***
Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020
Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα : Ποιητική Συλλογή της Ζωής Καρέλλη που το 1956 έλαβε το Β΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης
***
Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016
«Τα ποιήματα» Ποιητική Συλλογή της Ζωής Καρέλλη που έλαβε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1974 (Εκδόσεις των Φίλων)
Kαθώς εργάζονταν το σχήμα,
εργάτης σε υαλουργείο,
κατάλαβε πολύ καλά τον έρωτα
για την ύλη,
όπου φυσούσε την πνοή του.
Kάποτε κρύσταλλο, κάποιο μαργαριτάρι,
φίλντισι, πολύτιμο ελεφαντοκόκκαλο
ή οπάλι με χρώματα ομίχλης
προς το κυανό.
Όλ' αυτά ύλη, που γινόταν σχήμα,
σχήμα ερωτικό, για ό,τι υπάρχει
μέσ' στο χρόνο.
Tο σχήμα, δοχείο του χρόνου,
ερωτικό τον περιέβαλε,
προσφορά στο χρόνο,
προσδοκία και δέξιμο μαζύ,
αγκάλιασμα στου χρόνου τη μορφή,
το σχήμα που σχημάτιζε ειδικό,
δικής του σημασίας,
δική του φαντασία.
Όμως καθώς το σχήμα έψαυε
τελειωμένο, ύστερα, το υλικό του χέρι,
κατάλαβε του χρόνου την υλικότητα·
καθώς το χέρι το δικό του
και το σχήμα μαζύ,
και το πολύτιμο ερωτικό υλικό
γινόταν διάφανη έννοια του χρόνου.
Όλα μαζύ.
Iδίως ο εαυτός του.
>>>
Τα Εικονίσματα III
Tα μάτια στις βυζαντινές εικόνες,
αγίων και μαρτύρων, τα εκστατικά,
είναι διαφορετικά απ' των αρχαίων αγαλμάτων.
- Ω δόξα της πατρίδας μου διπλή κι' απέραντη
χαρά η προσφορά, ανθρώπινη,
δική σου παρηγοριά και διδαχή σου.
Σ' ολόκληρη την όρθωση, την άρθρωση
του ωραίου σώματός των, είναι υπεροπτικά
σχεδόν, τα ελληνικά αγάλματα
και στην ευγενική θωριά, το βλέμμα
δείχνει αλλού να θεωρεί.
Oι άγιοι μονάχο δε σ' αφήνουνε,
το στρογγυλό τους μάτι ολάνοιχτο,
κι' ωσάν έκπληκτο, σε παρακολουθεί
σε μυστικήν, ενδόμυχη ατένιση σε οδηγεί
για να πιστέψεις στο δικό τους όραμα
με πάσαν την υποταγή.
Όχι πια φοβισμένη,
μα φωτισμένη απ' της ψυχής το νόημα
που αντελήφθη και ομολογεί.
Τετάρτη 22 Απριλίου 2015
ΜΟΝΑΞΙΑ
[Αγάπησα τη γλώσσα]
[Διαλύομαι στην έννοια του χρόνου]
Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013
Καρέλλη Ζωή (Αργυριάδου Χρυσούλα) (1901-1998)
Ο λόγος του ασώτου
I
Κύριε, ελέησόν μου την τόλμην της ομολογίας.
Να δοκιμάσω την τροφήν των ζώων του πατέρα μου.
Αγαπητή γη, πατρικό χωράφι,
είν’ εύκολο να γονατίσει ο κουρασμένος.
Ευφροσύνη απ’ τη γνωστή όψη των πραγμάτων.
Πρόθυμη μετάνοια, θρεμμένη από αμαρτίες
αστήριχτες. Σαν έφευγα ήξερα πως θα γυρίσω,
γι’ αυτό επέστρεψα. Ν’ ακουμπήσω
τα κουρασμένα ανίκανα μέλη στην πρόθυμη γη.
Όνειρα χόρτασης, επιθυμίες που δεν χόρτασαν,
ποιος θα τις πληρώσει ποτέ; Πόσο βαστά
ευγνωμοσύνης η θαλπωρή και πώς θα βρεθούμε
ύστερα με τον πατέρα αντιμέτωποι;
Πατέρας του εαυτού μου εγώ
προσηνής και σκληρός νομοθέτης.
Κύριε, ελέησόν μου την συστολή του πόνου, να εισέλθω ολόκληρος στους κόλπους σου.
II
Το σπίτι του πατέρα μου
μέσα μου βρίσκεται.
Όπως τ’ απομεινάρια της τροφής των ζώων,
η πάσα ευωχία κι η έκφραση της χαράς,
η δική του μέσα μου κι η δική μου.
Ύμνος διπλόηχος,
ωσαννά σε υπέροχη κίνηση,
συνενούμενον νέφος υπερέχον,
τολύπη θυμιάματος συνεννόησης
Είμαι το δοχείον και το χέρι και ο οίνος της ζωής.
Είμαι το πνεύμα, η ύλη και η άυλη εξόδευση.
Είμαι ύπαρξη, καταστροφή και η γέννηση.
Είμαι ο ναός που περιέχει τον ψάλλοντα και ακούοντα.
Περιέχω το αποτέλεσμα της αμαρτίας
τη συγχώρεση. Διαστέλλομαι
όπως το άπειρο φως εν ονόματί μου.
Είμαι ο νόμος, ο νομοθέτης κι ο νομοταγής,
η τιμωρία κι ο τιμωρούμενος,
είμαι εικόνα του θείου που εικονίζω
στην προσπάθεια της ζωής.
III
Έφυγα κουβαλώντας τη μέλλουσα επιστροφή μου.
Τον κύκλο επιχείρησα με τον πόθο ευθείας εξόδου,
επανάσταση αδιέξοδο πολεμώντας.
Εικόνα της νεανικής αγαθότητος ο πατέρας μέσα μου,
πάντα με προσκαλεί να ξαναρθώ στην αρχή
που γνωρίζει το τέλος της μόνης εφαρμογής.
Ποια δώρα προσφέρω στον εαυτό μου επανερχόμενος;
Εικόνες της φρίκης τού εαυτού μου αδιάσπαστες
με την ανάγκη της ειρηνικής ζωής.
Μαθητεία της ύπαρξης. Δίκαια η χαρά των αγγέλων
κι η ανάπαυση στους σταθερούς κόλπους
της αιώνιας ζωής, όπου θα διαλυθώ εν ειρήνη.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
με δοκίμασαν οι δεινές περιστάσεις.
Φόβος, όχι γι’ αυτό που με περιμένει,
πιο πολύ για ότι αισθάνομαι.
Είχα δυο μεγάλες άσπρες φτερούγες
που ελαφρυά μ’ έπαιρναν.
Με σήκωναν απ’ τις δοκιμασίες.
Τώρα που βρίσκομαι; Πώς
με περηφάνεια φώναξα, πως γεννήθηκα
για ν’ αγαπώ κι όχι για να μισήσω;
Ποια έχει όρια η αγάπη;
Με περιμέν’ ο θάνατος και θρηνώ.
Το μαύρο σκοτάδι δεν είναι γύρω μου
o τάφος. Μέσα μου έχει θαφτεί
η λαχτάρα, που σ’ αυτήν πίστεψα
και στης θυσίας άκουσα την πρόσκληση
και την αξία της γνώρισα.
Έχασα την προσπάθεια, πολύτιμη,
που πίστευα, εμορφιά.
το κενό της ψυχής είναι η πιο βαρειά
συμφορά. Λόγια μιλάτε πολύτροπα,
για να την καταλάβετε, πως καμιά
παρηγοριά δεν μας φτάνει.
Φαντάσματα γίνονται τα αισθήματα
κι ο θάνατος αδιέξοδη φρίκη,
όταν απίστευτη γίνεται η αγάπη.
Το σώμα μου
Γύρω απ’ την ψυχή μου.
Γύρω απ’ την ψυχή μου την εμποδίζει.
Είναι μια σφιχτή αγκαλιά το σώμα
Κι είναι το αίμα
Που ξύπνησε και περπατάει
Απάνω στην ψυχή μου,
Με βήματα βαρειά που όλο ξανάρχονται.
Και μ’ αρρωσταίνει, είν’ ένας καημός
Που περιμένει βοήθεια.
Σηκώθηκα, καθώς στον ύπνο μου
Ωνειρευόμουν, κοίταξα γύρω μου
Και τίποτα δεν είδα.
Το αίμα μου μ’ εμπόδιζε.
Το σώμα μου μ’ εμποδίζει,
Δεν κοιμούμαι πια να ονειρευτώ,
Γιατί μ’ εμποδίζει το σώμα μου.
παραμύθια του κηπου
Η αναρριχώμενη τριανταφυλλιά
άσπρα φορεί, άσπρα κρατεί, άσπρη είναι η φορεσιά της.
Απλώνεται, ξαπλώνεται στον ήλιο,
και περιμένει να της φιλήσει
τα μικρά τριαντάφυλλα, να τα μεθύσει τόσο
από χρυσάφι και φωτιά γλυκιά,
ώσπου να κοκκινίσουνε
απ' την πολλή του αγάπη.
Καρκίνος (απόσπασμα)
Σε κάθε σκαλοπάτι αχνάρια
από αίμα και λάσπη.
Μην τα πατήσεις νομίζοντας
πως εσύ θα τα σβήσεις.
Κοίταξέ τα καλά,
αίμα και λάσπη.
Όλα τα σκαλοπάτια είναι ίδια.
Κάποτε νομίζεις πως θα σε φέρουν
ψηλά, όπου δεν υπάρχουν πια
αυτά τα σημάδια.
Γελιέσαι. Κοίταξέ τα καλά,
αίμα και λάσπη.
Αυτά είναι τ' ανθρώπινα αχνάρια
τ' αληθινά. Ούτε βρίσκονται ποτέ
άλλα. Μη γελιέσαι.
Κοίταξέ τα καλά.
Να θυμάσαι, το σώμα είναι πάντα
αίμα και λάσπη.
Στέρηση
Πρόσωπο ανθρώπινο, δεν μπορώ
να σ' αγγίξω, με ζαλίζει τόση επιθυμία,
που χάνομαι, δίχως τη χαρά ν' ακουμπήσω
το χέρι μου απάνω σου.
Η στέρησή σου
σε όνειρα με φέρνει πολύ δυνατά
κι απείραχτα. Αν σε πειράξω,
με την δική μου έννοια, σε χάνω,
σαν την όμορφη φαντασία.
Γιατί με πτοεί η δική σου
πραγματικότητα; Πέρ' από σένα
μαίνεται η δική μου επιθυμία,
τόσο, που γίνεσαι πρόφαση
κι είσαι απ' αρχής όλα τα πρόσωπα.
Της απαντοχής αθλιότητα.
Δεν είμαι αρκετός να σε καλέσω,
να μοιραστείς την ορισμένη μου
οντότητα. Όμως, όσο φεύγω,
τόσο, πιο κοντά σου
έρχομαι.
Παραμονή τής Γέννησης
1ο
Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή. Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε, τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό. τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά, τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.
«Εν ανθρώποις ευδοκία». Βγαίνουν οι άνθρωποι, λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα που λάμπει ιώδης και μαύρη, κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.
Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο, πηγαίνουν ν' ακούσουν και δεν ακούν τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους. Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι, στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν. Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.
Αύριο είναι γιορτή, αύριο είναι διασκέδαση, αύριο είναι ανάπαψη. Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται, πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν, βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.
2ο
Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.
Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ' τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ' το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν' ακουστεί,
για ν' ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μέσ' τη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τάστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.
3ο
Γέλια και μιλήματα,
φωνές γλυκές παιδιάτικες,
ψιλές φωνές γυναικείες
και βαρειές αντρικές.
Ακούν όλοι∙ εκκλησία
τους κλείνει η έκκληση,
καλούν το παιδί
που υπάρχει υπέροχο,
την ασώματη υπερέχουσα ύλη
που το γεννά απείραχτη,
άφθαρτη, αειπάρθενη, διαρκής
παρθένος στους αιώνες των αιώνων.
Εργάτης στα εργαστήρια του χρόνου
Καθώς εργάζονταν το σχήμα, εργάτης σε υαλουργείο, κατάλαβε πολύ καλά τον έρωτα για την ύλη, όπου φυσούσε την πνοή του. Κάποτε κρύσταλλο, κάποιο μαργαριτάρι, φίλντισι, πολύτιμο ελεφαντοκόκαλο ή οπάλι με χρώματα ομίχλης προς το κυανό. Όλ' αυτά ύλη, που γινόταν σχήμα, σχήμα ερωτικό, για ό,τι υπάρχει μέσ' στο χρόνο.
Το σχήμα, δοχείο του χρόνου, ερωτικό τον περιέβαλε, προσφορά στο χρόνο, προσδοκία και δέξιμο μαζί, αγκάλιασμα στου χρόνου τη μορφή, το σχήμα που σχημάτιζε ειδικό, δικής του σημασίας, δική του φαντασία.
Όμως καθώς το σχήμα έψαυε τελειωμένο, ύστερα, το υλικό του χέρι, κατάλαβε του χρόνου την υλικότητα∙ καθώς το χέρι το δικό του και το σχήμα μαζί, και το πολύτιμο ερωτικό υλικό γινόταν διάφανη έννοια του χρόνου. Όλα μαζί. Ιδίως ο εαυτός του.
Εντυπώσεις
Οι εντυπώσεις είναι δάχτυλα, πότε φιλντισένια, πότε πιο ρόδινα ελαφριά πάνω στο μέτωπο, στους κρόταφους, εκεί, στις ρίζες των μαλλιών ηδονή στα ευαίσθητα βλέφαρα. Κι είναι βάρβαρα χέρια, πλατιά ή μυτερά που σκεπάζουν το πρόσωπο απότομα ή το ξεσκίζουν. Όμως για να εισχωρήσουν στο κλειστό μυστικό του σώματος, εκεί ν' αποτεθούν και να χωρέσουν στη γυμνή ψυχή, πρέπει να περιμένουμε ίσως πολύ για την ανάμνηση. Τότε, το αποτέλεσμα φαίνεται κι ας έχουμε εμείς ξεχάσει την εντύπωση, γίνεται διαφορετική αποδίνεται απ' την ψυχή μας απροσδόκητο, το σχέδιο, της φυλαγμένης απάντησης.
Η λύση
Φαγί και θεάματα. Διασκεδάσεις, σκόρπισμα του νου γυρεύουμε που βαραίνει τα βήματά μας. Άμα χρειαστεί, θα παλέψουμε κιόλας. είτε σαν καλοί στρατιώτες, είτε και γλαδιάτορες για το θάνατο ορισμένοι. Όμως πριν, θέλουμε να κορεστούμε, να μεθύσουμε τόσο πολύ, που να μη σκεφτούμε, τι θ' απογίνει η αιώνια ψυχή μας. Ας τελειώσει τούτ' η πείνα, που μας κατατρώγει τα σωθικά, τυραννεί τ' άπληστο βλέμμα μας.
Είχαμε ποτέ φαντασία δική μας; Θέλουμε να μας την δώσουν. Να μην αισθανόμαστε την μονότονη φτώχεια μας. Φαγί και θεάματα. Είμαστε πολλοί και δε χορταίνουμ' εύκολα. Ζητούμε να ξεχάσουμε τον εαυτό μας, να τον σκεφτόμαστε δεν ωφελεί. Όσο για τους θεούς, - μήπως δεν τους διασκεδάζουμε αρκετά έτσι που ζούμε; Βέβαια θα τους αρκεί τούτο, αφού τέτοιους μας όρισαν
Αναμνήσεις
Ημέρες...
ή μάλλον ώρες της ζωής μου
δεμένες με βάρος, ξανάρχονται
εμπρός μου, γύρω μου δε φεύγουν.
Φαντάσματα του χρόνου,
του εκείνου δικού μου καιρού,
ανήσυχες ψυχές από στιγμές
που μείναν ανάρμοστα οδυνηρές,
δίχως απάντηση, στο γιατί της οδύνης.
Ώρες δίχως εγκαρτέρηση κι υπομονή,
δίχως παραδοχή, δεν λησμονούνται
τούτες οι πληγές που ανοιχτές μένουν
στο σώμα του χρόνου εκεί,
εκείνου που αγάπησα παράφορα,
οι αναμνήσεις επιμένουν επίπονες.
Η άνθρωπος
Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.
Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα, εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καημός;
Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.
Πώς θα ιδώ το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν' αρμοστώ.
«Ότι δια σου αρμόζεται
γυνί τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
Τι θα γίνει που τόσο καλά,
τόσο πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ' το πλευρό του δεν μ' έβγαλες.
Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ, έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτε, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ' τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ' εκείνον ν' αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δεν θέλω να περιμένω.
Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δι' εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν' αγαπώ,
εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.
Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013
Το ταξίδι των μάγων
Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.
Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ' αρχής πάλι το ταξίδι
ν' αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει...
Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι' η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!
Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι' ευλάβεια τού φέρναμε.
Τώρα σ' αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.
Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι' αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ' οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι' υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.
Εν συντριβή βαδίζοντα.
Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012
Εγκώμιο
Μας περιμένει
δίχως τέλος ο θάνατος, βέβαιος.
Στο πλούσιο προβάλλει σκοτάδι
τη μορφή υπερούσια,
δυνατή, θαυμασία σχεδόν.
Είναι τόση μόνο η κουρασμένη ζωή μας,
κουρασμένοι κι εμείς,
γιατί δεν ζητούμε το ακέραιο
στην τέλεια εκμηδένιση;
Δόξα του θανάτου,
περίτρομη σ’ αντικρίζει
η μορφή μας ανθρώπινη,
με ανθρώπινους φόβους θρεμμένη
κι όνειρα θαυμαστά, στέφανους
φωτοστέφανους κι ελπίδες πολύτιμες
σου αποδίνει. Ό,τι σε σένα αποδίνουμε
τάζεις και μεις περιμένουμε ακόμα,
θέλουμε ακόμα. Δεν εκτιμούμε
τη γαλήνη, του θανάτου τη χάρη,
τη χαρά της απόλυτης λύσης το χάρισμα.
Από τη συλλογή Πορεία (1940)
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.


