλτάνο
λιγδιάρη, κουρελή ζητιάνο
κι όσοι δεν ξέραν τον Σουλτάνο
όξω! φώναζαν στο ζητιάνο.
Μα κι όσοι ξέραν το Σουλτάνο
και δεν γνωρίζαν πως και τι
όξω! φωνάζανε κι αυτοί.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.
