Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποδιναράς Γιάννης (ποιητής της Κύπρου). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποδιναράς Γιάννης (ποιητής της Κύπρου). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Ένα πράσινο θολό (απόσπασμα)

Ένα πράσινο θολό

Ο πατέρας γέρασε.
Πάνε χρόνια που 'φυγε
διωγμένος απ' το περιβόλι του
να μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες.
Στο καπνό τού τσιγάρου
μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια
τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.
Το Λονδίνο μια ομίχλη.
Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.
Και δε λέει να ταξιδέψει
να δει τ' αγγόνια του στο νότο.
Λέει πως γέρασε πολύ και δε θ' αντέξει το ταξίδι.

Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ' αντέξει
το σιδερένιο νήμα τής λήθης και της φωτιάς.
Την έπαρση του εφήμερου
Το κτίσμα το πεπερασμένο.
Τον τάφο των πουλιών
που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές
των ούριων ανέμων.

«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ' αγγόνια μου.
Σαν γυρίσει το σύννεφο
θα τρυγήσω το περιβόλι.»


=====================================


 
Καλοκαιρινά γητέματα

I


Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού
αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος
στις διαθλάσεις του φωτός να λιώνει.
Η ομίχλη του θερινού πρωινού
διαπέρασε το σώμα
κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα.
Κάθε μόριο του κορμιού
ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης
και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό
-δρόσος στ' ωραίο σμάλτο
δρόσος στ' αφυπνισμένο πνεύμα
στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής.-

Μα η αρμύρα άφησε ήδη
τ' άσπρα σημάδια της στην επιφάνεια.
Το χέρι απλώθηκε να γράφει τη ζωή
στο σώμα που φίλησε τη θάλασσα.
Ήπιαμε τη χαρά
κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.


====================================

 Μόρφου 1992

Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί του σφρίγους
σ' εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη τής κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις...

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων...

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.



=====================================

 Ταξίδια...

Περάσαμε τη ζωή μας ταξιδεύοντας
στους λερούς δρόμους του Μπρούκλιν.
Παίξαμε, εκ του ασφαλούς,
διασχίζοντας το Σέντραλ Παρκ,
ανατριχιάζοντας σε κάθε κίνηση σκιών των απεγνωσμένων.

Χαζέψαμε την αγωνία
των βετεράνων του Βιετνάμ
που έκοβαν στα δυο,
με ειδικά μαχαίρια,
την ψυχή τους.

Κρατήσαμε συντροφιά
στους μοναχικούς καβαλάρηδες
και ψάλλαμε δυνατά
στις εκκλησίες των νέγρων.
...

Όταν άναβαν τα φώτα,
αναγνωρίζαμε τους ίδιους ίσκιους
στα πρόσωπα των ανθρώπων
που κάθε βράδυ παίρναν το ίδιο τραίνο,
την ίδια ώρα, κι από τον ίδιο πάντα σταθμό.
Το τραίνο που δεν ακολουθούσε
ποτέ το ίδιο δρομολόγιο
και δεν γνώριζες
τους ενδιάμεσους σταθμούς,
ούτε το τέρμα.

Κι όταν ξανάσβηναν τα φώτα,
πάλι ταξίδια.
Ταξίδια που δεν έγιναν,
κι όμως υπήρξαν. 


=======================================


 
 

Φαράγγια των Αγγέλων (απόσπασμα)

Κραυγή τής Άνοιξης

Αγγίζω τη φωνή
κι ο νους μου σαλεύει.
Λευκό του ρίγους.
Των αθώων στεναγμών.
Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.
Της αέναης αφής.
Της αμφίδρομης ροής.
Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.
Λευκό των βέβαιων χρόνων.
Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.
Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως
που χύνεται στο λευκό χέρι
και σε παίρνει πέρα
στην ανελέητη κραυγή
της Άνοιξης.


====================================

 
Μικρόκοσμοι

Πνίγουμε τις στιγμές μας σε μια στάλα τής έγνοιας
σέρνοντας πίσω μας μικρούς κι ασήμαντους φόβους
που βαραίνουν τα βήματα
ταράζουν τα όνειρα
κι εξασθενίζουν τα χέρια.

Κι όταν ξαφνικά συναντούμε τους άλλους
με τον αιώνιο σταυρό στους ώμους
τις πληγές που δεν κλείνουν
και κείνο το χαμόγελο
της απόλυτης επίγνωσης του μαρτυρίου
στεκόμαστε με δέος να κοιτάμε.
Όπως κοιτάμε την εικόνα ενός αγίου
κρύβοντας αμήχανα τη ντροπή μας
πίσω απ' το χαμόγελο
της ύστατης μεταμέλειας. 


=============================


 Φαράγγια των αγγέλων

Περαστικοί μαχόμαστε λαθραία
την παράταιρη ιαχή του συρφετού.
Γλιστράμε στα φαράγγια των αγγέλων
στο βαθύ ποτάμι που χάραξε το βάραθρο
έπνιξε τη φωνή πήρε πίσω το λευκό, γυμνό τους σώμα
και τους έριξε σε ξένα σκοτάδια.

Αγκυλώνουμε τους ώμους
μέχρι που τα σώματα πια
να μην ξεχωρίζουν απ' τις λείες πέτρες
που σμίλεψε απαλύνοντας η τριβή των δειλινών
κι οι κορεσμένοι πόνοι.

Εμμένουμε στο χαλασμό του λευκού
ανάβοντας κεριά
στην αγρυπνία της θνητής στιγμής και της διάψευσης.

Κι οι πέτρες στην τριβή της αέναης παρουσίας
μέχρι το στίγμα της τέφρας
μέχρι τους σπόρους της γης.


=======================================
 Παλιός επισκέπτης

Πήρα το δρόμο μετά από καιρό
περπατώντας στην ίδια άκρη.
Θωπεύοντας αγάλματα
που βάραιναν την ψυχή μου όλα τα χρόνια.
Ξεδιπλώνοντας την πελώρια αιχμή των πρώτων σκιών.
Κοιτάζοντας ξανά τους ίδιους δρόμους
Ακούγοντας τους ίδιους ήχους
που μαρμάρωναν παιδί την καρδιά μου.
Ίδιες εικόνες.
Ίδιοι δρόμοι μ' αλλαγμένα τα προσωπεία.
Ρόλοι άγνωστοι χωρίς το δικό μου ταξίδι.
Απλώνω το χέρι να ψηλαφίσω τα σημάδια στα πρόσωπα.
Παλιός επισκέπτης αμετανόητος
ν' αναιρώ τη φυγή.


================================

 Θα 'ναι πάντα εκεί

Υπάρχουν εκείνοι που στο κάλεσμά σου
πάντα θα λένε ναι
χωρίς μετρήματα και μασημένα λόγια.
Μόνο ένα νεύμα αρκεί.
Μια ικεσία άναρθρη της μυστικής βουής
της πιο βαθιάς λαχτάρας σου.
Θα 'ναι πάντα εκεί
χωρίς αντίπραξη και μελωδίες γλυκερές.
Χωρίς ούτε ένα δάκρυ στη θολή ματιά
της κοινωνίας τής πιο βαθιάς ουσίας σου.
Αυτή που κάποτε την είπανε μοίρα ή θεά.
Αγέραστη, χωρίς λύπη ή ακραία χαρά.
Είναι εκεί∙ σαν υγρή νοτιά καινούριας μέρας.
Η βεβαιότητα αυτού που είσαι.
Η γαλήνια προσμονή αυτών
που πάντοτε θα λένε ναι στο κάλεσμά σου
για να μη χαθείς.
Να μη νοιώσεις ποτέ
το φόβο της φθοράς
μα ούτε και την ψευδαίσθηση
των μάταιων ονείρων.
Αυτοί που πάντα θα 'ναι εκεί.
Για να κοιτάξεις
μέσα στην ήρεμη κι απόλυτη αποδοχή τους
το πιο βαθύ σημάδι της ζωής σου
που τους χάραξε.


===============================


Μόρφου 1997

Δρόμοι στενοί
και πόρτες ανοιχτές.
Περνούσαμε γιασεμί τ' απόγευμα
–χαϊμαλιά της πρώτης αγάπης–
Αλυσίδες απλώναμε
τις ευωδιές των παθών
στις διαδρομές των υγρών ονείρων
και χτίζαμε τα θεμέλιά μας
στα ριζωμένα στη γη
λευκά αγγίγματα
της πρώτης και ανεξίτηλης γεύσης.

 
 ============================


Μνήμη Θεόδωρου Στυλιανού

Τελευταία Πέμπτη,
Βραδύτητα και Κούντερα.
Να τηλεφωνήσω...
Να πω πάλι πως τα κατάφερες να ρίξεις ακόμη ένα λιθάρι
στο τέλμα του αγκομαχητού.
Να πω πάλι πως έδωσες μορφή
στα βάθη της ήβης των ονείρων.

Δεν οδήγησες ποτέ.
Το λεωφορείο της γραμμής
σ' έβγαζε στα Πάναγρα
«στ' ασήμι που στραφτάλιζε τα δειλινά...»
Όλο το περιβόλι κι η θάλασσα
δικά σου χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας.
Με το λεωφορείο της γραμμής
ταξίδεψες την έφηβη ματιά σου
ακουμπισμένη στο παράθυρο
να γράφει εκείνο το ήρεμο μειδίαμα
στο αιώνιο πρόσωπο της πλησμονής και καρτερίας.

Πάντα ξεχώριζες χωρίς να ασκητεύεις.
Δεν οδηγούσες.
Κι οδήγησες την ψυχή σου
πέρα από τα ξένα λημέρια της μαλαματένιας επιτήδευσης.
Πιο πλούσιος απ' όλους χωρίς να το ξέρεις.
Αρνήθηκες τους ρόλους και την εναλλαγή των σκηνικών.

Το λεωφορείο της γραμμής,
το υπεραστικό ταξί και το τηλέφωνο
κουβάλησαν τα δώρα σου
Σεργιάνισαν την αρχοντιά
των ταπεινών και των αθώων
στην άκρη της ανόθευτης ματιάς σου.
Στην άκρη της γαλήνης σου.


===================================

Διάλογος με το Γιώργο Κωνσταντινίδη

Μνήμη του γιου του, Νικόλα

Μούπες: Κοίταξέ με.
Είμαι νεκρός από χθες.
Κείνη την ώρα γνώρισα το γιο σου.
Δεν τον είχα δει ποτέ.
Κι όταν παλιά μου μίλαγες για τη ματαιότητα
κείνο το πράο ύφος στη σκιά της λέξης
δεν προμηνούσε το κακό.
Δε γητεύω τις λέξεις.
Δε θα σου ταίριαζε.
Έτσι κοφτά
χαράζω την πέτρα.
Χαιρετώ το αίμα σου.
Σα γιορτή αναλώθηκε
ανέγγιχτη στο χρόνο.
Στην άκρη του δρόμου
τα μεσημέρια, όταν θ' αδειάζουν οι πλατείες
θα βρεις συρρικνωμένα σώματα.
Δε γνοιάζονται για σκέπη.
Κι ούτε βεντάλια τους δροσίζει τα κλειστά βλέφαρα.
Μη λυπάσαι.
Στην οδύνη της χαμένης εποχής
ησυχάζει το αύριο.
Και τα χτυπήματα της καρδιάς
αργά, ανάρια
καρφώνουν την αγωνία των άλλων
πούναι στη σκέπη του Θεού και των ανθρώπων.



======================================




Μόρφου 2005

Χριστούγεννα.
Λαμπροί δρόμοι σεργιανίζουν τους πόθους των παιδιών
και παλιά τραγούδια ταξιδεύουν το σφρίγος της νοσταλγίας.
Το γυμνό κορίτσι χάθηκε στο ρέμα της αφθονίας.
Στολισμένα πρόσωπα
αντιφεγγίζουν τη λήθη των διωγμένων ψυχών.
Κι ένα αστέρι στο βορρά ρίχνει το στιλπνό φως
στους καμένους ίσκιους των δέντρων της Στεφανιάς.

Πότε θα μαζέψουμε τα πινόλια που αφήσαμε
κάτω απ' τους πεύκους της Έπαυλης στο Γεωργικό Γυμνάσιο;

Μη..., μου ψιθύρισες.
Μη θερμαίνεις το πεσμένο μου σώμα.
Μην ανοίγεις διάπλατα τον κλειστό δρόμο της ψυχής μου.
Μίλα μου μόνο σαν θα είσαι σίγουρος
πως τα όνειρα θα ορθώσουν επιτέλους το ανάστημά τους.
Θα περάσουν τις γραμμές και θα ενωθούν
με το μεγάλο διάφανο άστρο
σ' ένα θρίαμβο απροσπέλαστο
που σαρώνει τους παλιούς καιρούς
και στεφανώνει την έγερση των καινούργιων ασμάτων.


====================================


Μόρφου 2001

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.


===============================


Παλιός επισκέπτης

Πήρα το δρόμο μετά από καιρό
περπατώντας στην ίδια άκρη.
Θωπεύοντας αγάλματα
που βάραιναν την ψυχή μου όλα τα χρόνια.
Ξεδιπλώνοντας την πελώρια αιχμή των πρώτων σκιών.
Κοιτάζοντας ξανά τους ίδιους δρόμους
Ακούγοντας τους ίδιους ήχους
που μαρμάρωναν παιδί την καρδιά μου.
Ίδιες εικόνες.
Ίδιοι δρόμοι μ' αλλαγμένα τα προσωπεία.
Ρόλοι άγνωστοι χωρίς το δικό μου ταξίδι.
Απλώνω το χέρι να ψηλαφίσω τα σημάδια στα πρόσωπα.
Παλιός επισκέπτης αμετανόητος
ν' αναιρώ τη φυγή.


=================================



Μέθεξη

Σπλάχνα μέσα στην ταραχή της ξένης ζωής
κι η ψυχή μια κούραση που ζωγράφισε
τα πρόσωπα με την ομορφιά της καρτερίας.
Πληγές που γνώρισαν τον κόσμο
πέρα από οράματα και κάθε προσδοκία.

Το σφύριγμα του βοριά
έφερε τους παλιούς ήχους
απ' τους ίσκιους που αγρυπνούν
για αμόλυντους κήπους.
Κι εμείς σφίξαμε στο στήθος
τις φωνές σωπαίνοντας.
Γνωρίζοντας καλά το βάλσαμο
και τη βουβή, μυστική μέθεξη
που στάλαξε βαθιά μέσα μας
την αιώνια κυοφορία.



=================================



Ίσκιοι

Γυρνάμε στα χαλάσματα.
Αγγίζουμε τις ρωγμές των χτισμάτων
επιπλέοντας στα υγρά θεμέλια των έργων μας.
Ανηφορίζουμε το παλιό μονοπάτι
στοιχειωμένοι από πνεύματα παλιά που μας γητεύουν.

Στην κορφή άλικες γλώσσες
βάφουν τον ήλιο που βασιλεύει
τροπαιοφόρος
στη χώρα των αιμάτινων ίσκιων.



============================================


 Στη θάλασσα του Ξερού

Σπίτια χαμηλοτάβανα σειρά
περίμεναν τη δειλινή σκιά μας
να χαμογελάσει στα οπλισμένα τόξα
της κρυφής χαράς των κοριτσιών.

Κι οι ματιές τους πιο πάνω από τη θάλασσα
πάντα αφρισμένες
να σημαδεύουν το χλωρό μας θόλο
πάντα σαΐτες βουτηγμένες στο μύχιο χρόνο
τον κομμένο στα δυο
τον κλεμμένο ιστό της αδέξιας ορμής μας.

Οι πινελιές που χάραξε το φως των χειλιών τους
αυλάκωσαν το μέτωπό μας
να ταξιδέψουν τα λιγνά τους σώματα
κι οι ψυχές που έμειναν πίσω
ξωτικά της πλανόδιας πεθυμιάς.
Στοιχειά των ανέμων
που γδέρνουν το μετέωρο τραγούδι μας.

Μα νιώσαμε τη θάλασσα στον τριγμό της ήβης
ν' ανοίγει διάπλατα
τα πέταλα των απολιθωμένων πόθων.



====================================

 Συνάντηση

Στα πράσινα λιβάδια
το πρώτο τίναγμα της φτερούγας
μίλησε με το άστρο
που αγρυπνούσε και περίμενε
τη σοδειά της ριζωμένης στο χώμα καρδιάς.

Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών
ζωγράφισε τ' ονειρεμένο ταξίδι
απ' τους ρόζους της γης
ως τις παρυφές του φεγγαριού.

Και το μήνυμα πήγε διάτρητο
απ' τις πληγές των ανθρώπων
ν' απαλύνει το λευκό των άστρων
και ν' αφήσει το βάρος της λάσπης
μετέωρο στους γαλαξίες.


============================

 Μόρφου 1997

Δρόμοι στενοί
και πόρτες ανοιχτές.
Περνούσαμε γιασεμί τ' απόγευμα
–χαϊμαλιά της πρώτης αγάπης–
Αλυσίδες απλώναμε
τις ευωδιές των παθών
στις διαδρομές των υγρών ονείρων
και χτίζαμε τα θεμέλιά μας
στα ριζωμένα στη γη
λευκά αγγίγματα
της πρώτης και ανεξίτηλης γεύσης.



==================================

 Η σοδειά των ονείρων

Στην οργή της ψυχής σου
βάλε ένα σύννεφο πυκνό της βροχής.
Στο ουράνιο τόξο που ακολουθεί
θα δεις όλα τα χρώματα
να σταλάζουν τη σοδειά των ονείρων.

 
 
 
 
 
 

Ταξίδια...



Περάσαμε τη ζωή μας ταξιδεύοντας
στους λερούς δρόμους του Μπρούκλιν.
Παίξαμε, εκ του ασφαλούς,
διασχίζοντας το Σέντραλ Παρκ,
ανατριχιάζοντας σε κάθε κίνηση σκιών των απεγνωσμένων.

Χαζέψαμε την αγωνία
των βετεράνων του Βιετνάμ
που έκοβαν στα δυο,
με ειδικά μαχαίρια,
την ψυχή τους.

Κρατήσαμε συντροφιά
στους μοναχικούς καβαλάρηδες
και ψάλλαμε δυνατά
στις εκκλησίες των νέγρων.
...

Όταν άναβαν τα φώτα,
αναγνωρίζαμε τους ίδιους ίσκιους
στα πρόσωπα των ανθρώπων
που κάθε βράδυ παίρναν το ίδιο τραίνο,
την ίδια ώρα, κι από τον ίδιο πάντα σταθμό.
Το τραίνο που δεν ακολουθούσε
ποτέ το ίδιο δρομολόγιο
και δεν γνώριζες
τους ενδιάμεσους σταθμούς,
ούτε το τέρμα.

Κι όταν ξανάσβηναν τα φώτα,
πάλι ταξίδια.
Ταξίδια που δεν έγιναν,
κι όμως υπήρξαν.

Μόρφου 2005



Χριστούγεννα.
Λαμπροί δρόμοι σεργιανίζουν τους πόθους των παιδιών
και παλιά τραγούδια ταξιδεύουν το σφρίγος της νοσταλγίας.
Το γυμνό κορίτσι χάθηκε στο ρέμα της αφθονίας.
Στολισμένα πρόσωπα
αντιφεγγίζουν τη λήθη των διωγμένων ψυχών.
Κι ένα αστέρι στο βορρά ρίχνει το στιλπνό φως
στους καμένους ίσκιους των δέντρων της Στεφανιάς.

Πότε θα μαζέψουμε τα πινόλια που αφήσαμε
κάτω απ' τους πεύκους της Έπαυλης στο Γεωργικό Γυμνάσιο;

Μη..., μου ψιθύρισες.
Μη θερμαίνεις το πεσμένο μου σώμα.
Μην ανοίγεις διάπλατα τον κλειστό δρόμο της ψυχής μου.
Μίλα μου μόνο σαν θα είσαι σίγουρος
πως τα όνειρα θα ορθώσουν επιτέλους το ανάστημά τους.
Θα περάσουν τις γραμμές και θα ενωθούν
με το μεγάλο διάφανο άστρο
σ' ένα θρίαμβο απροσπέλαστο
που σαρώνει τους παλιούς καιρούς
και στεφανώνει την έγερση των καινούργιων ασμάτων.

Ποιητές



Οι ποιητές πασκίζουν να υποτάξουν
σε μορφές μυστικές τους βυθούς του κόσμου
Σταλαγματιές αιμάτινες
αντιφεγγίζουν την τέχνη τους
σε στέρεα σχήματα
με χιλιάδες χρώματα και διαθέσεις
να σφραγίζουν τη μοίρα των ανθρώπων.
Πέφτει ο ήλιος
κι απλωμένοι στη γη
σκάβουν λαγούμια
να φυλάξουν τα όνειρα.

Συνάντηση



Στα πράσινα λιβάδια
το πρώτο τίναγμα της φτερούγας
μίλησε με το άστρο
που αγρυπνούσε και περίμενε
τη σοδειά της ριζωμένης στο χώμα καρδιάς.

Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών
ζωγράφισε τ' ονειρεμένο ταξίδι
απ' τους ρόζους της γης
ως τις παρυφές του φεγγαριού.

Και το μήνυμα πήγε διάτρητο
απ' τις πληγές των ανθρώπων
ν' απαλύνει το λευκό των άστρων
και ν' αφήσει το βάρος της λάσπης
μετέωρο στους γαλαξίες.

Διάλογος με το Γιώργο Κωνσταντινίδη





Μνήμη του γιου του, Νικόλα

Μούπες: Κοίταξέ με.
Είμαι νεκρός από χθες.
Κείνη την ώρα γνώρισα το γιο σου.
Δεν τον είχα δει ποτέ.
Κι όταν παλιά μου μίλαγες για τη ματαιότητα
κείνο το πράο ύφος στη σκιά της λέξης
δεν προμηνούσε το κακό.
Δε γητεύω τις λέξεις.
Δε θα σου ταίριαζε.
Έτσι κοφτά
χαράζω την πέτρα.
Χαιρετώ το αίμα σου.
Σα γιορτή αναλώθηκε
ανέγγιχτη στο χρόνο.
Στην άκρη του δρόμου
τα μεσημέρια, όταν θ' αδειάζουν οι πλατείες
θα βρεις συρρικνωμένα σώματα.
Δε γνοιάζονται για σκέπη.
Κι ούτε βεντάλια τους δροσίζει τα κλειστά βλέφαρα.
Μη λυπάσαι.
Στην οδύνη της χαμένης εποχής
ησυχάζει το αύριο.
Και τα χτυπήματα της καρδιάς
αργά, ανάρια
καρφώνουν την αγωνία των άλλων
πούναι στη σκέπη του Θεού και των ανθρώπων.

Μνήμη Λίζας Ιακώβου



Σε είπανε σίφουνα
κι αερικό της μάχης της αγάπης.
Σήκωνες την ψυχή του Νείλου, της Ελεονώρας, των μαθητών
σαν ζέσταινες τον ύπνο των πουλιών.
Κι ήταν το γέλιο σου κι η λέξη
πηγή της αστραπής και του νοτιά.

Μα βιάστηκες πολύ
να γίνεις σύννεφο, βροχή
να βρεις την πεταλούδα
που δεν πρόλαβες να δεις στον κήπο
που μόλις σου είχε ετοιμάσει
με σιωπηλή, αιμάτινη φροντίδα ο Ιάκωβος.
Τον ρωτούσες για τα δέντρα,
τον ήλιο και το θάμνο το βαθύ.
Για τα μπουμπούκια που σ' ανάμεναν
συντροφιά στο άγραφο μονοπάτι.

Έσμιγες με το ποίημα της φωτιάς
αγέρωχη και τρυφερή.
Σίφουνας της ορμής των λουλουδιών
αερικό της μάχης της αγάπης.

Παλιός επισκέπτης



Πήρα το δρόμο μετά από καιρό
περπατώντας στην ίδια άκρη.
Θωπεύοντας αγάλματα
που βάραιναν την ψυχή μου όλα τα χρόνια.
Ξεδιπλώνοντας την πελώρια αιχμή των πρώτων σκιών.
Κοιτάζοντας ξανά τους ίδιους δρόμους
Ακούγοντας τους ίδιους ήχους
που μαρμάρωναν παιδί την καρδιά μου.
Ίδιες εικόνες.
Ίδιοι δρόμοι μ' αλλαγμένα τα προσωπεία.
Ρόλοι άγνωστοι χωρίς το δικό μου ταξίδι.
Απλώνω το χέρι να ψηλαφίσω τα σημάδια στα πρόσωπα.
Παλιός επισκέπτης αμετανόητος
ν' αναιρώ τη φυγή.

Ίσκιοι



Γυρνάμε στα χαλάσματα.
Αγγίζουμε τις ρωγμές των χτισμάτων
επιπλέοντας στα υγρά θεμέλια των έργων μας.
Ανηφορίζουμε το παλιό μονοπάτι
στοιχειωμένοι από πνεύματα παλιά που μας γητεύουν.

Στην κορφή άλικες γλώσσες
βάφουν τον ήλιο που βασιλεύει
τροπαιοφόρος
στη χώρα των αιμάτινων ίσκιων.

Τριών χρονών



«Έχεις τη δύναμη της αγάπης
να φτερουγίσεις στη λιτανεία των πουλιών.»
Σου ψιθύρισα σαν προσευχή.
Και συ τριών χρονών μου φώναξες:
«Θέλω να γίνουμε θάλασσες.
Όπως τη θάλασσα να μου μιλάς.
Όπως το κύμα.»

Κάθαρση


Χαμένα μυρμήγκια
κυνηγούν τη λήξη των συμβολαίων.
Γερνούν τα σώματα.
Σταφιδιάζουν οι πνοές των ιερών ανέμων.
Κτίζουν οπές στη γη
και θερμοκήπια στους ουρανούς.
Τρέχουν τρελοί
να προλάβουν τη λήξη των ονείρων
στην άνυδρη χώρα.

Μα ο μικρός βροχοποιός
αψήφησε τους φύλακες.
Έβγαλε τη μάσκα
κι είδαμε γυμνό κι ελεύθερο
το πρόσωπό μας
να φέγγει αρυτίδωτο
στα σκοτάδια.

Ποδιναράς Γιάννης (μικρό βιογραφικό σημείωμα)


Γεννήθηκε το 1951 στη Μόρφου της Κύπρου, όπου και έζησε μέχρι την τουρκική εισβολή. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στην Αθήνα και αγγλική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά στη Μεγάλη Βρετανία. Δίδαξε σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης στην Κύπρο.

Ποιητικές συλλογές:

«Ένα Πράσινο Θολό», Λευκωσία, 1996
«Φαράγγια των Αγγέλων», Λευκωσία, 2008

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

θα 'ναι πάντα εκεί

Υπάρχουν εκείνοι που στο κάλεσμα σου
πάντα θα λένε ναι
χωρίς μετρήματα και μασημένα λόγια.
Μόνο ένα νεύμα αρκεί.
Μια ικεσία άναρθρη της μυστικής βουής
της πιο βαθιάς λαχτάρας σου.
Θα ΄ναι πάντα εκεί
χωρίς αντίπραξη και μελωδίες γλυκερές.
Χωρίς ούτε ένα δάκρυ στη θολή ματιά
της κοινωνίας της πιο βαθιάς ουσίας σου.
Αυτή που κάποτε την είπανε μοίρα ή θεά.
Αγέραστη, χωρίς λύπη ή ακραία χαρά.
Είναι εκεί σαν υγρή νοτιά καινούργιας μέρας.
Η αβεβαιότητα αυτού που είσαι.
Η γαλήνια προσμονή αυτών
που πάντοτε θα λένε ναι στο κάλεσμα σου
για να μη χαθείς.
Να μη νοιώσεις ποτέ
το φόβο της φθοράς
μα ούτε και την ψευδαίσθηση
των μάταιων ονείρων.
Αυτοί που πάντα θα 'ναι εκεί.
Για να κοιτάξεις
μέσα στην ήρεμη κι απόλυτη αποδοχή τους
το πιο βαθύ σημάδι της ζωής σου
που τους χάραξε.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Αναχώρηση



Διάλεξες τη γαλήνη του κάστρου
στα κελιά της ερημίας και του κενού.
Δίχως απόγνωση.
Χωρίς δεκανίκια τις καρδιές των άλλων.
Οι ασάλευτες πέτρες
φρουροί της καρδιάς
που δεν κουβαλεί την πίκρα της ματαιότητας.
Στίγμα ζωής η μνήμη των ανθρώπων
που έμειναν στα κράσπεδα της αγάπης
να μαρτυρούν τη λιτανεία της θυσίας.

Οι νύχτες της σιγής
έκρυψαν βαθιά στα σπλάχνα σου
το εξαγνισμένο αίμα
που κοινωνεί μυστικά
το ρίγος και τη δόξα της αθωότητας.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.