Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης Μανώλης (Μελοποιημένα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης Μανώλης (Μελοποιημένα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Μιλώ




Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
τους μαστροπούς ποιητές που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματα Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί γαλήνιοι το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Χαρά χαρά

Χαρά χαρά ζεστή κι αγαπημένη
τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω χώρα μακρινή
σαν τη θάλασσα απέραντη
κουρέλι μακρινό της πικρής αναζήτησης
άσε να φτύσω το φαρμάκι της ψεύτρας σου ύπαρξης
άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
ανελέητο κύμα της νιότης μου
ω! ψυχή την αγωνία ερωτευμένη.

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Χάρης 1944

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας.
Tραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα 'ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα.
Aυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές,
χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας.
Mερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι.
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ' αφτί: "Πέθανε ο Xάρης",
"σκοτώθηκε" ή κάτι τέτοιο, λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα 'χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα.
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας.
Mα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει.
Δεν είμαστε όλοι μαζί, δυο τρεις ξενιτεύτηκαν.
Tράβηξεν ο άλλος μακριά μ' ένα φέρσιμο αόριστο. Κι ο Xάρης σκοτώθηκε.
Φύγανε κι άλλοι. Μας ήρθαν καινούριοι. Γεμίσαν οι δρόμοι.
Tο πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες.
Mαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Aν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπάνε ανελέητα τα τείχη,
ξεχώρισες μια, είν' η δική του, π' ανάβει μικρές πυρκαγιές,
χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας.
Eίν' η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
π' αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος και σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως.

Χαρά-χαρά

Χαρά-χαρά ζεστή κι αγαπημένη
τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω χώρα μακρινή
σαν τη θάλασσα απέραντη
κουρέλι μακρινό της πικρής αναζήτησης
άσε να φτύσω το φαρμάκι της ψεύτρας σου ύπαρξης
άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
ανελέητο κύμα της νιότης μου
ω! ψυχή την αγωνία ερωτευμένη.

Φίλοι που φεύγουν

Φίλοι που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες.

Εφιάλτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα.

( μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά; )

το σκάκι


Έλα να παίξουμε...
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει από καιρό
πριν από μένα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...

Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που έρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις έριες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...

Το ναυάγιο

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
ύστερα απ' το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
που πήγαν οι άλλες βάρκες ποιοι γλίτωσαν
εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
ένα νησί ερημικό
εκεί θα στήσουμε τα σπίτια μας
γύρω-γύρω στη μεγάλη πλατεία
και στη μέση μια εκκλησιά
θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
του καπετάνιου μας που χάθηκε ψηλά-ψηλά
λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου πιο χαμηλά του τρίτου
θ' αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
κι ύστερα θα καλαφατήσουμε ένα μεγάλο καράβι καινούργιο
ολοκαίνουργιο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα
θά 'χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίζουνε
μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε με μας.

Πάψαν τα λόγια

Πάψαν τα λόγια πια να αποτελούν χρησμό,
οι δυνατοί οι στίχοι προφητείες.
Με σύντεχνη ζωή σε δοτική γαλήνη
μας χάιδευε το μέτωπο η ωραία ειρήνη.

Τα ευτυχισμένα πρόσωπα περίσσεψαν,
τα δροσερά παιδάκια έπαιζαν στους δρόμους,
ερωτευμένα πουλιά τραγουδούσαν στον ουρανό.
Τώρα διδάσκουν στα σχολεία την εποχή των αγενών μετάλλων.

Τα φριχτά εγκλήματα που οι πρόγονοί τους διαπράξαν,
τις ακατανόητες πράξεις μας, τα ηλίθια έργα τέχνης,
τους ανάπηρους αιώνες της γήινης προϊστορίας.

Τεράστιο άσπρο περιστέρι με μαρμαρωμένο χαμόγελο
άπλωσε τις φτερούγες της η ωραία ειρήνη.
Μες στο τεράστιο υπόστεγο κυοφορείται
το έκθαμβο μέλλον του αζώτου, ό,τι μες στους αιώνες
ευσυνείδητοι παρασκευάσανε.

Ουρανός και δάσος


Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν' αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που σε κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα –ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.
Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.

Όταν όλα περάσουν

Κάτω απ' τις ράγες του τρένου
Πίσω απ' τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω απ' τα βήματα των στρατιωτών

Όταν όλα περάσουν
Πάντα σε περιμένω

Πάνω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν
Σε περιμένω

Πέρασαν από τότε πολλά τρένα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν

Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν
Σε περιμένω.

Όταν μιαν άνοιξη

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά
και θα 'ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη

Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους μου


Πώς να μιλήσω
Το πλήθος δάμαζε τους δημεγέρτες
Και τους πλάνους
Μες στιλέτα κάρφωναν τα δικά μου λόγια

Πώς να μιλήσω
Όταν στήνονταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα;
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί

Πώς να μιλήσω
Ποιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η κλαίρη ο Ραούλ
Η οδός Αιγύπτου
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές
Και παραμύθια

Έχει στηθεί η σκηνή
Μα δεν φωτίζουνε οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είναι εδώ
αντάξια του δράματος
γενεές γενεών υποκριτές:
η θλιβερά ερωμένη
ο άνθρωπος με το χαμόγελο
ο επίορκος
τα κουδουνάκια του τρελού
κάθε κατώτερη ράτσα
άρχοντες και πληβείοι
κι αυτοτιμωρούμενοι

Πώς τόσα πρόσωπα
να γίνουν αριθμοί
και τόσα γεγονότα
απλά βιβλία
χωρίς την επινόηση
νέας διάταξης στοιχείων
χωρίς νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία

Οι στίχοι αυτοί

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να είναι οι τελευταίοι
οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενίκανε πουλιά
σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γένικαν άγριοι ποταμοί που τρέχουνε στη θάλασσα
και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι

Μες στην κλειστή μοναξιά μου

Μες στην κλειστή μοναξιά μου
έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα
τη χαμένη ψυχή μου
εμείς αγαπήσαμε
εμείς προσευχόμαστε πάντοτε
εμείς μοιραστήκαμε το ψωμί
και τον κόπο μας
κι εγώ μέσα σε σένα
και σ' όλους.

Κι ήθελε ακόμη



Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα,
έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους.
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σαν σημαία
καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα.
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά σε μια γωνιά μαζεύω με τάξη,
φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο.
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Κάτω απ' τα ρούχα μου




Κάτω απ' τα ρούχα μου δε χτυπά πια
η παιδική μου καρδιά
λησμόνησα την αγάπη πού 'ναι μόνο αγάπη
μερόνυχτα να τριγυρνώ
χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου.

Ένοιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου
ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

και περνούσανε τα τραμ

Νεκρός κείτονταν μες στο δρόμο
βαθειά βαθειά στην πλάτη το μαχαίρι
κανείς δεν άπλωσε το χέρι
κανείς δεν πάτησε το Νόμο.

Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ
νταραντατάμ νταραντατάμ.

Κλείσαν τα μαγαζιά οι γειτόνοι
και τα μαζέψαν μάνι-μάνι
σκορπίσαν όλοι από το σεργιάνι
άλλωστε πήρε να νυχτώνει.

Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ
νταραντατάμ νταραντατάμ.

Στου φαναριού το φως γυαλίζει
το κάθετο λεπτό λεπίδι
αδιάφορο πελώριο φίδι
το τραμ περνά και κουδουνίζει.

Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ
νταραντατάμ νταραντατάμ.

κάθε πρωί


 
Κάθε πρωί, καταργούμε τα όνειρα,
χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια.
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο,
κάθε πρωί, χαιρετάμε τους χθεσινούς φίλους, φίλους, φίλους.
Οι νύχτες μεγαλώνουν,
μεγαλώνουν σαν αρμονικές,
ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά,
ασήμαντες απαρριθμήσεις.
Τίποτα, τίποτα.
Λέξεις μόνο για τους άλλους,
μα που τελειώνει η μοναξιά.

Θεόφιλε, Θεόφιλε


Αχ, βρε Θεόφιλε πολύ πήρες αμπάριζα
και μ' άρχισες τα μου σου του μ' αρτίστες,
εσύ βρε ούτε πόρτα δε χαμπάριζες
και τώρα ξεβιδώνεσαι στις πίστες.

Θεόφιλε, Θεόφιλε η κοινωνία όφειλε
να κάνει που και που στραβά τα μάτια,
Θεόφιλε, Θεόφιλε, η κοινωνία όφειλε,
σ' εμάς που ζήσαμε ζωή όλο κεσάτια.

Η κόρη σου φοιτήτρια κι' ο γιος σου ανθυποπλοίαρχος,
πουστόγερε, μου θες και Athens by night
τώρα που μάτσωσες, περνάς για Ωνάσης και για Νιάρχος
κι' απ' το εντάξει αδερφέ το γύρισες στο right.

Θεόφιλε, Θεόφιλε η κοινωνία όφειλε
να κάνει που και που στραβά τα μάτια,
Θεόφιλε, Θεόφιλε, η κοινωνία όφειλε,
σ' εμάς που ζήσαμε ζωή όλο κεσάτια.

Θεόφιλε, Θεόφιλε, παλιό ψάρι μπαγιάτικο,
μα δε σου μίλησε κανείς για τη Rexona;
Θεόφιλέ μου, γύρισε στο σπίτι σου το ταχτικό,
στο τάβλι σου και στην κυρά-Παγώνα.

Θεόφιλε, Θεόφιλε η κοινωνία όφειλε
να κάνει που και που στραβά τα μάτια,
Θεόφιλε, Θεόφιλε, η κοινωνία όφειλε,
σ' εμάς που ζήσαμε ζωή όλο κεσάτια.

Ήτανε νέοι

Οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί και λασπωμένοι
το πιάτο στο τραπέζι λιγοστό,
το φιλί στο κατώφλι ήταν κλεφτό
και έρωτες μέσα στις καρδούλες κλειδωμένοι

Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά

Τα βράδια ξενυχτούσαν στα υπόγεια,
και σβάρνα ολημερίς στις γειτονιές
αχ! τα σοκάκια εκείνα κι οι γωνιές
σφιχτά που φυλάξαν τα τίμια λόγια

Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά

Δεν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι, μάνα σπίτι
έναν δεν δίναν για το σήμερα παρά
δε ρίχνανε δραχμές στον κουμπαρά
δεν κράταγαν μεζούρα και διαβήτη

Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.