Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νιρβάνας Παύλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νιρβάνας Παύλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Χριστὸς ἀνέστη

Κάποτε —ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια— ποὺ μοὔτυχε νὰ κάνω Ἀνάσταση σὲ κάποιο ὀρεινὸ χωριὸ τῆς Ρούμελης, ἕνας γέρος χωριάτης, ὑψώνοντας τὴ λαμπριάτικη λαμπάδα του, σὰ χαιρετισμό, πρὸς τ' ἀναστάσιμα ἄστρα, μοῦ εἶπε σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του :

—Ἡμέρεψαν ἀπόψε, παιδί μου, τὰ Οὐράνια.

Στὰ δυὸ αὐτὰ λόγια ὁ ἀθῶος χωριάτης εἶχε κλείσει, ἐπιγραμματικά, τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ χριστιανικοῦ θαύματος. «Ἡμέρεψαν τὰ Οὐράνια». Ὁ οὐρανός, χωρὶς τὸ μεγάλο χριστιανικὸ θαῦμα, θὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι γιὰ τὴν περίφοβη ψυχὴ τοῦ ἁπλοϊκοῦ ἀνθρώπου —γιὰ κάθε ἀνθρώπινη ψυχὴ— τὸ κατοικητήριο ἑνὸς Θεοῦ τρομεροῦ, δικαιοκρίτη χωρὶς ἐπιείκεια καὶ τιμωροῦ χωρὶς ἔλεος. Τέτοιοι στάθηκαν οἱ θεοὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν. Κυβερνοῦσαν τὰ πλάσματά τους μὲ τὸν τρόμο. Τύραννοι παντοδύναμοι, μακρυσμένοι ἀπ' τὸ λαό τους, δὲν εἶχαν γνωρίσει ποτὲ τὶς ἀδυναμίες του, δὲν εἶχαν πονέσει ποτὲ τὸν πόνο του, δὲν εἶχαν βασανισθεῖ ποτὲ ἀπ' τὰ βάσανά του, δὲν εἶχαν κλάψει ποτὲ τὰ δάκρυά του. Ἀνίκανοι νὰ συμπονέσουν, νὰ λυπηθοῦν καὶ νὰ συχωρέσουν. Πῶς νὰ μὴν εἶναι «ἄγρια» — ὅπως τάβλεπε τὸ μάτι τοῦ φοβισμένου ἀνθρώπου —τὰ οὐράνια, τὰ κατοικημένα ἀπὸ τέτοιους θεοὺς;

Καὶ μέσα στὴν ἀνοιξιάτικη ἐκείνη νύχτα, ποὺ ἡ λαμπάδα τοῦ γέρου χωριάτη εἶχε ὑψωθῆ σὰ χαιρετισμὸς πρὸς τὰ λαμπρά, ἀναστάσιμα ἄστρα, τὰ οὐράνια εἶχαν ἡμερέψει. Δὲν κατοικοῦσε πιὰ ἐκεῖ ἀπάνω ὑψωμένος στὸν τρομερὸ του θρόνο, ἕνας θεὸς ξένος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Κατοικοῦσε ἕνας γλυκύτατος θεός, ποὺ εἶχε πονέσει ὅλους τους πόνους τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶχε γνωρίσει ὅλες τὶς ἀδικίες τῆς γῆς, ποὺ εἶχε τραβήξει ὅλες τὶς καταφρόνιες, ποὺ εἶχε πληρώσει ὅλες τὶς ἀχαριστίες. Τὸν ἔβρισαν, τὸν ἀναγέλασαν, τὸν ἔφτυσαν, τὸν ἔσυραν δεμένο στοὺς δρόμους, σὰν τὸ τελευταῖο κακοῦργο, τὸν σταύρωσαν. Ἐπείνασε, ἐδίψασε, κουράστηκε, ἀντίκρυσε τὴ φρίκη τοῦ θανάτου. Γιὰ μιὰ στιγμὴ εἶδε τὸν ἑαυτό του λησμονημένο κι' ἀπ' τὸν ἴδιο τὸ Θεό, ποὺ ἦταν πατέρας του. «Θεέ μου, θεέ μου, ἵνα τί μὲ ἐγκατέλιπες;» Δὲ στάθηκε πόνος, ποὺ νὰ μὴν τὸν γνώρισε, καρδιοσωμός, ποὺ νὰ μὴν τὸν ἔννοιωσε, δυστυχία, ποὺ νὰ μὴ γεύθηκε τὸ φαρμάκι της. Ἤπιε ὅλα τὰ φαρμάκια, ποὺ μπορεῖ νὰ πιῆ ἄνθρωπος σ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Καί, τὴ νύχτα ἐκείνη, ὁ πονεμένος καὶ βασανισμένος αὐτὸς ἄνθρωπος εἶχε ἀνέβη στοὺς Οὐρανοὺς καὶ εἶχε καθήσει παντοδύναμος στὸ θρόνο τοῦ θεοῦ, νὰ κυβερνήση τὸν κόσμο. Πῶς νὰ μὴν «ἡμερέψουν τὰ Οὐράνια»; Μιὰ ἀπέραντη καλωσύνη εἶχε πλημμυρίσει τὸ στερέωμα.

Γιατὶ νὰ τρέμη πιὰ ὁ ἁμαρτωλός; θὰ συλλογιζότανε ὁ γέρος. Ἐκεῖνος ποὺ συχώρεσε τὴν πόρνη, τὸ ληστὴ κι ἐκείνους ἀκόμα ποὺ τὸν σταύρωσαν, εἶναι τώρα ἐκεῖ ἀπάνω, γιὰ νὰ ἰδῆ τὰ δάκρυα τοῦ μετανοιωμοῦ του καὶ νὰ τὸν συχώρεση. Γιατί ν’ ἀπελπίζεται ὁ ἄρρωστος; Ἐκεῖνος ποὺ γιάτρεψε τὸν τυφλὸ καὶ τὸν παράλυτο, εἶναι τώρα ἐκεῖ ἀπάνω γιὰ νὰ τὸν γιατρέψη. Γιατί νὰ βαρυγκομάη ὁ φτωχὸς καὶ ὁ ἀδικημένος; Ἐκεῖνος, ποὺ πείνασε καὶ δίψασε, εἶναι τώρα ἐκεῖ ἀπάνω καὶ καταλαβαίνει τὴ δυστυχία του. Γιατὶ νὰ λαχταράη ἡ μάννα γιὰ τὸ παιδί της; Ἐκεῖ ἀπάνω στοὺς Οὐρανοὺς εἶναι μιὰ Μαννούλα, ποὺ δοκίμασε τὸν πόνο της, γιὰ νὰ παρακάλεση τὸ παιδί της, ποὺ κυβερνάει τὸν κόσμο, νὰ τὴν ἐλεήσῃ. Καὶ γιατὶ νὰ τρέμη ὁ ἀσπρομάλλης ὁ γέρος τὴν ὥρα τοῦ θανάτου; Εἶναι καὶ γι' αὐτόν, εἶναι γιὰ κάθε ψυχή, μιὰ ἀνάσταση.

Τὰ Οὐράνια εἶχαν ἡμερέψει, ἀλήθεια, ἐκείνη τὴν ἀνοιξιάτικη νύχτα. Καὶ ἡ λαμπάδα τοῦ γέρου εἶχε ὑψωθῆ σὰ χαιρετισμὸς καὶ σὰν εὐχαριστία, πρὸς τὰ ἀναστάσιμα ἄστρα.

—Χριστὸς ἀνέστη, παπποῦ.
—Ὁ Θεός, ὁ Κύριος, παιδί μου.

http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/neaest/Neaestia.html

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Χριστός Ανέστη

Κάποτε δω και πολλά χρόνια που μου τυχε να κάνω Ανάσταση σε κάποιο ορεινό χωριό της Ρούμελης, ένας γέρος χωριάτης, υψώνοντας τη λαμπριάτικη λαμπάδα του, σε χαιρετισμό, προς τ' αναστάσιμα άστρα, μου είπε σαν να μιλούσε με τον εαυτό του:

Ημέρεψαν απόψε, παιδί μου, τα Ουράνια.
Στα δυο αυτά λόγια ο αθώος χωριάτης είχε κλείσει, επιγραμματικά, το βαθύτερο νόημα του χριστιανικού θαύματος.
«Ημέρεψαν τα Ουράνια». Ο ουρανός, χωρίς το μεγάλο χριστιανικό θαύμα, θα εξακολουθούσε να είναι για την περίφοβη ψυχή του απλοϊκού ανθρώπου για κάθε ανθρώπινη ψυχή το κατοικητήριο ενός θεού τρομερού, δικαιοκριτή χωρίς επιείκεια και τιμωρού χωρίς έλεος. Τέτοιοι στάθηκαν οι θεοί όλων των θρησκειών. Κυβερνούσαν τα πλάσματα τους με τον τρόμο. Τύραννοι παντοδύναμοι, μακρυσμένοι από τον λαό τους, δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τις αδυναμίες του, δεν είχαν πονέσει ποτέ τον πόνο του, δεν είχαν βασανιστεί ποτέ απ' τα βάσανα του, δεν είχαν κλάψει ποτέ τα δάκρυά του. Ανίκανοι να συμπονέσουν, να λυπηθούν και να συγχωρέσουν. Πώς να μην είναι «άγρια» όπως τα έβλεπε το μάτι του φοβισμένου ανθρώπου τα ουράνια, τα κατοικημένα από τέτοιους θεούς.
Και μέσα στην ανοιξιάτικη εκείνη νύχτα, που η λαμπάδα του γέρου είχε υψωθεί σα χαιρετισμός προς τα λαμπρά, αναστάσιμα άστρα, τα ουράνια είχαν ημερέψει. Δεν κατοικούσε πια εκεί επάνω υψωμένος στον τρομερό του θρόνο, ένας θεός για τους ανθρώπους.
Κατοικούσε ένας γλυκύτατος θεός, που είχε πονέσει όλους τους πόνους των ανθρώπων, που είχε γνωρίσει όλες τις αδικίες της γης, που είχε τραβήξει όλες τις καταφρόνιες, που είχε πληρώσει όλες τις αχαριστίες.
Τον έβρισαν, τον αναγέλασαν, τον έφτυσαν, τον έσυραν δεμένο στους δρόμους, σαν το τελευταίο κακούργο, τον σταύρωσαν. Πείνασε, δίψασε, κουράστηκε, αντίκρισε τη φρίκη του θανάτου. Για μια στιγμή είδε τον εαυτό του λησμονημένο κι από τον ίδιο τον Θεό, που ήταν πατέρας του.
«Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα με εγκατέλιπες;»
Δε στάθηκε πόνος, που να μην τον γνώρισε, καρδιοσωμός, που να μην τον ένιωσε, δυστυχία, που να μη γεύθηκε το φαρμάκι της. Ήπιε όλα τα φαρμάκια, που μπορεί να πιει άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο. Και, τη νύχτα εκείνη, ο πονεμένος και βασανισμένος αυτός άνθρωπος είχε ανέβη στους Ουρανούς και είχε καθίσει παντοδύναμος στο θρόνο του Θεού, να κυβερνήσει τον κόσμο. Πως να μην «ημερέψουν τα Ουράνια»; Μια απέραντη καλοσύνη είχε πλημμυρίσει το στερέωμα.
Γιατί να τρέμει πια ο αμαρτωλός; Θα συλλογιζότανε ο γέρος. Εκείνος που συγχώρεσε την πόρνη, το ληστή κι εκείνους ακόμη που τον σταύρωσαν, είναι τώρα εκεί απάνω, για να ιδεί τα δάκρυα του μετανοιωμού του και να τον συχωρέσει. Γιατί ν' απελπίζεται ο άρρωστος; Εκείνος που γιάτρεψε τον τυφλό και τον παράλυτο, είναι τώρα εκεί απάνω για να τον γιατρέψει. Γιατί να βαρυγκωμάει ο φτωχός και ο αδικημένος; Εκείνος, που πείνασε και δίψασε, είναι τώρα εκεί απάνω και καταλαβαίνει την δυστυχία του. Γιατί να λαχταράει η μάνα το παιδί της; Εκεί απάνω στους Ουρανούς είναι μια Μανούλα, που δοκίμασε τον πόνο της, για να παρακαλέσει το παιδί της, που κυβερνάει τον κόσμο, να την ελεήσει. Και γιατί να τρέμει ο ασπρομάλλης ο γέρος την ώρα του θανάτου; Είναι και γι αυτόν, είναι για κάθε ψυχή, μια ανάσταση.
Τα Ουράνια είχαν ημερέψει, αλήθεια, εκείνη την ανοιξιάτικη νύχτα.
Και η λαμπάδα του γέρου είχε υψωθεί σα χαιρετισμός και σαν ευχαριστία, προς τα αναστάσιμα άστρα.
- Χριστός ανέστη, παππού.
- Ο Θεός, ο Κύριος, παιδί μου.

Eρωτικαί εκδικήσεις

Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!».
Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του. Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον. Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης. Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται. Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες. Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν.
Tο πράγμα είναι ευεξήγητον. Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ' ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ' ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ' εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα. Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής. Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του.
Δι' αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν. Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν' αποτελειώση την μερίδα των. Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι. Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα. Δι' αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους.
Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι. Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός. Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο! Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά. O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί. O μανάβης δεν εσταμάτησεν. O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν. O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον. Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή! Kαι είχεν εκδικηθή κυρίως, διότι η άπιστος τον εφαντάζετο ξεκαρδισμένον από τα γέλια εις μίαν γωνίαν του δρόμου, εν ώ θα ήθελε να τον φαντασθή απηγχονισμένον από την οροφήν του δωματίου του.
Όταν τον ερώτησαν εις την Aστυνομίαν, διατί προέβη εις την αθλίαν αυτήν πράξιν, λέγουν ότι απεκρίθη αφελέστατα:
― Ήθελα να της στείλω τη βλογιά στα όμορφα μουτράκια της. Aφού δεν μπορούσα να το κάμω, της την έστειλα στην πόρτα της. Aς μπολιασθή να είναι ήσυχη!
Kαι η Aστυνομία απέλυσε τον εραστήν και έστειλε τον αστυίατρον να εμβολιάση την ερωμένην, δια κάθε ενδεχόμενον και δια την ησυχίαν της συνοικίας. H φάρσα και η εκδίκησις έλαβε τοιουτοτρόπως την ωραίαν της συνέχειαν.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.