Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019

ΣΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ - ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ



Είσαι ένα αδέσποτο
περιπλανιέσαι...
και περιπλανιέσαι αδιάκοπα
στους δρόμους
κάθε ανατολή για σένα 
και μια αναπόδραστη λακκούβα
με νερό να ξεδιψάσεις
όντως ξεδιψάς;
και τι λέει η δύση επ'αυτού;
όχι!
η δύση δημιουργεί το χάσμα
αυτό το απαραίτητο χάσμα
για να δημιουργηθεί με τη σειρά της
κι εκείνη η αναπόδραστη λακκούβα.
Σώπα...θα ξεδιψάσεις...
έστω κι αν αυτό σημαίνει πως δύση δεν υπάρχει.

 (ποιητική συλλογή: Ποιητικά Υδατογραφήματα, Αθήνα 2018)

--
Μαρία Γ. Τζανάκου
Ποιήτρια-Φιλόλογος
Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Άσμα μικρό / Νίκος Καρούζος

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

Η νύχτα με συμφέρει / Νίκος Καρούζος



Πράγματι η νύχτα με συμφέρει.
Πρώτα-πρώτα ελαττώνει τις φιλοδοξίες· ύστερα
διορθώνει τις σκέψεις· έπειτα
συμμαζώνει τη θλίψη και την κάνει υποφερτότερη
τη σιωπὴ με σέβας ανατέμνει·
εξαίρει την όσφρηση μα προπάντων η νύχτα περιζώνει.

Ρωμαϊκή οπτασία / Νίκος Καρούζος



εν τω τηρείν τον ένδον δαίμονα ανύβριστον και ασινή
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ Εις Εαυτόν, βιβλίο Β17


Ωραιότερος απ' τα ναυάγια των ήλιων
ο απλός αυτοκράτορας ενώ
τα μάτια του σχεδόν ερωτευμένα
και πρόθυμα στον άσχετο κίνδυνο μιας εκστρατείας
κερνούσαν έξω απ' τη σκηνή του
τη μοίρα δίχως τάραχο και την αθώα σκέψη
να μην τον εύρει σε μικρότητα ο θάνατος
όπως οι άγγελοι διαγράφονταν παγεροί μέσ΄ στον κόσμο
χωρίς άλλο ένδυμα, μονάχα την αυγή φορώντας
-εκείνη τη σοβαρότητα εκείνο το χρώμα!-
μιλούσε με τα λίγα δάκρυά του κι όπως
ο ήλιος ανέβαινε στην καμπύλη
σιγά - σιγά τα στέρεψε.
Η Ρώμη γινότανε μέσα του σαν ένα σβωλαράκι
τα χρόνια μάζευαν οδυνηρά
καθώς τα στρείδια στο λεμόνι.
Ποτέ δεν τον ένιωσαν, αλήθεια,
οι λεγεωνάριοι που 'χαν συνηθίσει
τόσον καιρό στη σφαγή και στον πονόδοντο
με σκονισμένα μάτια
με σπασμένα νεύρα.
Αίφνης ένας παλιός αριστοκράτης απ΄ του Βρούτου το σόι
μ' άσπρο κουστούμι και μια κόκκινη βαλίτσα
τον πλησίασε ήρεμα και διαιρώντας
με το χέρι του σηκωμένο ψηλά
την αυγινή σελήνη που ξεθύμαινε
του είπε: «Πώς να γίνει, αγαπητέ μου, διχάζομαι και συ
μου λες πως έχω το παρόν και μόνο.
Μα εκείνος ο γαλάζιος σκαντζόχοιρος
ο ουρανός όταν βρέχει
τα δέντρα που τρομάζουν ολόγυρα
η άκακη χλόη κι αποπάνω τα πτηνά
τούτο το βάρβαρο ρυάκι πλάι μας
τα ξίφη των αγγέλων
η μουγγαμάρα που σχηματίζει η λάμψη -
κάθε λαχτάρισμα του υπαρκτού με αφυπνίζει
για το μισό που καταπίνει τ΄ άλλο του μισό.
Δεν είμαι θάλασσα να λιώσω με νύχτα τη σελήνη
και να την κάνω κομμάτια στα νερά
με νεκρώσιμη γαλήνη περίγυρα
ή με κύματα γοερά
με θρήσκευμα τον πόνο
Το έαρ είναι άλυτο.
Πώς να διδάξω τη φλόγα στη σταγόνα;
Η αγωνία υπερβαίνει τη ζωή,
γι' αυτό και αχρηστεύει τις απολαύσεις.
Αχ, τι λάκκος από σκοτάδι κάποτε
μ' ένα κόκορα στο κεφάλι για να τρελάνω τη νύχτα
ούρλιασα ξαφνικά σα να μου φύτεψαν βόλι:
-Μια τριανταφυλλιά στο φεγγαρόφωτο!
Τι φρίκη, την τρώνε τα δευτερόλεπτα! -
Πώς να κρατήσουμε απείραχτο το δαίμονα;
Μ΄ αν δεν μπορούμε - τότε λέω πως αρκεί
για λίγη βλόγηση κ΄ ίσως ίαση
κείνος ο σκύλος όνειρος, κείνος ο γκρίζος τύφος...
Χαίρε Καίσαρα!
Τα μάτια μου είναι ευρήματα του θανάτου».


Συλλογή «Χορταριασμένα χάσματα», 1974

Τόμος «Νίκος Καρούζος, ποιήματα», τόμος ‘Α, Εκδόσεις «Ίκαρος»

Ηρθες όταν εγώ... /Αναγνωστάκης Μανόλης




Ηρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατιών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ' τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Α, πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ' αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση - Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι' ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ' άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δαχτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής - πότε ν' αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Oχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δύο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α, πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτα από τ' άρωμα της λάσπης
Ούτε απ' το χάδι των νεκρών στα όνειρά μας
Γιατί έχει μείνει κάτι -αν έχει μείνει-
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Aφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.


Από τη συλλογή «Η συνέχεια» (1954)

Συντριμμένος / Νίκος Καρούζος


Τι είναι ο έρωτας έζησα με τ’ άστρα
κρατώντας το στέρνο μου στα χέρια ξεκαρφωμένο
εγώ έπεφτα όπως ένας κάδος πέφτει σε πολλές σκάλες
χύνοντας το νερό τόσον άτυχο
εγώ έπεφτα
ενώ καίγονταν μέσα μου τα εικοσιτετράωρα.
Να η λαλιά της αγάπης στις σκόνες στα ποδήματα
έχω τη χάρη να γκρεμίζομαι απ’ τα σπλάχνα
και βλέπω, είναι με το μέρος μου ο ίλιγγος.

Η Ορθοδοξία / Νίκος Καρούζος



Γλυκὸ που είναι τὸ σκοτάδι στὶς εικόνες των προγόνων
άμωμα χέρια μεταληπτικὰ
ρούχα ποὺ τ᾿ άδραξεν η γαλήνη και δε γνωρίζουν άνεμο
βαθιὰ το ελέησον απ᾿ τους άυλους βράχους
τα μάτια σαν καρποὶ ευωδάτοι.
Κι ο ψάλτης ολόσωμος ανεβαίνει στο πλατάνι της φωνής
καημένε κόσμε
θυμίαμα η γαλάζια οσμὴ κι ο καπνὸς ασημένιος
κερὶ να στάζῃ ολοένα στα παιδόπουλα
καημένε κόσμε
σα βγαίνουν - ω χαρὰ πρώτη - με το Ευαγγέλιο και με τις λαμπάδες
κ᾿ ύστερα η μεγάλη χαρὰ να συντροφεύουν τ᾿ Άγια...
Ο παπα-Γιάννης τυλιγμένος τ᾿ άσπρο του φελόνι
καλὸς πατέρας και καλὸς παπποὺς με το σιρόκο στη γενειάδα
χρόνια αιώνες χρόνια και νιάτα πόχει η ομορφιά!...

Αγγίζοντας αυτή τη νεότητα / Νίκος Καρούζος

Περίμενα όλο το βράδυ με τα μύρα
είχε πεθάνει μια γυναίκα
τα χαράματα
οι άνεργοι με τα φτυάρια περίμεναν
στην πρωινή πλατεία του ταχυδρομείου
λίγο σκοτάδι έμενε ακόμη
και βασίλευεν η θαλπωρή που δίνει
η μια καρδιά δυστυχισμένη με την άλλη—
της χαραυγής μικρά εστιατόρια
φως αχνισμένο πάνω στους υαλοπίνακες.
Η Αττική τη νέαν ημέρα υφαίνε στα μάτια
πονούσαν μέσ’ στους άδειους δρόμους τα βήματα
ο βαθύς αυτός όρθρος.
Άλλοτε η χαρά ήτανε πιο βαθύ ποτάμι
με κρύσταλλα μοναχικά στην επιφάνεια
μ’ ένα θεό κρυμμένο καθαρά
και δέντρα μόλις
καθρεφτισμένα.
Βαθύ ποτάμι της ιαχής τώρα βαδίζω
στην οδό κι οι άνθρωποι δεν έχουν λόγια
να μιλήσουν τι να πουν...
Κοντές ελληνίδες άτονες μητέρες καθαρίστριες
πηγαίνουν στα σιωπηλά οικήματα
με λίγη άμυνα ρουχισμού στο κρύο τόσο λίγη
δεν έχουν στα φτηνά φουστάνια τους άνθη.
Κι άλλες γυναίκες μάταια προσμένουν
έρωτα θάνατο χαρτονόμισμα
είναι αργά η νύχτα στάθηκε σκληρή...
Δίνω το χαρτονόμισμα και χάνομαι
φεύγω μακριά μη μου φωνάζεις
η ερημιά μου είναι άσπρη βρομερή.
Κι άλλες γυναίκες πλένουν
τις θύρες όπου θάμπει ο διάβολος
λίαν πρωί στη δούλεψη του σκύβουν.
Η κόλαση λοιπόν είν’ η πατρίδα μας
αμάρτημα υψώνεται
ο μαύρος καπνός των εργοστασίων
ψηλά στο ξημέρωμα.
Κι όμως άλλοτε η χαρά ήτανε το ποτάμι
Όχι εδώ στη ρημαγμένη γη μα στους ουράνιους
κόσμους εκεί με τη μονάχη μου ψυχή.

Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Στο χωριό / Νίκος Καρούζος

Νίκος Καρούζος

Τα σπουργίτια μπουλουκιάζουν. Χειμώνας.
Φωτεινό το δείλι έχει πάρει
όλες τις αποχρώσεις της ταπεινώσεως.
Ιμάτια λιλιά στον ουρανό.
Τα πετεινά, όπως διάβηκαν από πάνω μας,
κινούμενα σημεία της ψυχής-
προκάλεσαν σε μένα τουλάχιστον
απερίγραπτο αίσθημα συναδελφώσεως με την πλάση.
Μείνετε άδολες ώρες κοντά μου,
μείνε εσύ ζωή απαλή σαν τραγούδι
μελαγχολικών παρθένων.
Περιμένω καθώς ο καρπός στο δέντρο.



Ποιητική συλλογή "Η επιστροφή του Χριστού" (1953).

Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος / Νίκος Καρούζος



Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ’μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν’ ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; Είναι φάρμακα;
είναι γάζες επίδεσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

Η πορεία των σιωπηλών / Ιερόπαις Λευτέρης

Το τελευταίο φθινόπωρο ξεκίνησε
κι ήταν κάτι ακαθόριστο, σαν κόμπος στο λαρύγγι,
σαν μια θηλιά ήρθε στο λαιμό και δέθηκε.
Κι η κάθε κίνηση όλο πιότερο τη σφίγγει.

Της πείνας το φθινόπωρο που εκίνησε
δίχως ρομαντισμό ήρθε να κουρσέψει,
κι όπως καβάλησε στο φορτηγό αυτοκίνητο,
μια λεία από ανθρώπους πλούσια θα μαζέψει.

Τα ξένοιαστα παιδιά μαζεύει, που αφήσαν
τα γελαστά απογεύματα και τα παιχνίδια,
τα παιδιά που γυρνούν στους δρόμους, ψάχνοντας
για φλούδες κι αποφάγια στα σκουπίδια.

Μαζεύει αυτούς που πάγωσε στα χείλη τους
το ανέκφραστο χαμόγελο, που τρέφει η απελπισία.
Μαζεύει τους νεκρούς...Γιατί όσοι σώπασαν,
αυτοί σκοτώνουν της ζωής τη σημασία.

Κι έτσι σε δρόμους σκοτεινούς τραβούν και χάνονται
και μια θηλιά στο τέρμα τους προσμένει
και μια θηλιά για τον καθένα κρέμεται
μα σφίγγεται και πνίγει όποιον σωπαίνει.

Μες στης σιωπής το πέλαγος το ακύμαντο
η απελπισία ενός λαού διαβαίνει.
Στο πέλαγο η φωνή του θάρρους σώπασε
κι όταν σωπαίνει ένας λαός πεθαίνει.

Οδοποιία / Λευτέρης Ιερόπαις (ψευδώνυμο: Λευτέρης Νομικός)


αναδημοσίευση από τη σελίδα: http://1-2.gr/2019/02/07/gia-ierotero-paidi-ths-ellhnikhs-poihshs/

Λευτέρης Ιερόπαις (βιογραφικό Σημείωμα)

Ο Λευτέρης Ιερόπαις γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 1920 και απεβίωσε από φυματίωση στις 17 Μαρτίου 1945. Μετά τη Βαρβάκειο σχολή, σπούδασε Νομικά.  Μετά το 1938 ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση και κρατήθηκε μαζί με άλλους στην ασφάλεια για την δράση του κατά της δικτατορίας. Στη γράμματα εμφανίστηκε το 1939 με ένα ποίημά του στο περιοδικό "Νέα Εστία", χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο: Λευτέρης Νομικός.

Ποιητικές Συλλογές:

Το κράτος του πολέμου εκδιδόμενη από τον αδελφό του Νίκο το 1965. 

Ταξίδια στον ήλιο / Γεροντούδη Λ. Παυλίνα




Πρωί, καλοκαίρι, με ήλιο να λάμπει,
με θάλασσα τζάμι και φίλους παλιούς,
πως θα ήθελα Θεέ μου στο νησί να ήμουν πάλι,
σε μια βάρκα όλοι μέσα, εκδρομή γι’ αχινούς.

Ξεκινά η βαρκούλα με χαρές και τραγούδια,
πλημμυρίζει από γέλια κι’ αστείους καημούς.
Στα κουπιά ειν’ο Γιάννος, έγια μόλα έγια λέσα,
καπετάνιος ο Στράτος, απ’ τους πιο σοβαρούς.

Τραγουδάνε τ’ αγόρια και τα μάτια τους λάμπουν.
Τραγουδάν τα κορίτσια την αγάπη γλυκά,
τα κουπιά αντηχούνε, σεκόντο μας κάνουν,
κι οι αχινοί καρτερούνε κάπου εκεί στα βαθιά.

Στο μυαλό δε χωράνε φουρτούνες κι αντάρες,
όλα είναι ντυμένα με φως και χαρά.
Η ζωή είναι μπροστά μας και υπόσχεται μόνο,
ταξίδια στον ήλιο και νερά λαμπερά.

Τι κι αν χρόνια πολλά από τότε περάσαν
κι η χαρά με κοιτάζει με μάτια θολά,
με τη σκέψη μου πάντα στου νησιού τ’ ακρογιάλι,
με μια βάρκα θα φεύγω κι η ζωή θα γελά.     

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Ανθρώπου Προσευχή / ΕΛΕΝΗ ΤΟΜΠΕΑ




Ανθρώπου Προσευχή

Προσκύνημα τα δυο μου χείλη θα αφήσω
Στου κορμιού σου τους άγιους τόπους θα συρθώ
Χωρίς αισχύνη, χωρίς αιδώ
Τo αμάρτημα της ψυχής μου θα προσθέσω
Σαν αγκάθι να τρυπά ό,τι ιερό

Και όταν γλυκός πόνος σε σκεπάσει
Όταν σαν έκπτωτος υιός θε να κρυφτείς
Με την αγνότητα της Εύας θα σε νίψω
Ανθρώπου δάκρυα
Η θεία προσευχή

Ακαταστασία / ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ




Ακαταστασία 

Στην αυλή του καινούργιου μας σπιτιού,
που΄ναι άβολο ακόμη σαν αφόρετο παπούτσι,
μιά πασχαλιά στη γλάστρα με τα μπουμπούκια της κλειστά,
έγειρε κι έπεσε.

Σαν σφηνωμένο στο βυθό καράβι στέκει,
με το κατάρτι της λοξό,
παραδωμένη, αφημένη και παράφωνη.

Μα, πράγμα παράδοξο,
αν δεν το όριζαν σαν άξονες σαφείς,
το πάνω και το κάτω ποίο είναι,
οι ευθύγραμμες πορείες των σταγόνων της βροχής,
θα’λεγα: η πασχαλιά στέκει ορθή
κι όλος ο άλλος κήπος έχει αναποδογυριστεί!

Σημαντικέ μου, Άλλε / Κατερίνα Θεοχάρη


Σημαντικέ μου, Άλλε


Βοήθησέ με, ν’ ανακαλύψω κι άλλα πράγματα για ‘μένα…
Εκείνα που μπορεί να φοβάμαι,
Όσα από ΄κείνα, δεν τόλμησα να ομολογήσω.
Γίνε σε στιγμές, πιο δυνατός από ‘μένα
με αγάπη και αγκαλιά γιατί,
έχω ανάγκη να ηρεμήσω εκείνο το μικρό…
Να το πάω πάλι απ’ την αρχή…
Θέλω να μάθω, πώς είναι να μη μπορώ
όλα εκείνα που μπορώ. Μέσα σ” Eσένα να κρυφτώ!
Σε κατακόκκινο βυθό, ζωγράφισέ μου ένα ‘μοιράζομαι’
για όσα φοβάμαι μήπως, χαθούν στη συνήθεια…

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Παπαβασιλείου Πασχάλης (βιογραφικό σημείωμα)

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Δεκέμβρη του 1941. Μεγάλωσε στη συνοικία της Καμάρας.  Σε ηλικία 18 ετών μετανάστευσε στη Βιέννη της Αυστρίας, όπου σπούδασε και εργάστηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων. 

 Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1980.  Άρχισα να γράφει ποιήματα το 2000. Τον Ιούνιο του  2006 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο "Αποσπερίτης".   
Βραβεύθηκε με Έπαινο στον Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ποιήσεως, που διοργάνωσε η Ένωσις Συγγραφέων Λογοτεχνών Ευρώπης. 


Ποιητικές Συλλογές:


  • Αποσπερίτης / 2007
  • Του Ανέμου Δίλλημα / 2008
  • Αγέρες /  2008
  • Επιλεγμένα Ποιήματα / 2010
  • Τέλος Εποχής / 2013
  • Πόθοι του χθες / 2017

[Το ξέρω πως έχω ξαναζήσει ] / Παπαβασιλείου Πασχάλης

Το ξέρω πως έχω ξαναζήσει
πως έχω ξαναγεννηθεί
διαφορετικός από ό, τι τώρα
Ίσως και να ήμουν φιλάργυρος
μπορεί και κερδοσκόπος 
Ίσως χωρίς φιλόδοξο εγωισμό
μπορεί και επιφυλακτικός
οπισθοδρομικός
Μπορεί να ‘μουν ανέραστος
μισογύνης
μπορεί πιστός μονογαμικός
Μπορεί και να ’μουν βραβευμένος
και ίσως φαντασμένος
Μπορεί και σαδιστής
Ληστής
Μηδενιστής
Υλιστής
Μπορεί να ‘μουν ωραίος
προικισμένος
Σε αυτή μου τη ζωή ούτε που ξέρω τι είμαι
Ξέρω μονάχα σίγουρα πως όλα τούτα δεν είμαι

[Αυτοί είναι θες δε θες ] / Παπαβασιλείου Πασχάλης

Αυτοί είναι θες δε θες
Εσύ τους διάλεξες από τις υποσχέσεις τους
Τώρα οφείλεις να τους υποστείς
Μη περιμένεις να έρθουν να σε παρηγορήσουν
να συμμετέχουν στον πόνο σου
Ούτε θα νοιαστούν
για την κατάντια αυτού του τόπου
Είναι άνανδροι
Συκοφάντες
Υποκριτές
Δημαγωγοί
Ταγμένοι να πουλήσουν την Ελλάδα
την Μακεδονία μας
Αυτοί είναι θες δε θες
Εσύ τους διάλεξες
Ας πρόσεχες

[Ό,τι και να συμβεί η ζωή συνεχίζεται ] / Παπαβασιλείου Πασχάλης

Ό,τι και να συμβεί η ζωή συνεχίζεται 
Χωρίς τέλμα 
Χωρίς αιδώ
Θα ξημερώσει καινούρια μέρα με άλλα χρώματα 
Με άλλες ευωδιές 
Η στράτα θα έχει άλλες επιλογές κι άλλες αποκαλύψεις
Η αγάπη θα υπάρχει
Σε άλλες στέγες και σε άλλες αγκαλιές
Να νιώθει όσο μπορεί χαρά
Ανέμελη θα ορίζει τα βήματα της
Στο χρόνο στις ώρες και στις αναπάντεχες στιγμές
Τα ίχνη που άφησες
Το χάδι το πρωτόγνωρο
Ο απόηχος του γέλιου σου
Το άδολο τραγούδι στην ψυχή μου
Το χτένισμα του ανέμου στα μαλλιά
Το ιδιόρρυθμο βάδισμά σου
Η τροφή στο απρόσμενο
Όλα αυτά τα λατρεμένα
Δεν έχουν χρώμα ούτε περίγραμμα πια
Και όμως υπάρχουν...

Γειτονιά / Παπαβασιλείου Πασχάλης / Παπαβασιλείου Πασχάλης



Θυμάμαι σαν παιδί 

Τη γειτονιά

Και τις αλάνες με τις λάσπες τις πολλές
Τα καλντερίμια με τα κάρα τα παλιά 
Και των αλόγων τις κοπριές
Τις κατηφόρες με την σκόνη την ψιλή 
Τα κατρακύλια να μας φεύγουνε με φόρα 
Και εμείς ανέμελα με γέλια δυνατά
Την ευτυχία μας φωνάζαμε με τρέλα
Τα πόδια μας γεμάτα με πληγές 
Τα γόνατα γδαρμένα μες στο αίμα
Και τα μπαλώματα να σχίζονται ξανά 
Και την γιαγιά 
Να ράβει με χαρά
Θυμάμαι σαν παιδί 
Ξυπόλυτοι κλοτσούσαμε την μπάλα
Με δάχτυλα και νύχια ξεσκισμένα 
Το γκολ η  πέναλτι  μετρούσε την στιγμή που το ‘βαζες με φόρα
Και τα φιλιά απ’ τα παιδιά 
Κερδίσαμε ξανά 
Κουράστηκα… πάω για ύπνο βρε μαμά… 
Και ξαναβλέπω στα όνειρα μου τα βαθιά 
Τη γειτονιά   

Προσπαθώ / Παπαβασιλείου Πασχάλης


Προσπαθώ
Να κολυμπήσω στα ποτάμια της γαλήνης
Να σκαρφαλώσω στης ψυχής τον στεναγμό
Και να φουντώσω ευτυχία απ’ την πνοή μου
Να ταξιδέψω μ’ ένα όραμα αληθινό
Και να βιγλίσω το απέραντο του πάθους
Μ’ ένα πνεύμα που σαλεύει το μυαλό
Να ξεκλειδώσω την αμπάρα της ψυχής μου
Να λαμπυρίσουν τα σημεία που ζητώ
Και να βατέψω ακάματος στη σκέψη μου επάνω
Προσπαθώ

Δεβελίκι / Παπαβασιλείου Πασχάλης


Δεβελίκι
Μερικές φορές ξεχασμένες φωνές ακούω
Ουρλιαχτά στριγκλίσματα παιδικών φωνών στον αέρα που δεν φύγανε
Κι  ούτε ο άνεμος δεν εμπόρεσε να σβήσει
Μένουν εκεί ζωντανές
Στο Δεβελίκι το καλοκαιρινό στις ατέλειωτες νύχτες
Με τ’ αγέρι τ’ απαλό να δροσίζει τις ζεστές ξάστερες βραδιές
Κι εμείς ξαπλωμένοι να κοιτάμε του ουρανού τ’ αστέρια
Μα το βράδυ αυτό είναι  πιο σκοτεινό από τ’ άλλα
Δεν υπάρχουν φωνές ούτε άστρα να πέφτουν στη γη
Είμαι εγώ τώρα πια  μοναχός μες στο σκότος των χρόνων

[Τα βράδια αναπολώ] / Παπαβασιλείου Πασχάλης



Τα βράδια αναπολώ τις φλύαρες σιωπηλές ματιές σου
που έχουν χρώμα περίγραμμα
και υπάρχουν 
σαν τραγούδι μέσα στη νύχτα 
Ποτάμι που κυλά μέσα μου
Άνοιξη που θάλλει  αγάπη 
Με χρώματα παρμένα από του Μάη μέρες 
με ντύνεις μ’ αυτά τρυφερά 
με ένα χάδι πρωτόγνωρο 
Χάδι από τις φλογερές σιωπηλές ματιές σου

Γειτονιά / Παπαβασιλείου Πασχάλης



Θυμάμαι σαν παιδί 
Τη γειτονιά
Και τις αλάνες με τις λάσπες τις πολλές
Τα καλντερίμια με τα κάρα τα παλιά 
Και των αλόγων τις κοπριές
Τις κατηφόρες με την σκόνη την ψιλή 
Τα κατρακύλια να μας φεύγουνε με φόρα 
Και εμείς ανέμελα με γέλια δυνατά
Την ευτυχία μας φωνάζαμε με τρέλα
Τα πόδια μας γεμάτα με πληγές 
Τα γόνατα γδαρμένα μες στο αίμα
Και τα μπαλώματα να σχίζονται ξανά 
Και την γιαγιά 
Να ράβει με χαρά
Θυμάμαι σαν παιδί 
Ξυπόλυτοι κλοτσούσαμε την μπάλα
Με δάχτυλα και νύχια ξεσκισμένα 
Το γκολ η  πέναλτι  μετρούσε την στιγμή που το ‘βαζες με φόρα
Και τα φιλιά απ’ τα παιδιά 
Κερδίσαμε ξανά 
Κουράστηκα… πάω για ύπνο βρε μαμά… 
Και ξαναβλέπω στα όνειρα μου τα βαθιά 
Τη γειτονιά  


[Η μνήμη μου μια όμορφη θεά] / Παπαβασιλείου Πασχάλης


Η μνήμη μου μια όμορφη θεά
Τα δώρα της μεταμορφώνονται στο πέρασμα του χρόνου
Να με ρωτήσεις να σε πω πως πέρασα το τώρα δα δεν το θυμάμαι
Το βλέμμα μου ξαναγυρνά στο παρελθόν 
Στις αυγινές μου τις στιγμές 
Στα νιάτα και στην εμορφιά 
Στα γέλια τα φανταχτερά ντυμένα με την ξενοιασιά
Λέω και εγώ 
Έχω τα χρόνια μου μπροστά να τα χαρώ όπως μπορώ 
Μα δεν προσέχω πως κυλά ο χρόνος προς τα γηρατειά
Αυτά επίστεψα και εγώ πως θα ‘μαι αιώνια ο νιος
Με του λεβέντη την καρδιά μ’ αγέρωχη κορμοστασιά
Μα του καθρέφτη η μαρτυριά ξυπνάει το παρόν 
Και τις ρυτίδες τις πολλές που είναι μόνιμες και αυτές
Γυρίζω πίσω για να δω… 
Η μνήμη μου μια έμορφη θεά

[Πως θα 'θελα να μ' έφερνε η θάλασσα] / Παπαβασιλείου Πασχάλης

Πως θα 'θελα να μ' έφερνε η θάλασσα κοντά της τώρα δα 
Να βλέπω τα μαλλιά της να ανεμίζουν
Το σπρέι από το κύμα στο κορμί της να κολλά 
και οι σταγόνες σαν χάντρες φωτεινές πάνω να φωτίζουν
Τα μάτια της να αστράφτουνε αγάπη 
Τα χείλη να προφέρουν σ’ αγαπώ
Πως θα ‘θελα

Τα βραβευθέντα Ποιήματα του 1ου Ποιητικού Διαγωνισμού των "Φίλων της Λογοτεχνίας και του Πολιτισμού" της Λάρνακας




Α΄Βραβείο



ΡΟΠΗ / Στέλλα Μιλτιάδου



Καταπνίγεις τα λόγια σου.
Και μέσα σε αυτό το ατελείωτο ανείπωτο
σπαρταράει το νόημα.
Παλεύει να ειπωθεί.
Χώνεις το νόημα όσο πιο βαθιά.
Σβήνεις κάθε υποψία
βίαια ποδοπατώντας τα ίχνη της υπόνοιας.

Το νόημα αναβλύζει καυτό απ’ το βλέμμα σου.
Μα η φωνή που ξεστομίζεται
-σα μόνη της,
χωρίς να την ορίζεις
ρέπει αλλού
και μπλέκεται μεσ’ την οχλοβοή …
γιατί το απέναντι δεν το αντέχεις.

***
Β΄ Βραβείο


ΕΙΣ ΚΥΠΡΟΝ 2017 / Χριστιάνα Καμένου

Και εμείς εδώ
απλά περιμέναμε μια Άνοιξη.
Έτσι απλά,
για να συνωμοτήσουμε μαζί της.
Και εμείς εδώ
απλά περιμέναμε ένα φως
για να λοξοδρομήσουμε μια φορά
από τα κουμπωμένα πλαίσια
αυτού του νησιού
από τα προδιαγεγραμμένα και αλογάριαστα
αυτά πλαίσια
που κάποια στιγμή πρέπει να διασπαστούν.
Και εμείς εδώ
απλά περιμέναμε να αλλάξει επιτέλους
γύρω μας το χρώμα,
να διανύξει το φως μια επιπρόσθετη θέση.

Έτσι απλά,
σαν κάλυψη ή προκάλυψη
του φόβου αυτής της δικαιολογημένης ανασφάλειας
για αυτή την αλλαγή.
Και εμείς εδώ
απλά ενδέχεται
να σωπαίνουμε και να ακροαζόμαστε
τον ήχο που διατείνεται την ελπίδα
τον ήχο που διασπάει επιτέλους
αυτή την επί χρόνια συγκροτημένη δομή.
Και εμείς εδώ
απλά περιμένουμε αυτή τη συνωμοτούσα
Άνοιξη
για το τι επίκειται να φέρει, να επιφέρει
ή να επαναλάβει σε αυτό το νησί
που όλο και μεγαλώνει, μεγαλώνει
με την ιστορία του.

***

Έπαινος

ΑΦΙΛΟΞΕΝΟ ΣΚΟΤΑΔΙ / Παύλος Ανδρέου

Αφιλόξενο σκοτάδι,
κουβαλάς ένα βασανιστικό απομεινάρι,
ανήμπορη σκιά,
πληγωμένη από ένα βέλος ξαφνικά.

Τα βαθιά μυστικά της ψυχής,
θαμμένα σ’ ένα απαραβίαστο χάδι,
οι ορίζοντες των στεναγμών
καίγονται στα ψυχρά κύματα
των περίπλοκων γρίφων της αγάπης.

Με νόμους γραμμένους
στην πέτρα της καρδιάς,
στριφογυρίζει η σκέψη,
σ’ ένα άυλο κάστρο του αέρα,
στα λημέρια του πάθους,
σ’ ένα φιλί του σκότους.

Στα γνήσια εδάφη της ψυχής,
ένα φεγγοβόλο συναπάντημα του νου,
το μελωδικό βασίλειο μοχθεί να θεμελιωθεί,
από χάρη ενός γυμνού νυχτωμένου ονείρου.

Ψέμα που καληνυχτίζει μ’ αγκαλιά,
βαφτίστηκε αλήθεια,
μα έγκλειστη πια
στα δρομάκια της λησμονιάς,
η αγάπη χάνεται παντοτινά.

***

Έπαινος

Η ΕΠΑΙΤΙΣ /Μαρία Κούβαρου

Τραγούδαγε η μάνα μου η γη
το ό,τι σπείρεις θα θερίσεις
Και στο σεκόντο ο πατέρας μου, το σύμπαν,
με νανούριζε με «δούναι και λαβείν»
Κι εγώ, στερεμένη απ’ το δόσιμο
στέκομαι τώρα εμπρός τους -μια επαίτις.
Έχω αδειάσει· δανειστής, με δανεικά επιζώ,
μα
τέρας τυφλό είναι το δίκαιο.
Κι έτσι, ρακένδυτη όπως είμαι,
σέρνομαι και αναμένω
απ’ τα χρωστούμενα,
απ’ τα χρωστούμενα αναμένω επιστροφή.
Στάλα τη στάλα με αφήνει η ζωή
και την αφήνω να μ’ αφήνει,
και όσο στραγγίζει
κι εγώ στραγγίζω.
Στραγγίζω
και αναμένω
δικαιοσύνη.
Μες στο μυαλό μου υπολογίζω
χρωστούμενα, τους τόκους,
και όσα θα είχα για να παίρνω
αν το προνόμιο μας δινότανε
να παίζουμε όλοι ως ίσοι.
Ίσοι προς ίσους. Ίσος προς ίσον. Μα ίσως
ούτε αυτό να μην το μέτρησα σωστά.
Έτσι κατέληξα επαίτις·
και όλο ζητώ
Ζητώ και αναμένω,
Ζητώ, σωπαίνω και αναμένω.
Ζητώ. Γιατί ζητώ;
Πώς απαιτώ να λάβω από τους οφειλέτες μου
όταν κι εγώ η ίδια χρωστώ στον εαυτό μου;



***

Έπαινος

ΛΕΞΕΣΙΝ / Πέτρος Πέτρου


Τώρα τι;
Πρέπει να βρω μονάχα λέξεις να σου πω.

Μα πώς φτιάχνονται οι λέξεις;
Θέλουν αίσθημα κι όνειρα και έρωτες.

Οι άνθρωποι οι δικοί μου
είναι όλοι πλασμένοι από λέξεις.
Μα μαζί σου, λεξιθηρία.

Τις ώρες τις μικρές,
γεύονται την πνοή σου.

Καμία όμως δεν είναι αρκετή για να σε εξιστορήσει,
Καμία να με εξιλεώσει.
Γίνομαι εξίτηλος.

Μα πρέπει να βρω λέξεις να σου πω!

Τα γράμματα του σώματός σου
Οσφρύζεται η ανάσα μου.
Γίνομαι ερωτύλος.

Τελικά, λέξις είν᾽ ἡ ἕλξις …

Στο πάγωμα του χρόνου
ψαχουλεύω τη μορφή σου.

Ψιθυριστά ακούω τάς ἕλξεις μου , ὦ λέξεις
μου:

'Έλα να σ' αγκαλιάσω προτού ξυπνήσω'.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.