Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Ο έρωτας μου για σένα

Ο έρωτας μου για σένα
είναι σαν την μέθη του κόκκινου κρασιού
τις στιγμές που γέρνεις στο πλάι μου
σαν μικρό φοβισμένο πουλί
τις αξημέρωτες νύχτες του Δεκέμβρη
όταν σβήνει ο χρόνος
στους λεπτοδείχτες του ρολογιού
Σαν τα φτερά του αγγέλου
σε έναν ξεθωριασμένο πίνακα του Ραφαήλ
στην κάμαρη όπου ανταμώνουμε
τόσο όμοιοι μα και διαφορετικοί
σαν δυο ταξιδιώτες που κουράστηκαν να περιμένουν
στις αποβάθρες των τραίνων
τα βαγόνια που έρχονται και φεύγουν
νιώθοντας βαθειά μέσα τους το φτερούγισμα της αγωνίας
μην μείνουν για πάντα εκεί σαν δυο ριζωμένα δέντρα ….

Καλύτερα σιωπή



Δεν έμαθες ακόμη να μιλάς.
Στο ‘χα ξαναπεί.
Με την ασυνταξία των λόγων σου
κινδυνεύεις να χάσεις το νόημα…
Και οι έννοιες;
Μην παίζεις με τις έννοιες.
Αν δεν τις γνωρίζεις σε βάθος,
αν δε νιώθεις να κυλούν στο αίμα σου…
Μην τις χρησιμοποιείς.
Μπορείς όμως να το σώσεις.
Με μικρές προτάσεις.
Όπως…
«θέλω να φύγω»
ή καλύτερα…
«φεύγω».

Ημερολόγιο Πολέμου

Μία γέεννα Πυρός φλέγεται
κάπου στην άγνωστη Συρία.
Ως τα πέρατα της μακρινής της γης
Θηρευτές ονείρων ταξιδεύουν
σκορπίζοντας το Θάνατο.
Μαύρες ανεμώνες οι νεκρές ψυχές
συντροφεύουν τη Σιωπή.
Στις Ακρολιμνιές μπλε βιολέττες
σαστίζουν στο είδωλό τους.
Σάρκες διαμελισμένες διακρίνονται
στο Μισόφως του πυθμένα τους.
Ανηλεής εκτελεστής τους,
η Παράνοια, ο Αλληλοσπαραγμός των ανθρώπων.
Ημερολόγιο Πολέμου.
Ανίερο Ψυχογράφημα
των Χαλκευμένων συνειδήσεων.
---------------------
Ναι οι Ρεαλιστές
εξουσιάζουν πλέον τα Ανεκπλήρωτα όνειρα.
Οι Ευαίσθητοι πίστεψαν,
αλλά δεν μπόρεσαν να αφαιρέσουν το
Μπρούτζινο προσωπείο
του Υποκριτή κόσμου.
Ρώτησαν για την Αγάπη, για τον Έρωτα,
εάν υπάρχουν,
εάν συνεχίζουν να οδηγούν τα Ανθρώπινα.
Ρώτησαν.
Μα δεν Τόλμησαν να Κυβερνήσουν.
Η αιώνια Απάντηση ακούσθηκε
ξανά απ’ τους γιούς του Κάϊν.
Πόλεμος.
Ημερολόγιο Πολέμου.
Ιδανικά που λησμονήθηκαν,
οι Άνεμοι τα εξόρισαν Άστρα
στις Ασύνορες Θάλασσες.
---------------------
Πόλη Χόμς.
Ένας ελεύθερος Σκοπευτής εστιάζει
σε δωμάτια Ανήλια, σε αδιέξοδες Σκέψεις.
Αυτές που κρέμονται βουβές
σε σπασμένες κορνίζες στους
Λευκούς ρυπαρούς τοίχους.
Κάποια Σύντομη ζωή που σβήνει,
όταν εκείνος τη σημαδεύει.
Ζωή ή Θάνατος, για αλυσοδεμένες Ελπίδες,
που αυτοοικτίρονται από συνήθεια.
Κι οι Δρόμοι των ανθρώπων χωρισμένοι
με Συρματοπλέγματα, γεμάτα με Αίμα ξεραμένο
από κλεμμένα Όνειρα.
--------------------------------------------
Καμένα αυτοκίνητα με Στάχτες
απ’ τη Σάρκα αυτών
που δεν πρόλαβαν να φύγουν.
Νεκρά παιδιά στα πεζοδρόμια.
Κατεστραμμένα πράσινα παιχνίδια,
τρυπημένα από Σφαίρες και Λευκά τριαντάφυλλα.
Κόκκινα ποδήλατα, Διαλυμένα
από τις ερπύστριες των Τανκς και νεκρά ηλιοτρόπια.
Παιδιά, που τα δάκρυά τους ξέπλυναν
τις Μαύρες μπότες Προγραμματισμένων στρατιωτών
να σκοτώσουν οποιονδήποτε.
Μητέρες ανυπεράσπιστες,
που το Μητρικό τους γάλα πωλείται
με δώρο ένα όπλο Μίσους στα Πολυκαταστήματα.
Άνδρες που αγοράζονται χωρίς τιμή.
Ο ζητιάνος που κρυώνει στη γωνία.
Ο ψηλός Ασφαλίτης που τρομάζει τη γειτονιά
με ένα Χαμόγελο.
Ημερολόγιο Πολέμου.
Σκιές που ζωγραφίζουν με δάκρυα και Χαμένα όνειρα
ένα πικρό Φεγγάρι.
-----------------------------------
Πόλεμος.
Αυτός, ο Επόμενος, ο μεθεπόμενος.
Ο μεγάλος Καιάδας των
Αμέτρητων κουρσεμένων Ψυχών.
Πάμε για το επόμενο γύρισμα
φωνάζει δυνατά ο Σκηνοθέτης.
Πέφτει ο αναμενόμενος Τίτλος:
«Ο Πόλεμος ξεγυμνώνει την Αλήθεια μας».
Ναι έτσι θα ξεκινήσει τα λόγια του.
Ο Πολεμικός Ανταποκριτής
μιλάει.
Ένα νέο Ημερολόγιο Πολέμου γράφεται.
Η Αρχή που γίνεται Τέλος.
Το Τέλος που γίνεται η Αρχή.
Που χάθηκες Αγάπη;
Για σένα δάκρυσε στα Τραγούδια του
ο άνθρωπος...


"Ο Χριστός μας σήμερον εγεννήθη" (απόσπασμα)

Πέρα εις στο ανέγγιχτο,
στο μαύρο φόντο του Αστεροβριθούς ουρανού,
οι Νότες του Θεού
αστράπτοντες Αρματηλάτες
ταξιδεύουν.
Ανταύγειες μορφώνονται των άστρων,
άσπιλες θυγατέρες.
Φως ανέσπερον της Χαράς,
διαχέονται έως στα πέρατα του Κόσμου.
Ο Χριστός μας σήμερον εγεννήθη!
-----------


Αγγελόμορφα μικρά παιδιά,
με αχτιδοστέφανα,
και αργυρόχροες σάλπιγγες κι αυλούς
στο Σύμπαν εκείνες συνοδεύουν.
Κι είναι οι χιτώνες τους
Ανθόπλεκτοι,
με ασπρολούλουδα και κίτρινες μαργαρίτες.
Λευκά μαργαριτάρια που αστροφέγγουν,
μες στο Αγιασμάταρι
της αθωότητας των ψυχών.
----------
Σμίγουν και αγκαλιάζονται,
ωσάν αστροθέτες,
της Μουσικής της Θείας Γέννησης.
Ακούστε τα άνθρωποι,
πόσο όμορφα και Θεϊκά
σαλπίζουν και υμνούν!
Ακούστε τα πως αυλωδούν
ένα Άστρο υπέρλαμπρο.
Του Απείρου είναι η αρχή, το έσχατο σημείο.
Ως το Παιδί Του κατέρχεται,
ο Παλαιός των Ημερών, ο Άχραντος των Αιώνων.
Ο Χριστός μας σήμερον εγεννήθη!
----------
Όρα άνθρωπε,
ως Αστρολάβος μαγικός ορθώνεται,
ωσάν το Θείον Φως Του να μετρά
την απόσταση απ’ της Πίστης μας
τους μεσημβρινούς!
Κι είναι αδιατάρακτος, αδιάλειπτος.
Ο Άρχων των Ιερών σχημάτων,
ο Ορθόδοξος Σταυρός μας.
Αδιάβλητος και Αναλλοίωτος,
του Δημιουργού μας
η Αρχέγονος, η Άρρητος εικόνα.
----------
Καλεί σιμά τους Πρωταγγέλους του,
το άστρο της Εσπέρας,
αντάμα το άστρο της Αυγής,
τον Πολικό αστέρα.
Προστάζει τον Αρκτοζέφυρο
να σύρει τη Πνοή του,
ταξίδι Ανέμου να γενεί στη Βηθλεέμ
μαζί Του.
Διότι εκεί εγεννήθη η Σάρξ της Σαρκός Του,
ο Μονογενής, ο Αζύγιαστος Υιός Του.
Ο Χριστός μας σήμερον εγεννήθη!


Ελπίζω!

Με θούριους του Ιούδα
ύμνησα  το Μεγαλείο  της Ύπαρξης Σου
Κύριε.
Την Αγάπη Σου αγόρασα με Τριάντα αργύρια
σ’ ένα φθηνό και χυδαίο παζάρι.
Στην ομίχλη ενός νέου Γολγοθά
έσβησα τα Ανεξίτηλα ίχνη Σου.
Τρείς φορές σε αρνήθηκα,
Χίλιες πούλησα τη Ψυχή Σου.
Την Αλήθειά Σου σταύρωσα Επτά φορές.
Κι όμως η Ελπίδα Σου
δεν μ’ εγκατέλειψε Ποτέ!
~~~~~~~~~~~~~
Στη ξεχασμένη ηλιαχτίδα,
που Μάνα στοργική χαϊδεύει,
ένα μισογκρεμισμένο Ξωκλήσι
στην κορφή ενός απόκρημνου βράχου
Ελπίζω!
Στους ψίθυρους τ’ Ανέμου
που οδηγούν την πλώρη των Καραβιών
της αθωότητας
Ελπίζω!
~~~~~~~~~~~~~
Στα θαλασσοπούλια που τα φτερά τους
ζωγραφίζουν με τα Δάκρυα των κυμάτων
τους απέραντους και ανερμήνευτους ορίζοντες
Ελπίζω!
Στα λόγια της Αγάπης που μένουν μετέωρα,
σε Άλλες ζωές για να ξανασυναντηθούν
Ελπίζω!
~~~~~~~~~~~~~
Σ’ αυτούς που κοιτούν Ψηλά
ενώ τους κλέβουν κάθε μέρα και λίγο Ουρανό
Ελπίζω!
Στα ασπρολούλουδα της Άνοιξης
που είναι ερωτευμένα με το ζωοδότη Ήλιο,
μα πεθαίνουν δίχως Ένα του χάδι
Ελπίζω!
~~~~~~~~~~~~~
Στις παγωμένες πέτρες που γίνονται
Κόκκινα τριαντάφυλλα
στα χέρια των απελπισμένων ψυχών
Ελπίζω!
Στο ζεστό και εγκάρδιο Χαμόγελο
αυτών που πεινούν
Ελπίζω!
~~~~~~~~~~~~~
Στους Μάταιους αγώνες που γυρεύουν
το χαμό μου
Ελπίζω!
Στα Όνειρα που έμειναν ορφανά
και μου απλώνουν το χέρι
Ελπίζω!
Στις Προσευχές των λίγων ταπεινών
που συντροφεύουν τη Μοναξιά των αστεριών
Ελπίζω!

Οι ιδέες δεν σωπαίνουν ποτέ

Υποκριτές εξαγόρασαν
τη σιωπή σου.
Το άδικο έκρυψαν σε μια μάσκα
Ηθικής,  κι όταν εκείνη έπεσε,
ένα μεροκάματο σου υποσχέθηκαν.
Ένα απλό μεροκάματο
για να ξεχάσεις
τι σε κάνει Άνθρωπο.
Να λησμονήσεις για ό,τι αξίζει
να πολεμάς.
Πολέμησε τις Ενοχές.
Πολέμησε τους Ένοχους.
*~~~~~~~~~~*~~~~~~~~~~~*
Όταν έκλαψες σε περιφρόνησαν.
Όταν αυτοκτόνησες γέλασαν με το θάνατό σου.
Πώς μπόρεσαν;
Στο γραφείο Ανεργίας στοιβάζονται
τα όνειρά σου,  με ένα αριθμό προτεραιότητας.
Τα βήματά σου
στους απρόσωπους διαδρόμους
φτιάχνουν τα διαγράμματα
του Μέλλοντος.
Οι μάζες διδάσκονται
απ’ το βιασμό της αξιοπρέπειάς σου. 
Μην τους αφήνεις.
Γκρέμισε τη Στατιστική τους.
*~~~~~~~~~~*~~~~~~~~~~~*
Σήκωσε το βλέμμα σου !
Να πορεύεσαι, δίχως φόβο, στους Άγνωστους ορίζοντες
που σου στέρησαν.
Άκουσε.  Άκουσε τις ιδέες που δεν σωπαίνουν  ποτέ.
Αυτές είναι που πλημμυρίζουν με  Φως
τους διψασμένους, τους ανέλπιδους δρόμους
των Αγώνων.
Αυτές είναι οι οδοδείκτες για τις Μάχες
που τραντάζουν
την ύπαρξή σου συθέμελα.
Εκεί είναι που ξεγυμνώνεται η Ψυχή
για να δεις τον εαυτό σου,
εκεί είναι που τα ιδανικά ψηλώνουν περισσότερο
αν έχεις συνοδοιπόρους.
Σφίξε το χέρι τους. Αγωνίσου γι’ αυτούς.
Πίστεψε.
*~~~~~~~~~~*~~~~~~~~~~~*
Οι σκέψεις για ένα καλύτερο Αύριο
ξεψυχούν μπρος στη μοναξιά.
Τα λόγια της Ελπίδας κτίζουν μισές αλήθειες,
όταν δεν τα πιστεύεις.
Οι πράξεις για τον άλλο είναι μάταιες,
όταν δεν έχουν για Θεό τους την Αγάπη.
Το ουράνιο τόξο παύει να είναι η ζωγραφιά των ονείρων,
αν δεν μπολιάσει τα φτερά του Έρωτα,
με Χρώματα και ανέγγιχτες μνήμες.
Νοιώσε την Άνοιξη.
Τις κόκκινες παπαρούνες που χορεύουν
ευτυχισμένες στο αγέρι,
τη μοναξιά της μπλε ανεμώνης που ελπίζει
στο πιο τρυφερό σου χάδι,
τα κόκκινα γεράνια που ψιθυρίζουν
τα μυστικά τους λίγο πριν τη βροχή.
Νοιώσε.
*~~~~~~~~~~*~~~~~~~~~~~*
Αν συναντήσεις το Μοιραίο χαμογέλασέ του.
Αν το Αναπόφευκτο σταθεί απέναντί σου ζήσε.
Ζήσε αγνοώντάς το.
Μη μετράς ποιοι και πόσα είναι εναντίον σου.
Πάλεψε για ό,τι αξίζει,
για ό,τι φαίνεται μόνο του ασήμαντο,
μα που μαζί με άλλα γίνεται
σπουδαίο, μεγάλο.
Άκουσε.
Άκουσε τις ιδέες που δεν σωπαίνουν ποτέ.
Για εκείνες τραγουδούν στο χρόνο
οι  γιοί  τ’ Ανέμου,
για κείνες, τις αέναες ερωμένες
του Ήλιου και της Δικαιοσύνης.
Αγάπησε.  Δίχως όρια. Πέρα απ’ αυτά.
Μη ρωτάς γιατί.
Μόνο Αγάπησε.

Μαρία Γκοροστιέτα

Ω, Γυναίκα της φωτιάς από το Μεξικό,
Μαρία Γκοροστιέτα,
το αίμα σου Λουλούδι της ερήμου
μονάκριβο, ωραίο!

Στης Δύσης το χρυσαφένιο ορίζοντα
η απαράμιλλή του ευωδιά
πλημμύρισε όνειρα
το απόμακρο Τικιτσέο.
*-------*-------*
Λευκός Θάνατος,
σκοτάδι μες στη νιότη σου,
Μαύρος ο Λύκος
για σένα παραφυλάει,
μα η γενναία σου ψυχή
Φως των Αζτέκων διαχέεται,
ο Ήλιος πάνω απ’ τα σύννεφα,
Αγέρας βορράς
τον αψηφάει!
*-------*-------*
Στο Τεοτιχουακάν,
Μαρία Γκοροστιέτα, θυσία έγινες,
ιέρεια ακατάβλητη,
εμπρός στους Έμπορους των Αισθήσεων
δε μέτρησες διόλου τη ζωή σου,
καρδιά της Αντίστασης ακούσθηκες παντού,
μαχόμενη η φωνή σου.
*-------*-------*
Στο Ελ Λιμόνε τρεις σφαίρες του δόλου
σφηνώθηκαν στο κορμί σου,
θαύμα που τις ξερρίζωσε
η ατσάλινη θέλησή σου.
Μαρία Γκοροστιέτα, φτιαγμένη είσαι
απ’ του Ζαπάτα το αδούλωτο σκαρί,
του Βίλα ατρόμητη ψυχοκόρη,
Ηρώων συνείδηση,
σου ψιθυρίζει στο αυτί,
«Μη σταματάς Προχώρει».
*-------*-------*
Όμως, το ήθος, η Πίστη στο Αγαθό
οι αρχές που υπερασπίζει,
στης τηλεόρασης τα σήριαλ
πληρώθηκαν με υποκρισία κι άδικο,
ο Δρόμος μάταιος που ελπίζει.
Πώς διαστρεβλώνονται τα λόγια της,
και τις ιδέες της,
Τυφώνας Σάπιων τις αφανίζει!
*-------*-------*
Ύαινες και Θρασύδειλοι
ενέδρας σου ύφαναν ιστό,
Μαρία Γκοροστιέτα,
φρικτά σε εκτέλεσαν
στο Σαν Χουάν Ταραραμέο,
ορίζοντας το τέλος σου απάνθρωπο,
ύπουλο και μοιραίο.
*-------*-------*
Ω, δύστυχη κόρη
της Αγάπης και της Ανθρωπιάς
τα αστέρια τώρα ζεσταίνουν τ’ όνειρά σου!
Στη γη του Μεξικού όμως για ιδές,
σκλάβα η Ελεύθερη ψυχή,
πώς έπεσε ξανά νεκρή!
Μαρία Γκοροστιέτα,
από τους κομμένους σου αντίχειρες
έσπασε δεν ακούγεται πια, Σιωπή,
άηχη καστανιέττα.

Το παιδί με τη σάλπιγγα

Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγεννα
στο τζάκι του νέγρου ή του Έλληνα χωρικού.
Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά στα παράθυρα των φυλακισμένων.
Εγώ μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.

Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.

Να την κάνεις αγάπη.

Μεγάλο Γράμμα (απόσπασμα)






Σου μίλησα ποτέ για κείνη τη νύχτα
που ως το πρωί κουβέντιαζα για σένα;
(Είχε ένα κόκκινο αργοπορημένο φεγγάρι
και λυπόμουν που δεν το’βλεπες.)
Ποτέ δε σου’πα πως κάποτε βρεχόμουν
τρεις μέρες και τρεις νύχτες
κι ύστερα καθώς στέγνωνα μπρος σ’ένα τζάκι, νηστικός,
χαιρόμουνα που κάποτε θα’ρθεις
για να στο λέω.
Έξι χρόνια καρτέραγα για σένα και δε μίλησα
κι όταν μου ‘λεγες βουβά
“έλα πάρε με”
δεν μπορούσα πια.




 Άη-Στράτης, Ιούλιος-Δεκέμβρης 1952

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

πίκρα

Κάθεσαι μόνος,
κοιτάς το γραφείο.
Στην πολυθρόνα αναπαύεται
μια τεράστια εφημερίδα.
Πόσο μεγάλωσαν οι εφημερίδες,
δεν προλαβαίνεις πια να τις διαβάσεις,
πόσο τις βάρυναν οι θλιβερές ειδήσεις.
Έξω γιορτή,
ο κόσμος γλεντά,
μα πως μπορείς να διασκεδάσεις;
Προχτές ακόμα
βομβάρδισαν τ’ αδέρφια σου
και το μολύβι έλιωσε στο χέρι σου.
Μονάχα πίκρα και χολή
στάζει το ποίημα.

Στη Έρημο της Ευτυχίας



Επιζητούμε την ευτυχία με την όψη ζηλωτή
λατρεύουμε οργιαστικά την μέθεξη της θαλπωρής
λειαίνουμε το δρόμο με τα γόνατα της αρπαγής
κραυγάζουμε παραδοξολογίες αιώνιας ανταμοιβής
για να στεφθούμε με συρμάτινο στεφάνι την ευτυχία της σιωπής

Παθητικά, υποτακτικά συστρεφόμαστε την άγνοια του νου
μηδαμινά, νεροπλύματα μικροαστικής κοσμιότητας
αναγάγουμε την ευδαιμονία σε θρησκεία παράλυτων
και με μουλιασμένες προσευχές ολισθαίνουσες εκλιπαρούμε
τα ουράνια ερείπια να πέσουν στο κεφάλι μας

Κι αν από σπόντα η ευτυχία χαμογελάσει εμπρός μας
ο τρόμος φλογίζει τις μάσκες του προσώπου
συσπώντας μύες που έχουν αγκυλωθεί στον μορφασμό του πόνου
ατροφικοί τώρα πια για να χαράξουν την μάσκα της ευδαιμονίας

Είναι και η απειλή του θανάτου που συνωμοτεί με το σύμπαν
να υφαρπάξουν τη ευτυχία του αοράτου την πιο γλυκιά στιγμή
μετατρέποντας την επουράνια...αναμνηστική ανταμοιβή
και σε χαμερπή μεταξοτυπία αντιγράφου ζωής ακινητοποιημένης
ανάμεσα στα σκέλια μιας αφόρητα αφηρημένης έννοιας
και μιας μαρμάρινης, παγερής ολοκλήρωσης
που βίαια κλείνουν τη ζωή σε κύκλους και τετράγωνα
σε ατέρμονους γραναζοφόρους στόχους που εκλιπαρούν σάρκα
να κινηθούν και να προσδώσουν αξία στο κορμί μας
γιατί έχουμε πάψει εδώ και καιρό να γνωρίζουμε την όψη της ευτυχίας.

Θα σου γράψω για ένα σύννεφο

"Θα σου γράψω για ένα σύννεφο, που χαράζει σχεδόν στοργικά τον ορίζοντα/ όσο θα επιμένεις εσύ, ότι το γαλάζιο μας κοιτάζει από ψηλά/ όπως και να το πεις η αγάπη γυρίζει, τυλιγμένη με χιλιάδες στιγμές και χρώματα."

Χριστούγεννα στην πόλη


Φώτα, λάμπες, μαγαζιά στολισμένα.
Πάλι αγορές θέλουν να κάνουμε.
Αλλά εμένα όλα αυτά δεν με αγγίζουν,
ούτε τα φώτα, ούτε οι λάμπες,
ούτε τα στολισμένα μαγαζιά.

Χριστούγεννα στην πόλη των αγορών,
Χριστούγεννα στα καυσαέρια των μοτοσακό.
Χαζές οι διαφημίσεις και ο χοντρός κύριος
ντυμένος στα κόκκινα.

Όλα αυτά δεν με αγγίζουν καθόλου,
μόνο εσύ με αγγίζεις,
μόνο εσύ με αγαπάς,
μόνο εσύ με νοιάζεις,
τίποτα δεν με αγγίζει καθόλου.

Χριστούγεννα στην πόλη των τσιμέντων,
των σκισμένων διαφημιστικών αφισών
και των απαγορευτικών πινακίδων.
Και της ξανθιάς που με κοιτάει
από την αφίσα με ηδονή και μου λέει: «Αγόρασέ με!»
…Αλλά πάλι εσύ μονάχα με αγαπάς.

Φώτα, λάμπες, μαγαζιά στολισμένα.
Πάλι αγορές θα κάνουμε.

Εγώ ο άνθρωπος..

Εγώ ο άνθρωπος..
χιλιάδες χρόνια πεθαίνω
και πάντα ζωντανός είμαι
Αλλόκοτη η ζωή μου
Απ’τη σπηλιά στα σαλόνια
να αυνανίζω τη νύχτα
να ξεπουλάω τη μέρα..
Πάντα ανήμπορος
πάντα επικίνδυνος..
Ποια γιορτή και ποια χαρά
τις βούλιαξα και τις δυο..
Άδεια η ψυχή βλαστημάει..
κορόιδεψα τους θεούς
κορόιδεψα τους φίλους..
Τώρα ευαγγελίζομαι ιδέες
και γελάω με το έγκλημα..
Εγώ ο άνθρωπος
που με πίστεψα
και με πρόδωσα στη στιγμή,
ξεμακραίνω
χωρίς συγνώμη…

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Γεννήθηκα σε μια στιγμή

Γεννήθηκα σε μια στιγμή
του κόσμου και βαδίζω
για μια μεγάλη χαραυγή
και πίσω δε γυρίζω

Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ’ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν
Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ’ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν

Γεννήθηκα και ήταν πρωί
μα έζησα την νύχτα
άλλα μου είπαν οι θεοί
και άλλα στο κόσμο βρήκα

Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ’ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν
Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ’ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν

Αγρίμια κι αγριμάκια μου

Αγρίμια κι αγριμάκια μου,
λάφια μου μερωμένα,
πέστε μου πού `ναι οι τόποι σας,
πού `ναι τα χειμαδιά σας;

Γκρεμνά `ναι εμάς οι τόποι μας,
λέσκες τα χειμαδιά μας,
τα σπηλιαράκια του βουνού
είναι τα γονικά μας.

Παραπονεμένα λόγια

Στης ανάγκης τα θρανία
και στης φτώχειας το σχολειό
μάθαμε την κοινωνία
και τον πόνο τον παλιό

Παραπονεμένα λόγια
έχουν τα τραγούδια μας
γιατί τ΄ άδικο το ζούμε
μέσα από την κούνια μας

Το σεργιάνι μας στον κόσμο
ήταν δέκα μέτρα γης
όσο πιάνει ένα σπίτι
και ο τοίχος μιας αυλής

Παραπονεμένα λόγια
έχουν τα τραγούδια μας
γιατί τ΄ άδικο το ζούμε
μέσα από την κούνια μας

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν βρε
σαν τα λούλουδα του κάμπου
σαν τα λούλουδα του κάμπου βρε
τα ματόκλαδά σου λάμπουν

Τα ματάκια σου αδερφούλα βρε
μου ραγίζουν την καρδούλα
μου ραγίζουν την καρδούλα βρε
τα ματάκια σου αδερφούλα

Τα ματόκλαδά σου γέρνεις βρε
νου και λογισμό μου παίρνεις
νου και λογισμό μου παίρνεις βρε
Τα ματόκλαδά σου γέρνεις βρε

Τα ματάκια σου να βγούνε βρε
σαν και μένα δε θα βρούνε
σαν και μένα δε θα βρούνε βρε
τα ματάκια σου να βγούνε

Φραγκοσυριανή

Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
λες και μάγια μου `χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά
λες και μάγια μου `χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά

Θα `ρθω να σε ανταμώσω
κάτω στην ακρογιαλιά
Θα ήθελα να σε χορτάσω
όλο χάδια και φιλιά
Θα ήθελα να σε χορτάσω
όλο χάδια και φιλιά

Θα σε πάρω να γυρίσω
Φοίνικα, Παρακοπή
Γαλησσά και Nτελαγκράτσια
και ας μου `ρθει συγκοπή
Γαλησσά και Nτελαγκράτσια
και ας μου `ρθει συγκοπή

Στο Πατέλι, στο Nυχώρι
φίνα στην Αληθινή
και στο Πισκοπιό ρομάντζα
γλυκιά μου Φραγκοσυριανή
και στο Πισκοπιό ρομάντζα
γλυκιά μου Φραγκοσυριανή




Γυναίκες

Γυναίκες ηθών ελευθέρων
Γυναίκες παθών κατωτέρων
Γυναίκες ανδρών πρεσβυτέρων
Γυναίκες ημών κι ημετέρων

Γυναίκες κακόφημων δρόμων
Γυναίκες ερώτων συντόμων
Γυναίκες αστών παρανόμων
Γυναίκες οργίων ανόμων

Γυναίκες ανήθικων βίων
Γυναίκες λυγμών υπογείων
Γυναίκες των καταγωγίων
Γυναίκες μικρών ναυαγίων

Γυναίκες στης γης τα λιμάνια
Στου κόσμου την ένοχη αδράνεια
Γυναίκα κι εγώ στην αφάνεια
Με θέλουν δίχως περηφάνια

το τελος του παιχνιδιου

Έστησα με προσοχή όλα μου τα πιόνια.
Τοποθέτησα το βασιλιά, τη βασίλισσα, τους ευγενείς, τους αυλικούς.
Τους αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς, τους απλούς φαντάρους…
Έβαλα στην κατάλληλη θέση τα κανόνια, τις βόμβες και τις νάρκες.
Στάθηκα και τα κοίταξα: Ήταν όλα όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι.
«Η σειρά σου», είπα. «Τι περιμένεις;»
Με κοίταξες περίεργα. «Ποτέ δε μαθαίνεις από τα λάθη σου», είπες και σηκώθηκες από το τραπέζι θριαμβευτικά.
«Τι θέλεις να πεις;» ρώτησα. «Τι έκανα πάλι λάθος;»
Χαμογέλασες και μου έδειξες ένα χοντρό βιβλίο. «Ξέχασες τους κανόνες του παιχνιδιού», είπες.
Άνοιξα με προσοχή το βιβλίο. Ήταν δερμάτινο, με χρυσά γράμματα, και φάνταζε πελώριο.
Το ξεφύλλισα. Εκατοντάδες σελίδες, όλες λευκές.
Και μόνο στην πρώτη σελίδα, με μεγάλα κόκκινα γράμματα, έγραφε: «ΚΑΝΟΝΑΣ ΠΡΩΤΟΣ: ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ».

επανάσταση

Κάθε μέρα χτυπούσες την πόρτα του μεγάλου πύργου και κανείς δε σου άνοιγε.
Κάθε μέρα σε ρώταγε ο φύλακας «Τι θέλεις;» κι’ εσύ αποκρινόσουν «Ήρθα να δω τους άρχοντες» κι’ εκείνος έλεγε «Κανείς δεν επιτρέπεται να δει τους άρχοντες» κι’ εσύ του απαντούσες «Κάποια μέρα, κάποια μέρα θα ξεσπάσει η επανάσταση και τότε αυτό το κάστρο θα γκρεμιστεί συθέμελα και οι άρχοντες που πίνουν το αίμα μας τόσα χρόνια θα πληρώσουν για όσα μας έκαναν» και ο φύλακας γέλαγε, και σε χτύπαγε φιλικά στην πλάτη και σούλεγε «Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα τα ξαναπούμε». Χτες το βράδυ, αποκαμωμένος, κοιμήθηκες στα σκαλοπάτια του μεγάλου πύργου.
Το πρωί σηκώθηκες, τεντώθηκες, και χτύπησες την πόρτα.
«Τι θέλεις;» σε ρώτησε ο φύλακας κι’ εσύ «Ήρθα να δω τους άρχοντες» του αποκρίθηκες. «Δεν υπάρχουν άρχοντες» απάντησε ο φύλακας κι’ εσύ απορημένος «Τι εννοείς;» τον ρώτησες.
Ο φύλακας σε κοίταξε θλιμμένα. «Η επανάσταση έγινε χτες το βράδυ», είπε. «Την έχασες επειδή κοιμόσουν. Τώρα δεν υπάρχουν πια άρχοντες. Τώρα είμαστε όλοι ίσοι και ελεύθεροι».
«Τότε…μπορώ να μπω;» ρώτησες διστακτικά.
«Όχι», σου απάντησε. «Είμαι τώρα ο Φύλακας της Επανάστασης. Και η επανάσταση κινδυνεύει από κάτι ανθρώπους σαν εσένα».

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.