Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

«Μοντέλο για λινόδετη λάρνακα»

Αλέξιος Μάινας  

~~..~~   


Μοντέλο για λινόδετη λάρνακα

                                                                                 Στη φωτοσκίαση της ζωής
                                                                                 των αυλών του χωριού
                                                                                 η γιαγιά με κουβαδάκια μ’ αχλάδια
                                                                                 κάτω απ’ το δέντρο
                                                                                 νιώθοντας κοντή
                                                                                 πάνω στη σκάλα.

Όταν γυρίζω από δουλειές στο δωμάτιό μου
έχει πέσει πια πίσω απ’ τις απύλωτες μάντρες
–εκεί που το πρωί πρωί συντάσσει σκιές
θορυβώντας με τις πορφυρές παντόφλες του–
στη λίμνη με τις αργόσχολες πράσινες πάπιες
όπου δείχνει τα δέντρα να υψώνουν
τα κλαδιά τους όταν φυσά.
Ανοίγω ένα απ’ τα δυο δυτικά μου παράθυρα,
γεμίζω με το νυσταγμένο μου πρόσωπο τις παλάμες,
πονάνε λίγο οι αγκώνες
αλλά βολεύομαι.  

Ψάχνω ένα μοτίβο που να μην έχω ζωγραφίσει,
ένα πικραγγούρι ή τραγόχορτο, μια μολόχα ή φουμάνα
κίτρινη σαν δαυλός κάτω από γκρίζες αψίδες,
ή φαντάζομαι μια κυρία σε ψηλοτάβανα δώματα,
ένα αγρίμι σε πόρτες με κέδρινα κάδρα,
και χαϊδεύω τον άδειο καμβά στο λιγνό καβαλέτο.
Ψάχνω τα βλέμματα λοιπόν του μοντέλου μου
που δε λέει να σταματήσει να χασμουριέται
τσακίζοντας τον αυχένα, δείχνοντας ένα ξεδιάντροπο
ροζ στόμα να ροκανίζει την έννοια της ομορφιάς
με γεωμετρικά λευκά δόντια
που δεν ταιριάζουν στο μυτερό στέρνο
και τις μπίλιες των ώμων.  

Απαιτώ ακινησία
μα το λέω με δισταγμό σχεδόν άφωνα,
το λέω σαν ιπποκόμος που επιπλήττει ψιθυριστά
χτυπώντας χωρίς κακία
το τεράστιο λιγόπιστο κρεμεζί άλογο
που καμπυλώνει στο χέρι ξεφυσώντας.
Το σώμα της έτοιμο ν’ ανασηκωθεί,
μα περιορίζει την αγανάκτηση
–κατανοώντας τη θνησιγένειά της–
σ’ ένα πρόχειρο τίναγμα του λαιμού,
σε μια πρόταση των ποδιών
που ακουμπούν πάλι με όλο το πέλμα
στο φρέσκο
           κλεμμένο
           καρπούζι.  

~~..~~  

Αλέξιος Μάινας,
από την ποιητική συλλογή:
«Το περιεχόμενο του υπόλοιπου»
εκδ. Γαβριηλίδης, 2011


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ

Αλέξιος Μάινας  

~~..~~ 



Άρδευση και σπονδές της δυναστείας των Τανγκ.

Έχει μαζευτεί μια στρατιά μυρμήγκια
στο μαρμάρινο στηθαίο του μπαλκονιού,
ξεχειλίζουν απ’ τις σχισμές στη βάση του τοίχου.
Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στη θάλασσα πριν από δεκαετίες.
Ήταν ένα απ’ τα πρώτα ταξίδια στους αμμόλοφους του Βορρά,
στο Βέστερλαντ με το σκελετό του φαρόπλοιου
και το νησί Άμρουμ.
Έπεφτε νωρίς το φθινόπωρο, σύννεφα στραγγίζαν το φως 
και μοιραία φυσούσε γιατί θα ξεκίναγε το σχολείο. 


Υπήρχε μια μυρμηγκοφωλιά στα δοκάρια που στήριζαν 
τη στέγη του παράσπιτου της αγροικίας που νοίκιαζε ο θείος.

Απ’ τα παράθυρα φαινόταν η μουλιασμένη έρημος 
της ρυτιδωμένης απ’ την άμπωτη άμμου,

η γάτα που ’κανε τη δική της ανασκαφή, 
το σμήνος των γερανών που καθόταν στο πασσαλόπηγμα 
εποπτεύοντας τον περίπατο του νερού.

Ο θείος υποδεχόταν όρθιος το σούρουπο 
μπροστά στο κενό τζάκι και το σπαθί

πίνοντας και παραπατώντας.
Η γυναίκα του παραμόνευε για να ισιώσει το χαλί.
Οι αγοραίες προπόσεις του θείου ξεπερνιούνταν με Μπραμς.

Θυμάμαι να κυνηγώ τα μυρμήγκια που κατέβαιναν τον τοίχο 
και ξεκάμπιζαν στο χαλί, 
σκαρφάλωνα με τα παπούτσια στο σοφά και τα συλλάμβανα

ανάμεσα σ’ ανεμόμυλους κι απομιμήσεις των Φλαμανδών,  
τα σήκωνα με δυο δάχτυλα πάνω απ’ το στόμα και τα ’τρωγα.  
Η δανέζα νταντά, που μονίμως καθάριζε φρούτα, 
εμφανιζόταν στην καμαρόπορτα σαν αρχάγγελος

και σφύριζε με τα δόντια 
για να μου αποσπάσει την προσοχή χωρίς να με μαλώσει.


Ίσως γνωρίζω πολύ περισσότερα πράγματα τώρα, 
αλλά κοιτώντας μέσα μου τα παλιά μυρμήγκια

να ξανοίγονται στο τρικυμισμένο χαλί  
μοιάζουν όλα τα σημεία του χρόνου να εκτείνονται στην ίδια ευθεία 
σαν συλλαβές μιας τελεσίδικης ρήσης, 
και καθώς συλλέγεται διαρκώς υλικό και υπάρχουν ευθύνες 
είναι δύσκολο να σταθείς λίγο απόμερα 
και να καταλάβεις τι μένει.



Από την ανέκδοτη συλλογή:
«Ο διαμελισμός του Αδάμ»
© 2008-2015


~~..~~  

ΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ

Αλέξιος Μάινας  –  «Το δοκίμιο του περασμένου»  
~~..~~  



Χάδια με αθόρυβη λάμα.
(στην Ε., 26.11.1994)

Σ’ αυτή τη φωτογραφία είμαι
δίπλα μου θλιμμένος δεκαοχτώ ετών, 
κρατώ ένα ποτήρι με κάτι που δε θέλω να πιώ, 
στρέφω τον κορμό στο φακό
και χαμογελώ σαν κάποιος άλλος.

Στο βάθος μοιράζονται την άκρη του κάδρου δυο φίλοι,
πειράζουν ο ένας τον άλλο
γιατί τα άκρα τους εξέχουν απ’ το πουλόβερ. 
Δε γνωρίζουμε πως ζωή θα πει
στο τέλος να γελάς με ό,τι είπες.
Πως ό,τι κρατήσει,
θα το κρατήσει η τύχη.
Και θα το ευτελίσει ο καιρός.

Εδώ στον μικρόσωμο καναπέ
είναι ο πρώτος μου έρωτας
σιωπηλός στο πλατύσκαλο του λαβύρινθου
που θα φτιάχναμε,  
ένα κατώφλι με δόκανα και γιρλάντες.
Το φως πέφτει στο μάγουλο
και την ξαπλώνει ολόκληρη στο χαρτί.
Το άρωμά της πλησιάζει
μαντεύοντας πως υπάρχω.
Το γενικό μετατρέπεται σε μια χούφτα ντάλιες.

Μια σταλιά πριν χορέψουμε
διαλέγει για πάντα να ντραπεί.
Ξαναπέφτει το φλας.
Πίσω, εφάμιλλος, ο αγρός με το κόκκινο χιόνι,
το φεγγάρι που τούμπαρε και πάει να παραδοθεί.
Κάτω απ’ το δέντρο
η αλεπού με τα δικά της όχι,
δίπλα τα κλαδιά της κομμένης μιλιάς μου,
το χαντάκι μ’ ένα κάρο χαμένες ευκαιρίες,
στ’ αριστερά βυθισμένος στο νερό μιας σκιάς
ο μυρμηγκιασμένος απ’ την απόφαση που πήρε
ώμος μου.

Το χέρι της όμως
έξι χρόνια θ’ ακουμπούσε πάνω του.


~~..~~ 

Αλέξιος Μάινας,
από την ανέκδοτη συλλογή:
«Ο διαμελισμός του Αδάμ»
© 2008-2015



Στην αθέατη όψη του κόσμου από την Ποιητική Συλλογή: Χειμερινή Ισημερία του Νίκου Σουβατζή


Όταν θα μάθεις να ακούς κραυγές
εκεί που οι άλλοι ακούν μόνο σιωπή,
όταν θα μπορέσεις να δεις
ολόκληρους κόσμους
εκεί που οι άλλοι βλέπουν
το απόλυτο κενό
Όταν κλείσεις τα μάτια στο τίποτα
που ανάγεται σε σπουδαίο
Όταν κλείσεις τα αυτιά στον θόρυβο
που αποκοιμίζει συνειδήσεις
Όταν μάθεις να διαβάζεις
πίσω απ’ τους πηχυαίους τίτλους
Όταν αναζητήσεις την ουσία
μακριά απ’ το ψέμα
που βάφτισαν αλήθεια
Όταν καταλάβεις
πως ό,τι γράφεται με πόνο
προσεγγίζεται μόνο με την καρδιά
γιατί διαφορετικά
δεν μπορείς να το καταλάβεις
Όταν σταθείς με δακρυσμένα μάτια
πάνω από ένα ποίημα
και νιώσεις πως υπάρχει
και μια άλλη όψη του κόσμου
αθέατη για όσους δεν έχουν καρδιά
Τότε ίσως καταλάβεις
γιατί υπάρχουν άνθρωποι
που καταθέτουν την ψυχή τους στο χαρτί

ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΛΛΗ


--------------
Μες της Νυχτιάς τη Σιγαλιά,
ο Διαβατάρης Λογισμός μου αναπετά
στης Φύσης την Μυροφόρα Αγκάλη,
ταράζοντας το Όνειρο που μούφερε
με τη δροσιά του ο Μπάτης...
Κι ενώ Σελήνη και Άστρα τρεμοσβήνουνε
και όλο η Νύχτα λιγοστεύει,
ένα Φως λίγο Χλωμό,λίγο Θολό,
στον κάμπο και στη λίμνη...αντιφεγγίζει!
Τούτηνε τη Νύχτα η Χαρά,
την Ψυχή μου ανάστησε και πάλι,
τις Πίκρες και τις θλίψες μου φυλάκισε
στα Σκοτεινά Υπόγεια κελιά της,
και,λες κι ανοίξανε οι επτά Ουρανοί,
σκορπίζοντας στην Οικουμένη Ολάκερη
το μήνυμα πως έρχεται,
μία Ημέρα Αλλιώτικη,μία Ημέρα...Άλλη!

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Μαρία Σκαρπαθιωτάκη: Τρία (3) ποιήματα

Ψάπφω ,
έλα κοντά μου
να μ΄ αγγίξεις με το προστατευτικό σου χάδι
Το πιο γλυκό σου βλέμμα
γεμάτ΄ απ΄ομορφιά Ημίθεης
Θαρρώ πως έχεις!

Με μαεστρία στίχους πλέκεις και για μας παιδεύεσαι
Θυμάμαι τον Καιρό
που ερχόσουνα γεμάτη γέλια το πρωί
κι εμείς διψούσαμε
την συντροφιά σου

Λησμονούσαμε το Xρέος μας και τις ΄Ωδες
 προς σε  Σε ΄Ω Αφρόδιτα!

Θύμωνε τότε η Θεά κι ορκίζονταν
- από ζήλια -
κάποτε  να σ΄ έκδικηθεί
την Τέχνη σου να σβήσει

Αποκαμωμένες,χαρούμενες τ΄ άπόγευμα
 μαζί σου όλες Εσένα υμνούσαμε
μυστικά κι ανομολόγητα
Σάπφω!

Γιατί εσέν΄ αγαπούσαμε.

Το ΄Αγγιγμα σου
τους τρόπους σου
και τη γλυκιά μορφή σου
Τη  χάρη και τους στίχους που έπλεκες!

Αργά το βράδυ στην σκοτεινιά
γλυκόσυρτο χορό
αρχίναγες με Ύμνους και με Άρπα
 να ΄ρθει
να Φανερωθεί εκείνος
που πιο πολύ ποθούσε
 η καθεμιά μας
..............................................

                          Μαίρη Σκαρπαθιωτάκη
                                (Ωδή στην ΣΑΠΦΩ)



***


Οι Έρωτες
άναρχοι σχηματισμοί άλικων νεφών
χαράσσουν με Φως κάθε νέα ημέρα
κεντούν περιδινήσεις εντός μας
αποτινάσσουν ίχνη δισταγμών
διαγράφουν παρωχημένες ηθικές
αλλάζουν τα δεδομένα ενίοτε
ως θυσία ανίερη σε βωμούς προσωπικούς.




***


Δοκιμασμένο ποτάμι
το δάκρυ των ανθρώπων
απόκαμε νωρίς τούτο το δείλι .

Έτρεξε από τις κορυφογραμμές
στους κάμπους μίλησε  με τα αηδόνια
 είπε τον πόνο του στο κυκλάμινο
ξαπόστασε στην τρυφερή τη χλόη
στην ισκιάδα κοιμήθηκε
κι έφτασε στο κατώφλι.

 ΜΑΣ βρήκε !

Σε πρόσωπα αμήχανα που άλλοτε χαμογελούσαν.
ΘΥΜΑΣΑΙ
τότε που 'θαψες στην ακτή ένα κουβαδάκι;
Έχει εγκοπές και άλμη ανοίγματα παντού
κι είναι ραγισμένο ..

 Απ'το λιοπύρι των καιρών

Καθώς
 οι εποχές διάβαιναν
η άμμος
 σκέπαζε σιωπηλά
κάθε παιδικό Συναίσθημα.

Ποιός ξέρει;
΄Ισως κάποιο Ξημέρωμα
να το ΄Αναζητήσουμε
ξετυλίγοντας
τη δέσμια Άκρη
 ενός αόρατου Μίτου
 εκείνου που σφίγγει τις Ψυχές
 και φυλακίζει  Φωτεινούς Ασώματους...
                                             
                                      (Χαμένο Συναίσθημα) 2014  
                                         ©    Μαίρη Σκαρπαθιωτάκη


Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Δίποντο



του Π. Ένιγουεϊ

Πετάχτηκα στον ύπνο μου απ’ τη φασαρία. Φόρεσα τις παντόφλες και πήγα στο σαλόνι. Ο ένας πετούσε βιβλία στον άλλο! Τα μισά βιβλία μου πεταμένα στο πάτωμα!
«Τι συμβαίνει; Πάλι τα ίδια;»
«Αυτός άρχισε πρώτος!»
«Δεν τον αντέχω άλλο! Τη μια με βάζει να ξιφομαχώ με τουλούμια γεμάτα κρασί, την άλλη να ορμώ με το δόρυ μου σε ανεμόμυλους, την τρίτη να κυνηγάω λευκές φάλαινες στα πέρατα της γης… Δεν υποφέρεται πια! Εμένα βρήκε να κοροϊδέψει;»
Και συνέχισαν το βιβλιοχαμό!
Τους πήρα και τους δύο και τους πέταξα απ’ το παράθυρο κατευθείαν απέναντι στον ανοιχτό κάδο ανακύκλωσης.
Τους τόμους.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

ΑΚΤΗΜΩΝ : Ποιητική Συλλογή της Νένας Φιλούση που εκδόθηκε το 2014. (μικρό απόσπασμα)


ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΗΣ


Ο πατέρας μου είναι δάσκαλος σιωπηλός.
Κλείνει τρύπες και ρωγμές
με άσπρο, εύπλαστο πηλό «τον πιο καλό στην αγορά».
Βάφει πόρτες, παράθυρα, τοίχους
και πλένει τα πινέλα με νερό ή white spirit.
Δε μιλά. Ούτε γράφει. Μόνο κοιτάζει.
Τα καλοκαίρια βάφω κι εγώ
ό,τι βρω. Διάφορα χρώματα.
Δε ζωγραφίζω πια
μόνη μου γεμίζω τις τρύπες
και μπογιατίζω τοίχους αδιάκοπα.
Αλλά πάντα βγαίνει από κάτω
το λευκό του πατέρα.

ΜΕΤΡΟ


Κάνω συλλογή με υπόγειους χάρτες ταχείας μεταφοράς
λεωφορεία και τρένα σε μεγαλουπόλεις μοναξιάς
η κόκκινη γραμμή, η πράσινη, η μπλε
και τα μπαγάζια στην πλάτη
στους γυμνούς ώμους, στο σβέρκο
αφήνω ίχνη ενοχής παντού.
Η μέση μου πονά εκ γενετής.
Να φεύγεις λέει είναι σαν να πεθαίνεις λιγάκι.
Κουβάλησα βαγόνια φορτωμένα άλλους
αλλά φεύγω συνέχεια.
Ταξιδεύω κάνοντας λάθη
με τα εισιτήρια, τις βαλίτσες τον προορισμό.
Στις αναχωρήσεις γενικά είμαι χαρούμενη.
Μόλις δω τρένο χιμάω μέσα.
Με τόση αποταμίευση θανάτου ίσως τελικά χορτάσω τη ζωή.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ


Πατρίδα μπορεί να είναι ένας δίγλωσσος χάρτης
ή ένα πράσινο βιβλίο συμβίωσης
φωτογραφίες με ακίνητες ευτυχίες
στημένη ησυχία από παλιά
σε διάφορες ερμηνείες.
Κι ακόμα, η ματιά των άλλων
των περαστικών
που μας έδειξαν πώς ξεγυμνώνεται κανείς
χωρίς αιδώ μόνο από πείσμα
και πώς κοιτάζεις με λαχτάρα ένα σώμα
το πλησιάζεις, το κατοικείς
γίνεται το σώμα σου, η πατρίδα σου.
Κάτι δηλαδή σαν αυτοστέγαση.
Αιώνες μετά πατρίδα γίναν τα παιδιά μου.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Όταν γυρίσω από τα δεσμά μου
θα με αναγνωρίσεις μητέρα
από μια ελάχιστη φαγούρα στο δεξί φρύδι
κι ένα ερυθρό σημαδάκι
στο αριστερό μπράτσο από μέσα.
Θα με αναγνωρίσεις ως αγνοούμενη που επανήλθε.
Με τα ίδια σημάδια μητέρα.
Κι ας μην έφυγα ποτέ.

ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ ΑΚΤΗΜΩΝ


Δεν έχω τίποτε δικό μου
ούτ’ εμένα
ούτ’ εσένα.
Για τίτλο ιδιοκτησίας ούτε σκέψη.
Εδώ και το πακετάκι του θανάτου
«οι καπνιστές πεθαίνουν γρήγορα»
και από την άλλη μεριά «το κάπνισμα σκοτώνει»
μου το αγόρασαν. Ένας φίλος,
η ευρωπαϊκή ένωση, εσύ
δε θυμάμαι.

Νένα Φιλούση (βιογραφικά στοιχεία)

Η Νένα Φίλούση γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1969. (φιλολογικό ψευδώνυμο της Έλενας Σάββα) Σπούδασε παιδαγωγικά. Εργάζεται στην Δημοτική εκπαίδευση στην Κύπρο.

Ποιητικές Συλλογές: 

  •  "Μνημορροή", εκδ. «Ιωλκός» 2002 
  • "Υπόλοιπο Λογαριασμού", εκδ. "Βιβλιοεκδοτική" 2008. 
  • Ακτήμων (2014) 


Επίσης τη συλλογή διηγημάτων: "Ας ρώταγες ποιον αγαπώ", εκδ. "Παράκεντρο"(2010)  που πήρε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (2010) στη κατηγορία του Διηγήματος.

Υπόλοιπο Λογαριασμού: Ποιητική Συλλογή της Νένας Φιλούση. Εκδόθηκε το 2008 (μικρό απόσπασμα)



Προφητεία


Στις παρυφές της αυτάρκειας
το αίμα που ξοδεύεται
έχει σημασία και έκταση
όσο να γίνουμε κυανοί ή ολοπόρφυροι
στο ποίημα που πάλιωσε και τη ζωή μας την τόση.
Ας έρθει όμως πρώτα φως και βλέπουμε.
Η δεύτερη εποχή των σωμάτων
αρχινά πρωί καλοκαιριού
θαρρείς πάμφωτο.
Αλλά οι βροχές αργούν.



Καημός


Μικρό συννεφάκι σαν το λευκό στον ύπνο
και γαλάζιο φορτηγό που κατεβαίνει
πατώντας αθόρυβα σε αλήθειες
ασυνείδητες
σαν άγγελος.
Αυτός που είναι καραβάκι μου
ζωντανός αλλού φέρνε μου
χαμένος τάχα
από το φως και άτολμος
φέρνε μου, άγγελος σ’ όλα.
Ας έκανα μια λέξη ωραία
ξελογιάστρα, ηδονικιά, να τον κρατήσω.
Όχι για πάντα
Για όσο ζω στο χρώμα.

Κανονισμοί ασφαλείας


Είναι πονηροί λένε οι καιροί
καθώς οι φίλοι των ανέμων αλλάζουν τη φορά μας.
ανίδεοι εντελώς κάθε σωματικής επαφής ή δικαίου
που ακόμα κι αυτό μεροληπτεί
εις βάρος του εαυτού του.
Όσο για τους δρόμους που κλείσανε
βγήκε ανακοίνωση:
Θα παίρνουμε την εκτροπή
και θα μιλάμε μόνο στο τηλέφωνο.
Για το καλό μας.

Αντινόμος


Στις μικρές νυχτερινές συναυλίες
και στα υπαίθρια θέατρα.
στις γωνίες των σχολείων
και στο ημίφως του έρωτα μόνο
επιτρέπεται το κάπνισμα.

Αισθήσεις προς μνήμη


Αιχμάλωτος ο καιρός που εγκλωβίσαμε
μάτια και στόμα
στη λευκότητα του έρωτα
εδώ κι αλλού
αιχμάλωτος κι ο πόνος.
Τι πήραμε, τι δώσαμε σε ημερομηνίες λιτές
μικρές οδύσσειες στα φανάρια και στις διαβάσεις.
Αιχμάλωτος παραμένει ο έρωτας και πού τελειώνει
ό,τι θαρρείς πως πέρασε απ’ τη γεύση μας μονάχα
κι αλυσοδέθηκε στο νου.

ΜΝΗΜΟΡΟΗ: Ποιητική Συλλογή της Νένας Φιλούση: Εκδόθηκε το 2002 (μικρό απόσπασμα)





ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΡΩΤΟ


Στη σκοτοδίνη του έθνους
η ψεύτρα μητέρα μας ανεβαίνει
στο αυτοκίνητο του Αντρέα μ’ όλο το βιος
των Χριστιανών και κάνει γεια μοιραία.


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΕΥΤΕΡΟ


Ο μικρός νεκρός με τα χειμερινά φώτα
της ενέδρας και του κλοιού
γυρίζει πάλι στα μάτια μας.
«Ευρίσκομαι μεταξύ αγγέλων…» λέει
και τρώει σαν καλός νεκρός
το φαΐ που ετοίμασε η μάνα του.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «ΛΗΔΡΑ ΠΑΛΑΣ»


Ο τόπος είναι αυτόχειρας
και περπατά θηλυπρεπώς
πάνω στα πρηξίματα των αντρών στις φωτογραφίες
που γύρισαν λειψοί τάχα μου ελεύθεροι
τελευταία εποχή της ιστορίας εκείνης.
Έφηβη είναι και η λύπη μας που κλαίει στη φαντασία των αδήλώτων
οι ήρωες θαρρούν πως μπορούν να βγάλουν περίπατο
κάθε δικαίωμα ή ενοχή
χωρίς να τρομάξουν:
άσπρα φουγάρα οι περαστικοί.
Κι εσύ στη μνήμη μου.
Φωτιές δεν έχουν μείνει.
Οι εραστές μας πεθαίνουν κατ’ επανάληψη
στον ύπνο τους
Όλη μας η νιότη ένα οδόφραγμα
όπου κλάψαμε και ομαδικά και μόνοι
τα ταβάνια των ψηφισμάτων κινδυνεύουν
κι αυτά αδήλωτα
να χαθούν.
Όλη μας η νιότη ένα οδόφραγμα
όπου κλάψαμε και ομαδικά και μόνοι

ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ


Των πεθαμένων φίλων τα χέρια μεγάλωσαν και μας
φτάνουν
συνέχεια του κακού ονείρου
μυρωδιά από εγκαύματα στα άκρα μας
και απελπισμένα επιφωνήματα
εδώ.
Τον κουβαλήσαμε μέχρι τον τάφο
παιγνίδι όλα για όλα μην πέσουμε.
Κι εκείνος σηκώθηκε αξιοπρεπώς
έσπασε πιάτο, έχυσε λάδι
και κατέβηκε.
Συνεχίζει να μου γράφει ερωτικά
και μετά θάνατον.
Εγώ πορνεύτηκα
γεννήθηκα
και γέννησα.
Κι αυτός να στέλλει ολοζώντανος
γράμματα αγάπης.

ΕΝ ΤΕΛΕΙ


Οι ποιητές μάχονται ν’ ανέβουν στη λύπη
με τη χαρά στα σακίδια
να σώσουν τα θαύματα και τους αγίους
που αγάπησαν.
Δεν είναι νησί ο τόπος μας
ένα κουβάρι μόνο που μαζεύεται
τεντώνεται κι αναδιπλώνεται
αδιαλείπτως.
Η ποίηση ανεβαίνει στην άσκηση
εν πομπή
με κεριά και λαμπάδες
Κατεβαίνει στον πόνο μοναχή και λάμπουσα
με ένδυμα νυμφώνος καθαρό
από λογής-λογής αγνότητες κι ιδανικά.
«Η ποίηση είναι μνήμη, μνήμα, μνημείο»
και τα πουλιά του σκαλιστή
στ’ αμπέλια της Παναγίας
η νυχτερινή της μεταμόρφωση.
Γονυκλισία ατέλειωτη που καταργεί το τέλος.
Να τώρα μαζεύει τα ρούχα της
και κλείνεται στην ερημιά με πείσμα.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Πέρασα τη ζωή μου ψιθυρίζοντας


Μάνος Κράλης 

ΙΙ

Πέρασα τη ζωή μου ψιθυρίζοντας 
με τα πουλιά της θάλασσας και τ΄ αραγμένα καράβια, 
με τους νεκρούς θαλασσινούς στον τελευταίο τους βράχο.

Πέρασα τη ζωή μου ψιθυρίζοντας ...

Κύματα η αστροφεγγιά διαβαίνοντας το σκοτεινό γυαλί 
χτυπάει το θαμπωμένο τους μέτωπο
και τα σβησμένα μάτια.
Κύματα- κύματα περνούν με τα γαλάζια τους πανιά 
του απάνω κόσμου οι ξανθές  ημέρες.

Οι άγκυρες βυθίζονται στον ύπνο τους 
το μαύρο βυθό του ύπνου των 
χρυσά χελιδονόψαρα διασχίζουν. 

Κύματα η αστροφεγγιά θαμπώνει το αλλαγμένο τους πεόσωπο 
κοντά στην αλαφρόπετρα και τα χλωμά κοράλλια.


Επτά σφραγίδες στο νερό: 1971

Προσευχή (απόσπασμα) του Παύλου Βαλδασερίδη

Μένω με τα στρουθιά 
και με τα χελιδόνια 
που να τα κι από κλάδο σε κλαδί πηδούν 
και πέτονται, μυριδάδες στο γλαυκό τον αέρα
και ακροβατούν στις οριζόντιες αχτίδες του ήλιου.
Μένω στη γη με τη χαρά τους που να εξέσπασε
και πέταξε και να ξεχείλισε ως τα σύνορά Σου, 
κρυγή της στιγμής που αγνοεί το αύριο 
και το χθες. 
Μένω με τα λευκά τα πρόβατα
που απ΄ τη βοσκή γυρνάνε στο μαντρί τους
δίχως βία, 
και με τη γάτα που, στιλπνή, αναπαύετεαι στον τοίχο
κοιτώντας ήσυχα, τον κόσμο, ή την ουρά της.
Μένω στη γη με τη χαρά και τη γαλήνη των ανήξερων 
γιατί ξέρω. 

Μαγιοβότανα 1938

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Η πίστη… του Στρατή Παρέλη


Αφουγκράσου την άνοιξη πίσω απ' τα αγριολούλουδα.
Σήμερα το πρωί μια μέλισσα πετάριζε μπροστά μου
Και βύζαινε τα άνθη μαλακώνοντας την λυρική θεωρίας τους· α καημέ!
Βλέπω πίσω από κείνα που μου φράζουν τον ορίζοντα.
Γελούν γύρω μου ευωδιαστές εξάψεις και η λιακάδα ντροπαλή ανασκευάζει την ειδή των αφρόντιστων χωραφιών- ως να φανεί
Που θρησκεύω σε μια πίστη που δεν έχουν οι άλλοι.

Ημερολόγια


Άν παντρέψεις Φθινόπωρο και Άνοιξη
να ‘ρθεις με το στέμμα που ‘χασα
στο βάθος των λυγμών μου
πάνω στα κύτταρα της στιγμής αγνόησα το χρυσάφι
η ζωή μου αγκάθι
και ο πόνος ,πια αδιάφορη μελωδία
όλο να σιγοκαίει στην ψυχή μου
Όσο κι αν συγκρατούμαστε να ελπίζουμε
για τελευταία
απλά κοροϊδεύουμε το χωροχρόνο μας
κεντημένοι στάχτες
Σχεδιάζω μια λίμνη ή ένα δάσος ν'αφήσω το γλυκό στεναγμό
τη μόνη εξάρτηση για ευτυχία
Οι απλοί Συνδυασμοί εμψύχωσαν την ανίατη ιεροσύνη
της τραγικής αγνότητας
μεταξύ μας...
Καλημέρα
Καληνύχτα και Ουδέποτε βασιλιάδες
των Παθών
Δάκρυα οφείλουν να σχηματίζονται
εκείνα τα δευτερόλεπτα ,Άγιοι ψελλίζουν τις ευχές τους
πάνω στα πρόσωπά μας
όμως δεν κυλάνε
ο μικρός πονοκέφαλος
η κάθαρση
φτου και από την αρχή !
Νεφέλη Α.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.