Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένος Σωκράτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένος Σωκράτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

των ματιών τα παλιά εγγραφα

Από την έλξη στον κόσμο κινήθηκα
και σε λόφους φορές δυο στήθη
κατά κράτος νικήθηκα
μέσα στο ακούγομαι σέρνοντας
τα γεράνια σεντόνια στα πόδια σου
δυναστεία των ρόδων
πού ξυπνάς και λυπάσαι
μια διάθεση
μάντιδα δάφνη στο στόμα
μέχρι εκείνα τα λόγια
των ασωμάτων το βάρος
μέγα εύρος φωνήεντα που βαφτίστηκε ο άνεμος
κοιμάται τώρα στην ηχώ αρωμάτων
Στο πέραν του γέλιου
των ματιών τα παλιά έγγραφα ξεφυλλίζω

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

μονόλογος διάλογος

« σκάω αυτόχθονη φωτοβολίδα
να δεις
τίποτα απ` το μαύρο για μια στιγμή δε θα ισχύει »




Του έρωτος ο γιος
και ο πατέρας
που έπλεκε τα στεγανά κλαδιά
να φράζει από ποταμούς την εσοδεία της άνοιξης

μα τα νερά πεπειραμένα υπέρβαση
όχθες πλημμύρα

αγωνιαίος μόνος
στερέωσα εξώθυρα σε υψηλό βοριά
ανέμισα τις χαραμάδες και διαπερνάς χλομός
για το ικανό των ημερών εχθρών που ηττήθηκα
ο λίγος

με λυπήθηκε ο θεός
είπε εσύ μοσχοβολάς καρφί και κυπαρίσσι ρίζα
να εκτρέφεις τον κατακόρυφο άνθρωπο
και μονόξυλο
μολύβι των νυχτών να σε μετακομίζει
κληρονομιά από την πρώτη εξ απαλών φορά

σκέψεις ερίζουν τα παλιά δωμάτια
μα εσύ μονάχα από έναν υπαίθριο σταυρό δε λείπεις

πάντεψα τη μορφή σου
τον ερχομό
το όιιι σταμάτα φτάσαμε στην αυλή των γέλιων
ξεφορτώστε τα
κι έλειπες

αν μπορούσες θα σου φώναζα να τρέξεις
κι ας με διέσχιζες πατέρα
και τρέχω εγώ τους γύρους τώρα του εαυτού
και πουθενά η Δευτέρα Παρουσία

μίλησα
λύγισμα κορφή
στο ανάμεσό μας τόπος ιερός 
εσύ απροσπέλαστος να με νικάς 

με έναν θάνατο
και του ξενυχτισμένου φεγγαριού 
δεν αποφάσισα ακόμα
ποιο δάχτυλο από τα εκλιπόντα θα με δείχνει

φύλλο
ενδύθηκα την πίκρα χλωροφύλλη
που ΄γινε δάφνη που με μασάει
να μαντεύω δώρα απ` τη δική σου τη μεριά
είναι εκεί που φέγγω
με τα σαράντα χτυπήματα του σκοταδιού

έλα, μη μου φωνάζεις μες στα μάτια
πότε σου δάνεισα τη φωνή μου
εσύ που ήξερες να κλαις για μένα
όταν δεκάξι έφευγα
γύρνα
όχι
και πίσω ολόσωμος ξανά ημερωμένος
άλλα θεριά δεν είχα πια
κόντρα στην αγάπη

νυν εσαεί
διαμπερής νεκρώσιμης πομπής
με το υπόλοιπο κερί ανά χείρας
κόσκινο από υπερώο έως πέλμα
και ο μονόλογος διάλογος
και η μελισσοφάγος ανεμώνη
σε ό,τι λιβάδι φύτρωσα

επάρατος διαδικασία
να σε καλώ για ένα χάδι θεραπείας
το λέω κενό
κι ας ακουστεί κοινό για κείνονε 
που σκέτα ακούει
για τον ωραίο τυφλό που σέρνω στις πλαγιές μου
έστω για μια μου θέα

πρόσελθε
με το χαλινό του αλόγου
που ιππεύαμε χαρές 
και τα χέρια άλυσος
και το ΄να μάγουλό μου λοξά στην πλάτη σου του ιδρώτα
κι ο ισχυρός καλπασμός της ευτυχίας

πρόσφερνε
καλοκρασί από την κάνουλα του φθινοπώρου
τέτοιον καιρό κατέβαιναν τα αμπέλια μας
ως τα ρηχά του γόνατου
κι ως το φίλτρο της σπαραγγιάς
«γυμνοπατώντας σε τα αγκάθια θα αντρωθείς» έλεγες
μην κλαις
μη στις φωτιές του κόσμου απελπίζεσαι
λέβητα της καρδιάς μου

χείλι ανισόρροπο
ξέφτι σχοινί στην πιο επίσημη ακροβασία
μετρώ τα σταθμά
που με κατέφεραν σπάσιμο βάρος

οΐ οΐ το πυρετί πανί και το ξίδι
κι η γούβα του μαξιλαριού υπέρχειλη της νύχτας
προς την άλλη πλευρά των αθανάτων έτρεμα πυξίδα
κι ό,τι μου δίναν έβλεπα οι πεθαμένοι
λιβανόρουχα και καταχείμωνο αγκαλιά
σε ένα μέτριο βαθύ
και σ` ένα κέντρο η στάχτη

διάφανος πάλι
κατατίθεμαι της λύπης
ξεσκέπαστος θάλασσα να εννοώ
στα δεκάξι μαθαίνεις δρόμο τρελαίνοντας
αλλιώς δε νοείσαι απόσταξης Σαββατόβραδο
και σπασμένο γυαλί
αντιστρεπτό προς εαυτόν εμένα
οχιά
και μαίανδρος
και ξεροπόταμο
κι ο φράχτης που βαστούσε τα θολά έξω από τη ζωή μας
πατέρα άφαντος

σε ποια διεύθυνση ουρανού να στείλω
των βροχών τις μουσικές
και των μικρών ωρών τον ξένο
Δύση δύση όπου κι αν δεις

« γωνία θάλασσα»



θα μας πάρει ανοίγοντας
η νύχτα τα ζεστά δωμάτια των βράχων
θα ζήσουμε παρόντες στη βάφτισή μας
κλαίοντας από ευτυχία
με το λυχνάρι δίπλα σπασμένο στα χίλια του άστρου
και οι ηττημένοι στρατοί των ματιών
η θάλασσα
να αγρυπνά η θάλασσα σκόπελα σώματα
η θάλασσα το προικώο της χράμι δωρίζοντας στα δυο του ενός
με τον εξάψαλμο φύκιων αρωμάτων

όλα μου κι όλα μου κι όλα
το κορίτσι με τα κλειστά τα δέλτα μάτια
ροή ερωδιοί που τρέμουν το αμήν
το υπ` αρχήν που τρέμουν
την πολύχρωμην εξουσία του απτού

φύλα με νύχτα άσχημον μη με δει
από όνειρο του ξάφνου προερχόμενον
παρακαλώντας να οξειδωθούν τα νερά
να μας κλειδώσουν αγάλματα στο αίνιγμα της πέτρας
εξέχοντας τη Μεγάλη Λέξη

Έλα

Έλα
να σε ρίξω ένα βράδυ στων ονείρων τα κύματα
βαμμένο μου δάκρυ οξύ
Τι άλλο πια να φοβάσαι
Τα νυχτικά σου μυρίζουν φωτιά κι άνεμο
Ένα περιθώριο κορνίζα κρατάς
ήλιους χρήσιμα αγκάθια
πίσω σου άοσμες πλημμύρες
μαντρωμένες σε τοίχους

Έλα να πιστέψουμε
να μάθουμε πρέπει
κι άλλο στα χέρια
νυχτερινό δρόμο ν` ανοίγουν
σε ωραίες καμπύλες φεγγάρια
γραμμή για τη μέρα
κάθε σπασμένο γυαλί
σοφό κεχριμπάρι
παράθυρο
με της γνώσης το πώς
στων αιώνων τ` άφθαρτο μέρος

Φρέσκο δαδί ανάβω στον ύπνο
να υποσχεθούμε
καλό δρόμο στους καταρράχτες
Βρέχει ο νους καμιά φορά
κάτι βροχές
ακριβώς
πάνω απ` τη δίψα του κόσμου

Ορθοστασία σιωπή

Στο περίγραμμα του εμείς
κατάκλειστοι
σε μιαν ορθοστασία σιωπή
οι πια άλλοι
xωρίς διέξοδο
απ` τα χαμόγελα των επιτήδειων

πόσες φορές έλα να δεις
σκάλωσε το ψαροκόκαλο των λέξεων
σ` έναν άφθαρτο βήχα

δεν είναι δεν είναι εύκολο
ό,τι πονάει αυτούσιο να βγει
ξεριζωμένο

κρατάω ανάσα παρανάλωμα
να ζαλιστούνε οι καπνοί οι ληστές
κι ανοίγω βάζο
γλυκό τριαντάφυλλο
καθρεφτίζομαι
στην κλίκα των αρωμάτων
και φυσάει
ξεκούραση στης μέρας τις ελπίδες

μην κοιτάς στο συμπέρασμα
ένα κέρασμα είναι αντίθεση
σε πληγωμένη στάση ροδαριά
που κλαίει για τα υπόλοιπα εβδομήντα

με το δικαίωμα της σιτοκαλαμιάς
βάζω φωτιά στη νύχτα των θαυμάτων
κι αλλάζει ο καιρός

Νοτια

Και σε περίμενα
με τις θεές τις ώρες
άμμος στων πεύκων τη γειτνίαση
στου ανέμου τις βελόνες θωπεία
πέρα πέρα ως το τρύπημα της φυγής

έχτιζα πύργους ζωγράφιζα φωτιές
μόχθος ισορροπώντας
στις ακμές των πραγμάτων κι η πεταλούδα
με το φτερό κολλημένο στο νερό
πήγαινε έλα πήγαινε έλα έρμαιο τέλος

προ Χριστού θα `ταν αυτή η σκιά που κατέβαινε
καμωμένη από βουνά και αποχαιρετισμό ήλιου
ως το διακριτό επτάφυλλο κύμα

κι όλο γυρνούσα στην τρελή την όστρια
- Μη, μη, της έλεγα, κρατήσου λίγο ακόμα
στις φιάλες των όρμων

Κι όταν έσπασε η θάλασσα
σ` έζησα

Ενάλιο παράθυρο

με βρέχεις
εικόνα
μισός σκοτεινός
κι ο άλλος υπόλοιπο
με του σύννεφου την πέτρα στο χέρι
δεν ξέρω πώς να βγω
με ποια λογική ανέμου
από τούτο το τετράγωνο

μου έμελλε
να ζήσω με μιαν απόσταση χεριών φεγγάρι μου
και αναπηδητά κάτω απ` το δέντρο της σπουδής
να `σουν τουλάχιστο σε προσιτό κλαδί
το βαρύ επιδόρπιο
γη και συ
στη γη με ουρανού υλικά να σκύβεις
διπλή πυρόσβεση και να συγκλίνεις
στη φωτιά
ματαίως
αγκίστρι
δίχτυ
ωμή παλάμη
κι άλλους ό,τι βρω άρπαγες
απ` το λαιμό
να κατεβάζω το θεό μου
κι όλα στα μισά
κι όλο μισά γιατί σου ανοίγω λόγια
με αθάνατα λυχνάρια τι δουλειά έχω
άναψα στα τσιγάρα μου ναρκωτικά σινιάλα
και ενάλιος στο παράθυρο
σ` ευτυχισμένο χάλι βαφτίζομαι Αύγουστος

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.