Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τόμας Ντύλαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τόμας Ντύλαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Το Χρώμα Της Λαλιάς


Η ορμή που μέσα απο τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.

Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ
ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.

Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ
κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.

Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.

Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Μην αφήνεστε σ' αυτή την όμορφη νύχτα





Μην αφήνεστε σ' αυτή την όμορφη νύχτα.
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό.
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο,
γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ' έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
μην αφήνεστε σ' αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετρισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ' ένα κόσμο αγάπης,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε.
μαθαίνουν, αργά πια, πως θρήνησαν σαν έφευγε,
μην αφήνεστε σ' αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
μάτια τυφλά φλογίζονται σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Και συ, πατέρα μου, εκεί πάνω στο θλιμμένο ύψος,
καταράσου, ευλόγησε, εμένα τώρα με τα άγριά σου δάκρυα, προσεύχομαι.
Μην αφήνεσαι σ' αυτή την όμορφη νύχτα.
Οργίσου, οργίσου για το θάνατο της μέρας.

μετάφραση, Βίλκη Αντωνιάδου

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Ντύλαν Τόμας: Άρχισα να γράφω ποίηση επειδή ερωτεύτηκα τις λέξεις

Άρχισα να γράφω ποίηση επειδή ερωτεύτηκα τις λέξεις. Τα πρώτα ποιήματα που γνώρισα ήταν παιδικά τραγούδια· αγάπησα τις λέξεις τους πολύ πριν καταφέρω να τα διαβάσω. Τι αντιπροσώπευαν, τι συμβόλιζαν και τι εννοούσαν εκείνες οι λέξεις, με απασχόλησε πολύ αργότερα. Μόνο ο ήχος τους με ενδιέφερε, την ώρα που ξεπήδαγε από τα χείλη κάποιον εντελώς αδιάφορων και ακατανόητων μεγάλων όντων.

Αργότερα συνειδητοποίησα ότι ήμουν καταδικασμένος να ζω με τις λέξεις και μέσα στις λέξεις. Πρώτη μου δουλειά, λοιπόν, ήταν να γνωρίσω και να κατανοήσω τους ήχους και το υλικό τους. Πως και που θα τις χρησιμοποιούσα, τι θα έλεγα με αυτές, ήταν κάτι που θα με απασχολούσε αργότερα. Τώρα έπρεπε να μάθω τα πάντα για το χαρακτήρα, τις διαθέσεις, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τις συναισθηματικές μεταπτώσεις, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους.

Μου φτάνει να τους συμπεριφέρομαι, όπως ο μάστορας στο ξύλο, στην πέτρα ή σε ό,τι είναι του χεριού του, τέλος πάντων. Μου αρέσει να τις πελεκάω, να τις χαράζω, να τις πλάθω, να τις γυαλίζω, να τις φέρνω στα μέτρα ενός σχεδίου, μιας περιόδου, ενός γλυπτού, μιας φούγκας που θα εκφράζει κάποια λυρική παρόρμηση, κάποια πνευματική αμφιβολία ή βεβαιότητα, κάποια μισοσυνειδητή αλήθεια, την οποία πρέπει να πλησιάσω και να συνειδητοποιήσω.

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Υπήρξε Καιρός




Υπήρξε καιρός
που χορευτές με το ξεφάντωμά τους
Σε χαρωπές παιδιάστικες συνάξεις
Τα βάσανά τους αλαφρώναν;

Υπήρξε καιρός
που μπορούσαν να κλάψουν με βιβλία.
Όμως ο χρόνος
έβαλε το σαράκι του στο πέρασμά τους.
Τώρα ειν' αβέβαιοι
κάτω από την αψίδα τ' ουρανού.
·Ο, τι για πάντα άγνωστο θα μείνει
Είναι το βεβαιότερο σε τούτη τη ζωή.
Κάτω απ' τα ουράνια σημεία,
ο δίχως άκρα
Έχει τ' αγνότερα χέρια
και σαν τ' άκαρδο στοιχειό
Απλήγωτο στη μοναξιά του,
ο τυφλός καλύτερα βλέπει.

Εδώ Σ' Αυτή Την Άνοιξη




Εδώ σ' αυτή την Άνοιξη
αστέρια επιπλέουν στο κενό·
Εδώ σ' αυτόν το διακοσμητικό Χειμώνα
Η αυγή χαϊδεύει τους γυμνούς ανέμους,
Το Καλοκαίρι αυτό κηδεύει
εν' ανοιξιάτικο πουλί.

Σύμβολα έχουν διαλεχτεί
απ' των ετών τ
ο κυκλογύρισμα
τεσσάρων εποχιακών ακτών,
Σε Φθινοπωρινά μαθήματα
τριών εποχιακών πυρών
Και τεσσάρων τόνων πουλιών.

Θα μπορούσα να πω
το Καλοκαίρι από τα δέντρα,
τα σκουλήκια
Να πω τελικά
αν είναι οι άνεμοι του Χειμώνα
Ή η κηδεία του ήλιου,Θα μπορούσα να διαβάσω την Άνοιξη
στη φωνή του κούκου
Κι ο Σάλιακας θα μπορούσε
να με διδάξει καταστροφή.

Ένα σκουλήκι λέει το Καλοκαίρι
καλύτερα απ' ένα ρολόι,
Ο σάλιακας είναι ένα ζωντανό ημερολόγιο,Τι
θα μου πει αν ένα άχρονο έντομο
Λέει πως ο κόσμος τσακίζει;

Εκεί Που Κάποτε Τα Ύδατα Του Προσώπου Σου




Εκεί που κάποτε τα ύδατα του προσώπου σου
Στις έλικές μου ελίσσονταν,
το άνυδρό σου πνεύμα πνέει,
Γλαρώνει το μάτι του ο νεκρός
Εκεί που κάποτε την κόμη τους οι τρίτωνες
Μεσ' απ' τους πάγους σου σφεντόνιζαν,
Άνεμος άνυδρος οδεύει
Μεσ' απ' αλάτι και ρίζα κι αυγό ψαριού.

Εκεί που κάποτε οι πράσινές σου αρθρώσεις
Τις αρμογές των βύθιζαν
στο πλέγμα της φουσκονεριάς,
Ο πράσινος πορεύεται διαλύτης,
Ψαλίδι λιπασμένο,
μαχαίρι έτοιμο στο πλάι,
Να κόψει σύρριζα κανάλια
κι υγρούς καρπούς να κόψει.
Αόρατες οι ρυθμικές φουσκονεριές σου
Σ' ερωτικές ξεσπάζουν κλίνες,
Ξεραίνεται το φύκι της αγάπης.
Γύρω τριγύρω στα λιθάρια σου σκιές
Παιδιών πορεύονται που μεσ' απ' τα κενά τους
Στη δελφινάρια θάλασσα προσπέφτουν.
Στεγνά σα τάφοι τα βαμμένα βλέφαρά σου,
Όσο η σοφή μαγεία γλυστρά
σε γη κι ουράνια,
Δεν θα κλείσουν,
Κοράλια η κλίνη σου γεμάτη θα 'ναι,
Ερπετά οι φουσκονεριές σου,
ώσπου οι θαλάσσιες πίστεις μας να σβήσουν.

Αυτό Το Ψωμί Που Κόβω

     
Αυτό το ψωμί που κόβω
ήτανε κάποτε σιτάρι
Αυτό το κρασί πάνω σε ξένο δέντρο
Βούλιαξε στον καρπό του
Ο άνθρωπος τη μέρα
ή ο άνεμος τη νύχτα
Τα στάχυα ρ
ίξαν κάτω,
τσ
ακίσαν τη χαρά του σταφυλιού.
Κάποτε στο κρασί αυτό
το καλοκαιρινό αίμα χτυπούσε
μες στη σάρκα που κάλυπτε τ' αμπέλι
Κάποτε στο ψωμί αυτό
το σιτάρι ήταν στον άνεμο ευτυχισμένο.
Ο άνθρωπος κομμάτιασε τον ήλιο,
τον άνεμο έσυρε κάτω.
Αυτή η σάρκα που κόβεις,
Α
υτό το αίμα που χύνεις
Τη φλέβα ερημώνουν,
Το σιτάρι και το σταφύλι
ήταν γεννημένα απ’ των αισθήσεων
τη ρίζα και το σφρίγος.

Το κρασί μου πίνεις,
το ψωμί μου αρπάζεις.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Σε ερώτηση που κάνανε στον ποιητή Ντύλαν Τόμας, πώς και γιατί άρχισε να γράφει ποίηση, έδωσε την πιο κάτω απάντηση:

Άρχισα να γράφω ποίηση επειδή ερωτεύτηκα τις λέξεις. Τα πρώτα ποιήματα που γνώρισα ήταν παιδικά τραγούδια· αγάπησα τις λέξεις τους πολύ πριν καταφέρω να τα διαβάσω. Τι αντιπροσώπευαν, τι συμβόλιζαν και τι εννοούσαν εκείνες οι λέξεις, με απασχόλησε πολύ αργότερα. Μόνο ο ήχος τους με ενδιέφερε, την ώρα που ξεπήδαγε από τα χείλη κάποιον εντελώς αδιάφορων και ακατανόητων μεγάλων όντων.

Αργότερα συνειδητοποίησα ότι ήμουν καταδικασμένος να ζω με τις λέξεις και μέσα στις λέξεις. Πρώτη μου δουλειά, λοιπόν, ήταν να γνωρίσω και να κατανοήσω τους ήχους και το υλικό τους. Πως και που θα τις χρησιμοποιούσα, τι θα έλεγα με αυτές, ήταν κάτι που θα με απασχολούσε αργότερα. Τώρα έπρεπε να μάθω τα πάντα για το χαρακτήρα, τις διαθέσεις, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τις συναισθηματικές μεταπτώσεις, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους.

Μου φτάνει να τους συμπεριφέρομαι, όπως ο μάστορας στο ξύλο, στην πέτρα ή σε ό,τι είναι του χεριού του, τέλος πάντων. Μου αρέσει να τις πελεκάω, να τις χαράζω, να τις πλάθω, να τις γυαλίζω, να τις φέρνω στα μέτρα ενός σχεδίου, μιας περιόδου, ενός γλυπτού, μιας φούγκας που θα εκφράζει κάποια λυρική παρόρμηση, κάποια πνευματική αμφιβολία ή βεβαιότητα, κάποια μισοσυνειδητή αλήθεια, την οποία πρέπει να πλησιάσω και να συνειδητοποιήσω.

Η γοητεία της μελαγχολίας

Την μελαγχολική μου τέχνη ασκώντας,
στην σιωπή της νύχτας,
όταν μονάχο του φρενιάζει το φεγγάρι,
κι οι εραστές ξαπλώνουν
αγκαλιά με τη θλίψη τους,
παιδεύομαι το φώς να τραγουδήσω,
όχι από φιλοδοξία ή για τον επιούσιο,
ούτε για επίδειξη στο παζάρι των ταλέντων
σε φιλντισένια παλκοσένικα,
μα για την αμοιβή την ελάχιστη
απ’ τα μύχια της καρδιάς τους.

Κι έξω απ’ το φεγγάρι που φρενιάζει
δεν γράφω τούτες τις σελίδες που αφρίζουν
μήτε για τον άνδρα τον περήφανο
μήτε για τους νεκρούς που από ψηλά επιβλέπουν
με τ’ αηδόνια και τις ψαλμωδίες τους
μα για τους εραστές,
που αγκαλιάζουνε αιώνων θλίψεις,
που μ’ έχουνε γραμμένο,
κι ούτε τους νοιάζει η μαστοριά κι η τέχνη μου”.

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Το φως σπάει εκεί που κανένας ήλιος δε λάμπει


Το φως σπάει εκεί που κανένας ήλιος δε λάμπει
Εκεί που καμιά θάλασσα δεν κυλάει, τα νερά της καρδιάς
Σπρώχνουν τα κύματα τους
Και, σπασμένα φαντάσματα με φωτοβόλα-σκουλήκια στα κεφάλια τους
Τα πλάσματα του φωτός
Λιμάρουν μέσα στη σάρκα εκεί που καμία σάρκα δε διακοσμεί τα κόκαλα.

Ένα κερί στο ύψος των μηρών
Ζεσταίνει τα νιάτα και το σπέρμα και καίει τους σπόρους των γερατειών
Εκεί όπου κανένας κόκκος δε σαλεύει,
Ο καρπός του ανθρώπου ξεζαρώνει στα αστέρια,
Λαμπερός σαν ένα σύκο
Εκεί όπου δεν υπάρχουν νεύρα, το κερί δείχνει τα δάκρυά του.

Η χαραυγή σπάει πίσω από τα μάτια
Από κοντάρια με κρανίο και πέλμα το ανεμόδαρτο αίμα
γλιστράει σαν μια θάλασσα
Χωρίς ούτε φράχτες, ούτε πασσάλους, οι αναβλύζουσες πετρελαιοπηγές του ουρανού
Στέλνουν πίδακες προς τη ράβδο
Που ραβδοσκοπεί με ένα χαμόγελο το πετρέλαιο των δακρύων.

Νύχτα στο στρογγύλεμα των εσοχών,
σαν κάποιο φεγγάρι κατράμι, το όριο των σφαιρών
Η μέρα φωτίζει το κόκαλο
Εκεί όπου δεν υπάρχει κρύο, οι θύελλες που σε γδέρνουν ξεκαρφιτσώνουν
Τα φορέματα του χειμώνα
Η μεμβράνη της άνοιξης κρέμεται από τα καλύμματα.

Το φως σπάει σε μυστικά οικόπεδα,
Σε άκρες της σκέψης όταν οι σκέψεις οσμίζονται στη βροχή
Όταν η λογική πεθαίνει,
Το μυστικό του εδάφους μεγαλώνει μέσω του ματιού,
Και το αίμα εκτοξεύεται στον ήλιο
Πάνω από τα άγονα νοικιαζόμενα αγροτεμάχια η χαραυγή κοκαλώνει.


http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=1692.0#ixzz1j5grKGsH

Αυτό το ψωμί που κόβω

Αυτό το ψωμί που κόβω ήταν κάποτε σιτάρι
Αυτό το κρασί πάνω σε ξένο δέντρο
Βούλιαξε στον καρπό του
Ο άνθρωπος τη μέρα ή ο άνεμος τη νύχτα
Τα στάχυα έριξαν κάτω, τσάκισαν τη χαρά του σταφυλιού.

Κάποτε στο κρασί αυτό το καλοκαιρινό αίμα
Χτυπούσε μες στη σάρκα που κάλυπτε τ’ αμπέλι
Κάποτε στο ψωμί αυτό
Το σιτάρι ήταν στον άνεμο ευτυχισμένο.
Ο άνθρωπος κομμάτιασε τον ήλιο, τον άνεμο έσυρε κάτω.

Αυτή η σάρκα που κόβεις, αυτό το αίμα που χύνεις
Τη φλέβα ερημώνουν,
Το σιτάρι και το σταφύλι ήταν
Γεννημένα απ’ των αισθήσεων τη ρίζα και το σφρίγος.
Το κρασί μου πίνεις, το ψωμί μου αρπάζεις.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέραςֹ
πρέπει να καίει και να μουγκρίζει
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,
Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απʼ τα λόγια τους δεν είδαν
Αστραπή να ψαλιδίζει,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.
Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,
Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει
Των πράξεών τους φύση, λεπτή, καχεκτική,
σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές
μπορούσαν να χορεύουν,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.
Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι
όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Κʼ εσύ πατέρα, απʼ το θλιμμένο ύψος, απο κεί,
Δώσʼ μου κατάρα και ευχή
με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Βιογραφία (”Κι ο Θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία”, Εκδ. Ελ. Τύπος, μτφ. Γιώργος Μπλάνας)

Μείνε ακίνητος γαλήνιος κοιμήσου

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Με την πληγή τυρανισμένος
Στο λαρύγγι να φλογίζεται νʼ ανοίγει.
Όλη νύχτα στο νερό
Της σιωπηλής θαλάσσης συνακούσαμε τον ήχο
Που βγήκε απʼ την πληγή την γραπωμένη
Στο σάβανο του αλατιού.
Τρεμάμενοι ακούσαμε κατʼ απʼ τʼ απόμακρο φεγγάρι
Τον ήχο της θαλάσσης να κυλά σαν αίμα
Απʼ την πληγή την βροντερή
Κι όταν το σάβανο του αλατιού τσάκισε
Σε μια θύελλα τραγουδιών
Οι φωνές των πνιγμένων κολύμπησαν στον άνεμο.
Άνοιξε ένα μονοπάτι μεσʼ απʼ τʼ αργό θλιμμένο πανί,
Άνοιξε διάπλατες στον άνεμο τις πύλες
Του χαμένου καραβιού
Το ταξίδι μου νʼ αρχίσω για το τέλος της πληγής μου.
Τραγούδι ακούσαμε τον ήχο της θαλάσσης,
Το σάβανο είδαμε λόγο του αλατιού.
Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Κρύψε στο λάρρυγγα το στόμα
Αλλιώς θα υποταχθούμε και θα ιππεύσουμε μαζί σου
Μέσα στους πνιγμένους.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία

Κι ο θάνατος δεν θα ʽχει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
ʽΟταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ʽχουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θʼ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ʽχει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ʽχει εξουσία.
Κάτω απʼ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ʽβρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θʼ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ʽχει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ʽχει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στʼ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τʼ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ʽχει πια εξουσία.

Αυτός ο άρτος που κόβω

Αυτός ο άρτος που κόβω ήταν κάποτε στάρι,
Αυτός ο οίνος σε φυτό ξενικό
Βουτηγμένος στον καρπό τουֹ
Είτε άνθρωπος τη μέρα ή αγέρας της νυκτός
Ποδοπάτησαν τα στάχυα
Και τσάκισαν του καρπού την ηδονή.
Σʼ αυτόν τον οίνο κάποτε το αίμα του καλοκαιριού
Στη σάρκα ξεχυνότανε που έντυνε τʼ αμπέλι,
Σʼ αυτόν τον άρτο κάποτε
Το στάρι φχαριστιόταν τον αγέραֹ
Τον ήλιο άνθρωπος τσάκισε και τον αγέρα έχει μπατάρει.
Η σάρκα αυτή που κόβεις, το αίμα αυτό που χύνεις,
Σπέρνουν στη φλέβα την ερμιά,
Ήσαν κάποτε καρπός και στάρι
Βλαστάρια ρίζας και χυμού σαρκίου ζωντανού.
Τον οίνο μου πίνεις, τον άρτο μου δαγκώνεις.

Ο ήρωας μου γυμνώνει τα νεύρα του

Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα νεύρα του
Που κυβερνούν απο καρπό σε ώμο
Ξεσκεπάζει το κεφάλι που σαν κοιμισμένο στοιχειό
Στηρίζει το θνητό μου κυβερνήτη
Την πε΄ρηφανη ράχη που ξεπετιέται
Όλο στροφές και συστροφές.
Κι αυτά τα δύστυχα νεύρα
Κουβάρι νʼ ανεβαίνουν στο κρανίο
Πόνος στο ερωτοστέρητο χαρτί
Πραδίδω στην αγάπη με τις άναρχες καλικατζούρες μου
Που αρθρώνουν όλη την πείνα του έρωτα
Και μιλούν για την αρρώστια του κενού στη σελίδα.
Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα πλεύρα μου
Και βλέπει την καρδιά του
Να πατά γυμνή σαν Αφροδίτη
Της σάρκας την ακτή
Και να πνέει την αιματόχρωμη πτυχή της
Μανδύας τη νεφρική μου υπόσχεση
Υπόσχεται μια θέρμη μυστική.
Κρατά το νήμα του νευρικού κιβωτίου του
Επαινώντας την πλάνη τη θνητή
Γέννησης και θανάτου απάτες αναίσχυντων κλεφτών
Και τον άνακτα της πείνας
Τραβά την αλυσίδα κινείται η δεξαμενή.

Πριν χτυπήσω

Πριν χτυπήσω και ανοίξει η σάρκα,
Με χέρια ρευστά στη μήτρα παισμένος,
Εγώ που ήμουν ασχημάτιστος σαν το νερό
Που σχημάτισε τον Ιορδάνη πλάι στο σπίτι μου
Υπήρξα αδελφός της θυγατέρας της Μνεθά
Κι αδελφή του υιοθετημένου σκουληκιού.
Εγώ που ήμουν αδιάφορος σʼ Άνοιξη και Καλοκαίρι,
Που δεν ήξερα τον ήλιο και τη σελήνη με τʼ όνομά τους,
Ενω ήμουν ακόμη μια λιωμένη μορφή,
Τα μολύβδινα αστέρια, το βροχερό σφυρί
Στριφογυρισμένο απ΄τον πατέρα μου στο θόλο του.
Ήξερα το μήνυμα του Χειμώνα,
Το φερμένο χαλάζι, το παιδικό χιόνι
Κι ο άνεμος ήταν μνηστήρας της αδελφής μουֹ
Άνεμος μέσα μου ορθωμένος, η χθόνια δροσιάֹ
Οι φλέβες μου ξεχύθηκαν με τους αγέριδες της ανατολήςֹ
Ανεπίτευκτος ήξερα τη νύχτα και τη μέρα.
Έτσι ανεπίτευκτος ακόμη και υπέφεραֹ
Ο τροχός των ονείρων τα κρινένια κόκκαλά μου
Έστριψε σʼ ένα ζωντανό μηδενικό.
Και σάρκα ψαλιδίστηκε να διασχίσει τις γραμμές
Κρεμάλες στο συκώτι
Και βάτα τα κουλουριασμένα συλλογικά.
Το λαρύγγι μου ήξερε τη δίψα πριν τη δομή
Του δέρματος και των φλεβών γύρω στην πηγή
Που λέξεις και νερό κάνουν ένα μίγμα
Ασφαλές ώσπου το αίμα να τρέξει γεμάτοֹ
Η καρδιά μου ήξερε την αγάπη, η κοιλιά μου την πείναֹ
Μύρισα το σκουλήκι στην κένωσή του.
Κι ο χρόνος έχυσε τη θνητή μου πλάση
Να συμπαρασυρθώ ή να πνιγώ στις θάλασσες
Φιλιωμένος πια με την αρμυρή περιπέτεια
Φουσκονεριών που δεν άγγιξαν ποτέ τις ακτές.
Εγώ που ήμουν πλούσιος φτιάχτηκα ο πλουσιότερος
Ρουφώντας το κρασί των ημερών.
Εγώ γεννημένος απο σάρκα και φάσμα δεν ήμουν
Μήτε φάσμα, μήτε άνθρωπος, μα φάντασμα θνητό.
Και τσακίστηκα απʼ την φτερούγα του θανάτου.
Ήμουν θνητός ως τη στερνή
Μεγάλη ανάσα που έφερε στον πατέρα μου
Το μύνημα του ψυχορραγούντος Χριστού του.
Εσύ που γονατίζεις σε σταυρό και βωμό,
Θυμήσου με και σπλαχνίσου τον,
Αυτόν που έκανε τη σάρκα και τα κόκκαλά μου πανοπλία
Και διπλοσταύρωσε της μάνας μου τη μήτρα.

Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς

Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Την υγρασία σε ξηρασία μεταλλάσειֹ η χρυσή βολή
Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.
Μια πορεία στην εποχή των φλεβών
Τη νύχτα σε μέρα μεταλλάσειֹ αίμα στους ήλιους τους
Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.
Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί
Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα
Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.
ʽΕνα σκοτάδι στον καιρό του ματιού
Είναι το μισό του φωςֹ η βυθομετρημένη θάλασσα
Σκάζει σε λεία γη.
Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών
Καρφώνει το μισό καρπό τουֹ και μισό στάζει
Αργά σʼ έναν άνεμο υπνωμένο.
Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα
Είναι υγρασία και ξηρασίαֹ ο ζωντανός κι ο νεκρός
Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.
Μια πορεία στον καιρό του κόσμου
Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλλάσειֹ κάθε μητέρας παιδί
Κάθεται στη διπλή σκιά του.
Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,
Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος
Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.

Η ορμή που μέσα από τον ανθηρό δίαυλο πορεύει το λουλούδι

Η ορμή που μέσα απο τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τʼ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απʼ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.
Η ορμή που πορεύει το νερό μεσʼ απʼ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.
Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απʼ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.
Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σʼ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τʼ αστέρια.
Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Μικρό Απόσπασμα από τις ερωτικές επιστολές του Ντίλαν Τόμας

«Σε σκέφτομαι τόσο πολύ. Μας σκέφτομαι, σκέφτομαι εμάς και όλα τα ωραία αστεία πράγματα που έχουμε κάνει και όλα τα ακόμα πιο ωραία που θα κάνουμε. Σκέφτομαι ωραία μέρη και ωραίους ανθρώπους, και, όταν τα σκέφτομαι αυτά, είσαι πάντοτε εκεί, πάντα ψηλή και με θανάτου στόμα και μάτια μεγάλα και δίχως φωνή, με μια κολεγιακή κορδέλα ή ένα φαλλικό καπέλο. Σκέφτομαι εμάς σε παμπ και κινηματογράφους και κρεβάτια. Σκέφτομαι ότι σ' αγαπώ»

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.