Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Σήμανση / Χαχής Παναγιώτης


Απόψε, που είμαι απ’
Το στήθος και πάνω
Με βήμα σταθερό
Στα αγελαία ίχνη
Το σπέρμα στεγνώνει,
Κλωστές της μαριονέτας
Ανάμεσα στα πόδια σου.
Δεν θα μείνει λέξη για λέξη
Ζωγραφίζοντας
Το περίγραμμα των εραστών
Από μνήμης.

Βαρκελώνη / Χαχής Παναγιώτης




Στα χνώτα του ταύρου
Λάμπει εκείνο του Βελάσκεζ
Το Μαύρο
Ίδια πατρίδα σε γλώσσα ξένη
Τα στήθη σου
Στάζουν αντηλιακό
Στο σαρκοβόρο ήλιο.

Χαχής Παναγιώτη; (αναφορά)

Ποιητικές Συλλογές:



  • Εν σαρκί περιπολών θεός / Πανοπτικόν / 2015
  • anus Mundi /2014/ Πανοπτικόν

Census / Χαχής Παναγιώτης


Νύχτες σκοτάδι με καρμπόν
Τόσα αντώνυμα σώματα
Ανιθαγενείς εφιάλτες
Στα σκηνικά των Εθνικών Θεάτρων
Παρωδίες, Σκηνή Λυρική,
Αλυσιδωτά τσιγάρα
Απόνερα
Στις εκβολές του Κηφισού.
Είσοδοι σχισμένα βήματα
Λαβύρινθοι στην πόλη
Χρόνος δίχως ρήματα
Πρόσωπα χωρίς αριθμούς
Το ρίγος σηκώνει κύματα
Λέξεις που αναμένονται
Αχειροποίητα συνθήματα
Κραυγές στους τοίχους.

Καταιγιστικοί γκρεμοί / Χαχής Παναγιώτης


Προλαβαίνεις;
Κάθε πτώση
Ανοίγει κι άλλο
Τα μάτια,
Τους σφιγκτήρες
Της ψυχής και του
Σώματος.

ANUS MUNDI: Ποιητική Συλλογή του Χαχή Παναγιώτη

Narcotango
Ανίδεοι ως νεκροί
Άφωνοι και αναιδείς
Ολοσέλιδοι και πληγωμένοι
Σφάγια στη Βαρβάκειο
Στα σαλόνια των εφημερίδων
Ουρανόφωνη σάρκα στα σεντόνια
Νεκροτομεία της αγάπης
Στο κέντρο της πόλης
Η Άκρη του Κόσμου.
***
Το αντάρτικο πόλης ως μια εκ των καλών τεχνών
Στρατόπεδα συγκέντρωσης
Υποδοχής μεταναστών
Στα τσιγκέλια των σφαγείων
Πέτρου Ράλλη και Κηφισού.
Στη Στάση του Ήττα.
Τσιγάρο και γραφομηχανή
Κάλυκες αποτσίγαρα
Οδοφράγματα χάρτινα
Διασχίζοντας ερπύστριες τις νύχτες
Το φως συρματόπλεγμα
απόηχοι, απόμερες εκρήξεις.
Μιλάω μόνο τα βήματα
Στις διαλέκτους της πληγής
Στους σπασμούς
Μέσα στον ειρηνόφιλο ζόφο
Η Επιθυμία Απελευθερώνει
Βραχύβιες μάχες με το θάνατο
Χωρίς τον τρόμο της Ιστορίας.
***
Στενογραφημένες ημέρες
Απαρέμφατες εικόνες
μια ψυχική ναρκοληψία
Γουλιές από ένα αλκοολικό
σημειωματάριο.
Αυτοκίνητα στάζουν βενζίνη
φανάρι κόκκινο,
Άνεμος ή θάλασσα
αντηχεί άδεια μπουκάλια;
Πανσέληνος πάνω από τα Προπύλαια,
το φάντασμα της μαυροκόκκινης
σημαίας στην Πρυτανεία.
Τα εσώρουχά σου γυμνά
στο βρώμικο πάτωμα της αγάπης.
Η πόλη μυρίζει ψοφίμι στον ήλιο
Νεκρούς αριθμούς, αντωνυμίες,
Πτώσεις και Πρόσωπα
Γραμματική στο κρεματόριο.

Ακάλυπτος / Χαχής Παναγιώτης


Απομένοντας θηρία
Στις σπηλιές των ματιών
Κατάγματα στους λεπτοδείκτες
Που χαρτοκόβουν το μέλλον
Λύτρα στα σκλαβοπάζαρα της σάρκας.
Εν πνεύματι απωλείας
Ίσως ότι χάνουμε
Να σώζεται κάπου αλλού.
Στις συνοικίες των υπογείων
Παράθυρα φιμωμένα στο δρόμο
Υπό την επήρεια της όρασης
Με την ασώματη λύσσα των αγγέλων
Υφαρπάζοντας περαστικά κορμιά
Ακούσιους πρωταγωνιστές
Όλο το υπογάστριο του ύπνου
Ίσαλος στίχος
Χειλικόληκτη ηδονή.

Ανα(σ)τολή / Χαχής Παναγιώτης


Παραγραφές της αυγής.
Λέξεις άρρυθμη αναπνοή,
ναυτία της αφής στην πόλη
Δες τη,
χαμηλώνει στα γόνατα.

Αδέσποτη,
χωματερή
Αποσταγμένη σιωπή
Σπασμένα αστικά τοπία.
Δεμένη στα στρώματα
Καίνε τις φυλακές.

Πυροβολισμοί.
Ρημαγμένα κρανία
Πολυκαιρισμένες αφίσες,
σάρκες ξεκολλημένες,
χέρια αναρριχητικά
με νεύρα τεντωμένα.
Μας αρπάζουν,
Ταπεινώνοντας
το σώμα στην ομορφιά.

Βλέμμα μυωπικό και δόντια
καθρεφτίζουν το σκοτάδι.
Έχει γεμίσει το στόμα μας αίματα

Ακούς;

[Απομένοντας] / Χαχής Παναγιώτης

Απομένοντας
Τα κτήνη
Στους στάβλους
Της Κόλασης
μουγκρίζοντας
λίγη Αγάπη
στη λάμα
του Σφαγέα.

[Ο λόρδος Μπάϋρον Ταξιδεύει] / Χαχής Παναγιώτης


Ο λόρδος Μπάϋρον
Ταξιδεύει
Ταριχευμένος
Στο αμπάρι του Φλόριντα
Επιστρέφοντας
Στον τάφο.

Το αντάρτικο πόλης ως μια εκ των καλών τεχνών / Χαχής Παναγιώτης


Στρατόπεδα συγκέντρωσης
Υποδοχής μεταναστών
Στα τσιγκέλια των σφαγείων
Πέτρου Ράλλη και Κηφισού.
Στη Στάση του Ήττα.
Τσιγάρο και γραφομηχανή
Κάλυκες αποτσίγαρα
Οδοφράγματα χάρτινα
Διασχίζοντας ερπύστριες τις νύχτες
Το φως συρματόπλεγμα
απόηχοι, απόμερες εκρήξεις.
Μιλάω μόνο τα βήματα
Στις διαλέκτους της πληγής
Στους σπασμούς
Μέσα στον ειρηνόφιλο ζόφο
Η Επιθυμία Απελευθερώνει
Βραχύβιες μάχες με το θάνατο
Χωρίς τον τρόμο της Ιστορίας.

Αναζητείται συγκάτοικος / Ματθαίος Λεωνίδας


Να μαγειρεύουμε μαζί,
θα κάνω εγώ τα ψώνια,
να μοιραζόμαστε τα τζιν,
να μου διαβάζει Καρυωτάκη
μες στα αρνητικά νοήματα
τα βράδια
να πιάνει φωτιά
ο καναπές.

Κυματωσιά / Παναγής Αντωνόπουλος


Μ´αρπαξε μιά κυματωσιά απ´το βυζί της μάνας
για να μου μάθει τη ζωή¨ πως βγαίνει το ψωμί
κι αφού καλά με δίδαξε , τι πάει να πει χολή
σε ομήγυρη με πέταξε , ποιητικής αλάνας
Μ´αγκάλιασε κυματωσιά , φουρτουνιασμένου πόντου
για να μου δείξει των μοιρών , τ´αποκρυφα γραπτά
μα δ´αύτη με χαστούκισε και μ´εκανε σκουπίδι !
με ρίζωσε σαν μύδι , στου πάτου τα ριζά !
Καβάλησα κυματωσιά , θάλασσας , μιάς αντάρας
για να με πάει στη χαρά , στης γνώσης τα στενά
Μα ´κείνη με ξελόγιασε και μ´έκανε σκουπίδι
μα τράβηξε το ξύδι , μέσα απ´ την καρδιά !
Μέζωξε μια κυματωσιά , σαν άτι του ανέμου
σεργιάνι και με έβγαλε , σ´αντάρα και καιρό
κι αφού στροβίλισε , το πενιχρό “εγώ'
στους νικημένους μ´έβγαλε , του , της ζωής πολέμου
Μ´άρπαξε μια κυματωσιά , στον Άδη να με πάει
αφού πρώτα μου έμαθε , τι πάει να πει ουτοπία
και πριν προκάνω να διαβώ , την λίμνη Αχερουσία
αράδιασα στον τάφο μου , λουλούδια Απριλομάη !!!

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Προσευχή

 Θέτη Χορτιάτη

Παναγιά μου, Παναγίτσα,
που έχεις το Χριστό αγκαλίτσα


πάρε στη χρυσή ποδιά σου
τα παιδιά της γης, κοντά σου


άσπρα, κίτρινα, μαυράκια
όλα του Χριστού αδερφάκια


δίπλα στο Χριστό να τα έχεις
να μπορείς να τα προσέχεις. 

Χορτιάτη Θέτη (βιογραφικό σημείωμα)

Γεννήθηκε το 1929 στη Θεσσαλονίκη. Πολυγραφότατη συγγραφέας.  6 από τα  βιβλία της, έχουν βραβευτεί, 3 από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και 3 από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, και τελευταία (1997) τιμήθηκε από τον Κ.Ε.Π.Β. με το "Βραβείο της Πηνελόπη Δέλτα" για την προσφορά του έργου της. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της Εθνικής Εταιρίας των Ελλήνων Λογοτεχνών, του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού "Διαδρομές". Ποιήματά της έχουν περιληφθεί σε αναγνωστικά του Δημοτικού, ενώ έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. 

έργα της

(2009)Λεξοχαρές και λεξοπανηγύρια, Δια Βίου
(2009)Ο δάσκαλος με το βιολί και το αστέρι, Άγκυρα
(2009)Στιγμές, Δια Βίου
(2007)Τα λέω τ' ουρανού, Δια Βίου [κείμενα, αφήγηση]
(2005)Το περιβόλι της αγάπης, Άγκυρα
(2003)Ημερομηνία της λήξης, Άγκυρα
(2002)Λεξοσκανταλιές, Ελληνικά Γράμματα
(2002)Παιχνιδογραμματική, Άγκυρα
(2002)Το κοκοράκι που λαλούσε τον έρωτα, Άγκυρα
(2001)Ο κόκκινος κάκτος και άλλα παραμύθια, Περίπλους
(2001)Παραμυθοαλφαβήτα, Άγκυρα
(2000)Ο μεταξωτός κούκλος, Άγκυρα
(1998)Στη Βέροια στη Βεργίνα, Κέδρος
(1998)Το τυχερό της Θάλειας, Άγκυρα
(1997)Όπου ο ήλιος σπάει το ρόδι, Άγκυρα
(1996)Ο Ρήγας της ρίγανης και αλλά παραπαραμύθια, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996)Παιχνιδόλεξα, Κέδρος
(1996)Τα δέντρα μας, Εκδόσεις Πατάκη
(1996)Του λαγού που ξέρει τόσα, λάχανο του τρων τη γλώσσα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1994)Ο Αλέξης ο Παλαβολέξης, Εκδόσεις Λωτός

πηγή: http://www.biblionet.gr/author/13451/%CE%98%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CE%A7%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7

Θάνος Φωσκαρίνης (μικρή αναφορά)

Ο Θάνος Φωσκαρίνης γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι θεατρολόγος. Κείμενά και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στον περιοδικό έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Έργα του: 

(2011)Χους, Οδός Πανός
(2004)Άθελά μου, Εριφύλη
(2002)Η αλήθεια με ή χωρίς αντιβιοτικά, Εριφύλη
(2000)Οινόπνευμα για τα μάτια και το στόμα, Παρουσία
(1998)Αυτόχειρη ασκήμια, Παρουσία
(1996)Ανοιχτές επιστολές στο Μάνο Χατζιδάκι, Μπάστας

Ουρανιώνες / Ο Ιωνάς / Θάνος Φωσκαρίνης

Χάρτινο Αίμα / Λαχτάρα για την Πεταλούδα / Θάνος Φωσκαρίνης

Εν τόπω στάση / Φωσκαρίνης Θάνος

ζω σ' έναν τόπο που συνεχώς ψυχορραγεί
και φοβάμαι μην τον χάσω
είναι η μοναδική παρηγοριά
γιατί μου μοιάζει
ό, τι μαζί του με δένει πιο πολύ
είναι δυο τρία πρόσωπα κάτι δενδρύλλια
ξερόχορτα ένα χνούδι
μια ανεξήγητη φωνή
που φτάσαν μέχρι εδώ καταπίνοντας χιλιόμετρα αιώνων
εν σιωπή οδύνης
εν πολέμω μέχρις εσχάτων
για το δικαίωμα της φαντασίας στη ζωή

μένω σ' ένα σπίτι που ακόμη δεν μπορώ να το ντυθώ
βαρύ μεθυστικό που αναβοσβήνει
τα βήματα όλα και τ' αγγίγματά μου
στο ταβάνι του οι πλανήτες στροβιλίζονται γυαλίζουν
φλέβες νερών αργοκυλούν σ' απόμερες γωνιές
από καιρού εις καιρόν στάζουν νοσταλγικές φιγούρες
η μάνα ο πατέρας
κάτι έρωτες θαμποί
και πόνοι που δεν γνώριζα
τ' ορκίζομαι, δεν πίστευα ποτέ ότι χρεώνεται
όποιος αγαπάει

Στην ούγια μιας αυλαίας / Φωσκαρίνης Θάνος



Death in Venice
B. Britten
θα 'θελε να 'φευγε σε όμοιο πλωτό απόγευμα τ' Αυγούστου στραμμένος
προς τη θάλασσα
όπως ο Μπόγκαρτ, χωρίς όμως Βενετίες ούτ' έναν Τάτζιο κοντά ή
μακριά του
«My mind beats on» θα λέει αδιάφορα εδώ στο τσίγκινο στρογγυλό
τραπέζι
μέσα σ' αυτή την πλαστική άσπρη καρέκλα στη ράχη της ακτής
με τ' αυτοκίνητα παρκαρισμένα
οι θάμνοι, λίγα πεύκα, οι πευκοβελόνες, το ρετσίνι τους
τα κίτρινα ξερόχορτα δίπλα κι η πεταμένη βάρκα κέντρο στο χωράφι
και να βουίζουνε αμέριμνες γύρω οι φωνές των λουομένων
κι ο ήλιος να γέρνει απαλά με το μάγουλο στη γη
επιμένοντας «My mind beats on» χωρίς να ξέρει αν το νιώθει
ούτε να εξηγεί τώρα όσα στη ζωή 'ναι δεδομένα
αλλά επειδή έτσι λακωνικά προστάζει η μουσική του δράματος
και να μακραίνουν οι σκιές αυτών που περπατούν
λιγνές και να μακραίνουν
να μακραίνουν

Εθνική διατριβή / Φωσκαρίνης Θάνος

Κι έτσι φτάσαμε στο θαύμα . Δούλευες και σ' αρπάξαν την
μπουκιά . Ο θείος Νίκος νταλικιέρης από μαγκιά κυνήγησε
και βίασε τη μάνα . Ψυχοπαθής εκείνη αποτελειώθηκε . Η
γυναίκα του κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα πριν μεταλάβει
μας έφερνε χριστόψωμα και φτηνά γλυκόλογα να κλείσει ο
στόμας . Ο άλλος θείος μάς έκλεψε χρήματα πολλά . Η θεία
Γιώτα έφερνε σπίτι άγιες εικόνες να ξορκιστούμε κι ωσαννά .
Θεούσα . Γνώριζε καλά όλες τις χριστού οργανώσεις , ζωή ,
αδελφότης θεολόγων ο σωτήρ και άγιος Φλωρίνης .Να γρά-
φτούμε να σωθούμε . Τα παιδιά της βρίσαν βαρέσαν ώσπου
τον πατέρα .Τη νύχτα ο θόρυβος του δρόμου χτυπούσε στα
μηλίγγια τού τίναζε στον αέρα μπαμπάκι τα μυαλά . ΄Ολο
έτσι . Νέα Λιόσια πολλά . Μετανάστες ενδοχώρας μιζέρια και
βρομιά . Ποιος θα πεθάνει πρώτος ρωτούσανε γελώντας .
Ποιος θα ζήσει έπειτα .΄Οπου αγκάλιαζε το μάτι γύρω ση-
κώνονταν τα μπάζα . ΄Ισως και να σε μαχαίρώσουνε απόψε
για το χάζι λέγαν . Εξάρχεια μικρά . ΄Ετρεχες να βρεις το δι-
κιο σου στο πουθενά . Καθένας με τα δίφραγκά του . Αλίμονό
σου αν είσαι άνεργος στα χαμηλά . ΄Εβραζε η πόλη . Αγόραζες
χαπάκια να ξεχνάς . Τα σκουπίδια έξω σωρός . Απέραντες
χωματερές . Αγκαλιά φωτιές εδώ και στάχτες γύρω . Απερ
γίες . Το κρέας και ο διάβολος από κοντά . Ακρίδες στα
υπουργεία σε καρέκλες , λεκέδες πάνω στα χαρτιά . Η κω-
μωδία κι η αιωνιότης .Εφορίες και λοιπά το αιώνιο χαράτσι .
Η Δημοκρατία λέγαν στα δεκαπέντε , δεκαέξι , δεκαεπτά... Κι'
άλλοι παλεύαν μες στις φυλακές . Πίσω Ελλάδα . Ερωτευμέ-
νοι ως του θανατά . Πίσω Ελλάδα . ΄Οσοι σκορπίσαν δεξιά κι'
αριστερά συνέχισαν με δόσεις στα κρυφά . Που ζούμε ακόμα
λέω θαύμα . Και μην πολυμιλάς .
ιδού αλητάμπουρες
χουλιγκάνοι των ιδεών αξιότιμοι κομπιναδόροι
διάσημοι επιβήτορες στο τέρμα της φυλής
του δοξασμένου έθνους μας οικογενειοκράχτες
στο Ρωμιοστάν του μέλλοντός μας ζήτω
( ακολουθούν πιστά όπως πάντα
οι άγνωστες τουρκοκρατίες εκατονταετιών και βάλε )


έτσι ωραία να προχωρούν λοιπόν κι όταν εγώ απών
μπράβο και μπράβο
όμως μέχρι εδώ και μη παρέκει
οι ΄Ελληνες θα σας γκρεμίσουν
περίσσευμα ουδείς 
από την π.σ του ποιητή : ΒΑΡΟΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
Εκδόσεις Δελφίνι

[ Λες ] / Βασίλης Καρδάρης

Λες 
και πέφτεις σε κενά αέρος 
Στη δίνη μιας πτώσης με αόριστη κατεύθυνση 
Απαλλαγμένος από το βάρος της επιλογής 
Παραδίνεσαι στην ανοιχτή της έκβαση 
(σε κούνια θα πέσεις ή σε τάφο;) 
Χωρίς να προμηνύεται ένα τέλος 
Ένας τριγμός 
Και το σώμα τραντάζεται από το κράτημα 
των υπερτεντωμένων νημάτων».

Μαρία Τσουκανά (μικρή αναφορά)


Η Μαρία Τσουκανά ασχολείται με την εκπαίδευση των ρομά. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Φράση, στο μουσικό περιοδικό Muzine και στο σάιτ Διαπολιτισμός. To 2007 κέρδισε το πρώτο βραβείο διηγήματος του Πειραϊκού Συνδέσμου για το αφήγημά Κόκκινο.

Insomnia / Τσουκανά Μαρία


 

Πώς λέγεται αυτό το γαμημένο μέρος ; Svalbard ;

Είναι η τρίτη μέρα αγρύπνιας, νομίζει
ότι έχει αρχίσει να τα χάνει,
ακούει φωνές μες στο μυαλό της και βλέπει
λάμψεις με την άκρη του ματιού
ήθελε κάποτε να έρθει εδώ, όμως γιατί
γιατί Θεέ μου γιατί, πια δε θυμάται
το κρύο είναι τόσο αφόρητο, έχει παγώσει
μέσα και έξω της, έχει πιάσει παγάκια κι ο άντρας
που ήρθε εδώ μαζί της πια απογοητεύτηκε
είσαι τρελή της φώναξε ήρθες εδώ μόνο για ν’ αποτρελαθείς
κοιμάται ακόμα πλάϊ της, αυτός κοιμάται
το φως δε τον πειράζει, το γαμημένο Βόρειο Σέλας
χώνει τη μύτη της στα σκέλια του οσφραίνεται
τη μυρωδιά του κολλάει πάνω του να πάρει λίγη
από τη ζέστη του κορμιού του να μπορέσει
να κρύψει μέσα στα μαλλιά του το πρόσωπό της
να κοιμηθεί λιγάκι, ο άντρας είναι ξανθός κι ολόλευκος
και παγωμένος τον αγαπάει, σα το Χειμώνα
και έχει γεύση παγετού το στόμα του γεύση αϋπνίας
ακούει τώρα γρατσουνιές στην πόρτα μια αρκούδα
ξύνει τα νύχια της στην πόρτα τους γιατί στο Svalbard
αντιστοιχεί μια πολική αρκούδα σε κάθε κάτοικο
και η αρκούδα έχει προσελκυστεί από τη μυρωδιά του αίματος
της περιόδου της, έχει αφήσει το σώμα της γυμνό
και το αίμα έχει μουσκέψει τα σεντόνια
κι ίσως το στρώμα αυτός κοιμάται
πάνω στα αίματα και στις σταγόνες απ’ το σπέρμα του
είσαι τρελή της φώναξε πριν που τη γάμαγε
το αίμα της έχει πια ξεραθεί πάνω στο πέος του, νομίζει
ότι έχει αρχίσει να τα χάνει γιατί ο άντρας δίπλα της
γίνεται μια αυτός που είναι και μια εκείνο
το αγόρι με τα ράστα στην πατρίδα της
και κάθε φορά που ανακινεί μέσα στον ύπνο το κεφάλι
εκσφενδονίζονται απ’ τα μαλλιά του κόκκοι άμμου
κι εκείνη δε μπορεί πια να σκεφτεί ούτε μια λέξη
είναι κενό μες στο κεφάλι της ένα κενό ολόλευκο
ένα κενό λευκό λευκό που ουρλιάζει, η αρκούδα
δε λέει να φύγει σηκώνεται όρθια λοιπόν και ψάχνει
το όπλο της ή τη φωτοβολίδα
έπρεπε να ξέρει να τα χειρίζεται αυτά εδώ στο Svalbard
και ύστερα αλλάζει γνώμη γιατί αλήθεια δε τη νοιάζει
ανοίγει απλά την πόρτα και κάνει πέρα, το ζώο
είναι λευκό και όμορφο
και πεινασμένο
μονάχα το κοιτάζει καθώς αυτό χιμάει στον κοιμισμένο άντρα
μέσα στα αίματα
κι ύστερα απλά δε τη νοιάζει
θέλει μονάχα να κοιμηθεί για πάντα
σε αυτό το γαμημένο μέρος, που το λένε Svalbard.

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Νίκος Βαραλής (βιογραφικό σημείωμα)


Ο Νίκος Βαραλής γεννήθηκε στο Βόλο. Σπούδασε στην Ιταλία Σημειωτική και στην Ελλάδα Σκηνοθεσία Κινηματογράφου και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. 

Εργα του

  • «Φυλακας και οι τρεις δοκιμές», Ενδυμίων εκδόσεις, Αθήνα, 1987
  • «Τρις επί τύμβου», Καστανιώτης, Αθήνα, 1995
  • «Μαξιμος … η ουδέποτε εκπίπτει» υπό έκδοση

Η ΔΟΞΑ ΚΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ


    Δεν θα γινόταν είδηση ότι είδε τα ηλιοτρόπια
    ήξερε όμως την ιστορία των πετρωμάτων
    και μπορούσε να υπολογίσει την ηλικία της πέτρας....
    Εκ των υστέρων βέβαια, αδυνατώ να περιγράψω την ακηδία του
    τους μορφασμούς του γλυκότροπου νερού
    που είχε κάτω από την γλώσσα του
    μαγειρεύοντας μια ποίηση νηστήσιμη.
    Δεν εισχωρώ.
    Υπάρχει κάτι που φαίνεται ακατανόητο
    από μια απλή εφαρμογή του ξίφους ως γραφίδας
    στο κάτω – κάτω οι λέξεις είναι κανενός
    ασχέτως αν ο καθένας μας είναι φτιαγμένος από λέξεις.
    Δεν μας ανήκουν ούτε καν τα κόκκαλα μας
    (είδα της μάνας μου φθαρμένα πια σαπίδια).
    Δεν μας ανήκει ούτε η φευγαλέα στιγμή του πόνου
    ούτε του φιλιού η υπέροχη αρμάδα
    το πάντα νέο του έρωτος.
    Μια ανατολή, φίλε μου, σ’ ακύμαντη άμμο
    είμαστε με κρεμασμένα στο βυθό τα σύννεφα της λήθης
    ξύλα μαζί και τσόφλια ονείρων
    σα εκ των σων
    Γι αυτό σου λέω, η ανάσταση είναι ένα ζεϊμπέκικο
    έξω από την λογική του κόσμου
    έξω από τη δόξα - κυρίως αυτή
    που ψάχνω και γω ο μωρός
    χαράζοντας αυτές τις λέξεις.

Ο ΣΚΥΛΟΔΗΜΟΣ ΣΤΗΝ … ΙΩΛΚΟΥ / Νίκος Βαραλής


Μια πέτρα κομμένη σε δυο κυπαρίσσια
μια γέφυρα κι ένα ξερό ποτάμι που το φεγγάρι
κατρακυλούσε το χειμώνα, πριν βρει τα μάτια μας.
Πιο κάτω σίδερα, δυο πόρτες κι η αντλία που γυρνά
στα χέρια μας το ξεραμένο δρόμο, το λεπτό, το χρόνο
τη μικρή ματιά που τα έκανε διάφανα όλα.
Ήθελα να ήμουν πάρκο, να κάθονται πουλιά
το γέλιο να ξαπλώνει μες στα δόντια, καθώς γυρνάν τα βλέμματα
από την ίδια επανάληψη της μέρας.
Κι ύστερα φύλλο, μια νότα που κυλά από την καταιγίδα
να βρίσκει Απρίλιο και Μάη κι ένα λελέκι απ’ τα παλιά
που τάνυζαν ουράνια τόξα και μπαξέδες.
Κα να είχα ένα ψωμάδικο και να ζυμώνω αλφάβητα
στη λόγχη του αυριανού παιδιού, να ξενυχτάω.
Πινακωτή με σύννεφα, τον ήλιο, την ακτίδα
θα βρέξει εδώ, ασπρίζει εδώ, μιλάει εδώ, θυμάται..
Και πάνω τους, μια ρίζα λοιμική του άνεμου, θρυμματίζει
το μικρό του χέρι. Βρίσκει το φως..
Τροφή στο όνειρο. Και το νερό κι η ρόδα που γυρνά
στρέφει τον άξονα, στρέφουν τα χρόνια και γυρνάνε
Πιο πάνω το βουνό σκιά πριν ξημερώσει…
Ήταν καράβι, τα πήρε τα κουπιά αέρας, το δέρμα άνεμος
και όλοι πήγαν του χαμού
Τώρα επιζώντες Κυριακή στην παραλία
με τσίπουρο στην άκρη των ματιών
ώσπου φαίνεται καγχάζων εσαεί,ο Σκυλοδήμος…

ΠΕΤΡΑΣ ΞΗΜΕΡΩΜΑ / Νίκος Βαραλής


Κοίτα αέρας κατεβαίνει από ρηχά
και μια μανόλια
κοίτα ανάσα παίρνει η πέτρα του καιρού
κι οι λωτοφάγοι
Μαρτυρώ ότι ήρθαμε σε αυτή την πέτρα ξημερώματα. Μας πήραν τα κύματα και προσευχόντουσαν όλη την νύκτα. Και πηδούσαν ωσμε το Σείριο και κατεβαίνανε μέχρι η ανάσα του να βρει γιούσουρι να κτυπήσει. Γυμνοί βγήκαμε . Και τα πόδια μας κομμένα από τα χαλίκια του βυθού και τα μαλλιά μας φρύγανα από την κάψα του ήλιου. Πηδήσαμε στο ακρογιάλι και κραυγάσαμε. Κανείς δεν άκουσε. Τα χρόνια πέρασαν και μείναμε εδώ να τρώμε ο ένας τη σάρκα του άλλου. Ο τελευταίος δοκίμασε λίγο την πέτρα και δεν την βρήκε νόστιμη. Φαγώθηκε κι αυτός από τα πουλιά μόνον εγώ απόμεινα τρώγοντας κάθε μέρα ένα μικρό χαλίκι ενώ το βράδυ κατάπινα φούχτες - φούχτες τη θάλασσα.
Ξεραίνει πυράκανθος
τα λόγια ξεραίνει , βυθός
στους μικρούς του ξερούς τους γιαλούς
ο βυθός ο ξερός ..
Αυτά είχα να πω.. α όχι
τώρα που το λιβάδι έγινε λέξη
έχω ένα σπίτι που θέλω
να σου δώσω, ένα σπίτι,
ένα μεγάλο σφουγγάρι.
Μες στις τρύπες κρύβει σελήνες
τη σιωπή, μια σελήνη, μια σιωπή
και νερό και νερά σιωπής
Ξημερώνει.

Η ΠΑΣΧΑΛΙΑ


    Υπάρχει μια ευθύβολη όραση και μια αφαίρεση
    κοιτώντας φερ’ ειπείν έναν πίνακα του Θεόφιλου
    αναγνωρίζεις τον γείτονα του παππού σου...

    από τις συγχορδίες των απολήξεων του ερυθρού και μόνο.
    Η γειτονιά ήταν πάντα αφόρητη για μερικούς
    για άλλους απλώς παράδεισος
    αναλόγως την οπτική της κλίμακος.
    Ο πλανήτης του καθενός αντιλήφθηκα
    είναι άλλοτε κατοικήσιμος άλλοτε υστερικό απαρέμφατο.
    Το σημερινό συντακτικό της ιστορίας για παράδειγμα
    εναποθέτει στον άλλον τον παράδεισο
    σαν να διψάς εσύ και ζητάς να πιεί νερό ό άλλος για να ξεδιψάσεις.
    Τα πάντα χαλάνε στην μετάφραση για αυτό ζούμε
    σε μια ζούγκλα επιθέτων έχοντας εξαλείψει
    εντελώς τα ρήματα.
    Κι αν βλέπω μια υπόθεση εργασίας
    είναι που έχει άνοιξη
    και αισθάνομαι τα βλέφαρα του Ιησού
    ανάμεσα σ' αηδόνια να ρίχνουν μύρα
    ενός φωτός ανεπίληπτου γεμάτου παραδείσιες γαζίες.
    Ίσως γιατί η ανάσταση για μένα
    ειν’ εκείνη η πασχαλιά που μυνιρίζει στην άγρια πέτρα
    κι ένα παιδί με κοντά παντελονάκια
    που ψιθυρίζει ακόμα καλούδια στο Θεό.

    Ν.Βαραλής

ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ / Νίκος Βαραλής


    «Ριγμένη άμμος, πονάω.. Πάρε το δόντι από το φως.
    Πίσω βάρκες πολιορκούν το τρίμα του βουνού. Νυχτώνει.
    Έρχεται Τροία απ’ τα παράθυρα...
    περνάει στο κύμα καίει, σου μιλάω.
    Ξέρω τη λάμψη. Το ξυράφι του χρόνου, πεινά.
    Φύλαξε τη γυμνή προσευχή μέσα στα πόδια σου
    γιατί έχει παγωνιά, πονάω…»

    Εδώ βρήκαμε τα αγάλματα πνιγμένα.
    Έταζε ο τρελός κι η θάλασσα αίματα γέμουσα.
    Ύστερα έβρεξε νεκρούς και δόντια
    μπήκαν απ’ το παράθυρο, τόνοι πορφύρας

    Τα μάτια του παιδιού περιτρέχουν το τοπίο. Στέκονται στα σφιγμένα δόντια του χρόνου και αναζητούν ένα αύριο, μια κατάφαση, έστω ένα χάδι. Ύστερα έρχεται καπνός, και τα μάτια του παιδιού μπαίνουν στο συρτάρι. Οι άλλοι γύρω δεν βλέπουν γιατί το συνέδριο για την μετανάστευση αρχίζει.
    Πριν από δω, λοιπόν, ζωγραφισμένη στους τείχους ήταν
    μια σπείρα παλιά, αυτή που μας δένει με τα δεσμά της εξουσίας,
    και παίζει ζάρια, τις ζωές μας

    Και ήρθε μαύρος, λέγοντας: «ορίστε ερείπια
    η πολιτεία των συλλαβών μου, ορίστε αίμα.
    Ορίστε δάκτυλα παιδιών να φτύνουν άμμο.
    Και τα καρφιά εδώ, τα αγκάθια και το μαστίγιο εδώ.»

    Στα μάτια του παιδιού πέφτει χιόνι. Το τοπίο κρέμεται στις άδειες κόγχες που αναζητούν επιμόνως ένα αύριο, το χάδι του Θεού. Έρχεται ύστερα άμμος και τα μάτια του παιδιού κοιμούνται στο συρτάρι. Γύρω του συνεχίζεται συνέδριο για την μετανάστευση.
    Γύρισε ματωμένο το φεγγάρι.
    Do you remember;
    Κόκκινα χέρια, σίδερο, do you;
    Ξέρω τη μύτη της βροχής, πεινάει λαιμούς ενίοτε και σβήνει
    Τη μνήμη σβήνει, τα χλωρά σβήνει του ήλιου καλάμια.
    Χιλιάδες μάτια βρέχει απόψε ο ουρανός,
    χιλιάδες χέρια, χιλιάδες αύριο σπασμένα, την αυγή την ώρα
    που καίγεται ο σκορπιός.
    Και εμείς τι; φωνάζοντας στη δημοσιά;
    εμείς ο σκορπιός , ένα μακρύ ποτάμι
    που δαγκώνει το χρόνο του.
    Πήγαινε πίσω, του λέμε, απλά
    σήμερα σπάζει ο Κρόνος την παγίδα του ουρανού
    κι χύνονται μυαλά της μέλλουσας ανατολής και μια σιωπή…
    μια σιωπή, …….
    κι ένα τραγούδι
    από παλιά
    μέσα στη νύχτα…

    νεκρών πεσόντων ους εμάρψαμεν ποσίν,
    χείλιοι φονηές είμεν….

Ανησυχίες πένας / Αγγελή Α. Ιωάννα

Πίνω τα δάκρυα της εσπερινής σκέψης,
το αφυδατωμένο σώμα της νοσταλγίας, ξεδιψά.
Συμφιλιώνομαι με την απουσία του ευκταίου.
Ορφανά τα δάχτυλά μου πλέκουν στίχους εξομολόγησης,
να λυτρωθούν οι φόβοι της ανομολόγητης ευτυχίας.
Χαράζω δρόμο μυστικό στων γιασεμιών τις αυλές.
Μη φύγεις! Μείνε στην ευρύχωρη φωλιά των ματιών μου,
οι εικόνες έχουν σωθεί από την εύνοια του χρόνου.
Είσαι ’συ ή με ξεγελά η σκιά της φυγής σου;
Μείνε! Θα σου χαρίσω όνειρα άγρυπνα
και τους ψιθύρους των κυμάτων
να ενορχηστρώνουν τις σιωπές σου.
Παλινδρομώ, αναβάλλοντας το ραντεβού
με την ευταξία των άστρων,
επαίρομαι αθόρυβα!
Που χάθηκε η θορυβώδης νιότη;
Πότε τα χρώματα ντυθήκανε το γκρίζο πανωφόρι;
Η πένα με συνθλίβει, λογχίζει το άνυδρο σώμα,
να τρέξει καημός, να ξεχειλίσει δάκρυ.
Οι αράδες θρασεύουν, βλασφημούν τις αγελαίες υπάρξεις
ή μήπως τις λυπούνται;
Αυτοπροσδιορίζονται οι μοναξιές των πόθων,
συμπάσχουν με τη θλίψη του απείρου.
Δεν ανησυχώ, η αγάπη βλασταίνει και σ’ αλμυρά λιβάδια.
Είσαι εδώ! Στην άκρη της νωχελικής γραφίδας,
γονιμοποιείς γαλήνιους, ευτυχισμένους στίχους.




2ο Πανελλήνιο Βραβείο Ποίησης /Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών 

μπορείτε να το ακούσετε:  

Μαρία Γαρουφαλή (μικρή αναφορά)

Η Μαρία Γαρουφαλή γεννήθηκε στην Αθήνα. Ασχολήθηκε  δημοσιογραφία, έντυπη και ηλεκτρονική. Εργάστηκε στα περιοδικά "Ταχυδρόμος", Ένα" και "Εικόνες" και στις εφημερίδες "Έθνος" και "Ελευθεροτυπία". Στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται με την ποίηση και τη ζωγραφική. 
Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία του Δικαίου, της Παρέκκλισης και της Εγκληματικότητας στο Πανεπιστήμιο της Μιννεσότα των ΗΠΑ. 


έργα της:

(2013)Το πορφυρό κολιέ, Ιωλκός
(2009)Οι φύλακες των ονείρων, Ιωλκός/  ποίηση
(2008)Η Ιόλη του ουρανού, Ιωλκός/ ποίηση
(2004)Η αγωνία της Ιόλης, Ιωλκός

ΓΕΡΑΣΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ


Άπλωσε τα λαβωμένα σου φτερά,

Να σεργιανίσεις στα νερά της θάλασσας:

Μια ήρεμα, μια τρικυμιώδη.



Τα καλύτερά σου χρόνια τα έζησες,

Γερασμένη καρδιά.

Δεν ελπίζεις τίποτα πια.

Ούτε το άσπρο μαντίλι σε συγκινεί:

Ανακωχή στον πόλεμο με το θάνατο.


Γαρουφαλή Μαρία 

Περιπέτεια ή επιστροφή αρ. 2: Ποιητική Συλλογή του Λουκά Αξελού (Στοχαστής 1981)

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΡ. 2

Θάναι μια στιγμή·
μια ακάλυπτη ώρα
γιομάτη χλωροφύλλη και φως
που θε ναρθώ,
ωραίος στο άσπρο άτι,
ή και, χωρίς παράτες,
στο παλιό τριμένο σακκάκι μου
να σου θυμίσω
μια παλιά μου επιστροφή.

Έτσι καθώς με λυμένα μαλλιά
θα μπαίνεις στον κήπο,
θάναι μια γεύση από πεύκο
η κίνηση της χαράς·
θάναι η ώρα που θ' ανήκουμε
στο χελιδόνι, την άνοιξη, το χαμόγελο
κι όλα τα σερνάμενα βαγόνια
του τραίνου της επιστροφής.


ΕΝΟΧΗ

Έτσι και λίγα σύννεφα φανούν
φυσάει μέσα μας λεπτό αεράκι
και μένουμε όρθιοι στο ξέφωτο
την ώρα που λυγάει ο καλαμιώνας.
Γδυνόμαστε αργά-αργά
πετώντας τ' αθώα μικρά μας κρίματα
σαυτόν που περιμένει.
Ύστερα σκύβουμε το κεφάλι
Κι ελπίζουμε στη βροχή που τα ξεπλένει όλα.


ΠΥΡΑΚΤΩΜΕΝΗ ΣΑΝ ΤΟ ΣΙΔΕΡΟ

Φορές φορές σε σκέφτομαι.
Άλλοτε μες το παρελθόν
κι άλλοτε μες το μέλλον.
Πάντοτε όμως
-έτσι ή αλλιώς-
ζωντανή και γενναία
σαν τότε που πολέμαγες τη γάγγραινα,
πυρακτωμένη σαν το σίδερο
που μόλις βγαίνει απ΄ τη φωτιά.

ΕΝΑ ΠΑΘΟΣ / Αξελός Λουκάς

Ι

Αυτή την ζωή ένα πάθος 
την τράβηξε κοντά μας.

ΙΙ
Σ΄ αυτή την ζωή ένα πάθος
μας τράβηξε κοντά της. 


Αθήνα Δεκέμβριος 1970

ΓΥΜΝΑ ΚΛΑΔΙΑ / Αξελός Λουκάς

ΣΤΗΝ ΛΕΜΟΝΙΑ κάθομαι από κάτω.
Στα φύλλα της κρέμονται πουλιά.
Φυσά ο αγέρας
κι οι πόθοι φεύγουν τρομαγμένοι.
Κοιτώ την λεμονιά, 
κοιτώ τον εαυτό μου
και με τρώει η έγνοια τους.


Ν. Μάκρη, Οκτώβριος 1980



Ποιητική Συλλογή: Ταξίδι στη Νύχτα

Λουκάς Αξελός (βιογραφία)

Ο Λουκάς Αξελός γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τα γράμματα και το βιβλίο και διευθύνει από την ίδρυσή τους τις εκδόσεις "Στοχαστής" (1969) και το περιοδικό "Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας και Κριτικής" (1980)· Επιμελήθηκε, σχολίασε και προλόγισε αρκετά βιβλία Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. 



πηγη:  http://www.biblionet.gr


Ποιητικές συλλογές:

  • Περιπέτεια ή επιστροφή αρ. 2 (Στοχαστής 1981)
  • Ταξίδι στη νύχτα (Στοχαστής 1986)
  • Σκοτεινό πέρασμα (Στοχαστής 2000)
  • Τελευταία πατρίδα (2013)

Ας ειπωθεί εκ νέου / Λουκάς Αξελός



Μάτια πράσινα.
ομορφιά σκοτεινή,
ψευδαίσθηση βυθού
που σε ρουφά ολόκληρο
στα μυστικά της βάθη.

Ας ειπωθεί εκ νέου.
η έλευσή της δεν είναι υπόθεση απλή.
σβήνει
και επανέρχεται αιφνιδίως
χωρίς να καταβάλλει εγγυήσεις
για την απώλεια του τιμήματος.

Αναγκαίο – επιτέλους –
είναι να μάθεις
ότι δεν υπάρχουν αθώα ψέματα.
ότι η κόλαση είναι μέσα σου
και σε καλεί να την υπηρετήσεις.


  Ν. Μάκρη, Μάρτιος 2012

Τρεις Νέοι...

Δάφνη Αιμιλία

Ήτανε Θε μου, μια φορά
τρεις νέοι (τρεις φίλοι, τρία παιδιά),
αγάπες, όνειρα, τραγούδια,
μέσα στο φως, μες στα λουλούδια,
τρεις νέοι (τρεις φίλοι, τρία παιδιά).
Τώρ' απομένουνε βαθιά,
ένας εδώ κι άλλος εκεί,
χείλη, καρδιές, μάτια κλειστά,
μέσα στο χώμα, μες στη γη,
ένας εδώ κι άλλος εκεί...
Κάθε π' ανθίζουν τα κλαδιά,
βγαίνουν τις νύχτες τρία παιδιά
ή στ' ασημένια καλοκαίρια,
που υψώνονται στο φως τα χέρια,
βγαίνουν τις νύχτες τρία παιδιά.
Και μ' αρμονία γλυκολαλεί,
-κιθάρα, φλάουτο και βιολί-
η θεία του Σούμπερτ σερενάτα,
κι είν' όλ' αγάπη, φως, γεμάτα,
-κιθάρα, φλάουτο και βιολί.
Του πρώτου η μάνα τ' αγροικά
βουβή κι ανάβει τα κεριά,
τ' άλλου αδελφή, και γονατίζει,
του τρίτου η αγάπη θυμιατίζει
σ' ένα κελί καλογριά.
Μοίρες οι νύχτες τριγυρνούν
και τα παιδιά ξεπροβοδούν,
στέλνουν μηνύματα στ' αστέρια,
και με καλόβολα τα χέρια
τα τρία παιδιά ξεπροβοδούν.
Ήτανε Θε μου, μια φορά
τρεις νέοι... και τώρα είναι βαθιά
μέσα στο χώμα μες στη γη,
ένας εδώ κι άλλος εκεί,
τρεις νέοι (τρεις φίλοι, τρία παιδιά).

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

Της Αιμιλίας Δάφνη

Θεοφάνεια. Ο Ουρανός πανηγυρίζει.
Έν΄ άσπρο περιστέρι φεύγει απάνου.
Μ΄ ένα κλωνί ο παπάς δενδρολιβάνου 
μ΄ αγιασμό το γρασίδι ραντίζει. 

Η Δέηση, κρίνος μέσα του, κι ανθίζει
για το δικό του το ψωμί, για του ζητιάνου. 
Τα μυστικά τα λόγια μουρμουρίζει, 
που λένε για το θάμα του Ιορδάνου.....


Από: Αθ. Ταρσούλη: Ελληνίδες Ποιήτριες

Θανάσης Αγγέλου (μικρό βιογραφικό)

Ο Θανάσης Αγγέλου γεννήθηκε στη Χαλκίδα (03/09/1944) και μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία. Αποφοίτησε από το Σμαράγδειο και σπούδασε θέατρο στην Αθήνα στη σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη. Έλαβε μέρος και συμπρωταγωνίστησε σε αρκετά κινηματογραφικά και θεατρικά έργα.Ασχολείται και με την Ποίηση. Τον πρωτοσυναντούμε το 1965 όταν δημοσιεύονται διηγήματα και ποιήματα του σε περιοδικά και εφημερίδες. 

Εξέδωσε τις παρακάτω ποιητικές συλλογές:


  • 1975 «Συλλαβίζοντας» .
  •  «Ενάτη Ημέρα» 
  •  2015 "Ορίζοντες" 
Σενάρια:
  • 1977 / για τον Ιταλικό κινηματογράφο «Αντίστροφη μέτρηση». 
Θεατρικά έργα: 

  •  «Κονιάκ μετά την καταιγίδα»
  •  «Παγίδα για όνειρα» 
  • «Έσχατο όριο»
Μυθιστορήματα:
  • «Το κουμπί», 
  • «Εφιαλτικός παράλληλος» και 
  • «Βρόμικος ποταμός» σε συνεργασία με τον Νικόλαο Μεταλληνό. 
  • 2012 «Ο ήχος των τενεκέδων» 
  • «Το πέταγμα της πεταλούδας»,
  •  «Πειρασμός και σωτηρία» 

επίσης μπορείτε να διαβάσετε για τον θανάση Αγγέλου: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Το ταξίδι / Παπακωνσταντίνου Δημήτρης



“Δικό μου το ταξίδι – έλεγε ξανάλεγε-
δικό μου επίσης το μακρύ λευκό καράβι
κι όπου μ` αρέσει πάω κόντρα στον καιρό
κι όπου μ’ αρέσει ρίχνω άγκυρα κι αράζω”.
Δεν ήταν δα κανένας ναυτικός παλιός
δεν είχε αλάτι στα μαλλιά ρόζους στα χέρια
κι όσο κι αν θέριευε η καρδιά βαθιά στα στήθια του
δε φανταζόταν τον αχό το ανεμοβρόχι
δεν είχε δει το μαύρο-μωβ όμοιο με σύννεφο
ή κάποιας μοίρας αλγεινής το βαρύ χέρι
νύχτα να δέρνει το σκαρί και μεσοπέλαγα
όλα πικρές φωνές αφρός κι απελπισία.
Ήταν δικό του το σκαρί και το καμάρωνε
σε όλους έλεγε τα ίδια και τα ίδια
όμως δε θα ‘τανε ποτέ δική του η θάλασσα
μήτε κι ο άνεμος που σαλαγάει ψηλά τα νέφη.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.